Θεοί

Είμαι χθες το απόγευμα και διαβάζω με τα παιδιά. Κάτι μου λέει ο ένας για τους νεολιθικούς οικισμούς στην Ιστορία, ενώ ο άλλος τρίβει πάνω στην κουβέρτα ένα μπαλόνι, για να μου δείξει ένα πείραμα που έκαναν στη Φυσική.

Κι εγώ χασκογελώ.

Άμα με δει κανείς τώρα θα νομίζει ότι έπαθα κανένα μίνι εγκεφαλικό.

Αντί ν’ ακούω τι μου λένε, προσέχω τα λακάκια στα μάγουλά τους. Κοιτάζω τις βλεφαρίδες τους… Τις φύτρες στα μαλλιά τους, ίδιες με τις δικές μου. Ίδιες με του πατέρα μου. Παρατηρώ στον λαιμό τους πώς ανεβοκατεβαίνει το μήλο του Αδάμ όση ώρα μού μιλάνε. Τις κινήσεις τους… Πώς λυγίζουν τον κορμό τους, πώς πιάνουν το μολύβι, πώς κάθονται πάνω στο ένα πόδι…

Πότε μεγάλωσαν; Πότε έγιναν πλάσματα; Πότε ήταν που τρέμαμε μη μας πέσουν απ’ το χέρι; Πότε ήταν μέσα στην κοιλιά σου; Πότε θα φύγουν απ’ το σπίτι και θα μείνουμε πάλι οι δυο μας, Αγγελική;

Πότε;

Πώς;

Εμείς τα κάναμε αυτά; Δικό μας δημιούργημα είναι; Αλήθεια; Και μετά μου λες πως δεν είμαστε Θεοί…

«Είδατε τις τραγικές εικόνες στην τηλεόραση; Θυμάστε πού ήμασταν εμείς πριν τρεις εβδομάδες;»

«Ναι, μπαμπά… Όλοι γι’ αυτό μιλούσαν στο σχολείο! Θα τη φτιάξουν ξανά;»

«Ναι… Η μαμά λέει πως θα πάρει λίγο καιρό, αλλά θα τη φτιάξουν. Και λέει πως μπορεί να μην την κάνουν ολόιδια, γιατί ο κόσμος πρέπει να θυμάται αυτή τη μέρα, αλλά θα τη φτιάξουν…»

«Φαντάζεσαι να είχαμε όλη η οικογένεια υπερδυνάμεις, όπως στην ταινία που βλέπαμε χθες; Θα πετούσαμε τώρα εκεί όλοι μαζί και θα τη φτιάχναμε!»

Και μετά μου λες πως δεν είμαστε Θεοί…

Advertisements

To ancient evenings and distant music…

Oh, no!

The words were inside of me.

I was wrong, Robert. I was wrong to stay, but I can’t go. Let me tell you again why I can’t go. Tell me again why I should go.

I heard his voice coming back to me: “This kind of certainty comes but once in a lifetime.”

(Meryl Streep in “The Bridges of Madison County” by Clint Eastwood, 1995)

45

– Και για πες, μπαμπά, γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ σήμερα;

– Αφού ξέρεις…

– Ναι, είναι τα γενέθλιά σου, το ξέρω, απλώς γιατί ΤΟΣΟ πολύ;

– Ε, δεν έχω και γιορτή, οπότε…

– Μα χαίρεσαι που μεγαλώνεις;

– Να σου πω την αλήθεια, αυτό είναι το λίγο στενάχωρο της υπόθεσης…

– Τότε; Επειδή θα πάρεις δώρα;

– Ναι! Η αλήθεια είναι πως τα δώρα μου αρέσουν και τα θέλω ακόμα και σήμερα. Δεν είμαι από αυτούς που θα σου πουν ότι μεγάλωσα και δε θέλω πια δώρα και πάρτι και τέτοια, αλλά είναι και ακόμα ένας λόγος: Μου αρέσει που θα μου ευχηθεί σήμερα το κάθε καρυδιάς καρύδι!

– Το ποιο;

– Εννοώ που θα με θυμηθούν όλοι, παλιοί συμμαθητές, φίλοι που χαθήκαμε, άγνωστοι στο Facebook που δεν έχουμε ιδωθεί ποτέ, συγγενείς από την Κύπρο… Μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο χαμός από ευχές, μέσω sms, Facebook, τηλεφώνου αλλά κυρίως, δια ζώσης.

– Δια… τι;

– Από κοντά, ρε! Από κοντά! Έλα να με αγκαλιάσεις τώρα και ασ’ τα λόγια!

Παιχνίδια εστιατορίου

Είστε καλεσμένοι έξω για φαγητό ή απλώς μπαίνετε πεινασμένοι στο πρώτο εστιατόριο που βλέπετε μπροστά σας, το οποίο δεν το λες και kids friendly. Δεν έχει αυλή ή κάποιο χώρο να παίξουν τα παιδιά, δεν έχει χαρτιά και πολύχρωμα μολύβια να σχεδιάσουν, ούτε παιχνιδοκονσόλες. Αυτά το μόνο που θέλουν είναι να φάνε γρήγορα και να φύγουν, αλλά έχει πολύ κόσμο και το φαγητό σίγουρα θα καθυστερήσει. Ποια είναι η λύση, πέραν της εύκολης και προφανούς, δηλαδή το να τους δώσεις το κινητό σου να παίξουν; Μα τα παιχνίδια εστιατορίου! Μετά την τεράστια (!) επιτυχία που είχαν τα παιχνίδια αυτοκινήτου, σκέφτηκα να σας μεταφέρω και αυτή την εμπειρία μου. Ξεκινάμε!

  • Τι ώρα τρώμε;

Μόλις φύγει ο σερβιτόρος, βγάζετε το κινητό σας, τους δείχνετε την ώρα και τους λέτε να στοιχηματίσουν πότε θα έρθει το κάθε πιάτο, ξεκινώντας μάλιστα από το νερό και το κουβέρ. Το παιχνίδι μπορεί να γίνει ακόμα πιο ενδιαφέρον αν συμμετέχουν και τα φαγητά από τα διπλανά τραπέζια, οπότε θα αρχίσουν προφανώς και τα «οι δίπλα ήρθαν 5’ πιο μετά από μας, αλλά σ’ αυτούς έφεραν ήδη τις πατάτες!» κ.ο.κ.

  • Τι δουλειά κάνει;

Πάω στοίχημα ότι έχετε δει κάτι ανάλογο σε αμερικανικές ταινίες. Κοιτάζετε διακριτικά τα διπλανά τραπέζια – ή αν είστε τυχεροί και κάθεστε σε καμιά ωραία περατζάδα, κάνετε το ίδιο με τους περαστικούς. Αφού παρατηρήσετε τα άτομα για λίγα δευτερόλεπτα, λέτε τι επάγγελμα πιστεύετε ότι κάνουν. Προσοχή, όμως! Δε θα έχει κανένα ενδιαφέρον το να πείτε π.χ. ότι ο ευθυτενής μεσήλικας δίπλα είναι γιατρός. Μπορείτε αντίθετα να πείτε ότι είναι ορθοπεδικός χειρουργός, ο οποίος μόλις τελείωσε την επέμβαση στον δεξί μηνίσκο του Τοροσίδη και έτρεχε να προλάβει το ραντεβού για φαγητό που είχε με την κόρη του, όπου θα της ανακοινώσει ότι με τα λεφτά που πήρε, θα την πάει ταξίδι στην Ντίσνεϊλαντ! Ή, αν δείτε μια κυρία να μιλάει συνεχώς στο κινητό της, μπορείτε να πείτε ότι δουλεύει στο χρηματιστήριο και προσπαθεί να κλείσει μια συμφωνία εκατομμυρίων στο μακρινό Τόκιο, οπότε το πιθανότερο είναι μετά να σας ρωτήσουν «και τι είναι το χρηματιστήριο», εσείς να απαντήσετε «μια φούσκα, αγάπη μου» και να ξεκινήσει από κει και πέρα μια ωραιότατη κουβέντα του στυλ «και πώς γίνεται κάποιος να δουλεύει σε μια φούσκα;» ή «όταν λες φούσκα, μπαμπά, εννοείς σαν τσιχλόφουσκα;» κι άλλα τέτοια ωραία. Γενικά πάντως, σκαρφιστείτε ευφάνταστα επαγγέλματα και πλάστε μια ιστορία για το πριν και το μετά των «ηθοποιών» σας. Αφότου πείτε δυο τρεις τέτοιες ιστοριούλες, δώστε τον λόγο στα παιδιά σας και… απολαύστε φαντασία!

  • Τι έχει μέσα;

Κοιτάζετε τα φαγητά στα διπλανά τραπέζια και προσπαθείτε να βρείτε τη συνταγή. Είναι πολύ ωραίο και εύκολο παιχνίδι ειδικά αν π.χ. βρεθείτε σε κανένα Ιταλικό εστιατόριο με πίτσες και μακαρονάδες, ή αν περιγράψετε σαλάτες, όπου αρχίζουν τα παιδιά να κάνουν γκριμάτσες και να ονομάζουν όλα αυτά τα λαχανικά που δεν τρώνε και στο τέλος τούς αποκαλύπτετε εσείς χαιρέκακα ότι στην μπολονέζ τους είχε μέσα και κρεμμύδι και ντομάτα και καρότο και σκόρδο και θυμάρι και δάφνη και κανέλα και χίλια δυο άλλα ζαρζαβατικά! Προσοχή, αυτό το τελευταίο παιχνίδι, δεν το προτείνω σε παιδιά μίζερα με το φαγητό, που έτσι κι αλλιώς σας βγάζουν τη ψυχή να τα ταΐσετε, γιατί τότε είναι που δε θα ξαναφάνε τίποτα!

Και από έναν γύρο να παίξετε το κάθε παιχνίδι, σίγουρα τουλάχιστον θα έχουν έρθει τα κουβέρ και καμιά μερίδα πατάτες ή κανένα ορεκτικό, οπότε θα μπορέσετε να ξεγελάσετε λίγο την πείνα των παιδιών. Υπομονή να έχετε και… Καλή σας όρεξη!

(Σημείωση: Υπάρχουν και τα παιχνίδια «Μα πότε επιτέλους θα έρθει ο σερβιτόρος να παραγγείλουμε;», το «Πόση ώρα κάνει να έρθει ο λογαριασμός;», καθώς και το «Μα είναι δυνατόν να καπνίζουν εδώ μέσα!» αλλά λέω αυτά να μην τα παίξουμε σήμερα.)

 

1+1=1

Mes amours,

Où commence votre histoire? À votre naissance? Alors, elle commence dans l’horreur.

À la naissance de votre père? Alors, elle commence dans une grande histoire d’amour.

Moi, je dis que votre histoire commence avec une promesse, celle de briser le fil de la colère. Grâce à vous, je réussis enfin aujourd’hui à la tenir. Le fil est rompu. Et je peux enfin prendre le temps de vous bercer… de vous chanter doucement une berceuse pour vous consoler.

Rien n’est plus beau que d’être ensemble.

Je vous aime.

Votre mère,

Nawal

 

(Lubna Azabal in “Incendies” by Denis Villeneuve, 2010)

Renouncing all possible lives

– There is no life without you…

– Shshsh… Go slowly… I have to get used to it… I talked to you so much when you weren’t there it’s so strange for me… to talk to you for real!

   I need some time, Nemo.

  When we were separated at 15, I said I would never love anyone else. Ever. I would never become attached. I’d never see you put anywhere. I’d have nothing for myself. I decided I would pretend  to be alive. And this is what I’ve been waiting for. All this time…

Renouncing all possible lives, for one only … With you.

But I’m not used to it anymore. You know … Love … I mean. I’m afraid of losing you again, I’m afraid of having to do without you again… I… I’m terrified of that.

(Jared Leto and Diane Kruger in “Mr. Nobody” by Jaco Van Dormael, 2009)

Live and Let Die

– Sometimes life can only really begin with the knowledge of death

That it can all end, even when you least wanted to.

The important thing in life is to believe that while you are alive is never too late.

(Adrien Brody in “The Jacket” by John Maybury, 2005)

Το σύνδρομο του «ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΥ»

Θυμάμαι πως στα σχολικά χρόνια είχα πιο μεγάλο άγχος όταν ήμουν πολύ καλά διαβασμένος, παρά τα όσα μου έλεγαν οι γονείς και οι δάσκαλοί μου, πως μόνο το διάβασμα διώχνει το άγχος. Νομίζω δε, πως αυτός ήταν και ένας βασικός λόγος που πετύχαινα σχεδόν σε όλες τις εξετάσεις, σχολείου και Πανεπιστημίων: Είχα διαβάσει καλά μεν, αλλά όχι τέλεια. Δεν τα ήξερα όλα δηλαδή, οπότε το να δω κάτι που δεν ήξερα σε ένα διαγώνισμα, ήταν κάτι το φυσιολογικό. Μια δυο φορές που ήμουν σούπερ διαβασμένος και μου έπεσε θέμα που δεν ήξερα, πιο πολύ χρόνο έχανα για να διαχειριστώ τον πανικό μου, «και πώς γίνεται να μην το ξέρω;», «πού ήταν αυτό γραμμένο;», «μήπως ήταν εκτός θέματος;» κτλ κτλ, παρά στο ίδιο το πρόβλημα.

Ε λοιπόν, το ίδιο μού συμβαίνει και τώρα, όταν θέλουν να μου πάρουν συνέντευξη για το βιβλίο μου! Το βιβλίο μου, προφανώς και το ξέρω απέξω κι ανακατωτά. Το ξέρω αν μου το διαβάσεις από την ανάποδη -σαν εκείνους τους δίσκους βινυλίου που μας έλεγαν (!) πως έτσι ακούγονται κρυμμένα σατανιστικά μηνύματα- ξέρω το πριν και το μετά, ξέρω κάθε του λέξη, ξέρω κάθε του σημείο στίξης. Κι όμως τρέμω μην τυχόν με ρωτήσουν κάτι που δεν αναγνωρίζω ή δε θυμάμαι! Αρχίζω τα «και… θα μιλήσουμε μόνο για το βιβλίο;», «θα είναι ελεύθερη κουβέντα;», «μήπως έχετε τις ερωτήσεις να μου τις στείλετε;» και λίγο πριν τη συνέντευξη, τα συμπτώματα μεγεθύνονται: οι επισκέψεις στην τουαλέτα γίνονται συχνότερες, μικρή εφίδρωση, και βεβαίως καρδιοχτύπι ίδιο με του «Αντωνιάδης! Σήκω να πεις μάθημα!»

Ώσπου ως δια μαγείας, όλα εξαφανίζονται τη στιγμή που ξεκινάω να μιλάω.

Χαλάλι!

Ποιες 4 ερωτήσεις ΔΕΝ κάνουμε ποτέ σε έναν συγγραφέα που μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο

1) Πώς πάει το βιβλίο;

Καταλαβαίνετε πως δεν μπορεί να υπάρχει άλλη απάντηση εκτός από ένα τυπικό «καλά», ίδιο με αυτό που απαντούμε όταν μας ρωτάει κάποιος «τι κάνεις;», εκτός αν νομίζετε πως είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι online με τα λογιστήρια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Κάθε τέλος έτους -και αν!- γίνεται εκκαθάριση, οπότε και ενημερωνόμαστε σχετικά. Μέχρι τότε, πάει «καλά».

2) Πόσα πούλησε το προηγούμενο βιβλίο;

Τζιζ! Η ερώτηση είναι αντίστοιχη με το να ρωτήσουμε μια γυναίκα την ηλικία της. Οι πιτσιρίκες, δηλαδή οι συγγραφείς που έχουν πουλήσει μερικές χιλιάδες βιβλία, θα απαντήσουν αμέσως και θα πουν και την αλήθεια. Οι καλοδιατηρημένες, δηλαδή οι συγγραφείς που προχώρησαν σε δεύτερη έκδοση, θα παίξουν λίγο μαζί σου, θα σε ρωτήσουν «και πόσο νομίζεις εσύ ότι πούλησε;» και μετά θα βρουν διάφορες δικαιολογίες για να εξηγήσουν γιατί δεν πήγε ακόμα καλύτερα, χρησιμοποιώντας λέξεις κλειδιά όπως κρίση, δημοψήφισμα, Τσίπρας, καταλήγοντας σε κάτι του στυλ «καλά, αν το έγραφα στα αγγλικά, θα είχε γίνει πανικός με το βιβλίο…» Τέλος, οι μεσήλικες, κοινώς το μεγαλύτερο ποσοστό συγγραφέων, οι οποίοι πάλευαν νυχθημερόν να το προωθήσουν αλλά έμειναν μόνο στην πρώτη έκδοση, το πιθανότερο είναι να σε διαολοστείλουν!

3) Γράφεις άλλο;

Η διαδικασία της γέννησης και δημιουργίας ενός βιβλίου, θυμίζει -κατ’ αναλογίαν πάντα- αυτήν του παιδιού. Ξαφνικά έχεις μια σύλληψη, μια καλή ιδέα και αρχίζεις και παιδεύεσαι για μήνες -μπορεί και για χρόνια-  να μην αποβάλεις και να καταφέρεις να φέρεις στον κόσμο ένα βιβλίο. Μετά, τους πρώτους μήνες της ζωής του βιβλίου σου, η μόνη σου μέριμνα είναι να πάει καλά, να μεγαλώσει, να κυκλοφορήσει, να ταξιδέψει παντού. Δεν μπορείς να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο και δε θες, ούτε μπορείς, να το αφήσεις μόνο του. Οπότε σκέψου τώρα, να είσαι με ένα μωρό στην αγκαλιά, να κλαίει και να μην ξέρεις τι του φταίει, να είσαι άρρωστη αλλά να μην μπορείς να πάρεις φάρμακα γιατί θηλάζεις, να έχεις πάθει μαστίτιδα και να σου κρέμεται το θήλαστρο από το βυζί, να είσαι +10 κιλά και -10 μέρες ύπνο και να πετάγεται ο σύντροφός σου όλος χαρά και να σου λέει «Αχ! Τι γλυκά που είναι τα μωράκια! Πότε θα κάνουμε άλλο ένα;»

4) Ποιο βιβλίο σου θεωρείς το καλύτερο;

Όπως είπα και παραπάνω, το βιβλία μας είναι σαν τα παιδιά μας. Εσείς -οι αναγνώστες- μπορείτε πολύ εύκολα να τα βρείτε, όμορφα, άσχημα, χοντρά, μικρά, κάπου να χάνουν, έξυπνα, φλύαρα, υπερβολικά, κακά, αδιάφορα… Για μας όμως είναι πάντα τα παιδιά μας. Τα αγαπάμε όλα το ίδιο και δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε, ούτε να τους βρούμε ατέλειες, γιατί, άλλωστε, έχουν πάρει από… εμάς! 🙂

(Τη φωτογραφία μού την έστειλε η Βασιλική)

Ο Δύτης – Μίνως Ευσταθιάδης

ΠΗΓΑ πριν λίγες μέρες στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό και άκουσα τους παρουσιαστές, αλλά και την εκδότρια τού Ευσταθιάδη, να μιλάνε, όχι απλώς με τα καλύτερα λόγια, αλλά να το εκθειάζουν, να μιλάνε για «αριστούργημα». Και θα μου πείτε: Καλά, η παρουσίαση του βιβλίου του ήταν, τι θα έκαναν; Θα το έθαβαν; Δίκιο έχετε. Γι΄αυτό κι εγώ κρατούσα μικρό καλάθι όταν το διάβαζα. Αλλά δε χώρεσαν τα κεράσια τελικά. Γιατί ήταν όντως πολλά. Πάρα πολλά!

Επανέρχομαι όμως στην παρουσίαση του βιβλίου και θα σταθώ σε δύο σημεία που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, όχι για το βιβλίο, αλλά για τον ίδιο τον συγγραφέα ο Θανάσης Τριαρίδης. Έλεγε, έλεγε, έλεγε και δε σταματούσε. Ωραίος, ψηλός, (πρωτ-)αθλητικός, με μια όμορφη οικογένεια, με ωραίο λέγειν και ακόμα πιο ωραίο γράφειν. Δε μπορεί, σκέφτηκα, ένα ψεγάδι θα το έχει αυτός ο Μίνως! Το δεύτερο, ήταν μια κουβέντα της Χίλντας Παπαδημητρίου, ότι στις (μόλις) 243 σελίδες του βιβλίου, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή λέξη, αλλά ούτε και καμία μπορεί να λείψει. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό, το να μην μπορεί να αλλάξει τίποτα, να μη βρίσκει ούτε ένα ψεγάδι, ούτε ένα λάθος/περιττό/υπερβολικό σημείο στίξης σε ένα βιβλίο.

Επιστρέφω στο ίδιο το βιβλίο. Ποια είναι η ιστορία; Ο Ελληνογερμανός ντετέκτιβ Κρις Πάπας που ζει και εργάζεται στο Αμβούργο, καλείται να παρακολουθήσει για 48 ώρες, μια κοπέλα, την Εύα Ντέμπλιγκ. Ο υπερήλικος άντρας που του έδωσε την υπόθεση, δεν του άφησε όνομα, παρά μόνο ένα τηλέφωνο και χίλια ευρώ ως προκαταβολή, μιας και άφησε τον Πάπας να ορίσει αυτός το τελικό ποσό της αμοιβής του. Ο Πάπας ακολουθεί την Ντέμπλιγκ να πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο με έναν πολύ νεαρότερό της άνδρα και μετά από λίγο, στο δωμάτιο πηγαίνει άλλος ένας άνδρας. Η εκκωφαντική μουσική των Rammstein που ακούγεται από το δωμάτιο της «παράξενης» τριάδας, κάνει την παρακολούθηση πλέον αδύνατη. Ο Πάππας αποκοιμιέται και όταν ξυπνάει, συνειδητοποιεί πως η παρακολούθηση του «πήγε περίπατο» – η Ντέμπλιγκ δεν ήταν πλέον στο δωμάτιο. Όταν το επόμενο μεσημέρι η αστυνομία τού χτυπάει την πόρτα για να τον ρωτήσει αν αναγνωρίζει το πτώμα ενός υπερήλικου άνδρα που βρέθηκε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, ο Πάπας αποφασίζει να μην αποκαλύψει πως επρόκειτο για τον πελάτη του. Ζητάει τη βοήθεια του μοναδικού φίλου που έχει στην αστυνομία για να βρει τα ίχνη της Ντέμπλιγκ και όταν αυτός τον ενημερώνει πως η Ντέμπλιγκ εδώ και έναν χρόνο εμφανίζεται ως κάτοικος της Ελλάδας και μάλιστα μόλις πριν λίγες ώρες πήρε μια πτήση με αυτόν τον προορισμό, ο Πάπας παίρνει το αεροπλάνο για να πάει να τη βρει…

(…) – Ψάχνω μια γνωστή μου Γερμανίδα. Την Εύα Ντέμπλιγκ. Μου είπαν πως έχει δικό της σπίτι εδώ.

– Όχι.

– Γύρω στα σαράντα… ξανθιά. Μπορεί βέβαια και να μην την ξέρετε.

– Όλους τους ξέρω. Ίσως να έμεινε κάποτε σε σπίτι αλλουνού, μα δικό της δεν έχει. Το ζευγάρι των Ελληνοαυστραλών, ένας Ελβετός και δύο Γαλλίδες. Ετούτοι είναι όλοι οι ξένοι. Και καμιά δεκαριά Αλβανοί. Να κεράσω ένα τσιπουράκι;

– Όχι… όχι… ευχαριστώ.

– Κάτσε, μωρέ, που πας να φύγεις έτσι στεγνός πρώτη φορά από τα μέρη μας. Το φέρνω και το χτυπάμε στα όρθια.

Δύο λεπτά αργότερα στεκόμαστε με τα ποτήρια στα χέρια και τα ξύλινα κάγκελα της αυλής του ορθώνονται ανάμεσά μας. Πρέπει να τα τρίψει με προσοχή, κάθε τρία χρόνια το κάνει πριν τα βάψει. Όλα τα τρώει η θάλασσα. Όλα. Μου το τονίζει αυτό σαν να πρόκειται για το σημαντικότερο μυστικό που μπορείς να μάθεις σε τούτη τη ζωή. Και ίσως να είναι. (…)

Να πω εξαρχής ότι μού αρέσουν πολύ τα μικρής έκτασης βιβλία, αυτά που είναι μέχρι τις 300 περίπου σελίδες. Τις περισσότερες φορές (εξαιρέσεις υπάρχουν), στα μεγάλα βιβλία, αυτά των 500+ σελίδων, των «αγαπημένων» μας Σκανδιναβών αλλά όχι μόνο, είτε θα καταλήξω να πω ότι θα αφαιρούσα εύκολα 100-150 σελίδες ή θα το μοίραζα σε δύο βιβλία. Η Χίλντα Παπαδημητρίου είχε δίκιο. Δεν μπορείς να τροποποιήσεις το κείμενο, ούτε καν σε σημεία στίξης. Διαβάζω κατά βάση 10-15 σελίδες κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αλλά μετά την 100ή σελίδα του Δύτη, διάβασα έως την 140 με μιαν ανάσα και την επόμενη μέρα διάβασα σερί τις τελευταίες 100 σελίδες. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω, να μη μάθω τι έχει γίνει!

Η Χίλντα είχε δίκιο λοιπόν. Ο Τριαρίδης, όμως, είχε;

Πλησιάζω τον Ευσταθιάδη με το βιβλίο του στο χέρι και του ζητάω να μου το υπογράψει. Όπως το κάνει, του λέω δειλά «Ξέρεις… γράφω κι εγώ αστυνομικά». Με κοιτάζει. «Αντωνιάδης… Δώρος Αντωνιάδης», συνεχίζω, λέγοντας του τ’ όνομά μου σαν να είμαι ο Τζέιμς Μποντ. «Κάπου το έχω ακούσει… Ναι! Κάτι έχω διαβάσει για σένα» μου λέει ο Ευσταθιάδης. Κι εκεί λοιπόν βρήκα το ψεγάδι του: Λέει ψέματα! Και ξέρει να τα λέει και καλά!

Από την άλλη, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, το να λέει καλά ψέματα, μήπως τον κάνει τελικά ακόμα πιο τέλειο; Φτου! Κι ο Τριαρίδης δίκιο είχε… 🙂

Εκδόσεις Ίκαρος. Βαθμολογία: 9/10