Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10

 

Advertisements

Για τον ντελιβερά…

ΔΟΥΛΕΨΑ δυο χρόνια ντελιβεράς. Αυτό όμως ήταν πριν περίπου 20 χρόνια. Ήταν Νοέμβριος του 1997 όταν έπιασα δουλειά στην Pizza-Hut. Ο πρώτος συνάδελφος που με υποδέχτηκε μού είπε μόνο ένα «τη χειρότερη εποχή διάλεξες, φίλε». Και κατάλαβα τι εννοούσε, όταν το ίδιο βράδυ έγινε κατακλυσμός. Όσο προετοιμασμένος και να είσαι, τα νερά μετά από ώρα στη βροχή, περνάνε τη χιλιοφορεμένη νιτσεράδα. Δεν έβλεπα τίποτα με το κλειστό και θολωμένο κράνος, τα χέρια και τα πόδια μου είχαν παγώσει και ήξερα πως αυτό δεν έχει τελειωμό. Δεν είναι ότι τρως μια βροχή και μετά πας σπίτι να αλλάξεις. Απλώς τρως βροχή. Συνεχώς. Για ώρες. Γιατί, όσο πιο πολλή βροχή, τόσο πιο πολλή δουλειά. Αν είναι και καμιά μεγάλη γιορτή μαζί ή κανένας αγώνας, ακόμα περισσότερη.

Με τον πρώτο μου μισθό αγόρασα δική μου νιτσεράδα (μια πράσινη απ’ το Praktiker, ακόμα την έχω) και γαλότσες. Θυμάμαι ακόμα και τώρα το γέλιο που έριξα στην επόμενη βροχή! Γελούσα! Αλήθεια, γελούσα από χαρά. Κορόιδευα τη βροχή και φώναζα «Βρέξε τώρα όσο θες ρε!». Αλλά η βροχή ήταν μόνο ένα από τα θέματα. Χαλάζι, αέρας, παγωνιά, χιόνια το χειμώνα, καύσωνας το καλοκαίρι, κυνηγητά από σκυλιά, υποτιμητικές συμπεριφορές… και όλα αυτά προσπαθώντας συνεχώς να είσαι όλο και πιο γρήγορος και αποτελεσματικός, να πας όσο πιο πολλές παραγγελίες, να βγάλεις πιο πολλά φιλοδωρήματα, μιας και – μη γελιόμαστε- τα λεφτά μας ουσιαστικά από κει προέρχονταν. Και βέβαια ήταν και τα ατυχήματα. Όλοι μας είχαμε τρακάρει. Όλοι. Όλοι. Άλλοι πιο λίγες φορές, άλλοι περισσότερες. Άλλοι τη γλίτωσαν με μερικούς μώλωπες και γρατζουνιές και άλλοι με σπασμένα πόδια και κεφάλια. Είχαμε και γνωστούς μας που δε γλίτωσαν…

Είναι πάρα πολύ δύσκολη, πιεστική και επικίνδυνη δουλειά, ειδικά αν σκεφτείς πόσες ώρες και υπό ποιες συνθήκες καλείται συνήθως ο ντελιβεράς να δουλέψει. Γι’ αυτό, αν και έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε που σταμάτησα το 1999, έχω ακόμα αρκετούς φίλους από εκείνη την περίοδο. Κι άμα δω τυχαία κάποιον στο δρόμο, δε λέμε απλώς ένα “γεια”, αλλά αγκαλιαζόμαστε. Γιατί, αλήθεια, περάσαμε πολλά μαζί.

Εμείς όμως τουλάχιστον τα περάσαμε. Ας βοηθήσουμε τα τωρινά παιδιά να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες. Δεν ξέρω πώς. Όπως μπορεί ο καθένας. Ας ενώσουμε τη φωνή μας με τη δική τους. Ας δώσουμε στην τελική αν μπορούμε και κανένα φιλοδώρημα παραπάνω.

Πώς άσπρισες έτσι;

ΟΤΑΝ με το ένα μου μάτι πρωτοείδα το φως του μάταιου τούτου κόσμου, κατάλαβα αμέσως πως οι γονείς μου σκέφτηκαν πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να με αφήσουν εκεί που είμαι και να εξαφανιστούν. Κάτι στο βλέμμα της μάνας μου ή ίσως του πατέρα μου… Δε θυμάμαι, πάνε και χρόνια από τότε. Βέβαια, για να τους δώσω και λίγο δίκιο, πρέπει να σας μιλήσω για την εμφάνισή μου ως νεογέννητο. Είχα πολλά και σγουρά μαλλιά, τρίχες και στα δύο μάγουλα, το ένα μάτι μου ήταν κλειστό, τα αυτιά μου ήταν -και είναι- λίγο σαν του Ντάμπο, ενώ για «κερασάκι», είχα έναν ολόμαυρο κώλο. Ναι, καλά διαβάσατε. Μαύρο κώλο. Κατάμαυρο. Πίσσα.

Οι γιατροί προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους γονείς μου, αλλά πού να το καταφέρουν. Η γιαγιά μου δεν ήθελε καν να με πάρει αγκαλιά. Μαρτυρίες αναφέρουν πως κορδώθηκε και είπε κατά λέξη: «Ήνταν πον’ τούτον;» Η παιδίατρος που ήρθε την επόμενη μέρα, τους είπε να μην ανησυχούν. «Δεν είναι ότι θα μεγαλώσει και θα γίνει κύκνος», συνέχισε, «αλλά να, μια νύφη θα βρείτε να τον παντρέψετε. Οι τρίχες στα μάγουλα θα πέσουν, το βλέφαρο θα ανοίξει, κι αν είστε θρησκευάμενοι, τώρα ήρθε η ώρα να προσευχηθείτε να μη μεγαλώσουν άλλο τ’ αυτιά του παιδιού. Όσο για τον μαύρο κώλο, θα απλωθεί», κατέληξε. «Τι θα απλωθεί;» ρώτησε η μάνα μου με αγωνία. «Η μελανίνη. Είναι όλη συσσωρευμένη εκεί και σιγά-σιγά θα απλωθεί», τους απάντησε. «Ο Δωρής σας θα γίνει μαυρής». Ευτυχώς είχε δίκιο σε όλα η παιδίατρος. Ή καλύτερα, σχεδόν σε όλα: Η μελανίνη απλώθηκε μεν, αλλά όχι εντελώς. Δεν μπορώ να δω καλά τον κώλο μου αν ακόμα είναι πιο μαύρος, αλλά θα στοιχημάτιζα πως είναι. Αλλιώς δεν ξέρω πώς να εξηγήσω αυτό που παθαίνω τα καλοκαίρια.

Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, κάθε Σεπτέμβρη που άρχιζαν τα σχολεία και επιστρέφαμε από τις διακοπές, με το που με έβλεπαν οι φίλοι μου μου έλεγαν, «Πόπο ρε φίλε! Πώς μαύρισες έτσι;» Οκέι, προφανώς κι όλοι είχαμε μαυρίσει. Άλλοι λίγο, άλλοι πιο πολύ. Μόνο που εγώ η αλήθεια είναι πως είχα κάψει το φιλμ. Κανείς δεν μπορούσε να με φτάσει σε μαύρισμα. Εγώ και οι Κενυάτες, το ένα και το αυτό. Περίμενα τέλος χειμώνα – αρχές άνοιξης, για να μαζευτεί πίσω η μελανίνη μου. Να μείνω εκτός έντονου ήλιου για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα δηλαδή, ώστε να μου φύγει λίγο η μαυρίλα. Και μετά, με τους πρώτους ανοιξιάτικους ήλιους, πάλι τα ίδια. Θυμάμαι ένα παιδί είχε έρθει πρώτη χρονιά στο σχολείο μας και με ρώτησε σε κάποια φάση αν κάνω σκι. «Από πού κι ως πού, σκι;» τον ρώτησα. «Επειδή κι εγώ μαυρίζω όποτε πάω για σκι», μου εξήγησε «ξέρεις, απ’ τις αντανακλάσεις του ήλιου στο χιόνι…»

Φοιτητής πια, ανέβαινα χαράματα Θεσσαλονίκη με την κλινάμαξα. Έξι η ώρα το πρωί φτάνω κατάκοπος έξω από το σπίτι μου. Ξαφνικά μια γυναίκα μου κλείνει τον δρόμο. «Τι πουλάς;» μου λέει. Όπως κάθε ετοιμόλογος άνθρωπος, όλα τα ωραία που θα μπορούσα να της απαντήσω, τα σκέφτηκα πολύ αργότερα. Εκείνη την ώρα, σήκωσα απλώς το βλέμμα. «Ορίστε;» κατάφερα και ψέλλισα. «Τι πουλάς;» μου ξαναλέει και μου δείχνει το σακ-βουαγιάζ που είχα στην πλάτη. «Αλήθεια τώρα; Με ρωτάς αν πουλάω κάτι;» τη ρώτησα. Με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός, σήκωσε το χέρι, έκανε μια κίνηση σαν να διώχνει μύγες πάνω απ’ το φαγητό και προχώρησε. Εγώ έμεινα δυο λεπτά ακόμα στον δρόμο και μετά μπήκα στο σπίτι μου, όπου άρχισα να την «ταπώνω» σε αλεπάλληλους εσωτερικούς διαλόγους.

Μεγάλωσα, βρήκα και νύφη με τη μυωπία και με όλα της. Έμεινε έγκυος. Λίγο πριν γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος, για να μην τρομάξει την έπιασα και της είπα τον καημό μου. Ήθελα να μην ανησυχεί που το παιδί θα βγει μαύρο. Δεν χρειαζόταν να επαναληφθούν οι δραματικές σκηνές με τα δικά μου γεννητούρια. «Το μαύρο πάντα υπερισχύει», της είπα με τη σιγουριά που ο Δαρβίνος μιλούσε για τη φυσική επιλογή. Και εμφανίστηκε ο Αντρέας με σταρένια επιδερμίδα και καστανοκόκκινα μαλλιά (Μια φίλη που μας επισκέφτηκε στο μαιευτήριο θυμάμαι, μου είχε πει να μεγαλώσω το παιδί σαν να είναι δικό μου). Περίπου δυο χρόνια μετά, περιμένουμε την άφιξη του Γιάννη. Ίδια κουβέντα. «Αγγελική, την πρώτη φορά δεν έπιασε, αλλά να είσαι σίγουρη πως δεύτερη φορά δεν παίζει να ξαναγίνει…» Κι εμφανίζεται ο Γιάννης με ολόιδια χρώματα όπως ο αδελφός του. Τι έγινε; σκέφτηκα. Πάει το μαύρο μου, ξέφτισε; Πέρασ’ η μπογιά μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ επειδή τα παιδιά δεν πήραν από μένα και βγήκαν όμορφα ή αν έπρεπε να κλάψω για τη δεύτερη συνεχόμενη ταπεινωτική μου ήττα.

Ώσπου πριν δυο εβδομάδες μαζευτήκαμε σε ένα μπαράκι καμιά δεκαριά φίλοι απ’ το σχολείο. Ψιλο-ριγιούνιον τύπου. Όλοι συμμαθητές. Μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά άργησα λίγο να πάω κι έτσι ήταν ήδη αρκετοί εκεί. Μπήκα μέσα χαμογελαστός. «Πόπο ρε φίλε! Πώς άσπρισες έτσι;» μου είπε μόλις με είδε ο Βενέτος. Εγώ, ρε φίλε; Εγώ; Ακούν καλά τ’ αυτιά μου; σκέφτηκα προς στιγμήν.

Και μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για τα μαλλιά μου…

Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν

img_20170114_223906_594

ΟΤΑΝ ήμουν μητσής, μια που τες καλλίτερες μέρες μου ήταν όταν την Μεγάλην Εβδομάδαν η μάμμα τζιαι η αρφή μου επήαινναν εις την εκκλησίαν. Εγώ ήμουν πολλά μητσής για να πάω μαζίν τους. Ήταν να τους ποφκάλω, ελαλούσασιν. Οπόταν εκάθουμουν εις το σπίτιν με τον παπάν μου (που εβαρκέτουν πολλά να πάει αλλά εντρέπετουν αλόπως να το πει). Εν τζιαι είχαμεν τάμπλετ, οξά υπολογιστές που έχουσιν τωρά. Πολλά λλίοι είχασην έχρωμην τηλεόρασην, τζιαι είχαμεν μόνον έναν κανάλιν, το ΡΙΚ, που έπαιζεν εκκλησίαν. Στο σπίτιν μας τζιαμαί στον Στρόβολον -που τωρά νομίζω εμεγάλωσεν τζιαι έγινεν κοτζιάμου πολυκατοικία- στο χολ, δίπλα που το γραφείον του παπά μου, ήταν τζιαι το πικάπ. Εν αθθυμούμαι μάρκαν, αλλά ήταν ποτζείνον που έβαλλες 33, 45 ή 78 στροφές τζιαι έβαλλες τζιαι τζιείνους τους μητσικουρήδες τους δίσκους.

Ο παπάς μου, με του που έφευκαν οι κορούες, έβαλλεν έναν μητσικουρήν δίσκον του Τζο Ντασέν στο πικάπ τζιαι μετά επήαιννεν στην κουζίναν τζιαι έβαλλεν μας μεζέν: λλίον χαλλούμιν, λούντζαν ή σσιρομέριν, καμιάν τομάταν τζιαι ψωμίν. Έβαλλεν τζι έναν ουίσκιν για τζιείνον τζιαι λλίην σέβεναπ αραιωμένην για μέναν τζιαι εκάμναμεν πάρτιν. Εκαθούμαστιν χαμέ, πάνω στο χαλούιν, μπροστά που το πικάπ, ακούαμεν μουσικήν, ετρώαμεν, ετζουγκρίζαμεν τα ποτήρκα μας τζιαι εχορέφκαμεν τζιόλας. Όι καλό! Τζιαι μετά που λλίην ώραν, έρκουνταν στο σπίτιν οι κορούες τζιαι εθωρούσαν μας να διασκεδάζουμεν τζιαι πάω στοίχημαν ότι εζηλεύκασιν.

Εθυμήθηκα σήμερα τούτην την ιστορίαν, που ένη ξέρω καν αν έγινεν έτσι ακριβώς, αλλά ε θα ρωτήσω. Αρέσκει μου που την αθθυμούμαι έτσι. Επίσης, ένη ξέρω γιατί με έπιασεν πόψε ειδικά τούτη η νοσταλγία. Ίσως επειδή θκιεβάζω κάθε μέρα για τις συνομιλίες στην Γενεύην. Ζω τριανταπέντε χρόνια στην Αθήναν τζιαι ακόμα καρτερώ να λυθεί το Κυπριακόν. Εμεγάλωσα με το Δεν Ξεχνώ. Έχω έναν τάμαν που τότε που εγεννήθηκα το εβδομηντατέσσερα για να πάω στο Βαρώσιν. Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν, για ούλλους μας, τζιαι για τζιείνους που επάλεψαν, τζιαι για τζιείνους που επολέμησαν, τζιαι για τζιείνους που εσκοτώθηκαν, μα κυρίως για τζιείνους που εν ακόμα ζωντανοί. Για μας τζιαι τα παιθκιά μας.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γρηγόρην που μου έστειλεν τωρά την φωτογραφίαν του εν λόγω πικάπ μας. Έσιει το φυλαγμένον εις το σπίτιν του. Γράφει τζιαι την μάρκαν τελικά…

Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

Το χρονικό της ψεσινής μη-βράβευσής μου

Έμαθα ότι ήμουν υποψήφιος και χάρηκα πολύ. Χάρηκα σαν να το είχα ήδη πάρει.

Και μετά σκέφτηκα και γιατί να μην το πάρω κιόλας αφού έφτασα ως εδώ.

Και χθες πήγαμε στη βράβευση και όσοι έπαιρναν βραβείο έβγαζαν λόγο.

Και λέω καλύτερα να μην το πάρω, γιατί φοβάμαι να βγάλω λόγο.

Και μετά είδα κι έναν που το πήρε και απλώς είπε “ευχαριστώ”.

Και λέω ωραία, έπιασε το ρέικι, ας το πάρω τότε.

Και μετά δεν το πήρα.

Και χαμογέλασα. Αλήθεια.

Και ήπιαμε ένα ποτό με την Αγγελική, τη Νατάσα και τον Στέφανο.

Και είπαμε “σιγά το βραβείο”, αλλά δεν το εννοούσαμε.

Και μετά μιλήσαμε για άλλα πολλά που τα εννοούσαμε.

Και όταν πήγαμε σπίτι, πήρα τον μεγάλο μου γιο αγκαλιά και είδαμε τον Παναθηναϊκό.

Και έχασε ο Παναθηναϊκός, αλλά εγώ εξακολουθούσα να έχω τον γιο μου αγκαλιά.

Confiteor – Zάουμε Καμπρέ

filmCONFITEOR. Mea culpa. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι’ αυτό το βιβλίο, που έχει τόσες πολλές και καλές κριτικές. Όλοι μιλούν -και δικαιολογημένα- γι’ αυτό το βιβλίο και το θεωρούν ίσως ως ένα από τα αριστουργήματα που θα αφήσουν εποχή. Ένα ογκώδες βιβλίο που ο Καμπρέ είχε αποφασίσει πως μετά από οκτώ χρόνια που το έγραφε, θα το άφηνε ατέλειωτο και αδημοσίευτο. Ευτυχώς τελικά το εξέδωσε.

Ήρωας μας ο Αντριά Αρντέβολ, επιφανής γλωσσολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου ο οποίος λίγο πριν χάσει εντελώς τα λογικά του από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, αποφασίζει να καταγράψει όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 όταν ήταν παιδί και μεγάλωνε σε μια οικογένεια που δεν τον αγάπησε κανείς, μέχρι και το σήμερα, απευθυνόμενος στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα του Σάρα. Κλειδί στην αφήγηση είναι ένα ανεκτίμητης αξίας βιολί Στοριόνι, το Βιάλ, το οποίο φαίνεται να απέκτησε με αμφίβολης ηθικής μεθόδους ο πατέρας του Αντριά, Φέλιξ, γνωστός αντικέρ της εποχής.

(…) Το Παρίσι ήταν ένα τέχνασμα της μητέρας για να με πείσει να συνεχίσω το βιολί. Ωστόσο, δεν ήξερε πως θα άλλαζε τη ζωή μου. Εκεί σε γνώ,ρισα. Χάρη στο τέχνασμα. Όχι όμως στη συναυλιακή αίθουσα, αλλά πριν, στην ημιπαράνομη απόδρασή μου με τον κύριο Καστέλς. Στο καφέ «Κοντέ». Θα συναντιόταν εκεί με την αδελφή του, η οποία ήρθε μαζί με μια ανιψιά, εσένα.

«Σάγα Βόλτες-Εψτέιν».

«Αντριά Αρντέβολ-Μποσκ».

«Ζωγραφίζω».

«Διαβάζω».

«Δεν είσαι βιολιστής;»

«Όχι».

Γέλασες, κι ο ουρανός όλος μπήκε στο καφέ «Κοντέ». Οι θείοι σου μιλούσαν, χαμένοι στις υποθέσεις τους, και δεν πήραν τίποτα χαμπάρι.

«Μην έρθεις στη συναυλία, σε παρακαλώ», ικέτεψα. Για πρώτη φορά ήμουν ειλικρινής, και είπα χαμηλόφωνα τα’ χω κάνει πάνω μου απ’ τον φόβο. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σε σένα ήταν ότι δεν ήρθες στη συναυλία. Αυτό με έκανε να σε ερωτευτώ. Μου φαίνεται ότι δεν σ’ το είπα ποτέ.

Όταν έβγαλα το εισιτήριο του τρένου, συνειδητοποίησα ότι το να πάω να σπουδάσω στο Τύμπινγκεν σήμαινε πολύ περισσότερα απ’ το να σχεδιάζω το μέλλον. Ήταν σαν να σφράγιζα την παιδική μου ηλικία, ν’ απομακρυνόμουν απ’ την Αρκαδία μου. Ναι, ναι: ήμουν μοναχικό και δυστυχισμένο παιδί, με γονείς χωρίς καμιά ευαισθησία για οτιδήποτε δεν είχε να κάνει με την ευφυΐα μου, που ήταν ανίκανοι ν’ αναρωτηθούν αν ήθελα να πάω στο Τιμπιδάμπο για να δω τα ρομποτάκια στο λούνα παρκα, τα οποία κουνιούνταν σαν άνθρωποι, αν έβαζες κέρμα. Όταν είσαι παιδί, όμως, ξέρεις να μυρίζεις το άρωμα του λουλουδιού που λάμπει μέσα στην τοξική λάσπη. Και ξέρεις να είσαι ευτυχισμένος μ’ ένα πενταξονικό φορτηγό, που ήταν χαρτόκουτο για γυναικεία καπέλα. Αγοράζοντας το εισιτήριο για τη Στουτγάρδη, ήξερα ότι η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει. (…)

Στην αρχή ομολογώ δυσκολεύτηκα λίγο να παρακολουθήσω την αφήγηση. Confiteor. Mea Culpa. Ο Καμπρέ γράφει με έναν μοναδικό τρόπο, αλλάζοντας την αφήγηση από α’ πρόσωπο σε γ’ πρόσωπο, όχι μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο, αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, ίσως όταν θέλει να αποστασιοποιηθεί κάπως από το τι συμβαίνει στη ζωή του πρωταγωνιστή του ή ακόμα κι όταν θέλει εμείς οι αναγνώστες να δούμε τα γεγονότα από κάποια απόσταση. Πολύ γρήγορα τελικά μπήκα στο κλίμα και αφέθηκα να παρασυρθώ στη δίνη της ιστορίας με τα συνεχή πηγαινέλα στις εποχές, ξεκινώντας από την Ιερά εξέταση, περνώντας στους Ναζί, τον Φράνκο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, σε μια ιστορία που -χωρίς να έχουν κοινά- μου έφερε στη μνήμη λίγο από Όνομα του Ρόδου. Confiteor. Mea Culpa. Αλλά το Confiteor για μένα είναι ένα κλασικό βιβλίο αγάπης. Και όχι γενικά και αόριστα μιας κάποιας αγάπης. Ο Αντριά ζει και ανασαίνει μόνο για τη Σάρα.

(…) Μερικές φορές σκέφτομαι τη δύναμη της τέχνης και της μελέτης της τέχνης και τρομάζω. Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ενώ μπορούν να ασχοληθούν με τόσα πράγματα. Κι άλλοτε σκέφτομαι ότι είμαστε πρώτα κακόβουλα όντα κι έπειτα ποιητές, οπότε δεν υπάρχει σωτηρία. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει καθαρά τα χέρια του. Πολύ λίγοι, για την ακρίβεια. Ελάχιστοι. (…)

Αξίζει για πολλούς λόγους να το διαβάσει κανείς, ακόμη και ως βιβλίο αναφοράς. Ο Καμπρέ είναι μάστορας από τους λίγους.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

 

Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10

ΓΚΙΑΚ – Δημοσθένης Παπαμάρκος

giagkΓΚΙΑΚ είναι το αίμα, αλλά και ο δεσμός αίματος, η ίδιά σου η φυλή και -εντέλει- το αίμα που πρέπει να χυθεί για να την προστατεύσεις. Ο Παπαμάρκος έγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία. Όλοι τους αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία που τους στιγμάτισε, που χωρίς να το θέλουν ή να το συνειδητοποιούν, τους καθόρισε αυτό που μετέπειτα έγιναν.

(…) Άντρας δεν έγινα με τη δουλειά όπως οι άλλοι, αλλά με το σκοτωμό. Κι ήξερα καλά ότι θα ξαναρχόταν, γιατί και που τελείωσε ο πόλιεμος εγώ πάλι έψαχνα τα αίματα. Κοίταγα γύρω τους ανθρώπους και το μόνο που έβλεπα ήταν πού θα κόψω, πού θα σφίξω, πού θα χτυπήσω για να τους σωριάσω. Έπρεπε να βάλω χαλινό στην ψυχή μ’, γιατί άμα συνέχιζα έτσ’ αργά ή γρήγορα θα κατέληγα στο απόσπασμα. Έτσ’ κάθσα και σκέφτκα και τότες κατάλαβα ότι η βρωμιά δεν είναι παντού βρωμιά. Να σ’ το πω αλλιώς, άμα δεις έναν ζευγά με τις λάσπες μες στην εκκλησία, βρωμιάρη θα τον πεις. Άμα τον δεις όμως με τις λάσπες στο χωράφ’ θα τον πεις άξιο. Επειδή το λοιπόν αυτές οι λάσπες δεν καθαρίζουνε ποτές από τα παπούτσια κανενός, γιατί απ’ αυτές είναι φτιαγμένη η ψυχή τ’, πρέπει να κοιτάξεις να βρεις το σωστό χωράφ’. Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι. Εκεί το ‘χεις ταμένο. (…)

Τα διηγήματα πολύ δυνατά με μοναδικό αρνητικό πως ενώ αισθάνθηκα σχεδόν σοκ με το πρώτο, στην πορεία μάλλον κάπως «συνήθισα» και δε μου έκαναν την ίδια εντύπωση τα υπόλοιπα, χωρίς από μόνα τους να υστερούν.

Εκδόσεις Αντίποδες. Βαθμολογία 7.5/10

Υ.Γ. Εξαιρετική έκδοση και εξώφυλλο που σε μαγνητίζει από έναν νέο εκδοτικό οίκο. Μπράβο!