Anima – Ουαζντί Μουαουάντ

ΔEN έχω λόγια για να περιγράψω αυτό που μόλις διάβασα… Αν και δε συνηθίζω να παραθέτω οπισθόφυλλα βιβλίων, θα κάνω μια εξαίρεση ακριβώς επειδή εκεί γίνεται μια προσπάθεια να οριοθετηθεί/κανονικοποιηθεί η ιστορία:

Όλα αρχίζουν μ’ ένα φριχτό έγκλημα και ο Γουάχς ρίχνεται στο κατόπι του δολοφόνου – όμως δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο ήρωάς του διασχίζει διαγώνια τη Βόρεια Αμερική, από το Κεμπέκ ως το Νέο Μεξικό, με αυτοκίνητα και φορτηγά, κάνοντας οτοστόπ ή σκαρφαλώνοντας λαθραία σε εμπορικά τρένα – όμως δεν είναι μυθιστόρημα δρόμου ή ταξιδιωτική αφήγηση. Βυθίζεται στις αναμνήσεις του Αμερικάνικου Εμφύλιου και η περιπέτεια είναι γεμάτη Ινδιάνους – όμως δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε γουέστερν. Οι σκηνές έχουν έντονη θεατρικότητα, παραπέμποντας κάποτε στην κλασική τραγωδία, ενώ συχνά ο λόγος έχει την πυκνότητα του στίχου – όμως δεν είναι θεατρικό έργο, ούτε ποιητική πρόζα. Το στοιχειώνουν εφιαλτικές εικόνες αιματηρής βίας και οι μνήμες του ανατρέχουν σε μια διαβόητη σφαγή – όμως δεν είναι θρίλερ ή ένας πανηγυρικός του τρόμου, ούτε δοκίμιο διαμαρτυρίας. Η αφήγηση, γραμμική και μάλλον παραδοσιακή, περνάει αποκλειστικά μέσα από το στόμα των κάθε λογής ζώων που συναντούν διαδοχικά τον πρωταγωνιστή – ωστόσο δεν είναι ούτε μυθικό ζωολόγιο ούτε οικολογική αλληγορία. Συνταιριάζοντας στοιχεία απ’ όλ’ αυτά, ο Μουαουάντ έγραψε ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο, διευρύνοντας τα όρια της λογοτεχνίας. Κι αν τα ζώα μιλούν, το καθένα με τη δικιά του γλώσσα, είναι επειδή η έρευνα αφορά, κατά βάθος, την αναζήτηση μιας πρωταρχικής χαμένης γλώσσας.

Είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον διάβασα τα τελευταία χρόνια. Την ιστορία λέει σε κάθε κεφάλαιο ένα ζώο που παρίσταται στον ίδιο χώρο με τον πρωταγωνιστή, ξεκινώντας από μια γάτα. Είναι σαν μια ζωντανή κάμερα που παρακολουθεί και καταγράφει τις κινήσεις και τα λόγια του ήρωα, του Γουάχς Ντεμπ, από την ώρα που βρίσκει τη γυναίκα του νεκρή και κακοποιημένη στο σαλόνι του σπιτιού τους. Κατά τα άλλα είναι απόλυτα γραμμική η γραφή. Δεν υπάρχει κανένα φλας μπακ, ούτε κάποια παράλληλη ιστορία ή εγκιβωτισμένη υπόθεση. Γάτες, σκύλοι, μύγες, πουλιά και κάθε λογής ζωντανό, παρελαύνει για να ακολουθήσει τα χνάρια του Γουάχς στην αναζήτηση του δολοφόνου της γυναίκας του Λεονί…

(…) Η ευτυχισμένη  και χαρούμενη ζωή που είχε γνωρίσει, πού ήταν; Πού πήγε λοιπόν; Οι φίλοι, οι επιθυμίες, τα πάθη τα τοπία, οι χειμώνες, οι δρόμοι, τα δρομάκια; Και πού είναι η αγάπη; Η απέραντη αγάπη της Λεονί; Της Λεονί, που του άρεσε τόσο να λέει το όνομά της, Λε-ο-νί, κι έκανε να γεννιούνται λιβελούλες με κάθε κίνηση των χειλιών. Λεονί. Το να την αγαπάει σήμαινε να την αγαπάει περισσότερο. Να της λέει την αγάπη του ήταν αδύνατο αφού τη στιγμή που ήθελε να της πει Σ’ αγαπώ, ήδη την αγαπούσε περισσότερο και θα έπρεπε να της το ξαναπεί και να το επαναλάβει για να είναι στο ύψος αυτής της μεθυστικής πρόσθεσης. Όχι επειδή οι λέξεις δεν ήταν αρκετά μεγάλες αλλά επειδή, απλά, δεν ήταν αρκετά γρήγορες. (…)

Ο Γουάχς δεν ψάχνει τον δολοφόνο όμως για να εκδικηθεί. Θέλει να τον δει χωρίς ακριβώς να ξέρει τι θα κάνει μετά. Κυρίως θέλει να σιγουρευτεί ότι είναι όντως κάποιος άλλος ο δολοφόνος και όχι ο ίδιος! Και μέσα σ’ αυτό το road trip σε όλη την Αμερικανική ήπειρο θα ανακαλύψει ο Γουάχς και τη δική του αληθινή ιστορία, ποιος πραγματικά ήταν, ποιο είναι το αληθινό του όνομα και τι έγινε στον Λίβανο το 1982, στους καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα όπου στην πρωτοφανή σφαγή αμάχων Παλαιστίνιων από Λιβανέζους χριστιανούς και με τον ανοχή του Ισραηλινού στρατού, σφαγιάστηκε όλη του η οικογένεια και επέζησε σαν από θαύμα μονάχα ένα τετράχρονο αγόρι, ο Γουάχς…

(…) Οι αναμνήσεις μου ξεκινούν κάτω από τη γη. Θυμάμαι με πολλή ακρίβεια τα ζώα που ήταν θαμμένα δίπλα μου, την ανάσα τους να σβήνει, το αίσθημα μοναξιάς να με κυριεύει όσο τα άλογα πέθαιναν, την επιθυμία μου να πεθάνω κι εγώ, τόσο πολύ φοβόμουνα το σκοτάδι. Θυμάμαι τη ζεστασιά τους, θυμάμαι ότι έσφιξα στην αγκαλιά μου το κεφάλι μιας φοράδας σα να ήταν η μάνα μου, θυμάμαι ότι της φώναξα «Μαμά, μαμά!», ότι την αγκάλιασα, ότι την ικέτεψα να μη με αφήσει μόνο και ότι βρήκα εκεί, στο αίμα της που ήπια για να ξεδιψάσω, στην παρουσία της, αλλά και στις μύγες, στα σκουλήκια, στις μελίγκρες και στους τερμίτες που ένιωθα πάνω μου, μια καλοσύνη, μια πραότητα, μια στοργή ένα έλεος Θεέ μου, ένα έλεος που, αλήθεια, με έσωσε. (…)

Το βιβλίο είναι μοναδικό σε γραφή και συγκλονιστικό σε θεματολογία.

Ο Ουαζντί Μουαουάντ για ακόμα μια φορά μετά το Incendies (στην εξαιρετική ταινία του Βιλνέβ) μού προκαλεί ηλεκτροσόκ. Κι όπως είπε κι ο φίλος μου ο Μίνως που μου το πρότεινε (και θα τον ευχαριστώ αιώνια γι’ αυτό) «Και μόνο που τόλμησε ο Μουαουάντ να παίξει αυτό το απίθανο στοίχημα με τα ζώα! Θα μπορούσε να καταστραφεί τελείως μέσα σε 2-3 σελίδες. Κι αυτός γράφει έπος.»

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Βαθμολογία 10/10.

Advertisement

Leave your Comment

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.