All the voices in your head…

“Gloria, faltas en el aire
falta tu presencia, cálida inocencia
faltas en mi boca, que sin querer te nombra
y escribiré mi historia, con la palabra Gloria
Porque aquí a tu lado
la mañana se ilumina
la verdad y la mentira
se llaman Gloriaaaaa…”

(Paulina García in “Gloria” by Sebastián Lelio, 2013)

Advertisements

You always deal in appearances?

– You’re all flops. I am the Earth Mother, and you are all flops. I disgust me. You know, there’s only been one man in my whole life who’s ever made me happy. You know that? One.
– What, the gym instructor or something?
– No, no, no, no. George. My husband?
– You’re kidding.
– Am I?
– You must be! Him?
– Yep.
– George, sure!
– You don’t believe it.
– Well, of course I do!
– You always deal in appearances?
– Oh, for God’s sake.
– George, who is out somewhere there in the dark. Who is good to me. Whom I revile. Who can keep learning the games we play as quickly as I can change them. Who can make me happy and I do not wish to be happy. Yes, I do wish to be happy. George and Martha — sad, sad, sad. Whom I will not forgive for having come to rest, for having seen me and having said, “Yes, this will do”. Who has made the hideous, the hurting, the insulting mistake of loving… me. And must be punished for it. George and Martha — sad, sad, sad. Some day, hah! Some night, some stupid, liquor-ridden night, I will go too far and I’ll either break the man’s back or I’ll push him off for good which is what I deserve.

(Elizabeth Taylor and George Segal in “Who’s Afraid of Virginia Woolf?” by Mike Nichols, 1966)

44

4. Παιχνίδι, νάζι. Άνεννοιας… Δεν ξέρω καν αν όντως θυμάμαι. Μάλλον αν-αναμνήσεις είναι, ξεσηκωμένες από ιστορίες των γονιών μου και από φωτογραφίες, όπως αυτή εδώ. Μια φωτογράφος, οικογενειακή φίλη, ήρθε σπίτι να μας φωτογραφήσει. Ντράπηκα. Έτρεξα να κρυφτώ στο δωμάτιό μου. Βλέπετε… Ήμουν μόνον με το βρακούιν μου. Πιπίλα, ναι, είχα μέχρι και που πήγα δημοτικό.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Πυροσβέστης του διαστήματος.

14. Μόνο μπάσκετ. Όλη μέρα μπάσκετ. Σχολείο στο ρελαντί, κορίτσια τόσο, ώστε να αισθάνομαι κολακευμένος.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Μπασκετμπολίστας.

24. Δουλεύω σε καφετέρια το πρωί και σε πιτσαρία το βράδυ. Θεωρητικά, βγάζω χαρτζιλίκι και μελετάω προσεκτικά τα επόμενα επαγγελματικά βήματά μου. Πρακτικά, βγάζω περισσότερα από όσα θα έβγαζα για τα επόμενα πέντε χρόνια και δε θέλω να αλλάξω αυτό που κάνω. Λιγότερο μπάσκετ πλέον και περισσότερα κορίτσια. Κοπέλες.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Κάτι που θα μου φέρνει πολλά λεφτά.

34. Η Αγγελική είναι έγκυος. Άνεννοιας για λίγο καιρό ακόμα. Η ζωή μου σε λίγους μήνες θα αλλάξει τόσο που δεν μπορώ να φανταστώ. Μέχρι τότε βόλτες, σινεμά, φίλοι… Φίλοι που θα μείνουμε για πάντα μαζί.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Το δεξί χέρι του αφεντικού μου.

44. Μεγάλωσα. Δε θέλω να γίνω κάτι άλλο. Θέλω να συνεχίσω να είμαι αυτός που είμαι. Είμαι ευτυχισμένος με όλα αυτά που έχω κατακτήσει και θα παλέψω για να τα διατηρήσω. Ξέρω πως θα έρθουν κι άλλα. Χειρότερα μα και καλύτερα (και τα περιμένω, όλα μαζί, όπως συνήθως τα φέρνει η ζωή). Γι’ αυτό ανοίγω το γκάζι κι αφήνω το αμπραγιάζ…

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– (Χαμογελάω…) Διάσημος συγγραφέας που όλα τα βιβλία του θα γίνουν χολιγουντιανές ταινίες.

– Μα…

– Πραγματοποιήθηκε καμία από τις προηγούμενές μου ευχές;

– (Γέλια) Όχι…

– Τότε μάλλον διατηρώ ακόμα το δικαίωμα να ονειρεύομαι…

Bolero

– … But there’s more to life than screwing to Ravel’s “Bolero”!

– Sure there is… But what’s wrong with screwing to Ravel’s “Bolero”?

(Dudley Moore and Bo Derek in “10” by Blake Edwards, 1979)

I’m just what I am, that’s all

– Pop, I am a dime a dozen and so are you.

– I am not a dime a dozen! I am Willy Loman and you are Biff Loman!

– I am not the leader of men, Willy! And neither are you! You were never anything but a hard-working drummer who landed in the ashcan like all the rest of them. I am one dollar an hour, Willy! I am not bringing home any prizes anymore, and you’re gonna stop waiting for me!

– You vengeful, spiteful mutt!

– Yeah, Pop! Pop, I’m nothing. I’m nothing, Pop. Can’t you understand that? There’s no spite in it anymore. I’m just what I am, that’s all.

(John Malkovich and Dustin Hoffman in “Death of a Salesman” -an Arthur Miller play by Volker Schlöndorff , 1985)

Το γράμμα της Άννας

20 Σεπτεμβρίου 1966

Κοιμόσουν ακόμα όταν ξύπνησα. Σε κοίταξα δίπλα μου ν’ ανασαίνεις. Ονειρευόσουν… Αλέξανδρε; Το χέρι σου κουνήθηκε λίγο σα να μ’ έψαχνε…τα βλέφαρά σου έπαιξαν κι έπειτα βυθίστηκες πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα ανάμεσα στα μάτια σου κύλησε και ταξίδεψε… Το μωρό από δίπλα μουρμούρισε ένα σιγανό παράπονο, μια πόρτα έτριξε. Βγήκα στην βεράντα… κι έκλαψα… (…)

Αχ, να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή να την καρφιτσώσω σαν πεταλούδα να μην φύγει. (…)

Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα που απλώνεται… λιπόθυμη. Το σπίτι μυρίζει ζεστό γάλα κι υγρό γιασεμί. Σου γράφω, σου μιλάω… Νιώθω ότι σ’ έχω πλησιάσει τόσο πολύ που μου αντιστέκεσαι.

Απειλώ τον κόσμο σου, Αλέξανδρε;

Κι όμως δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα. (…)

Τη νύχτα σε κοίταζα. Δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες. Φοβόμουν αυτό που μπορούσες να σκέφτεσαι. Φοβόμουν ότι είχα μπει μες στη σιωπή σου. Κι άρχισα να δείχνω εύθραυστη με τον μόνο τρόπο που ξέρω, με το κορμί μου, γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια. Δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα, Αλέξανδρε. (…)

Περπάτησα γυμνή στην άμμο. Φυσούσε… Ένα καράβι πέρασε. Αργούσες να ξυπνήσεις. Πάνω μου, η ζεστασιά σου ακόμα. Δεν τολμούσα να ονειρευτώ ότι μ’ ονειρεύεσαι. Αχ, Αλέξανδρε! Αν για μια στιγμή το πίστευα, θα διαλυόμουν σε μια κραυγή. (…)

Προσπαθώ να σε κλέψω ανάμεσα σε δυο βιβλία. Ζεις τη δικιά σου ζωή κοντά μας, σε μένα και την κόρη σου, αλλά όχι μαζί μας. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα φύγεις. Ο άνεμος φυσάει τα μάτια σου μακριά… Όμως, δώσε μου τούτη τη μέρα… Σα να ‘ναι η τελευταία μας. Δώσε μου τούτη τη μέρα. (…)

Πέρα μακριά στο πέλαγο. Το νησί σου ταξιδεύει. Ένα πουκάμισό σου ξεχασμένο ανεμίζει στο μπαλκόνι. Ο, εσύ προφυλαγμένε και μέσα στη σκιά ενός δωματίου, λεηλατημένο από τις φωνές της νύχτας. Σε κοιτάζω με κλειστά τα μάτια. Σ’ ακούω με τ’ αυτιά σφραγισμένα, χωρίς στόμα, σε παρακαλώ. (…)

Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα. Ακόμα κι ακόμα… Σου γράφω, σου μιλάω. Όταν… Όταν ξαναγυρίσεις κάποτε σε τούτη τη μέρα, θυμήσου…

Την κοίταξα με όλα τα μάτια.

Τη χάιδεψα με όλα τα χέρια.

Στέκομαι δω και σε περιμένω τρέμοντας.

Δώσε μου τούτη τη μέρα…

(Με τη φωνή της Πέμυς Ζούνη ακούμε το ποίημα “Το γράμμα της Άννας” που έγραψε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος για τις ανάγκες της ταινίας του “Μια αιωνιότητα και μια μέρα”, 1998 – στο στιγμιότυπο η Isabelle Renauld και ο Bruno Ganz)

lovers are like buses…

– No one has ever picked me up and not wanted something.

– I think you picked me up… This is kind of a serious day for me.

– Come on. What could be so serious for a guy like you?

– I’m just trying to get over an old love I guess.

– My mother says that lovers are like buses. You just have to wait a little while and another one comes along.

(Jon Kortajarena and Colin Firth in “A Single Man” by Tom Ford, 2009)

Το μοτίβο του δολοφόνου – Γρηγόρης Αζαριάδης

ΠΗΡΑ μια μπίρα από το ψυγείο. Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου, άναψα τσιγάρο κι άνοιξα το λάπτοπ. Ρούφηξα μια γενναία γουλιά και ξεκίνησα να γράφω:

Ας μην πω άλλα. Δε θέλω να αποκαλύψω τι θα κάνω στη συνέχεια του μοτίβου μου… Όποιος άλλωστε έχει διαβάσει το βιβλίο, είμαι σίγουρος πως η παραπάνω σεκάνς, θα του σηκώνει τις τρίχες στη βάση του σβέρκου, κατ’ ελάχιστον για δύο χιλιοστά :-).

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το βιβλίο, οπότε δε θα σας πω κι εγώ τα ίδια. Θα πω μόνο πως είναι ένα από τα λίγα καθαρόαιμα αστυνομικά που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα, με τόση προσήλωση και πίστη στις αληθινές διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, τόσο που θα έπρεπε να διδάσκεται στη σχολή της αστυνομίας. Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος, ακολουθεί κάτι που στην αρχή δείχνει ως τυχαίος τρόπος για να σκοτώνει τα θύματά του. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό, κανένα στοιχείο, κανένα εύρημα, μάρτυρες αναξιόπιστοι, κοινώς τίποτα που να μπορέσει η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της, να χρησιμοποιήσει ώστε να βρει ένα κίνητρο ή να συνθέσει το προφίλ του δολοφόνου. Κι όμως τελικά υπάρχει ένα μοτίβο… Ένα μοτίβο το οποίο παραπέμπει σε έναν σίριαλ κίλερ που έδρασε πριν πολλά χρόνια στο Ρότερνταμ, τον ελληνικής καταγωγής, Καρλή. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως ο Καρλής είναι εδώ και χρόνια νεκρός!

(…) Τα σημάδια μιας ακόμα δύσκολης νύχτας, με μικρά διαλείμματα ύπνου λαγού, ήταν φανερά στο άγνωστο πρόσωπο που την παρατηρούσε κουρασμένο στον καθρέφτη. Ένιωθε λες κι ο εγκέφαλός της είχε χτυπηθεί για σαράντα δευτερόλεπτα σ’ ένα περίεργο μίξερ, και, μόλις το έβγαλαν από την πρίζα, τε εγκεφαλικά κύτταρα άρχισαν να γλιστράνε για να προσγειωθούν ξανά στη θέση τους μετά την ξαφνική καταιγίδα.

Το βλέμμα του Αλέξανδρου, όταν έσπρωχνε τον φραπέ προς το μέρος της, εξέφραζε παραστατικά την απορία του για το πρώιμο της πρωινής προσέλευσης. Το ρολόι της έδειχνε 06:55. Σύρθηκε μέχρι τις σκάλες και σε δύο λεπτά βούλιαζε σχεδόν εξουθενωμένη στην πολυθρόνα. Σε μισή ώρα, ύστερα από τρία τσιγάρα, άρχισε να βλέπει τα πράγματα λίγο καλύτερα. Έστω και με το ένα μάτι. Βγήκε στον διάδρομο. Δεν υπήρχε ψυχή.

Μόνο ο Σταυρίδης θα ‘χει έρθει, συλλογίστηκε κοιτάζοντας την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του.

Επέστρεψε στο γραφείο. Άνοιξε το λάπτοπ. Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη των στοιχείων της αστυνομίας του Ρότερνταμ. Όσο προχωρούσε, ένιωθε τα παγωμένα χέρια του φόβου να της σφίγγουν σαν τανάλιες τα σωθικά. (…)

Αυτό το βιβλίο μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σε κάτι που θέλω εδώ και καιρό: Το πόσο δύσκολο και πόσο χρονοβόρο είναι το να ολοκληρώσεις τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, το οποίο ο αναγνώστης διαβάζει μέσα σε μερικές ώρες. Ο Αζαριάδης έκανε έρευνα δύο ετών και μίλησε με πάνω από πέντε ειδικούς στον τομέα τους, από πολλές φορές, μόνο και μόνο για να συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελε. Αφήστε την ίδια τη συγγραφή και διόρθωση. Και οι συγγραφείς δεν είναι οι τύποι που βλέπουμε στις ταινίες, που κάθονται σε μια σοφίτα και απλώς γράφουν ολημερίς και ολονυχτίς, με τη γυναίκα τους διακριτικά να τους ρωτάει αν θέλουν κάτι για να φάνε. Έχουν οικογένειες, έχουν υποχρεώσεις που τρέχουν και που σας διαβεβαιώ, για το 99,9% των συγγραφέων, δεν τους τις λύνει η συγγραφή. Οπότε όλος αυτός ο χρόνος από κάπου πρέπει να «κλαπεί». Κι αν θέλει να είναι σωστός κι εντάξει, ο συγγραφέας συνήθως τον κλέβει από τον προσωπικό του χρόνο, από τον χρόνο που θα κοιμόταν, ξεκουραζόταν ή που θα έκανε κάτι άλλο για τον εαυτό του. Αν λοιπόν δείτε σε κάποια παρουσίαση βιβλίου τον Αζαριάδη, χτυπήστε τον απαλά στην πλάτη, κοιτάξτε τον με τα μάτια που μόνο οι γονείς κοιτάζουν τα παιδιά τους και πείτε του ένα «μπράβο». Δε θέλει -νομίζω- κάτι παραπάνω για να είναι ευτυχισμένος (και βεβαίως να συνεχίσει να γράφει).

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 8/10.

Εφιάλτες

Τελευταία βλέπω εφιάλτες. Είχα πολλά χρόνια να δω και -για να σας προλάβω- δεν είναι από βαρυστομαχιά. Επίσης δεν είναι εφιάλτες με τέρατα ή ζόμπι. Να, ας πούμε σε έναν, δεν μπορούσα με τίποτα να βρω έναν φίλο μου. Ούτε σε τηλέφωνο, ούτε σε μέιλ, ούτε καν όταν πήγα στο σπίτι του. Σε έναν άλλον εφιάλτη, είχα χάσει το ένα παπούτσι μου και όποιο έβλεπα μπροστά μου για να βάλω, δεν ταίριαζε, ήταν κάποιου άλλου… Σήμερα ξύπνησα στις 2:43 προσπαθώντας να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Ήμουν, λέει, σε μια μεγάλη σπηλιά που είχε εσωτερική λίμνη. Στο τέλος της, η λίμνη επικοινωνούσε με μια παγωμένη εξωτερική λίμνη, αρκεί να βουτούσες στα παγωμένα νερά της, να έκανες μια διαδρομή ενός μέτρου κάτω από το νερό και να πέρναγες από ένα μικρό χώρισμα…

Το αποφασίζω χωρίς δισταγμό. Βουτάω, παγώνω, βλέπω το μικρό φωτεινό χώρισμα, περνάω οριακά από το χώρισμα και βγαίνω σε ένα ηλιόλουστο κατεψυγμένο τοπίο. Η εξωτερική λίμνη είχε γίνει παγοδρόμιο και ο φωτεινός ήλιος με έκανε να κλείνω τα μάτια. Απεραντοσύνη. Όπου κι αν γυρνούσα, το μάτι μου δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο πέραν από πάγο και ήλιο. Δεν κάθομαι πολύ. Βουτάω ξανά πίσω, αλλά σκαλώνω στο χώρισμα, το οποίο ξαφνικά ήταν πιο μικρό. Δυσκολεύομαι πολύ να το περάσω. Το περνάω και βλέπω από πάνω μου την επιφάνεια της θερμής εσωτερικής λίμνης. Η ανάσα μου όμως δε φτάνει. Το ξέρω πως δε φτάνει. Ανοίγω εντελώς μάτια και στόμα, έτοιμος να καταπιώ νερό. Ανοίγω το στόμα ξέροντας πως θα γεμίσω τα πνευμόνια μου με νερό και όχι με οξυγόνο.

Ευτυχώς ξυπνάω και παίρνω ανάσα… Η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Αυτός δίπλα είναι ο Μπιλ. Ο Μπιλ μιλάει όταν κάτι τον απασχολεί. Βρίσκει έναν φίλο, τον κολλητό του, τη γυναίκα του, τη μάνα του, την αδελφή του, έναν περαστικό, τον διπλανό του στο μετρό ή στην τελική τον ψυχοθεραπευτή του και τους τα λέει. Ο Μπιλ δεν έχει εφιάλτες.

Μη γίνεις σαν εμένα. Γίνε σαν τον Μπιλ.