Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

Το χρονικό της ψεσινής μη-βράβευσής μου

Έμαθα ότι ήμουν υποψήφιος και χάρηκα πολύ. Χάρηκα σαν να το είχα ήδη πάρει.

Και μετά σκέφτηκα και γιατί να μην το πάρω κιόλας αφού έφτασα ως εδώ.

Και χθες πήγαμε στη βράβευση και όσοι έπαιρναν βραβείο έβγαζαν λόγο.

Και λέω καλύτερα να μην το πάρω, γιατί φοβάμαι να βγάλω λόγο.

Και μετά είδα κι έναν που το πήρε και απλώς είπε “ευχαριστώ”.

Και λέω ωραία, έπιασε το ρέικι, ας το πάρω τότε.

Και μετά δεν το πήρα.

Και χαμογέλασα. Αλήθεια.

Και ήπιαμε ένα ποτό με την Αγγελική, τη Νατάσα και τον Στέφανο.

Και είπαμε “σιγά το βραβείο”, αλλά δεν το εννοούσαμε.

Και μετά μιλήσαμε για άλλα πολλά που τα εννοούσαμε.

Και όταν πήγαμε σπίτι, πήρα τον μεγάλο μου γιο αγκαλιά και είδαμε τον Παναθηναϊκό.

Και έχασε ο Παναθηναϊκός, αλλά εγώ εξακολουθούσα να έχω τον γιο μου αγκαλιά.

Confiteor – Zάουμε Καμπρέ

filmCONFITEOR. Mea culpa. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι’ αυτό το βιβλίο, που έχει τόσες πολλές και καλές κριτικές. Όλοι μιλούν -και δικαιολογημένα- γι’ αυτό το βιβλίο και το θεωρούν ίσως ως ένα από τα αριστουργήματα που θα αφήσουν εποχή. Ένα ογκώδες βιβλίο που ο Καμπρέ είχε αποφασίσει πως μετά από οκτώ χρόνια που το έγραφε, θα το άφηνε ατέλειωτο και αδημοσίευτο. Ευτυχώς τελικά το εξέδωσε.

Ήρωας μας ο Αντριά Αρντέβολ, επιφανής γλωσσολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου ο οποίος λίγο πριν χάσει εντελώς τα λογικά του από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, αποφασίζει να καταγράψει όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 όταν ήταν παιδί και μεγάλωνε σε μια οικογένεια που δεν τον αγάπησε κανείς, μέχρι και το σήμερα, απευθυνόμενος στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα του Σάρα. Κλειδί στην αφήγηση είναι ένα ανεκτίμητης αξίας βιολί Στοριόνι, το Βιάλ, το οποίο φαίνεται να απέκτησε με αμφίβολης ηθικής μεθόδους ο πατέρας του Αντριά, Φέλιξ, γνωστός αντικέρ της εποχής.

(…) Το Παρίσι ήταν ένα τέχνασμα της μητέρας για να με πείσει να συνεχίσω το βιολί. Ωστόσο, δεν ήξερε πως θα άλλαζε τη ζωή μου. Εκεί σε γνώ,ρισα. Χάρη στο τέχνασμα. Όχι όμως στη συναυλιακή αίθουσα, αλλά πριν, στην ημιπαράνομη απόδρασή μου με τον κύριο Καστέλς. Στο καφέ «Κοντέ». Θα συναντιόταν εκεί με την αδελφή του, η οποία ήρθε μαζί με μια ανιψιά, εσένα.

«Σάγα Βόλτες-Εψτέιν».

«Αντριά Αρντέβολ-Μποσκ».

«Ζωγραφίζω».

«Διαβάζω».

«Δεν είσαι βιολιστής;»

«Όχι».

Γέλασες, κι ο ουρανός όλος μπήκε στο καφέ «Κοντέ». Οι θείοι σου μιλούσαν, χαμένοι στις υποθέσεις τους, και δεν πήραν τίποτα χαμπάρι.

«Μην έρθεις στη συναυλία, σε παρακαλώ», ικέτεψα. Για πρώτη φορά ήμουν ειλικρινής, και είπα χαμηλόφωνα τα’ χω κάνει πάνω μου απ’ τον φόβο. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σε σένα ήταν ότι δεν ήρθες στη συναυλία. Αυτό με έκανε να σε ερωτευτώ. Μου φαίνεται ότι δεν σ’ το είπα ποτέ.

Όταν έβγαλα το εισιτήριο του τρένου, συνειδητοποίησα ότι το να πάω να σπουδάσω στο Τύμπινγκεν σήμαινε πολύ περισσότερα απ’ το να σχεδιάζω το μέλλον. Ήταν σαν να σφράγιζα την παιδική μου ηλικία, ν’ απομακρυνόμουν απ’ την Αρκαδία μου. Ναι, ναι: ήμουν μοναχικό και δυστυχισμένο παιδί, με γονείς χωρίς καμιά ευαισθησία για οτιδήποτε δεν είχε να κάνει με την ευφυΐα μου, που ήταν ανίκανοι ν’ αναρωτηθούν αν ήθελα να πάω στο Τιμπιδάμπο για να δω τα ρομποτάκια στο λούνα παρκα, τα οποία κουνιούνταν σαν άνθρωποι, αν έβαζες κέρμα. Όταν είσαι παιδί, όμως, ξέρεις να μυρίζεις το άρωμα του λουλουδιού που λάμπει μέσα στην τοξική λάσπη. Και ξέρεις να είσαι ευτυχισμένος μ’ ένα πενταξονικό φορτηγό, που ήταν χαρτόκουτο για γυναικεία καπέλα. Αγοράζοντας το εισιτήριο για τη Στουτγάρδη, ήξερα ότι η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει. (…)

Στην αρχή ομολογώ δυσκολεύτηκα λίγο να παρακολουθήσω την αφήγηση. Confiteor. Mea Culpa. Ο Καμπρέ γράφει με έναν μοναδικό τρόπο, αλλάζοντας την αφήγηση από α’ πρόσωπο σε γ’ πρόσωπο, όχι μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο, αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, ίσως όταν θέλει να αποστασιοποιηθεί κάπως από το τι συμβαίνει στη ζωή του πρωταγωνιστή του ή ακόμα κι όταν θέλει εμείς οι αναγνώστες να δούμε τα γεγονότα από κάποια απόσταση. Πολύ γρήγορα τελικά μπήκα στο κλίμα και αφέθηκα να παρασυρθώ στη δίνη της ιστορίας με τα συνεχή πηγαινέλα στις εποχές, ξεκινώντας από την Ιερά εξέταση, περνώντας στους Ναζί, τον Φράνκο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, σε μια ιστορία που -χωρίς να έχουν κοινά- μου έφερε στη μνήμη λίγο από Όνομα του Ρόδου. Confiteor. Mea Culpa. Αλλά το Confiteor για μένα είναι ένα κλασικό βιβλίο αγάπης. Και όχι γενικά και αόριστα μιας κάποιας αγάπης. Ο Αντριά ζει και ανασαίνει μόνο για τη Σάρα.

(…) Μερικές φορές σκέφτομαι τη δύναμη της τέχνης και της μελέτης της τέχνης και τρομάζω. Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ενώ μπορούν να ασχοληθούν με τόσα πράγματα. Κι άλλοτε σκέφτομαι ότι είμαστε πρώτα κακόβουλα όντα κι έπειτα ποιητές, οπότε δεν υπάρχει σωτηρία. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει καθαρά τα χέρια του. Πολύ λίγοι, για την ακρίβεια. Ελάχιστοι. (…)

Αξίζει για πολλούς λόγους να το διαβάσει κανείς, ακόμη και ως βιβλίο αναφοράς. Ο Καμπρέ είναι μάστορας από τους λίγους.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

 

Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10

ΓΚΙΑΚ – Δημοσθένης Παπαμάρκος

giagkΓΚΙΑΚ είναι το αίμα, αλλά και ο δεσμός αίματος, η ίδιά σου η φυλή και -εντέλει- το αίμα που πρέπει να χυθεί για να την προστατεύσεις. Ο Παπαμάρκος έγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία. Όλοι τους αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία που τους στιγμάτισε, που χωρίς να το θέλουν ή να το συνειδητοποιούν, τους καθόρισε αυτό που μετέπειτα έγιναν.

(…) Άντρας δεν έγινα με τη δουλειά όπως οι άλλοι, αλλά με το σκοτωμό. Κι ήξερα καλά ότι θα ξαναρχόταν, γιατί και που τελείωσε ο πόλιεμος εγώ πάλι έψαχνα τα αίματα. Κοίταγα γύρω τους ανθρώπους και το μόνο που έβλεπα ήταν πού θα κόψω, πού θα σφίξω, πού θα χτυπήσω για να τους σωριάσω. Έπρεπε να βάλω χαλινό στην ψυχή μ’, γιατί άμα συνέχιζα έτσ’ αργά ή γρήγορα θα κατέληγα στο απόσπασμα. Έτσ’ κάθσα και σκέφτκα και τότες κατάλαβα ότι η βρωμιά δεν είναι παντού βρωμιά. Να σ’ το πω αλλιώς, άμα δεις έναν ζευγά με τις λάσπες μες στην εκκλησία, βρωμιάρη θα τον πεις. Άμα τον δεις όμως με τις λάσπες στο χωράφ’ θα τον πεις άξιο. Επειδή το λοιπόν αυτές οι λάσπες δεν καθαρίζουνε ποτές από τα παπούτσια κανενός, γιατί απ’ αυτές είναι φτιαγμένη η ψυχή τ’, πρέπει να κοιτάξεις να βρεις το σωστό χωράφ’. Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι. Εκεί το ‘χεις ταμένο. (…)

Τα διηγήματα πολύ δυνατά με μοναδικό αρνητικό πως ενώ αισθάνθηκα σχεδόν σοκ με το πρώτο, στην πορεία μάλλον κάπως «συνήθισα» και δε μου έκαναν την ίδια εντύπωση τα υπόλοιπα, χωρίς από μόνα τους να υστερούν.

Εκδόσεις Αντίποδες. Βαθμολογία 7.5/10

Υ.Γ. Εξαιρετική έκδοση και εξώφυλλο που σε μαγνητίζει από έναν νέο εκδοτικό οίκο. Μπράβο!

 

Το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου – Γκαστόν Λερού

kitrino domatioΕΙΧΑ διαβάσει αρκετά για το συγκεκριμένο βιβλίο. Άλλωστε ο Λερού έγραψε και το περιβόητο Φάντασμα της Όπερας, οπότε περίμενα πολλά. Ίσως τελικά, πάρα πολλά😉

Ο καθηγητής Στάνγκερσον και η κόρη του είχαν μόλις ολοκληρώσει μια δύσκολη μέρα επιστημονικών πειραμάτων στον τομέα της Ραδιολογίας, γύρω από τη θεωρία του καθηγητή για τη Διάσπαση της Ύλης, μια θεωρία που θα γκρέμιζε τα θεμέλια της κρατούσας επιστήμης. Η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της όταν ξαφνικά άρχισαν να ακούγονται από μέσα κραυγές, ήχοι πάλης και πυροβολισμοί. Η πόρτα του δωματίου της ήταν κλειδωμένη και έτσι ο πατέρας της και ένας υπηρέτης δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Όταν με πολύ κόπο τελικά τα κατάφεραν, βρήκαν την κόρη του καθηγητή πεσμένη στο πάτωμα σοβαρά τραυματισμένη. Κανείς άλλος δεν ήταν στο δωμάτιο, καμία άλλη έξοδος δεν υπήρχε και το μόνο παράθυρο του δωματίου ήταν ασφαλισμένο από μέσα.

Το βιβλίο ξεκινάει με τον Σενκλέρ ένα νεαρό δικηγόρο, ο οποίος με αφορμή την επίλυση του μυστηρίου του κίτρινου δωματίου, αποφασίζει να μας μιλήσει για τον φίλο του, Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, έναν δημοσιογράφο μόλις δεκαοκτώ χρονών, ο οποίος και έλυσε τον γρίφο. Η εξιστόρηση ουσιαστικά ξεκινά από τη μέρα που ο Ρουλεταμπίλ μπαίνει στο δωμάτιο του Σενκλέρ με την εφημερίδα που έγραφε για το έγκλημα στα χέρια και του ζήτησε να πάνε μαζί στο Σατό ντι Γκλαντιέ, στον Πύργο του καθηγητή Στάνγκερσον, να δουν από κοντά το Κίτρινο Δωμάτιο…

(…) «Πρέπει να κάνουμε μια βόλτα», είπε ο Ρουλεταμπίλ, «για να καταλάβεις καλύτερα τι συνέβη. Πιστεύω πως έχω ανακαλύψει αυτό που όλοι ψάχνουν: τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης δραπέτευσε από το Κίτρινο Δωμάτιο  δίχως συνεργό και δίχως τη βοήθεια της δεσποινίδας Στάγκερσον. Όσο όμως δεν είμαι βέβαιος για την ταυτότητα του επίδοξου δολοφόνου, δεν μπορώ να αποκαλύψω τη θεωρία που επεξεργάζομαι. Μπορώ μονάχα να πω ότι πιστεύω ότι είναι και σωστή και αρκετά απλή… Όσο  για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτό το μέρος πριν από τρεις νύχτες, όπως προείπα, οφείλω να τονίσω καταρχάς ότι με απασχολούσε επί ένα μερόνυχτο. Ξεπερνά κάθε φαντασία. Και η θεωρία στην οποία κατέληξα για το περιστατικό είναι τόσο παράλογη, που θα προτιμούσα το γεγονός να μείνει ανεξήγητο». (…)

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, απλώς το βρήκα ελαφρώς ξεπερασμένο, όπως μου συνέβηκε και πρόσφατα όταν πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι. Δύσκολα μπορεί -πλέον- να σταθεί ως βιβλίο αναφοράς.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6/10

 

Το πρωτάκι – Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

πρωτακιΤΟ πρωτάκι μας εξιστορεί τις περιπέτειες ενός πολύ έξυπνου εξάχρονου αγοριού, μέσα από τα μάτια του ίδιου του πρωταγωνιστή. Είναι γραμμένο από έναν παιδοψυχίατρο και αν μη τι άλλο προσεγγίζει πολύ καλά τις αγωνίες που αντιμετωπίσαμε όλοι μας ως παιδιά ή ακόμα και που βλέπουμε τώρα στα δικά μας.

Η ιστορία ξεκινάει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην πρώτη δημοτικού και την προσπάθειά του φίλου μας να κρύψει από τη δασκάλα του πως ήδη ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Στην τάξη γνωρίζει τη Στελλίτσα, την οποία από την πρώτη στιγμή ξέρει πως θα την παντρευτεί και βεβαίως τον αντίζηλό του, τον Παναγιώτη. Στη συνέχεια μας μιλάει για τη μητέρα του που δεν μπορεί να πει το «ρο» (όπως και η Στελλίτσα!) και για τα πρώτα του ερωτικά ξυπνήματα γι’ αυτήν, για τον πατέρα του που θαυμάζει, για τον παππού του που του λέει όλο ιστορίες και βεβαίως για τη φιλία του με τον Μαξ, το ιδιαίτερο παιδί στην τάξη του, το παιδί που δεν μιλάει σε κανέναν και κάθεται συνεχώς μόνο του.

 (…) Ο Παναγιώτης είναι δεύτερος στα άριστα και πρώτος στα γκολ. Είναι άμπαλος αλλά το παιδί είναι ανώμαλο! Ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλα τα παιδιά στην τάξη, σπρώχνει και βάζει γκολ συνέχεια! Με κεφαλιές! Στα παιδιά, μου είπε ο παππούς μου, θα έπρεπε να απαγορεύονται οι κεφαλιές μέχρι τα δώδεκα για να μην παθαίνει ο εγκέφαλος. Αν έχουν!

Ίσως ο εγκέφαλος του Παναγιώτη να έπαθε κάτι, γιατί προχθές προσπάθησε να δώσει το αυτοκόλλητό του στη Στελλίτσα μου! Η σκηνή έγινε μπροστά στα μάτια μου, σαν τελευταία φάση στην παράταση πριν από το σφύριγμα. Ο Παναγιώτης, σαν σέντερ-φορ, βρέθηκε μόνος απέναντι από το τέρμα, τετ-α-τετ με τη Στελλίτσα˙ όλη η τάξη κρατούσε την αναπνοή της, εγώ σκέφτηκα να πεταχτώ και να τον κλαδέψω και ας πάρω κόκκινη και εξάμηνη αποβολή απ’ όλες τις διοργανώσεις! Αλλά η Στελλίτσα έκανε έξοδο. Του «τσίμπησε» απαλά το αυτοκόλλητο και μ’ ένα υπέροχο βολέ το πέταξε στην ομάδα των κοριτσιών.

Παναγιώτης – Στελλίτσα: 0-1.

Όταν μεγαλώσω θα την παντρευτώ.

Τον Παναγιώτη θα τον σκοτώσω πριν παντρευτώ. Ίσως και πριν μεγαλώσω. (…)

Σίγουρα ενδιαφέρουσα η γραφή και η ιδέα να είναι σε πρώτο πρόσωπο γραμμένο με τη φωνή του μικρού. Η μόνη μου ένσταση είναι πως επειδή έχω παιδιά σε αυτές τις ηλικίες και προφανώς έχω γνωρίσει και αρκετούς συμμαθητές τους -από πολύ έξυπνα παιδιά μέχρι και στο φάσμα του αυτισμού- σε κάποια σημεία ο Αλεξανδρίδης σαν να ξεχνούσε πως έπρεπε να μιλάει το εξάχρονο και μιλούσε ο ίδιος. Για παράδειγμα, έχει μια σκηνή που περιγράφει ο μικρός ένα όνειρό του:

(…) Τα φυτά με αγγίζουν και είναι βελούδινα. Και το δέρμα μου μαλακώνει. Μυρίζει βαριά αλλά όμορφα. Ο αέρας πήζει και γίνεται νερό. Βουτιά τη νύχτα στον ωκεανό. Σκαρφαλώνω στις ακτίνες του ήλιου για να βγω στην επιφάνεια. Ανάδυση με άπνοια. (…)

Μόλις διάβασα το «ανάδυση με άπνοια», με έχασε. Ευτυχώς το παραπάνω δεν έγινε πολλές φορές. Απλώς σε αυτά τα σημεία δεν μπορούσα να νιώσω πως τα λέει το παιδί. Εκτός αυτών των λίγων παραγράφων όμως, το βρήκα πολύ καλό. Είναι πολύ μικρό και διαβάζεται ευχάριστα μέσα σε μια μέρα.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7/10

 

Η λευκή κουρτίνα – Δημήτρης Γράψας

grapsas-kourtinaΗ λευκή κουρτίνα είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, ενός τριανταδυάχρονου Φυσικού με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπως μαθαίνουμε από το βιογραφικό του. Αν και ο εκδοτικός οίκος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, στα δικά μου μάτια πιο πολύ σαν νουβέλα μοιάζει με τις σχεδόν 120 σελίδες του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που διαβάζεται εύκολα σε 1-2 μέρες στην ξαπλώστρα μιας παραλίας. (Καλά, και σε ψάθα γίνεται…)

Ο ήρωας μας είναι ο Χ., ο οποίος ξυπνάει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν αναγνωρίζει. Θυμάται πως το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έως πολύ αργά σε ένα μπαρ, είχε μεθύσει, είχε τσακωθεί με την κοπέλα του την Κλαίρη και μετά δεν θυμάται και πολλά. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί όσα πιο πολλά γεγονότα της χθεσινής νύχτας, για να καταλάβει γιατί βρέθηκε σε ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του, συνειδητοποιεί πως είναι κλειδωμένος στο δωμάτιο αυτό και δεν έχει κανέναν τρόπο να βγει έξω. Εκτός ίσως αν του άνοιγε κάποιος, κάποιος που μόλις άνοιξε ένα φως έξω από το δωμάτιο…

 (…) Στην αρχή  της δεύτερης επανάληψης, σκέφτηκε ότι πάντα όταν ένιωθε πως έφτανε μια σημαντική στιγμή, είχε την τάση να κόβει τον χρόνο σε κομμάτια, όσο το δυνατόν στοιχειώδη. Στη μέση της, συμπλήρωσε ότι συνήθως αυτό δεν του έβγαινε σε καλό. Δεν ολοκλήρωσε τη δεύτερη περιστροφή, αλλά σταμάτησε το κεφάλι του παράλληλα με τον δεξιό του ώμο και άνοιξε τα μάτια του. Ο τρόμος μου του διαπέρασε το κορμί τον τίναξε πίσω.

Αυτό που αντίκρισε έκανε τα πόδια του να σπρώξουν το πάτωμα και να τον πετάξουν με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά. Βρέθηκε πεσμένος χάμω, με την καρέκλα πάνω του. Την έκανε πέρα και μπουσούλησε δυο σπιθαμές προς την πόρτα.

Κάποιος, άγνωστο ποιος και εξίσου άγνωστο γιατί, την είχε ανοίξει. Κι από το ξύλινο πάτωμα με τις τάβλες που ‘ταν ασύμμετρα κολλημένες μεταξύ τους, ο Χ. την κοίταζε ορθάνοικτη ακριβώς μπροστά του. (…)

Καλογραμμένο και γρήγορο, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος. Μέσα από την περιπέτεια του Χ., βλέπουμε σχεδόν όλες τις αγωνίες της γενιάς των τριαντάρηδων καθώς και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Προσωπικά θα ήθελα ένα πιο δυνατό τέλος. Έχω την αίσθηση πως ίσως ο Γράψας σαν να κατάλαβε πως κέρδιζε το ματς και βιάστηκε να το λήξει. Περιμένοντας το επόμενό του λοιπόν…

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6,5/10

Σημείωση: Πιο πάνω που έγραψα «της γενιάς των τριαντάρηδων», στην αρχή είχα γράψει «της γενιάς μας» αλλά δυο αγόρια που με τραβούσαν να φύγω από τον υπολογιστή για να παίξουν αυτά και ταυτόχρονα μια ρυτίδα που σχηματίστηκε λίγο κάτω απ’ το δεξί μου μάτι, μου θύμισαν πως εδώ και δύο χρόνια ανήκω στην γενιά των σαραντάρηδων γαμώτο!

Η Ενοχή της Αθωότητας – Ιωάννα Μπουραζοπούλου

ενοχήΣΤΗΝ παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε το Δεκέμβριο που μας πέρασε στην Αθήνα, κάποια στιγμή στις χαιρετούρες έρχεται ο Δημήτρης ο Ποσάντζης από τον Καστανιώτη και μου λέει «Είδες ποια καθόταν δίπλα μου; Η Ιωάννα η Μπουραζοπούλου. Την ξέρεις ε;» «Ναι, ναι, βέβαια» είπα εγώ, που ούτε το όνομα της δε θυμόμουν την άλλη μέρα για να την ψάξω στην Google… Και μετά ντράπηκα. Και που δεν την ήξερα και -ακολούθως- που δεν της μίλησα (εντάξει, και για το ψεματάκι που είπα στον Ποσάντζη ντράπηκα λίγο, το ομολογώ!)

Από την Google έμαθα λοιπόν πως η Μπουραζοπούλου έγινε ευρέως (αλλά όχι σε μένα λέμε!) γνωστή για το μυθιστόρημα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, το οποίο βραβεύτηκε το 2008 με το Athens Prize for Literature του περιοδικού δε(κατα), ένα βιβλίο που η Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013. Επίσης, πριν λίγους μήνες πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Ουράνη, για την Κοιλάδα της λάσπης, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Ο δράκος της Πρέσπας. Κι εγώ να μην την έχω ακούσει! Ίσως τελικά να έχω μια μικρή δικαιολογία που δεν την γνώριζα, επειδή όχι μόνο δεν διάβαζα καθόλου λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά ούτε καν σε σειρές ή ταινίες δεν με έλκει το αντικείμενο. Να φανταστείτε τον Hodor προχθές τον έμαθα, που γέμισε το διαδίκτυο με το “Hold the door” meme και μου έσπασε τα νεύρα!

Πριν ένα μήνα περίπου όμως, όλα άλλαξαν. Ήταν η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και είχα την τιμή να βρεθώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη μαζί με πολλούς συγγραφείς, μεταξύ αυτών και την Μπουραζοπούλου. Ήθελα πολύ να βρω κάτι να της πω, αλλά… ντρεπόμουν. Βλέποντας την να φεύγει, το μόνο που κατάφερα να της πω είναι αν θυμάται που είχε έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου μου και πόσο χάρηκα γι’ αυτό και αυτή μου απάντησε πως θυμάται πολύ καλά τη συγκεκριμένη παρουσίαση και θέλει πολύ να βρει χρόνο να διαβάσει το βιβλίο μου! Ωχ, σκέφτηκα. Εδώ είμαστε. Πιάνω την Ισμήνη την Κουρούπη από το χέρι και της λέω να μου προτείνει ένα βιβλίο της να το διαβάσω. Ντροπή (μου) πια! Και προς έκπληξη μου, αντί να μου δώσει  τη γυναίκα του Λωτ, μου έδωσε αυτό εδώ…

Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου ο Θάνατος είναι πλέον το αδιαφιλονίκητο αγαθό. Η ήπειρος είναι χωρισμένη σε εννιά κάστες επαγγελματιών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε πολλές συντεχνίες. Δύο ασυνήθιστοι φίλοι, ο Ιωσήφ Εράλης, ένας καλλιτέχνης, μπαρμπέρης των φυλακισμένων, και ο Πελαργός, ένας διανοούμενος, εκφωνητής επικήδειων, αναλαμβάνουν μια περίεργη αποστολή: Να οδηγήσουν με ένα όχημα-κάλπη έναν εξ ορισμού αθώο κρατούμενο μέσα από τις εννέα πόλεις-κέντρα των καστών, όπου κάθε λίγα χιλιόμετρα θα πρέπει να σταματούν για να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει θετικά, αν θέλει να αθωωθεί ο κρατούμενος.

(…) Παίζοντας σκάκι τα ήσυχα απογεύματα, σπούδαζαν ο ένας τον άλλο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Ο Πελαργός άρχισε να βρίσκει ευχάριστη τη λακωνικότητα του καλλιτέχνη, που οι λέξεις του ήταν ακριβείς και μετρημένες, ενώ πρόσεξε ότι η γλώσσα του σώματός του είναι πολύ πιο αναλυτική από το λόγο του. Το «ναι» διαβαθμιζόταν από απλή κατάφαση σε θερμή πρόσκληση ανάλογα με την κίνηση του  κεφαλιού ή το άνοιγμα των ώμων, ενώ το «όχι» κλιμακωνόταν από αδιαφορία σε απόρθητη άρνηση καθώς άλλαζε η θέση των χεριών και της πλάτης. Γνώριζε, φυσικά, πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δεν είχε εκτιμήσει μέχρι σήμερα την ευφράδεια τούτου του σάρκινου εκφραστικού μέσου, που αποκάλυπτε τόσο καθαρά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Ιωσήφ, ώστε ο μεσήλικας νόμιζε ότι μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο με την κοιλιά ή με την γάμπα του. (…)

Κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα του κρατουμένου, παρά μόνο αυτός που τον επέλεξε και που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Αν έστω και ένας επαγγελματίας (μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο κρατούμενος) ψηφίσει να αθωωθεί, τότε αθωώνεται και σταματάει το οδοιπορικό. Αν κανείς δεν ψηφίσει την αθώωση του, ο κρατούμενος θα θανατωθεί. Και ενώ στα μάτια των δύο φίλων οδηγών φαντάζει απίθανο να ξεκινήσει καν αυτό το ταξίδι, μιας και πιστεύουν πως τουλάχιστον ο ίδιος ο κρατούμενος θα ψηφίσει θετικά, το ταξίδι όχι μόνο ξεκινά, αλλά και συνεχίζεται χωρίς κανείς επαγγελματίας να θέλει να το διακόψει. Ούτε καν οι ίδιοι…

(…) Περπατούσαν στοιχισμένοι εφ’ ενός ζυγού, όπως όλα τα χρόνια της φιλίας τους και η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν τόσο χαρακτηριστική, ώστε μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει μόνο από τις φιγούρες τους. Ο διανοούμενος, που φλυαρούσε ακατάπαυστα, βάδιζε πίσω από το σιωπηλό καλλιτέχνη, γέρνοντας ψηλοκρεμαστά από πάνω του. Το στενόμακρο σώμα του σχημάτιζε μια λεπτή παρένθεση, που έκλεινε στην κοιλότητά της τον κατά πολύ μικρόσωμό του Ιωσήφ, ο οποίος ένιωθε ότι συνοδεύεται από ένα θορυβώδες ηχείο, σαν χταπόδι που σέρνει το βουερό θαλάμι του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόταν θαλπωρή, περιβαλλόμενος από την προστατευτική παρένθεση του λελεκήσιου σώματος, ο μεγάλος διασκελισμός του οποίου τον υποχρέωνε ν’ ανοίγει κι αυτός το βήμα του. Έτσι η Διανόηση ακολουθούσε την Τέχνη και ταυτόχρονα την εξωθούσε σε βηματισμό, όπως ο τιμονιέρης που κάθεται στο πίσω μέρος της βάρκας και, παρόλο που δεν προκαλεί την κίνηση, μπορεί να ισχυριστεί ότι την καθοδηγεί. (…)

Νομίζω πως διαβάζοντας την ιστορία, μεγάλη μου έκπληξη ήταν -εκτός από τις θαυμάσιες εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό μου, αναπλάθοντας τέλεια την φουτουριστική Ευρώπη- η συνειδητοποίηση πως ακόμα και σε μια τέτοια φανταστική ιστορία, η συνέπεια, η συνοχή και η πληρότητα πρέπει να είναι ίδιες όπως και σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είχα τη (λανθασμένη) εντύπωση πως μία βασική διαφορά του αστυνομικού με τη φανταστική λογοτεχνία είναι το γεγονός πως στο αστυνομικό η πλοκή δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά και ούτε μπορείς να «κλέψεις» τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας από μηχανής Θεούς. Το ίδιο συμβαίνει όμως κι εδώ. Αφού φτιάχνεις έναν νέο κόσμο, οφείλεις αυτό το νέο κόσμο να τον φτιάξεις πλήρη και ολοκληρωμένο. Να ορίσεις χαρακτήρες, κανόνες, νόμους, πολιτεύματα και συνθήκες, βάσει των οποίων θα γράψεις την ιστορία σου και να μην μπορείς να παρεκκλίνεις.

Ενδιαφέρον είχε που ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου χτίζεται σε γερά θεμέλια η σχέση των δύο φίλων, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε σταδιακά να αλλάζει το κλίμα και σιγά-σιγά να απομακρύνονται με τα όσα συμβαίνουν στην κάθε πόλη. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εξαιρετική μα πάνω απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες. Δωρεάν σεμινάριο για show don’t tell! Μα «δείτε»:

(…) Η κουρά έπρεπε να σχηματιστεί ανεξαρτήτως μεγέθους τριχοφυΐας και οι χαλκουργοί αυτής της πόλης ήταν εκπληκτικοί μάστορες. Έφτιαχναν λάμες πιο λεπτές από χαρτί, καστανοκόκκινες σαν φθινοπωρινά φύλλα και τόσο αριστοτεχνικά ακονισμένες, που κόβανε ακόμη και την ανάμνηση της τρίχας σε κεφάλι φαλακρού. (…)

🙂

Η ιστορία είναι εντελώς αλληγορική, με συνεχή φιλοσοφικά, γεωπολιτικά και ιστορικά ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να μη μείνει μόνο σε αυτό που διαβάζει. Μου άρεσε αναπάντεχα πολύ. Θα διαβάσω και τη γυναίκα του Λωτ τώρα!

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10

Σημείωση: Κάπου διάβασα πως είναι και μηχανόβια η Μπουραζοπούλου. Πρέπει να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας…