Ποιες 4 ερωτήσεις ΔΕΝ κάνουμε ποτέ σε έναν συγγραφέα που μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο

1) Πώς πάει το βιβλίο;

Καταλαβαίνετε πως δεν μπορεί να υπάρχει άλλη απάντηση εκτός από ένα τυπικό «καλά», ίδιο με αυτό που απαντούμε όταν μας ρωτάει κάποιος «τι κάνεις;», εκτός αν νομίζετε πως είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι online με τα λογιστήρια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Κάθε τέλος έτους -και αν!- γίνεται εκκαθάριση, οπότε και ενημερωνόμαστε σχετικά. Μέχρι τότε, πάει «καλά».

2) Πόσα πούλησε το προηγούμενο βιβλίο;

Τζιζ! Η ερώτηση είναι αντίστοιχη με το να ρωτήσουμε μια γυναίκα την ηλικία της. Οι πιτσιρίκες, δηλαδή οι συγγραφείς που έχουν πουλήσει μερικές χιλιάδες βιβλία, θα απαντήσουν αμέσως και θα πουν και την αλήθεια. Οι καλοδιατηρημένες, δηλαδή οι συγγραφείς που προχώρησαν σε δεύτερη έκδοση, θα παίξουν λίγο μαζί σου, θα σε ρωτήσουν «και πόσο νομίζεις εσύ ότι πούλησε;» και μετά θα βρουν διάφορες δικαιολογίες για να εξηγήσουν γιατί δεν πήγε ακόμα καλύτερα, χρησιμοποιώντας λέξεις κλειδιά όπως κρίση, δημοψήφισμα, Τσίπρας, καταλήγοντας σε κάτι του στυλ «καλά, αν το έγραφα στα αγγλικά, θα είχε γίνει πανικός με το βιβλίο…» Τέλος, οι μεσήλικες, κοινώς το μεγαλύτερο ποσοστό συγγραφέων, οι οποίοι πάλευαν νυχθημερόν να το προωθήσουν αλλά έμειναν μόνο στην πρώτη έκδοση, το πιθανότερο είναι να σε διαολοστείλουν!

3) Γράφεις άλλο;

Η διαδικασία της γέννησης και δημιουργίας ενός βιβλίου, θυμίζει -κατ’ αναλογίαν πάντα- αυτήν του παιδιού. Ξαφνικά έχεις μια σύλληψη, μια καλή ιδέα και αρχίζεις και παιδεύεσαι για μήνες -μπορεί και για χρόνια-  να μην αποβάλεις και να καταφέρεις να φέρεις στον κόσμο ένα βιβλίο. Μετά, τους πρώτους μήνες της ζωής του βιβλίου σου, η μόνη σου μέριμνα είναι να πάει καλά, να μεγαλώσει, να κυκλοφορήσει, να ταξιδέψει παντού. Δεν μπορείς να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο και δε θες, ούτε μπορείς, να το αφήσεις μόνο του. Οπότε σκέψου τώρα, να είσαι με ένα μωρό στην αγκαλιά, να κλαίει και να μην ξέρεις τι του φταίει, να είσαι άρρωστη αλλά να μην μπορείς να πάρεις φάρμακα γιατί θηλάζεις, να έχεις πάθει μαστίτιδα και να σου κρέμεται το θήλαστρο από το βυζί, να είσαι +10 κιλά και -10 μέρες ύπνο και να πετάγεται ο σύντροφός σου όλος χαρά και να σου λέει «Αχ! Τι γλυκά που είναι τα μωράκια! Πότε θα κάνουμε άλλο ένα;»

4) Ποιο βιβλίο σου θεωρείς το καλύτερο;

Όπως είπα και παραπάνω, το βιβλία μας είναι σαν τα παιδιά μας. Εσείς -οι αναγνώστες- μπορείτε πολύ εύκολα να τα βρείτε, όμορφα, άσχημα, χοντρά, μικρά, κάπου να χάνουν, έξυπνα, φλύαρα, υπερβολικά, κακά, αδιάφορα… Για μας όμως είναι πάντα τα παιδιά μας. Τα αγαπάμε όλα το ίδιο και δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε, ούτε να τους βρούμε ατέλειες, γιατί, άλλωστε, έχουν πάρει από… εμάς! 🙂

(Τη φωτογραφία μού την έστειλε η Βασιλική)

Advertisements

Ο Δύτης – Μίνως Ευσταθιάδης

ΠΗΓΑ πριν λίγες μέρες στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό και άκουσα τους παρουσιαστές, αλλά και την εκδότρια τού Ευσταθιάδη, να μιλάνε, όχι απλώς με τα καλύτερα λόγια, αλλά να το εκθειάζουν, να μιλάνε για «αριστούργημα». Και θα μου πείτε: Καλά, η παρουσίαση του βιβλίου του ήταν, τι θα έκαναν; Θα το έθαβαν; Δίκιο έχετε. Γι΄αυτό κι εγώ κρατούσα μικρό καλάθι όταν το διάβαζα. Αλλά δε χώρεσαν τα κεράσια τελικά. Γιατί ήταν όντως πολλά. Πάρα πολλά!

Επανέρχομαι όμως στην παρουσίαση του βιβλίου και θα σταθώ σε δύο σημεία που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, όχι για το βιβλίο, αλλά για τον ίδιο τον συγγραφέα ο Θανάσης Τριαρίδης. Έλεγε, έλεγε, έλεγε και δε σταματούσε. Ωραίος, ψηλός, (πρωτ-)αθλητικός, με μια όμορφη οικογένεια, με ωραίο λέγειν και ακόμα πιο ωραίο γράφειν. Δε μπορεί, σκέφτηκα, ένα ψεγάδι θα το έχει αυτός ο Μίνως! Το δεύτερο, ήταν μια κουβέντα της Χίλντας Παπαδημητρίου, ότι στις (μόλις) 243 σελίδες του βιβλίου, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή λέξη, αλλά ούτε και καμία μπορεί να λείψει. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό, το να μην μπορεί να αλλάξει τίποτα, να μη βρίσκει ούτε ένα ψεγάδι, ούτε ένα λάθος/περιττό/υπερβολικό σημείο στίξης σε ένα βιβλίο.

Επιστρέφω στο ίδιο το βιβλίο. Ποια είναι η ιστορία; Ο Ελληνογερμανός ντετέκτιβ Κρις Πάπας που ζει και εργάζεται στο Αμβούργο, καλείται να παρακολουθήσει για 48 ώρες, μια κοπέλα, την Εύα Ντέμπλιγκ. Ο υπερήλικος άντρας που του έδωσε την υπόθεση, δεν του άφησε όνομα, παρά μόνο ένα τηλέφωνο και χίλια ευρώ ως προκαταβολή, μιας και άφησε τον Πάπας να ορίσει αυτός το τελικό ποσό της αμοιβής του. Ο Πάπας ακολουθεί την Ντέμπλιγκ να πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο με έναν πολύ νεαρότερό της άνδρα και μετά από λίγο, στο δωμάτιο πηγαίνει άλλος ένας άνδρας. Η εκκωφαντική μουσική των Rammstein που ακούγεται από το δωμάτιο της «παράξενης» τριάδας, κάνει την παρακολούθηση πλέον αδύνατη. Ο Πάππας αποκοιμιέται και όταν ξυπνάει, συνειδητοποιεί πως η παρακολούθηση του «πήγε περίπατο» – η Ντέμπλιγκ δεν ήταν πλέον στο δωμάτιο. Όταν το επόμενο μεσημέρι η αστυνομία τού χτυπάει την πόρτα για να τον ρωτήσει αν αναγνωρίζει το πτώμα ενός υπερήλικου άνδρα που βρέθηκε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, ο Πάπας αποφασίζει να μην αποκαλύψει πως επρόκειτο για τον πελάτη του. Ζητάει τη βοήθεια του μοναδικού φίλου που έχει στην αστυνομία για να βρει τα ίχνη της Ντέμπλιγκ και όταν αυτός τον ενημερώνει πως η Ντέμπλιγκ εδώ και έναν χρόνο εμφανίζεται ως κάτοικος της Ελλάδας και μάλιστα μόλις πριν λίγες ώρες πήρε μια πτήση με αυτόν τον προορισμό, ο Πάπας παίρνει το αεροπλάνο για να πάει να τη βρει…

(…) – Ψάχνω μια γνωστή μου Γερμανίδα. Την Εύα Ντέμπλιγκ. Μου είπαν πως έχει δικό της σπίτι εδώ.

– Όχι.

– Γύρω στα σαράντα… ξανθιά. Μπορεί βέβαια και να μην την ξέρετε.

– Όλους τους ξέρω. Ίσως να έμεινε κάποτε σε σπίτι αλλουνού, μα δικό της δεν έχει. Το ζευγάρι των Ελληνοαυστραλών, ένας Ελβετός και δύο Γαλλίδες. Ετούτοι είναι όλοι οι ξένοι. Και καμιά δεκαριά Αλβανοί. Να κεράσω ένα τσιπουράκι;

– Όχι… όχι… ευχαριστώ.

– Κάτσε, μωρέ, που πας να φύγεις έτσι στεγνός πρώτη φορά από τα μέρη μας. Το φέρνω και το χτυπάμε στα όρθια.

Δύο λεπτά αργότερα στεκόμαστε με τα ποτήρια στα χέρια και τα ξύλινα κάγκελα της αυλής του ορθώνονται ανάμεσά μας. Πρέπει να τα τρίψει με προσοχή, κάθε τρία χρόνια το κάνει πριν τα βάψει. Όλα τα τρώει η θάλασσα. Όλα. Μου το τονίζει αυτό σαν να πρόκειται για το σημαντικότερο μυστικό που μπορείς να μάθεις σε τούτη τη ζωή. Και ίσως να είναι. (…)

Να πω εξαρχής ότι μού αρέσουν πολύ τα μικρής έκτασης βιβλία, αυτά που είναι μέχρι τις 300 περίπου σελίδες. Τις περισσότερες φορές (εξαιρέσεις υπάρχουν), στα μεγάλα βιβλία, αυτά των 500+ σελίδων, των «αγαπημένων» μας Σκανδιναβών αλλά όχι μόνο, είτε θα καταλήξω να πω ότι θα αφαιρούσα εύκολα 100-150 σελίδες ή θα το μοίραζα σε δύο βιβλία. Η Χίλντα Παπαδημητρίου είχε δίκιο. Δεν μπορείς να τροποποιήσεις το κείμενο, ούτε καν σε σημεία στίξης. Διαβάζω κατά βάση 10-15 σελίδες κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αλλά μετά την 100ή σελίδα του Δύτη, διάβασα έως την 140 με μιαν ανάσα και την επόμενη μέρα διάβασα σερί τις τελευταίες 100 σελίδες. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω, να μη μάθω τι έχει γίνει!

Η Χίλντα είχε δίκιο λοιπόν. Ο Τριαρίδης, όμως, είχε;

Πλησιάζω τον Ευσταθιάδη με το βιβλίο του στο χέρι και του ζητάω να μου το υπογράψει. Όπως το κάνει, του λέω δειλά «Ξέρεις… γράφω κι εγώ αστυνομικά». Με κοιτάζει. «Αντωνιάδης… Δώρος Αντωνιάδης», συνεχίζω, λέγοντας του τ’ όνομά μου σαν να είμαι ο Τζέιμς Μποντ. «Κάπου το έχω ακούσει… Ναι! Κάτι έχω διαβάσει για σένα» μου λέει ο Ευσταθιάδης. Κι εκεί λοιπόν βρήκα το ψεγάδι του: Λέει ψέματα! Και ξέρει να τα λέει και καλά!

Από την άλλη, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, το να λέει καλά ψέματα, μήπως τον κάνει τελικά ακόμα πιο τέλειο; Φτου! Κι ο Τριαρίδης δίκιο είχε… 🙂

Εκδόσεις Ίκαρος. Βαθμολογία: 9/10

Ιζνογκούντ

– I need to know who you are. Why did you help us?

– How can I become king, if king is still in place?

(Naomi Watts and Viggo Mortensen in “Eastern Promises” by David Cronenberg, 2007)

Παιχνίδια αυτοκινήτου

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας γονιός στις διακοπές είναι τα… παιδιά του! Και δεν είναι μόνο ότι αναγκάζεται να περνάει συνεχόμενα 24ωρα μαζί τους, χωρίς το 8ωρο (και βάλε) αναζωογονητικό διάλειμμα της δουλειάς του. Το χειρότερο είναι ότι επειδή συνήθως διακοπές σημαίνει «πάμεκάπουμακριάκαιταπλοίαέχουνακριβύνειπολύ», αναγκάζεται τελικά να περνάει πολλές ώρες μέσα σε ένα αυτοκίνητο μαζί τους. Μετά από πάρα πολλές τέτοιες ώρες μέσα σε ένα αυτοκίνητο με παιδιά λοιπόν, έχω τη λύση:

Παιχνίδια στο αυτοκίνητο για να περνάει ευχάριστα η ώρα ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

  1. Βρες το ζώο

Ξεκινάει ένας γονιός και βάζει στο μυαλό του ένα ζώο. Οι υπόλοιποι, με τη φορά του ρολογιού, κάνουν από μία ερώτηση με τη σειρά, η οποία μπορεί να απαντηθεί μόνο με ΝΑΙ ή ΟΧΙ. (Tip: Στην αρχή βολεύει να κάνουμε ερωτήσεις «κατηγορίας» π.χ. Ζει στη θάλασσα;). Αν κάποιος πιστεύει ότι έχει βρει το ζώο, αλλά τελικά έχει κάνει λάθος, βγαίνει από το παιχνίδι και ξαναπαίζει στον επόμενο γύρο, οπότε αποτρέπεται έτσι το παιδί να αρχίσει να ρωτάει από την αρχή αν είναι η γάτα ή ο σκύλος. Όποιος βρει το ζώο, είναι ο επόμενος που θα βάλει ζώο στο μυαλό του. Αν όμως υπάρχει παιδί (ή και γονιός!) ξερόλας, καλύτερα ο επόμενος που θα βάλει ζώο να πηγαίνει με τη σειρά. Αν το παίξετε με παιδιά προσχολικής ηλικίας, αποδεχτείτε το γεγονός ότι θα καταλήξετε να ψάχνετε για τρικέφαλους μελιτζανί Κύκλωπες, με εφτά πόδια, τους οποίους σίγουρα είχατε δει στο Αττικό ζωολογικό πάρκο!

  1. Βρες τη θερμοκρασία

Ξεκινώντας το αυτοκίνητο, βλέπετε όλοι την ένδειξη θερμοκρασίας στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Βάζετε όλοι στοίχημα για το πού ακριβώς θα φτάσει η θερμοκρασία μέχρι να φτάσετε στον προορισμό σας. Εναλλακτικά, μπορείτε να το παίξετε και με απόκλιση μερικών βαθμών. Αν το έδαφος αλλάζει και κινείστε από θάλασσα σε βουνό ή το ανάποδο, αφορμή για να εξηγήσετε στα παιδιά πώς επηρεάζεται η θερμοκρασία. (Για μεγαλύτερη δυσκολία συνδυάζεται και με το 3 παρακάτω)

  1. Βρες την ώρα

Ξεκινώντας το αυτοκίνητο, βλέπετε όλοι την ώρα στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Βάζετε όλοι στοίχημα για το ποια ακριβώς θα είναι η ώρα μέχρι να φτάσετε στον προορισμό σας. Εναλλακτικά, μπορείτε να το παίξετε και με απόκλιση μερικών λεπτών. Αν τα παιδιά είναι μεγάλα, μπορείτε να τους εξηγήσετε ότι ταχύτητα είναι απόσταση δια χρόνος, ώστε με το ταχύμετρο να μπορούν να υπολογίσουν καλύτερα. (Για μεγαλύτερη δυσκολία, συνδυάζεται και με το 2 παραπάνω)

  1. Βρες την πινακίδα

Τα παιδιά κοιτάζουν συνεχώς τον δρόμο δεξιά κι αριστερά τους και πρέπει να εντοπίσουν πρώτα την πινακίδα/σήμα/ταμπέλα που θα δουν, καθώς και να πουν πιο γρήγορα από τους άλλους τι ακριβώς σημαίνει, π.χ. ολισθηρό οδόστρωμα, αριστερό (ή δεξί) ζιγκ ζαγκ, συνεχόμενες στροφές για τα επόμενα 800 μέτρα κ.ο.κ. Εκτός των άλλων, είναι και ένα πρώτης τάξης μάθημα οδικής κυκλοφορίας, εκτός κι αν ο οδηγός πέρασε τα σήματα «νύχτα» και π.χ. πει στα παιδιά ότι το κόκκινο δίπλα στο μαύρο αυτοκίνητο σημαίνει πως απαγορεύεται ένα κόκκινο φίατ τούρμπο να προσπεράσει το μαύρο χιουντάι του μπαμπάκα τους.

  1. Βαθμολόγησε το τραγούδι (το αγαπημένο μου)

Δεν ξέρω τι τραγούδια ακούνε τα δικά σας παιδιά, αλλά τα δικά μου ακούνε σύγχρονα ξένα ποπάκια. Και καλά, και σε μένα αρέσουν, δε λέω, αλλά πόσες φορές πια να ακούσεις το Despacito και το Havana; Ε, όσες φορές και να σκεφτείς, όταν μιλάμε για παιδιά, απλώς συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει όριο: Για πάντα, είναι η απάντηση. Βαρεθήκατε λοιπόν να ακούτε τα ίδια και τα ίδια; Θέλετε επιτέλους να ακούσετε εκείνον το Μπάουι που είχατε ερωτευτεί; Μήπως βρετανική ανεξάρτητη σκηνή; Ερωτικά γαλλικά ή ιταλικά τραγούδια; Τζάνις Τζόπλιν; Έναν Μητροπάνο, βρε αδερφέ; Σας έχω τη λύση! Φτιάχνετε το CD/MP3/USB stick της αρεσκείας σας και το ξεκινάτε. Τα παιδιά ακούνε υποχρεωτικά τουλάχιστον 1 λεπτό από το κάθε τραγούδι. Μετά πρέπει να το βαθμολογήσουνε και -αν μιλάμε για ξενόγλωσσα τραγούδια- πρέπει να αναγνωρίσουν τουλάχιστον μία ξένη λέξη και να σας πουν τι σημαίνει*. Αν η μέση βαθμολογία είναι πάνω από 7, το τραγούδι ακούγεται ολόκληρο (εκπαιδευτικό tip: βάλτε τα παιδιά να το βρίσκουν, αν π.χ. έχετε τρία παιδιά, εξηγείστε τους πως πρέπει το άθροισμα να είναι πάνω από 21). Εδώ μπορείτε να κάνετε διάφορες παραλλαγές που θα σας επιτρέψουν να ακούσετε περισσότερη ώρα από το κάθε τραγούδι, όπως π.χ. να βρίσκουν τουλάχιστον 2 λέξεις, να χαμηλώσετε τη βαθμολογία ή στη βαθμολογία να συμμετέχει και η δική σας ψήφος, να τους τραγουδάτε κι εσείς λίγο ώστε να αναγνωρίσουν κάποια λέξη (και να κάνετε κι εσείς το κέφι σας) κτλ. Σημείωση: Αυτό μπορείτε να το κάνετε εύκολα και με έναν ραδιοφωνικό σταθμό και επιπλέον, αν έχει RDS και είναι σχετικά γνωστά τα τραγούδια, μπορούν να ψάχνουν να βρουν το όνομα ή τον καλλιτέχνη, αφού πρώτα έχετε κρύψει τη σχετική ένδειξη στην οθόνη. Λάβετε υπόψη πως η βαθμολογία είναι επικίνδυνο θέμα για τσακωμούς (αν π.χ. ένα τραγούδι αρέσει στα δύο παιδιά και βάλουν 10, αλλά όχι στο τρίτο που καλείται να ψηφίσει μετά και αυτό βάλει 1, το τραγούδι δεν προκρίνεται), οπότε ξεκαθαρίστε το «πάνω από 21» πως σημαίνει 22 και βάλτε και τη δική σας ψήφο στο παιχνίδι, ώστε να επηρεάζετε εσείς το αποτέλεσμα και όχι αυτά!

* Αν μιλάμε για ξενόγλωσσα τραγούδια, να έχουν κάνει τα παιδιά 1-2 χρόνια την αντίστοιχη γλώσσα

Και να θυμάστε: Αν τίποτα από όλα αυτά δεν πιάσει κι εσείς χρειάζεστε επειγόντως λίγη ησυχία όσο οδηγείτε, αντί να ρισκάρετε ένα τρακάρισμα, κάντε μια στάση για τσίσα, νερό, καφέ, τυρόπιτα ή στην τελική, αν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει, δώστε τους για περιορισμένη ώρα ένα τάμπλετ στο χέρι.

Καλές, ασφαλείς και ευχάριστες διαδρομές!

Ειρηνευτική Εισβολή

Ήμουν τριών μηνών τότε

και μου λες ότι δε θυμάμαι τίποτα

ότι δεν έχω μνήμες.

Μα πώς να ξεχάσω τις μνήμες

που δεν ήταν ποτέ μόνο δικές μου;

Πώς να αποβάλω, πώς να ξεριζώσω

ό,τι με καθορίζει

ό,τι με έκανε αυτό που είμαι;

Πώς να ξεχάσω της γιαγιάς μου το “Δεν Ξεχνώ”;

Κι αν σταματήσω να το γράφω;

Μα είναι ήδη γραμμένο μέσα μου

με αίμα.

And be loved

Όσλο, 31 Αυγούστου.

Ταινιάρα του 2011 από τον Joachim Trier σε σενάριο επηρεσμένο από το μυθιστόρημα “Le feu follet” του 1931, με έναν εξαιρετικό Anders Danielsen Lie στο ρόλο του αυτοκτονικού καταθλιπτικού πρώην (!) πρεζάκια που παίρνει μια μέρα άδεια από το κέντρο αποτοξίνωσης, για να πάει σε μια συνέντευξη για δουλειά και βρίσκει έτσι την ευκαιρία να συναντήσει παλιούς φίλους και να προσπαθήσει να κλείσει κάποιους λογαριασμούς…. Ο Άντερς σε καποια φάση κάθεται μόνος του σε ένα καφέ και ακούει τούς γύρω του να συνομιλούν, όπου μια κοπέλα λέει σε μια φίλη της τι εύχεται για να πετύχει στη ζωή της:

I want to marry, have kids.

Travel the world. Buy a house.

Have romantic holidays.

Eat only ice cream for a day.

Live abroad.

Reach and maintain my ideal weight.

Write a great novel.

Stay in touch with old friends.

I want to plant a tree.

Make a delicious dinner from scatch.

Feel completely successful.

Go ice-bathing, swim with dolphins.

Have a birthday party, a proper one.

Live to be a hundred.

Stay married until I die.

Send an exciting message in a bottle and get an equally interesting reply.

Overcome all my fears and phobias.

Lie watching the clouds all day.

Have an old house full of knickknacks.

Run a full marathon.

Read a book that’s so great I’ll remember quotes from it all my life.

Paint stunning pictures that show how I really feel.

Cover a wall with paintings and words close to my heart.

Own all the seasons of my favourite shows.

Attract attention to an important issue, make people listen to me.

Go skydiving, skinny-dipping, fly a helicopter.

Have a good job I look forward to every day.

I want a romantic, unique proposal.

Sleep beneath open skies.

Hike on Besseggen, act in a film or play at the National Theatre.

Win a fortune in the lottery.

Make useful everyday items.

And be loved.

Ο Άντερς ρίχνει μια τελευταία ματιά στην κοπέλα και σηκώνεται και φεύγει από το καφέ…

(Anders Danielsen Lie in “Oslo August 31st” by Joachim Trier, 2011)

αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν,

και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.

(…)

Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.

(Juliette Binoche in “Trois couleurs: Bleu” by Krzysztof Kieslowski)

Μαζί ή τίποτα

– How’s the trial going?

– They’ll get their punishment, I promise you.

(Samia Muriel Chancrin and Diane Kruger in “Aus dem Nichts” by Fatih Akin, 2017)

Pantelleria

– Yeah, well, adjust your goals, not the world.

– Is that the same advice you’d give Pen?

– No! She’s young. She should change the world any chance she gets.

(Ralph Fiennes and Matthias Schoenaerts in “A Bigger Splash” by Luca Guadagnino, 2015)