Sadness

– Valentin, I’m so tired. I’m tired of suffering.

– You’re not the only one they’ve hurt.

– You don’t know. I hurt so much inside.

– Where does it hurt you?

– In my neck and shoulders.

– Why does the sadness always jam up in the same spot?

(William Hurt and Raul Julia in “Kiss of the Spider Woman” by Hector Babenco, 1985)

Advertisements

Άλλες ζωές απ’ τη δική μου – Εμμανυέλ Καρρέρ

 

(…) Μιλούν για τσουνάμι, λες και ξέραμε αυτή τη λέξη ανέκαθεν. (…)

Ο Γάλλος συγγραφέας και σεναριογράφος, Καρρέρ, μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων βρέθηκε πολύ κοντά –μέσα θα λέγαμε- σε δύο τραγικά γεγονότα: Στον θάνατο της μικρής κόρης φίλων του από το τσουνάμι στη Σρι Λάνκα, τα Χριστούγεννα του 2004 και, μερικές μέρες μετά, αφότου επέστρεψε στο σπίτι τους μαζί με τη γυναίκα του Έλεν, στον θάνατο της κουνιάδας του Ζυλιέτ, από καρκίνο, σε ηλικία μόλις τριαντατριών χρονών, αφήνοντας πίσω της τον σύζυγό της Πατρίκ και τρία μικρά κοριτσάκια. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις βρέθηκαν άτομα του περίγυρου των θανόντων, οι οποίοι του υπαγόρεψαν σχεδόν, ότι πρέπει – οφείλει- να γράψει για τους δύο αυτούς θανάτους. «Εσύ είσαι ο συγγραφέας, εσύ μπορείς, κανείς άλλος δε θα το κάνει καλύτερα από σένα». Κι έτσι ο Καρρέρ, νιώθοντας πως δεν είχε άλλη επιλογή, πήρε το σημειωματάριό του και ξεκίνησε να γράφει.

(…) Αργότερα ξαπλώνουμε στο κρεβάτι, ο ένας δίπλα στον άλλον. Με την άκρη των δαχτύλων μου αγγίζω την άκρη των δικών της, που δεν μου απαντούν. Θα ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, αλλά ξέρω πως δεν είναι δυνατόν. Ξέρω τι σκέφτεται, είναι αδύνατον να σκέφτεται κάτι άλλο. Μερικές δεκάδες μέτρα από μας, σ’ ένα άλλο μπανγκαλόου, ο Ζερόμ και η Ντελφίν πρέπει κι εκείνοι να είναι ξαπλωμένοι, με τα μάτια ανοιχτά. Τη σφίγγει στην αγκαλιά του ή ούτε και σ’ εκείνους είναι αυτό δυνατόν; Είναι η πρώτη νύχτα. Η νύχτα που ακολουθεί την ημέρα που πέθανε η κόρη τους. Το πρωί ήταν ζωντανή, είχε ξυπνήσει, είχε πάει να παίξει στο κρεβάτι τους, τους φώναζε μπαμπά – μαμά, γελούσε, ήταν ζεστή και η πιο γλυκιά στη γη, και τώρα είναι νεκρή. Θα είναι για πάντα νεκρή. (…)

Δεν έχω να πω πολλά, θα παραθέσω μόνο δυο-τρία μικρά αποσπάσματα, αν και έχω τσακίσει πάνω από εικοσιπέντε σελίδες στο βιβλίο, για να τις διαβάσω και τυχόν να επανέλθω σε αυτές στο μέλλον. Το τρομερό με τη γραφή του Καρρέρ είναι ότι κατορθώνει με έναν μοναδικό τρόπο να σε κάνει συμμέτοχο στο συναίσθημα, χωρίς δράματα. Σαν αντί για πένα να κρατούσε σύριγγα και να με εμβολίασε με την κάθε του λέξη. Και όλα αυτά χωρίς φτιασίδια, χωρίς γλαφυρότητα, χωρίς καν επίθετα.

(…) Γερνούσαν μαζί, και, κι ας μην ήταν υποδείγματα για μας, έβρισκα πως ήταν κάτι το να γερνούν μαζί. Πρέπει να ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους, σιωπηλοί. Ίσως να έσφιγγε ο ένας τον άλλον. Ίσως να έκλαιγαν και οι δύο, στραμμένοι ο ένας προς τον άλλον. Ήταν η τελευταία νύχτα του παιδιού τους, ή η προτελευταία. Ήταν τριάντα τριών ετών. Είχαν έρθει για τον θάνατό της. Και τα τρία μικρά κορίτσια, μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα; Κοιμόνταν; Τι σκέφτονταν; Τι σημαίνει, να είσαι εφτά χρονών και να μαθαίνεις ότι η μητέρα σου θα πεθάνει; Και τεσσάρων; Ή ενός; Ενός, δεν ξέρουμε, δεν καταλαβαίνουμε, έστω, πρέπει όμως χωρίς λέξεις να αισθάνεσαι ότι συμβαίνει κάτι εξαιρετικά σοβαρό γύρω σου, ότι η ζωή σου πρόκειται να ανατραπεί, ότι δεν υπάρχει πια ασφάλεια. Ένα γλωσσικό θέμα στριφογύριζε στο κεφάλι μου. Απεχθάνομαι τη χρήση της λέξης «μαμά» εκτός από την κλητική και μέσα σε ιδιωτικά πλαίσια: ότι ακόμη και στα εξήντα απευθυνόμαστε έτσι στη μητέρα μας, καλώς, αλλά μετά το νηπιαγωγείο, να λέμε «η μαμά του Ουντέλ» ή, όπως η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, «οι μαμάδες», αυτό με αηδιάζει, και διακρίνω σ’ αυτή την αηδία κάτι άλλο από την αντανάκλαση της τάξης που με κάνει να μορφάζω όταν κάποιος λέει μπροστά μου κάποιες τοπικές εκφράσεις. Ωστόσο, ακόμη και για μένα, αυτή που πέθανε δεν ήταν η μητέρα της Αμελί, της Κλάρα και της Ντιάν, αλλά η μαμά τους, και αυτή η λέξη, την οποία δεν αγαπώ, αυτή η λέξη που από καιρό με μελαγχολεί, δεν θα έλεγα ότι με μελαγχολούσε αλλά ότι επιθυμούσα να την προφέρω. Επιθυμούσα να πω, χαμηλόφωνα: μαμά, και να κλάψω, και να είμαι, όχι παρηγορημένος, όχι, αλλά νανουρισμένος, απλώς νανουρισμένος, και να αποκοιμηθώ έτσι. (…)

Υπάρχει μόνο ένα κομμάτι του βιβλίου, όταν παίρνει συνέντευξη από τον Ετιέν, έναν φίλο δικαστή της Ζυλιέτ, και παραθέτει για περίπου δέκα-δεκαπέντε σελίδες σκηνές από τις ζωές τους στα δικαστήρια και τις μάχες που έδιναν για τη δικαιοσύνη, το οποίο το προσπέρασα σχετικά γρήγορα γιατί -προσωπικά πάντα- δεν το βρήκα ενδιαφέρον, αν και σίγουρα μας δίνει να καταλάβουμε πολλά για τον χαρακτήρα των ηρώων.

Εκτός αυτού, το βιβλίο είναι οδοστρωτήρας.

Και εκτός αυτού, τελειώνει έτσι:

(…) Κατεβαίνουν οι δυο τους στο υπόγειο, κάθονται κι οι δυο μπροστά στον υπολογιστή. Η μουσική αρχίζει, οι εικόνες παρελαύνουν. Ο Πατρίς κοιτά τη γυναίκα του. Η Ντιάν κοιτά τη μητέρα της. Ο Πατρίς κοιτά την Ντιάν που την κοιτά. Κλαίει, κλαίει κι αυτός, είναι γλυκό που κλαίνε έτσι οι δυο τους, ο πατέρας και η πολύ μικρή του κόρη, αλλά δεν μπορεί, και δεν θα μπορέσει ποτέ, να της πει αυτό που οι πατεράδες θέλουν πάντα να λένε στα παιδιά τους: δεν είναι σοβαρό. Κι εγώ, που είμαι μακριά τους, εγώ, που ξέρω πόσο εύθραυστο είναι να είσαι ευτυχής, θα ήθελα να επουλώσω όσο λίγο κι αν επουλώνεται, την πληγή, και γι’ αυτό ετούτο το βιβλίο είναι για την Ντιάν και τις αδελφές της. (…)

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Βαθμολογία 9,5/10.

Θεοί

Είμαι χθες το απόγευμα και διαβάζω με τα παιδιά. Κάτι μου λέει ο ένας για τους νεολιθικούς οικισμούς στην Ιστορία, ενώ ο άλλος τρίβει πάνω στην κουβέρτα ένα μπαλόνι, για να μου δείξει ένα πείραμα που έκαναν στη Φυσική.

Κι εγώ χασκογελώ.

Άμα με δει κανείς τώρα θα νομίζει ότι έπαθα κανένα μίνι εγκεφαλικό.

Αντί ν’ ακούω τι μου λένε, προσέχω τα λακάκια στα μάγουλά τους. Κοιτάζω τις βλεφαρίδες τους… Τις φύτρες στα μαλλιά τους, ίδιες με τις δικές μου. Ίδιες με του πατέρα μου. Παρατηρώ στον λαιμό τους πώς ανεβοκατεβαίνει το μήλο του Αδάμ όση ώρα μού μιλάνε. Τις κινήσεις τους… Πώς λυγίζουν τον κορμό τους, πώς πιάνουν το μολύβι, πώς κάθονται πάνω στο ένα πόδι…

Πότε μεγάλωσαν; Πότε έγιναν πλάσματα; Πότε ήταν που τρέμαμε μη μας πέσουν απ’ το χέρι; Πότε ήταν μέσα στην κοιλιά σου; Πότε θα φύγουν απ’ το σπίτι και θα μείνουμε πάλι οι δυο μας, Αγγελική;

Πότε;

Πώς;

Εμείς τα κάναμε αυτά; Δικό μας δημιούργημα είναι; Αλήθεια; Και μετά μου λες πως δεν είμαστε Θεοί…

«Είδατε τις τραγικές εικόνες στην τηλεόραση; Θυμάστε πού ήμασταν εμείς πριν τρεις εβδομάδες;»

«Ναι, μπαμπά… Όλοι γι’ αυτό μιλούσαν στο σχολείο! Θα τη φτιάξουν ξανά;»

«Ναι… Η μαμά λέει πως θα πάρει λίγο καιρό, αλλά θα τη φτιάξουν. Και λέει πως μπορεί να μην την κάνουν ολόιδια, γιατί ο κόσμος πρέπει να θυμάται αυτή τη μέρα, αλλά θα τη φτιάξουν…»

«Φαντάζεσαι να είχαμε όλη η οικογένεια υπερδυνάμεις, όπως στην ταινία που βλέπαμε χθες; Θα πετούσαμε τώρα εκεί όλοι μαζί και θα τη φτιάχναμε!»

Και μετά μου λες πως δεν είμαστε Θεοί…

To ancient evenings and distant music…

Oh, no!

The words were inside of me.

I was wrong, Robert. I was wrong to stay, but I can’t go. Let me tell you again why I can’t go. Tell me again why I should go.

I heard his voice coming back to me: “This kind of certainty comes but once in a lifetime.”

(Meryl Streep in “The Bridges of Madison County” by Clint Eastwood, 1995)

45

– Και για πες, μπαμπά, γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ σήμερα;

– Αφού ξέρεις…

– Ναι, είναι τα γενέθλιά σου, το ξέρω, απλώς γιατί ΤΟΣΟ πολύ;

– Ε, δεν έχω και γιορτή, οπότε…

– Μα χαίρεσαι που μεγαλώνεις;

– Να σου πω την αλήθεια, αυτό είναι το λίγο στενάχωρο της υπόθεσης…

– Τότε; Επειδή θα πάρεις δώρα;

– Ναι! Η αλήθεια είναι πως τα δώρα μου αρέσουν και τα θέλω ακόμα και σήμερα. Δεν είμαι από αυτούς που θα σου πουν ότι μεγάλωσα και δε θέλω πια δώρα και πάρτι και τέτοια, αλλά είναι και ακόμα ένας λόγος: Μου αρέσει που θα μου ευχηθεί σήμερα το κάθε καρυδιάς καρύδι!

– Το ποιο;

– Εννοώ που θα με θυμηθούν όλοι, παλιοί συμμαθητές, φίλοι που χαθήκαμε, άγνωστοι στο Facebook που δεν έχουμε ιδωθεί ποτέ, συγγενείς από την Κύπρο… Μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο χαμός από ευχές, μέσω sms, Facebook, τηλεφώνου αλλά κυρίως, δια ζώσης.

– Δια… τι;

– Από κοντά, ρε! Από κοντά! Έλα να με αγκαλιάσεις τώρα και ασ’ τα λόγια!

Παιχνίδια εστιατορίου

Είστε καλεσμένοι έξω για φαγητό ή απλώς μπαίνετε πεινασμένοι στο πρώτο εστιατόριο που βλέπετε μπροστά σας, το οποίο δεν το λες και kids friendly. Δεν έχει αυλή ή κάποιο χώρο να παίξουν τα παιδιά, δεν έχει χαρτιά και πολύχρωμα μολύβια να σχεδιάσουν, ούτε παιχνιδοκονσόλες. Αυτά το μόνο που θέλουν είναι να φάνε γρήγορα και να φύγουν, αλλά έχει πολύ κόσμο και το φαγητό σίγουρα θα καθυστερήσει. Ποια είναι η λύση, πέραν της εύκολης και προφανούς, δηλαδή το να τους δώσεις το κινητό σου να παίξουν; Μα τα παιχνίδια εστιατορίου! Μετά την τεράστια (!) επιτυχία που είχαν τα παιχνίδια αυτοκινήτου, σκέφτηκα να σας μεταφέρω και αυτή την εμπειρία μου. Ξεκινάμε!

  • Τι ώρα τρώμε;

Μόλις φύγει ο σερβιτόρος, βγάζετε το κινητό σας, τους δείχνετε την ώρα και τους λέτε να στοιχηματίσουν πότε θα έρθει το κάθε πιάτο, ξεκινώντας μάλιστα από το νερό και το κουβέρ. Το παιχνίδι μπορεί να γίνει ακόμα πιο ενδιαφέρον αν συμμετέχουν και τα φαγητά από τα διπλανά τραπέζια, οπότε θα αρχίσουν προφανώς και τα «οι δίπλα ήρθαν 5’ πιο μετά από μας, αλλά σ’ αυτούς έφεραν ήδη τις πατάτες!» κ.ο.κ.

  • Τι δουλειά κάνει;

Πάω στοίχημα ότι έχετε δει κάτι ανάλογο σε αμερικανικές ταινίες. Κοιτάζετε διακριτικά τα διπλανά τραπέζια – ή αν είστε τυχεροί και κάθεστε σε καμιά ωραία περατζάδα, κάνετε το ίδιο με τους περαστικούς. Αφού παρατηρήσετε τα άτομα για λίγα δευτερόλεπτα, λέτε τι επάγγελμα πιστεύετε ότι κάνουν. Προσοχή, όμως! Δε θα έχει κανένα ενδιαφέρον το να πείτε π.χ. ότι ο ευθυτενής μεσήλικας δίπλα είναι γιατρός. Μπορείτε αντίθετα να πείτε ότι είναι ορθοπεδικός χειρουργός, ο οποίος μόλις τελείωσε την επέμβαση στον δεξί μηνίσκο του Τοροσίδη και έτρεχε να προλάβει το ραντεβού για φαγητό που είχε με την κόρη του, όπου θα της ανακοινώσει ότι με τα λεφτά που πήρε, θα την πάει ταξίδι στην Ντίσνεϊλαντ! Ή, αν δείτε μια κυρία να μιλάει συνεχώς στο κινητό της, μπορείτε να πείτε ότι δουλεύει στο χρηματιστήριο και προσπαθεί να κλείσει μια συμφωνία εκατομμυρίων στο μακρινό Τόκιο, οπότε το πιθανότερο είναι μετά να σας ρωτήσουν «και τι είναι το χρηματιστήριο», εσείς να απαντήσετε «μια φούσκα, αγάπη μου» και να ξεκινήσει από κει και πέρα μια ωραιότατη κουβέντα του στυλ «και πώς γίνεται κάποιος να δουλεύει σε μια φούσκα;» ή «όταν λες φούσκα, μπαμπά, εννοείς σαν τσιχλόφουσκα;» κι άλλα τέτοια ωραία. Γενικά πάντως, σκαρφιστείτε ευφάνταστα επαγγέλματα και πλάστε μια ιστορία για το πριν και το μετά των «ηθοποιών» σας. Αφότου πείτε δυο τρεις τέτοιες ιστοριούλες, δώστε τον λόγο στα παιδιά σας και… απολαύστε φαντασία!

  • Τι έχει μέσα;

Κοιτάζετε τα φαγητά στα διπλανά τραπέζια και προσπαθείτε να βρείτε τη συνταγή. Είναι πολύ ωραίο και εύκολο παιχνίδι ειδικά αν π.χ. βρεθείτε σε κανένα Ιταλικό εστιατόριο με πίτσες και μακαρονάδες, ή αν περιγράψετε σαλάτες, όπου αρχίζουν τα παιδιά να κάνουν γκριμάτσες και να ονομάζουν όλα αυτά τα λαχανικά που δεν τρώνε και στο τέλος τούς αποκαλύπτετε εσείς χαιρέκακα ότι στην μπολονέζ τους είχε μέσα και κρεμμύδι και ντομάτα και καρότο και σκόρδο και θυμάρι και δάφνη και κανέλα και χίλια δυο άλλα ζαρζαβατικά! Προσοχή, αυτό το τελευταίο παιχνίδι, δεν το προτείνω σε παιδιά μίζερα με το φαγητό, που έτσι κι αλλιώς σας βγάζουν τη ψυχή να τα ταΐσετε, γιατί τότε είναι που δε θα ξαναφάνε τίποτα!

Και από έναν γύρο να παίξετε το κάθε παιχνίδι, σίγουρα τουλάχιστον θα έχουν έρθει τα κουβέρ και καμιά μερίδα πατάτες ή κανένα ορεκτικό, οπότε θα μπορέσετε να ξεγελάσετε λίγο την πείνα των παιδιών. Υπομονή να έχετε και… Καλή σας όρεξη!

(Σημείωση: Υπάρχουν και τα παιχνίδια «Μα πότε επιτέλους θα έρθει ο σερβιτόρος να παραγγείλουμε;», το «Πόση ώρα κάνει να έρθει ο λογαριασμός;», καθώς και το «Μα είναι δυνατόν να καπνίζουν εδώ μέσα!» αλλά λέω αυτά να μην τα παίξουμε σήμερα.)

 

1+1=1

Mes amours,

Où commence votre histoire? À votre naissance? Alors, elle commence dans l’horreur.

À la naissance de votre père? Alors, elle commence dans une grande histoire d’amour.

Moi, je dis que votre histoire commence avec une promesse, celle de briser le fil de la colère. Grâce à vous, je réussis enfin aujourd’hui à la tenir. Le fil est rompu. Et je peux enfin prendre le temps de vous bercer… de vous chanter doucement une berceuse pour vous consoler.

Rien n’est plus beau que d’être ensemble.

Je vous aime.

Votre mère,

Nawal

 

(Lubna Azabal in “Incendies” by Denis Villeneuve, 2010)

Renouncing all possible lives

– There is no life without you…

– Shshsh… Go slowly… I have to get used to it… I talked to you so much when you weren’t there it’s so strange for me… to talk to you for real!

   I need some time, Nemo.

  When we were separated at 15, I said I would never love anyone else. Ever. I would never become attached. I’d never see you put anywhere. I’d have nothing for myself. I decided I would pretend  to be alive. And this is what I’ve been waiting for. All this time…

Renouncing all possible lives, for one only … With you.

But I’m not used to it anymore. You know … Love … I mean. I’m afraid of losing you again, I’m afraid of having to do without you again… I… I’m terrified of that.

(Jared Leto and Diane Kruger in “Mr. Nobody” by Jaco Van Dormael, 2009)

Live and Let Die

– Sometimes life can only really begin with the knowledge of death

That it can all end, even when you least wanted to.

The important thing in life is to believe that while you are alive is never too late.

(Adrien Brody in “The Jacket” by John Maybury, 2005)

Το σύνδρομο του «ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΥ»

Θυμάμαι πως στα σχολικά χρόνια είχα πιο μεγάλο άγχος όταν ήμουν πολύ καλά διαβασμένος, παρά τα όσα μου έλεγαν οι γονείς και οι δάσκαλοί μου, πως μόνο το διάβασμα διώχνει το άγχος. Νομίζω δε, πως αυτός ήταν και ένας βασικός λόγος που πετύχαινα σχεδόν σε όλες τις εξετάσεις, σχολείου και Πανεπιστημίων: Είχα διαβάσει καλά μεν, αλλά όχι τέλεια. Δεν τα ήξερα όλα δηλαδή, οπότε το να δω κάτι που δεν ήξερα σε ένα διαγώνισμα, ήταν κάτι το φυσιολογικό. Μια δυο φορές που ήμουν σούπερ διαβασμένος και μου έπεσε θέμα που δεν ήξερα, πιο πολύ χρόνο έχανα για να διαχειριστώ τον πανικό μου, «και πώς γίνεται να μην το ξέρω;», «πού ήταν αυτό γραμμένο;», «μήπως ήταν εκτός θέματος;» κτλ κτλ, παρά στο ίδιο το πρόβλημα.

Ε λοιπόν, το ίδιο μού συμβαίνει και τώρα, όταν θέλουν να μου πάρουν συνέντευξη για το βιβλίο μου! Το βιβλίο μου, προφανώς και το ξέρω απέξω κι ανακατωτά. Το ξέρω αν μου το διαβάσεις από την ανάποδη -σαν εκείνους τους δίσκους βινυλίου που μας έλεγαν (!) πως έτσι ακούγονται κρυμμένα σατανιστικά μηνύματα- ξέρω το πριν και το μετά, ξέρω κάθε του λέξη, ξέρω κάθε του σημείο στίξης. Κι όμως τρέμω μην τυχόν με ρωτήσουν κάτι που δεν αναγνωρίζω ή δε θυμάμαι! Αρχίζω τα «και… θα μιλήσουμε μόνο για το βιβλίο;», «θα είναι ελεύθερη κουβέντα;», «μήπως έχετε τις ερωτήσεις να μου τις στείλετε;» και λίγο πριν τη συνέντευξη, τα συμπτώματα μεγεθύνονται: οι επισκέψεις στην τουαλέτα γίνονται συχνότερες, μικρή εφίδρωση, και βεβαίως καρδιοχτύπι ίδιο με του «Αντωνιάδης! Σήκω να πεις μάθημα!»

Ώσπου ως δια μαγείας, όλα εξαφανίζονται τη στιγμή που ξεκινάω να μιλάω.

Χαλάλι!