Το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου – Γκαστόν Λερού

kitrino domatioΕΙΧΑ διαβάσει αρκετά για το συγκεκριμένο βιβλίο. Άλλωστε ο Λερού έγραψε και το περιβόητο Φάντασμα της Όπερας, οπότε περίμενα πολλά. Ίσως τελικά, πάρα πολλά😉

Ο καθηγητής Στάνγκερσον και η κόρη του είχαν μόλις ολοκληρώσει μια δύσκολη μέρα επιστημονικών πειραμάτων στον τομέα της Ραδιολογίας, γύρω από τη θεωρία του καθηγητή για τη Διάσπαση της Ύλης, μια θεωρία που θα γκρέμιζε τα θεμέλια της κρατούσας επιστήμης. Η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της όταν ξαφνικά άρχισαν να ακούγονται από μέσα κραυγές, ήχοι πάλης και πυροβολισμοί. Η πόρτα του δωματίου της ήταν κλειδωμένη και έτσι ο πατέρας της και ένας υπηρέτης δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Όταν με πολύ κόπο τελικά τα κατάφεραν, βρήκαν την κόρη του καθηγητή πεσμένη στο πάτωμα σοβαρά τραυματισμένη. Κανείς άλλος δεν ήταν στο δωμάτιο, καμία άλλη έξοδος δεν υπήρχε και το μόνο παράθυρο του δωματίου ήταν ασφαλισμένο από μέσα.

Το βιβλίο ξεκινάει με τον Σενκλέρ ένα νεαρό δικηγόρο, ο οποίος με αφορμή την επίλυση του μυστηρίου του κίτρινου δωματίου, αποφασίζει να μας μιλήσει για τον φίλο του, Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, έναν δημοσιογράφο μόλις δεκαοκτώ χρονών, ο οποίος και έλυσε τον γρίφο. Η εξιστόρηση ουσιαστικά ξεκινά από τη μέρα που ο Ρουλεταμπίλ μπαίνει στο δωμάτιο του Σενκλέρ με την εφημερίδα που έγραφε για το έγκλημα στα χέρια και του ζήτησε να πάνε μαζί στο Σατό ντι Γκλαντιέ, στον Πύργο του καθηγητή Στάνγκερσον, να δουν από κοντά το Κίτρινο Δωμάτιο…

(…) «Πρέπει να κάνουμε μια βόλτα», είπε ο Ρουλεταμπίλ, «για να καταλάβεις καλύτερα τι συνέβη. Πιστεύω πως έχω ανακαλύψει αυτό που όλοι ψάχνουν: τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης δραπέτευσε από το Κίτρινο Δωμάτιο  δίχως συνεργό και δίχως τη βοήθεια της δεσποινίδας Στάγκερσον. Όσο όμως δεν είμαι βέβαιος για την ταυτότητα του επίδοξου δολοφόνου, δεν μπορώ να αποκαλύψω τη θεωρία που επεξεργάζομαι. Μπορώ μονάχα να πω ότι πιστεύω ότι είναι και σωστή και αρκετά απλή… Όσο  για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτό το μέρος πριν από τρεις νύχτες, όπως προείπα, οφείλω να τονίσω καταρχάς ότι με απασχολούσε επί ένα μερόνυχτο. Ξεπερνά κάθε φαντασία. Και η θεωρία στην οποία κατέληξα για το περιστατικό είναι τόσο παράλογη, που θα προτιμούσα το γεγονός να μείνει ανεξήγητο». (…)

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, απλώς το βρήκα ελαφρώς ξεπερασμένο, όπως μου συνέβηκε και πρόσφατα όταν πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι. Δύσκολα μπορεί -πλέον- να σταθεί ως βιβλίο αναφοράς.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6/10

 

Το πρωτάκι – Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

πρωτακιΤΟ πρωτάκι μας εξιστορεί τις περιπέτειες ενός πολύ έξυπνου εξάχρονου αγοριού, μέσα από τα μάτια του ίδιου του πρωταγωνιστή. Είναι γραμμένο από έναν παιδοψυχίατρο και αν μη τι άλλο προσεγγίζει πολύ καλά τις αγωνίες που αντιμετωπίσαμε όλοι μας ως παιδιά ή ακόμα και που βλέπουμε τώρα στα δικά μας.

Η ιστορία ξεκινάει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην πρώτη δημοτικού και την προσπάθειά του φίλου μας να κρύψει από τη δασκάλα του πως ήδη ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Στην τάξη γνωρίζει τη Στελλίτσα, την οποία από την πρώτη στιγμή ξέρει πως θα την παντρευτεί και βεβαίως τον αντίζηλό του, τον Παναγιώτη. Στη συνέχεια μας μιλάει για τη μητέρα του που δεν μπορεί να πει το «ρο» (όπως και η Στελλίτσα!) και για τα πρώτα του ερωτικά ξυπνήματα γι’ αυτήν, για τον πατέρα του που θαυμάζει, για τον παππού του που του λέει όλο ιστορίες και βεβαίως για τη φιλία του με τον Μαξ, το ιδιαίτερο παιδί στην τάξη του, το παιδί που δεν μιλάει σε κανέναν και κάθεται συνεχώς μόνο του.

 (…) Ο Παναγιώτης είναι δεύτερος στα άριστα και πρώτος στα γκολ. Είναι άμπαλος αλλά το παιδί είναι ανώμαλο! Ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλα τα παιδιά στην τάξη, σπρώχνει και βάζει γκολ συνέχεια! Με κεφαλιές! Στα παιδιά, μου είπε ο παππούς μου, θα έπρεπε να απαγορεύονται οι κεφαλιές μέχρι τα δώδεκα για να μην παθαίνει ο εγκέφαλος. Αν έχουν!

Ίσως ο εγκέφαλος του Παναγιώτη να έπαθε κάτι, γιατί προχθές προσπάθησε να δώσει το αυτοκόλλητό του στη Στελλίτσα μου! Η σκηνή έγινε μπροστά στα μάτια μου, σαν τελευταία φάση στην παράταση πριν από το σφύριγμα. Ο Παναγιώτης, σαν σέντερ-φορ, βρέθηκε μόνος απέναντι από το τέρμα, τετ-α-τετ με τη Στελλίτσα˙ όλη η τάξη κρατούσε την αναπνοή της, εγώ σκέφτηκα να πεταχτώ και να τον κλαδέψω και ας πάρω κόκκινη και εξάμηνη αποβολή απ’ όλες τις διοργανώσεις! Αλλά η Στελλίτσα έκανε έξοδο. Του «τσίμπησε» απαλά το αυτοκόλλητο και μ’ ένα υπέροχο βολέ το πέταξε στην ομάδα των κοριτσιών.

Παναγιώτης – Στελλίτσα: 0-1.

Όταν μεγαλώσω θα την παντρευτώ.

Τον Παναγιώτη θα τον σκοτώσω πριν παντρευτώ. Ίσως και πριν μεγαλώσω. (…)

Σίγουρα ενδιαφέρουσα η γραφή και η ιδέα να είναι σε πρώτο πρόσωπο γραμμένο με τη φωνή του μικρού. Η μόνη μου ένσταση είναι πως επειδή έχω παιδιά σε αυτές τις ηλικίες και προφανώς έχω γνωρίσει και αρκετούς συμμαθητές τους -από πολύ έξυπνα παιδιά μέχρι και στο φάσμα του αυτισμού- σε κάποια σημεία ο Αλεξανδρίδης σαν να ξεχνούσε πως έπρεπε να μιλάει το εξάχρονο και μιλούσε ο ίδιος. Για παράδειγμα, έχει μια σκηνή που περιγράφει ο μικρός ένα όνειρό του:

(…) Τα φυτά με αγγίζουν και είναι βελούδινα. Και το δέρμα μου μαλακώνει. Μυρίζει βαριά αλλά όμορφα. Ο αέρας πήζει και γίνεται νερό. Βουτιά τη νύχτα στον ωκεανό. Σκαρφαλώνω στις ακτίνες του ήλιου για να βγω στην επιφάνεια. Ανάδυση με άπνοια. (…)

Μόλις διάβασα το «ανάδυση με άπνοια», με έχασε. Ευτυχώς το παραπάνω δεν έγινε πολλές φορές. Απλώς σε αυτά τα σημεία δεν μπορούσα να νιώσω πως τα λέει το παιδί. Εκτός αυτών των λίγων παραγράφων όμως, το βρήκα πολύ καλό. Είναι πολύ μικρό και διαβάζεται ευχάριστα μέσα σε μια μέρα.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7/10

 

Η λευκή κουρτίνα – Δημήτρης Γράψας

grapsas-kourtinaΗ λευκή κουρτίνα είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, ενός τριανταδυάχρονου Φυσικού με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπως μαθαίνουμε από το βιογραφικό του. Αν και ο εκδοτικός οίκος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, στα δικά μου μάτια πιο πολύ σαν νουβέλα μοιάζει με τις σχεδόν 120 σελίδες του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που διαβάζεται εύκολα σε 1-2 μέρες στην ξαπλώστρα μιας παραλίας. (Καλά, και σε ψάθα γίνεται…)

Ο ήρωας μας είναι ο Χ., ο οποίος ξυπνάει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν αναγνωρίζει. Θυμάται πως το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έως πολύ αργά σε ένα μπαρ, είχε μεθύσει, είχε τσακωθεί με την κοπέλα του την Κλαίρη και μετά δεν θυμάται και πολλά. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί όσα πιο πολλά γεγονότα της χθεσινής νύχτας, για να καταλάβει γιατί βρέθηκε σε ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του, συνειδητοποιεί πως είναι κλειδωμένος στο δωμάτιο αυτό και δεν έχει κανέναν τρόπο να βγει έξω. Εκτός ίσως αν του άνοιγε κάποιος, κάποιος που μόλις άνοιξε ένα φως έξω από το δωμάτιο…

 (…) Στην αρχή  της δεύτερης επανάληψης, σκέφτηκε ότι πάντα όταν ένιωθε πως έφτανε μια σημαντική στιγμή, είχε την τάση να κόβει τον χρόνο σε κομμάτια, όσο το δυνατόν στοιχειώδη. Στη μέση της, συμπλήρωσε ότι συνήθως αυτό δεν του έβγαινε σε καλό. Δεν ολοκλήρωσε τη δεύτερη περιστροφή, αλλά σταμάτησε το κεφάλι του παράλληλα με τον δεξιό του ώμο και άνοιξε τα μάτια του. Ο τρόμος μου του διαπέρασε το κορμί τον τίναξε πίσω.

Αυτό που αντίκρισε έκανε τα πόδια του να σπρώξουν το πάτωμα και να τον πετάξουν με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά. Βρέθηκε πεσμένος χάμω, με την καρέκλα πάνω του. Την έκανε πέρα και μπουσούλησε δυο σπιθαμές προς την πόρτα.

Κάποιος, άγνωστο ποιος και εξίσου άγνωστο γιατί, την είχε ανοίξει. Κι από το ξύλινο πάτωμα με τις τάβλες που ‘ταν ασύμμετρα κολλημένες μεταξύ τους, ο Χ. την κοίταζε ορθάνοικτη ακριβώς μπροστά του. (…)

Καλογραμμένο και γρήγορο, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος. Μέσα από την περιπέτεια του Χ., βλέπουμε σχεδόν όλες τις αγωνίες της γενιάς των τριαντάρηδων καθώς και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Προσωπικά θα ήθελα ένα πιο δυνατό τέλος. Έχω την αίσθηση πως ίσως ο Γράψας σαν να κατάλαβε πως κέρδιζε το ματς και βιάστηκε να το λήξει. Περιμένοντας το επόμενό του λοιπόν…

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6,5/10

Σημείωση: Πιο πάνω που έγραψα «της γενιάς των τριαντάρηδων», στην αρχή είχα γράψει «της γενιάς μας» αλλά δυο αγόρια που με τραβούσαν να φύγω από τον υπολογιστή για να παίξουν αυτά και ταυτόχρονα μια ρυτίδα που σχηματίστηκε λίγο κάτω απ’ το δεξί μου μάτι, μου θύμισαν πως εδώ και δύο χρόνια ανήκω στην γενιά των σαραντάρηδων γαμώτο!

Η Ενοχή της Αθωότητας – Ιωάννα Μπουραζοπούλου

ενοχήΣΤΗΝ παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε το Δεκέμβριο που μας πέρασε στην Αθήνα, κάποια στιγμή στις χαιρετούρες έρχεται ο Δημήτρης ο Ποσάντζης από τον Καστανιώτη και μου λέει «Είδες ποια καθόταν δίπλα μου; Η Ιωάννα η Μπουραζοπούλου. Την ξέρεις ε;» «Ναι, ναι, βέβαια» είπα εγώ, που ούτε το όνομα της δε θυμόμουν την άλλη μέρα για να την ψάξω στην Google… Και μετά ντράπηκα. Και που δεν την ήξερα και -ακολούθως- που δεν της μίλησα (εντάξει, και για το ψεματάκι που είπα στον Ποσάντζη ντράπηκα λίγο, το ομολογώ!)

Από την Google έμαθα λοιπόν πως η Μπουραζοπούλου έγινε ευρέως (αλλά όχι σε μένα λέμε!) γνωστή για το μυθιστόρημα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, το οποίο βραβεύτηκε το 2008 με το Athens Prize for Literature του περιοδικού δε(κατα), ένα βιβλίο που η Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013. Επίσης, πριν λίγους μήνες πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Ουράνη, για την Κοιλάδα της λάσπης, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Ο δράκος της Πρέσπας. Κι εγώ να μην την έχω ακούσει! Ίσως τελικά να έχω μια μικρή δικαιολογία που δεν την γνώριζα, επειδή όχι μόνο δεν διάβαζα καθόλου λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά ούτε καν σε σειρές ή ταινίες δεν με έλκει το αντικείμενο. Να φανταστείτε τον Hodor προχθές τον έμαθα, που γέμισε το διαδίκτυο με το “Hold the door” meme και μου έσπασε τα νεύρα!

Πριν ένα μήνα περίπου όμως, όλα άλλαξαν. Ήταν η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και είχα την τιμή να βρεθώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη μαζί με πολλούς συγγραφείς, μεταξύ αυτών και την Μπουραζοπούλου. Ήθελα πολύ να βρω κάτι να της πω, αλλά… ντρεπόμουν. Βλέποντας την να φεύγει, το μόνο που κατάφερα να της πω είναι αν θυμάται που είχε έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου μου και πόσο χάρηκα γι’ αυτό και αυτή μου απάντησε πως θυμάται πολύ καλά τη συγκεκριμένη παρουσίαση και θέλει πολύ να βρει χρόνο να διαβάσει το βιβλίο μου! Ωχ, σκέφτηκα. Εδώ είμαστε. Πιάνω την Ισμήνη την Κουρούπη από το χέρι και της λέω να μου προτείνει ένα βιβλίο της να το διαβάσω. Ντροπή (μου) πια! Και προς έκπληξη μου, αντί να μου δώσει  τη γυναίκα του Λωτ, μου έδωσε αυτό εδώ…

Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου ο Θάνατος είναι πλέον το αδιαφιλονίκητο αγαθό. Η ήπειρος είναι χωρισμένη σε εννιά κάστες επαγγελματιών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε πολλές συντεχνίες. Δύο ασυνήθιστοι φίλοι, ο Ιωσήφ Εράλης, ένας καλλιτέχνης, μπαρμπέρης των φυλακισμένων, και ο Πελαργός, ένας διανοούμενος, εκφωνητής επικήδειων, αναλαμβάνουν μια περίεργη αποστολή: Να οδηγήσουν με ένα όχημα-κάλπη έναν εξ ορισμού αθώο κρατούμενο μέσα από τις εννέα πόλεις-κέντρα των καστών, όπου κάθε λίγα χιλιόμετρα θα πρέπει να σταματούν για να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει θετικά, αν θέλει να αθωωθεί ο κρατούμενος.

(…) Παίζοντας σκάκι τα ήσυχα απογεύματα, σπούδαζαν ο ένας τον άλλο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Ο Πελαργός άρχισε να βρίσκει ευχάριστη τη λακωνικότητα του καλλιτέχνη, που οι λέξεις του ήταν ακριβείς και μετρημένες, ενώ πρόσεξε ότι η γλώσσα του σώματός του είναι πολύ πιο αναλυτική από το λόγο του. Το «ναι» διαβαθμιζόταν από απλή κατάφαση σε θερμή πρόσκληση ανάλογα με την κίνηση του  κεφαλιού ή το άνοιγμα των ώμων, ενώ το «όχι» κλιμακωνόταν από αδιαφορία σε απόρθητη άρνηση καθώς άλλαζε η θέση των χεριών και της πλάτης. Γνώριζε, φυσικά, πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δεν είχε εκτιμήσει μέχρι σήμερα την ευφράδεια τούτου του σάρκινου εκφραστικού μέσου, που αποκάλυπτε τόσο καθαρά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Ιωσήφ, ώστε ο μεσήλικας νόμιζε ότι μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο με την κοιλιά ή με την γάμπα του. (…)

Κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα του κρατουμένου, παρά μόνο αυτός που τον επέλεξε και που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Αν έστω και ένας επαγγελματίας (μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο κρατούμενος) ψηφίσει να αθωωθεί, τότε αθωώνεται και σταματάει το οδοιπορικό. Αν κανείς δεν ψηφίσει την αθώωση του, ο κρατούμενος θα θανατωθεί. Και ενώ στα μάτια των δύο φίλων οδηγών φαντάζει απίθανο να ξεκινήσει καν αυτό το ταξίδι, μιας και πιστεύουν πως τουλάχιστον ο ίδιος ο κρατούμενος θα ψηφίσει θετικά, το ταξίδι όχι μόνο ξεκινά, αλλά και συνεχίζεται χωρίς κανείς επαγγελματίας να θέλει να το διακόψει. Ούτε καν οι ίδιοι…

(…) Περπατούσαν στοιχισμένοι εφ’ ενός ζυγού, όπως όλα τα χρόνια της φιλίας τους και η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν τόσο χαρακτηριστική, ώστε μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει μόνο από τις φιγούρες τους. Ο διανοούμενος, που φλυαρούσε ακατάπαυστα, βάδιζε πίσω από το σιωπηλό καλλιτέχνη, γέρνοντας ψηλοκρεμαστά από πάνω του. Το στενόμακρο σώμα του σχημάτιζε μια λεπτή παρένθεση, που έκλεινε στην κοιλότητά της τον κατά πολύ μικρόσωμό του Ιωσήφ, ο οποίος ένιωθε ότι συνοδεύεται από ένα θορυβώδες ηχείο, σαν χταπόδι που σέρνει το βουερό θαλάμι του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόταν θαλπωρή, περιβαλλόμενος από την προστατευτική παρένθεση του λελεκήσιου σώματος, ο μεγάλος διασκελισμός του οποίου τον υποχρέωνε ν’ ανοίγει κι αυτός το βήμα του. Έτσι η Διανόηση ακολουθούσε την Τέχνη και ταυτόχρονα την εξωθούσε σε βηματισμό, όπως ο τιμονιέρης που κάθεται στο πίσω μέρος της βάρκας και, παρόλο που δεν προκαλεί την κίνηση, μπορεί να ισχυριστεί ότι την καθοδηγεί. (…)

Νομίζω πως διαβάζοντας την ιστορία, μεγάλη μου έκπληξη ήταν -εκτός από τις θαυμάσιες εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό μου, αναπλάθοντας τέλεια την φουτουριστική Ευρώπη- η συνειδητοποίηση πως ακόμα και σε μια τέτοια φανταστική ιστορία, η συνέπεια, η συνοχή και η πληρότητα πρέπει να είναι ίδιες όπως και σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είχα τη (λανθασμένη) εντύπωση πως μία βασική διαφορά του αστυνομικού με τη φανταστική λογοτεχνία είναι το γεγονός πως στο αστυνομικό η πλοκή δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά και ούτε μπορείς να «κλέψεις» τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας από μηχανής Θεούς. Το ίδιο συμβαίνει όμως κι εδώ. Αφού φτιάχνεις έναν νέο κόσμο, οφείλεις αυτό το νέο κόσμο να τον φτιάξεις πλήρη και ολοκληρωμένο. Να ορίσεις χαρακτήρες, κανόνες, νόμους, πολιτεύματα και συνθήκες, βάσει των οποίων θα γράψεις την ιστορία σου και να μην μπορείς να παρεκκλίνεις.

Ενδιαφέρον είχε που ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου χτίζεται σε γερά θεμέλια η σχέση των δύο φίλων, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε σταδιακά να αλλάζει το κλίμα και σιγά-σιγά να απομακρύνονται με τα όσα συμβαίνουν στην κάθε πόλη. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εξαιρετική μα πάνω απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες. Δωρεάν σεμινάριο για show don’t tell! Μα «δείτε»:

(…) Η κουρά έπρεπε να σχηματιστεί ανεξαρτήτως μεγέθους τριχοφυΐας και οι χαλκουργοί αυτής της πόλης ήταν εκπληκτικοί μάστορες. Έφτιαχναν λάμες πιο λεπτές από χαρτί, καστανοκόκκινες σαν φθινοπωρινά φύλλα και τόσο αριστοτεχνικά ακονισμένες, που κόβανε ακόμη και την ανάμνηση της τρίχας σε κεφάλι φαλακρού. (…)

🙂

Η ιστορία είναι εντελώς αλληγορική, με συνεχή φιλοσοφικά, γεωπολιτικά και ιστορικά ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να μη μείνει μόνο σε αυτό που διαβάζει. Μου άρεσε αναπάντεχα πολύ. Θα διαβάσω και τη γυναίκα του Λωτ τώρα!

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10

Σημείωση: Κάπου διάβασα πως είναι και μηχανόβια η Μπουραζοπούλου. Πρέπει να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας…

Η Μαργαρίτα και τα Ηλιοτρόπια – Μιχαέλα Αντωνίου

margaritaΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ το βιβλίο στο χέρια μου και κοιτάζοντας το εξώφυλλο, τον τίτλο αλλά και το οπισθόφυλλο, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως πρόκειται για ένα γυναικείο-ρομαντικό βιβλίο που δεν θα καταφέρω να διαβάσω ως το τέλος. Οι πρώτες σελίδες μού έκαναν ξεκάθαρο το γεγονός πως είχα κάνει λάθος.

Ηρωίδα μας η Μαργαρίτα, ζωγράφος που ζει στην Αγγλία και αποφασίζει ξαφνικά (!) να τα εγκαταλείψει όλα και να επιστρέψει στο χωρίο της στη Ορεινή Κορινθία, στο σπίτι της μάνας της, Ποθούλας, της μιας αδελφής της, Έλενας και της γιαγιάς της, Μάντως. Ο λόγος της επιστροφής της στα πάτρια εδάφη δεν είναι κάποια ξαφνική νοσταλγία, αλλά το γεγονός ότι την κυνηγά ο Σεργκέι, ένας περιβόητος Ρώσος μαφιόζος, για να του δώσει πίσω κάτι που του ανήκει…

(…) Άνοιξα αθόρυβα την καγκελόπορτα. Πλησίασα γοργά την ξύλινη σκάλα. Έτριξε στο πρώτο μου πάτημα. Κι εγώ, νιώθοντας ότι έπρεπε να είμαι αθόρυβη, προσπάθησα όσο μπορούσα να μειώσω το τρίξιμό της. Σ’ αυτή μου την προσπάθεια, παρασυρμένη από τις υποδείξεις της λογοτεχνικής μου παιδείας, που πάντα αυτό πρότεινε όταν ένας ήρωας σκόπευε να περάσει απαρατήρητος, περπάτησα στις μύτες των ποδιών μου. Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά αυτό το άτσαλο ελαφροπάτημα ενός κορμιού ασυνήθιστου σε τέτοια αλλόκοτη ισορροπία είναι που μας οδηγεί να προκαλούμε περισσότερο θόρυβο. Ενώ, ταυτόχρονα, η ηλίθια σωματική μας κίνηση προσελκύει την περιέργεια οποιουδήποτε τύχει να μας πάρει το μάτι του να πηγαίνουμε σαν  τις ανάπηρες πάπιες, οδηγώντας στο ακριβώς αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.  (…)

Η γιαγιά Μάντω μόλις βλέπει την εγγονή της της λέει κοφτά πως στο χωριό μόλις έχει πεθάνει η Αργυρώ, γειτόνισσα και μάνα του Αργύρη του ζαβού του χωριού, που είναι φίλος με την Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα παρακολουθώντας τον κόσμο να συρρέει για την κηδεία, παρατηρεί να βγαίνει από το σπιτάκι στον κήπο ένας ελκυστικός ξένος. Μαθαίνει πως τον λένε Στέφανο και είναι συγγραφέας που έψαχνε να βρει το ησυχαστήριο του για να γράψει. Η γιαγιά της Μαργαρίτας του νοίκιασε το σπιτάκι εδώ και κάποιους μήνες. Στο σπίτι φτάνει απροειδοποίητα και η τρίτη αδελφή, η Κλέλια και οι πρώτες μέρες στο χωριό περνάνε ανέμελα. Μέχρι που μια μέρα, γυρνώντας η Μαργαρίτα στο σπίτι, της λέει η μάνα της πως την περιμένει στο σαλόνι εδώ και ώρα ένας φίλος της από τη Ρωσία, ο Ντιμίτρι! Ο Ντιμίτρι της δίνει διορία μέχρι το επόμενο πρωί για να του παραδώσει έναν πίνακα που έπρεπε να δώσει στον Σεργκέι, ένα πιστό αντίγραφο από τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ. Όταν όμως η Μαργαρίτα πηγαίνει ξημερώματα στον ξενώνα όπου έμενε ο Ντιμίτρι, τον βρίσκει νεκρό…

(…) Με γρήγορες κινήσεις τον έβαλε στη θέση του. Έπιασε με δύναμη το μπράτσο μου. Έβγαλε το κινητό του. Μίλησε βιαστικά στα ρώσικα. Δεν κατάλαβα τι είπε. Βγήκαμε στην αυλή. Τη διασχίσαμε με γρήγορα βήματα. Βγήκαμε στον δρόμο. Απεγνωσμένα κοιτούσα δεξιά αριστερά. Το κέρατο μου για χωριό, σκέφτηκα, όταν χρειάζεσαι κάποιον δεν τον βρίσκεις πουθενά. Μόνο όταν προσπαθούσαμε να ξεμοναχιαστούμε με τον Μπάμπη δεν τα καταφέρναμε ποτέ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να κριτικάρω το άτοπο και ανόητο του συνειρμού μου τη στιγμή που κινδύνευε η ζωή μου. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένα άντρας. Μου τύλιξε με ένα πανί το πρόσωπο. Με έσυρε στο πορτμπαγκάζ. Την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου με πέταγε μέσα, ενώ σκεφτόμουν: Όχι, πάλι, ρε γαμώτο. Όχι, πάλι. (…)

Το βιβλίο είναι γραμμένο στο α’ πρόσωπο, πράγμα που βοηθάει στη γρήγορη πλοκή. Είναι καλογραμμένο και έχει όλα τα συστατικά που χρειάζονται για να γράψεις ένα αστυνομικό: έγκλημα, κίνητρο, αγωνία, κυνηγητό, ήρωες με κρυφή/διπλή ζωή, αναζήτηση δολοφόνου και βεβαίως ανατροπές. Θα έλεγα πως είναι δοσμένο όμως με αρκετό χιούμορ καθώς και ρομαντισμό, οπότε σίγουρα δεν απευθύνεται μόνο στο κοινό που διαβάζει αστυνομικά και -στον αντίποδα- ίσως δεν «κάνει» για τους σκληροπυρηνικούς των αστυνομικών, που έχουν συνηθίσει στις πιο σκληρές και σκοτεινές ιστορίες των σκανδιναβών συγγραφέων.

Εκδόσεις Mamaya. Βαθμολογία: 6,5/10

Η ζήλια είναι μαχαιριά – Ιερώνυμος Λύκαρης

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ σε μια κηδεία, ο ήρωάς μας -που αν δεν κάνω λάθος το όνομά του δεν αναφέρεται σε καμία στιγμή στο κείμενο- συναντά την Κέλλυ, μια τραγουδίστρια με την οποία ήταν τσιμπημένος σε ένα σκυλάδικο που εργαζόταν και ο ίδιος ως τσεκαδόρος και ταμίας, τον καιρό που ήταν φοιτητής. Η Κέλλυ τον αναγνωρίζει και αισθανόμενη την παρουσία του ως κάποιο θεϊκό σημάδι, αποφασίζει να του διηγηθεί την ιστορία της, στο καφενείο του νεκροταφείου.

(…) Με προσπέρασε χωρίς να στρέψει την κεφαλή της. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν διαγώνια για  κλάσματα του δευτερολέπτου. Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε οικεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τη μνήμη μου την κέντρισε κυρίως η αύρα του γιασεμιού που άφησε πίσω της. Αστραπιαία, το παζλ της μορφής της πήρε σάρκα και οστά. Ήταν η Κέλλυ, η πολλά υποσχόμενη μούσα του λαϊκού συνθέτη Κανέλλου Κανάκη (ή Καν-Καν), με την οποία κάποτε υπήρξα πλατωνικά τσιμπημένος. Το επώνυμό της δεν το θυμόμουν, ίσως να μην το είχα μάθει και ποτέ. Την είχα γνωρίσει όταν δούλευα τσεκαδόρος και ταμίας στο Κανόνι, το σκυλάδικο πολυτελείας του Καν-Καν, στην αρχή της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Είχα βρει τη δουλειά από αγγελία. Ο Καν-Καν με δοκίμασε για μια βδομάδα και είδε ότι έκοβε το μάτι μου. Γρήγορα η διαίσθησή του τον έπεισε ότι ένας ξεμαλλιασμένος φοιτητής της Νομικής, που ντυνόταν με στρατιωτικό τζάκετ και τζιν αμερικάνικο, πήγαινε στις αντιχουντικές διαδηλώσεις και καταλήψεις και με κάθε ευκαιρία άνοιγε συγκεκαλυμμένες πολιτικές συζητήσεις με τα κορίτσια του μαγαζιού, τα γκαρσόνια και το προσωπικό της κουζίνας, δεν υπήρχε καμία περίπτωση  να τον κλέψει. Έτσι, από τον πρώτο μήνα κιόλας,  μου έδωσε μισθό τραπεζοϋπαλλήλου της εποχής, με πλήρη ασφάλιση ΙΚΑ.  (…)

Σε πάρα πολλές συνεχόμενες σελίδες γραμμένες στο β’ πρόσωπο, η Κέλλυ εξιστορεί στον ήρωά μας το τι έγινε αφότου ο ίδιος έφυγε από το μαγαζί. Και ενώ ξεκινάει στην αρχή ως μια ερωτική ιστορία μεταξύ της ιδίας και του ιδιοκτήτη του σκυλάδικου και πρώτου ονόματος, του Καν-Καν, καταλήγει σε μια ιστορία ζήλειας, μίσους και – τελικά – εγκλήματος.

(…) «Δεν αντιλέγω, άτιμο πράγμα η ζήλια. Μ’ ανάγκαζε να ξευτιλίζομαι και την ίδια στιγμή να με μισώ, να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη, να θέλω να με φτύσω. Ένιωθα, να, εδώ, βαθιά, γύρω γύρω απ’ την καρδιά μου, έναν κόμπο να μεγαλώνει και να μικραίνει και ξαφνικά να με πνίγει, να μη μ’ αφήνει να πάρω μια κανονική ανάσα, να με μουδιάζει πατόκορφα. Από την αγωνία που μ’ έπιανε, μ’ ανέβαινε η ψυχή στο στόμα. Άλλες φορές μια έξαψη με φούντωνε και μ’ έκαιγε, μέσα έξω, με παρέλυε, μέχρι που έπεφτα λιπόθυμη. Τρέλα, παιδάκι μου, σκέτη τρέλα. Ακόμα και τώρα που τα θυμάμαι και σ’ τα λέω, να, δες την τρίχα μου πώς έχει σηκωθεί… (…)

Το βιβλίο είναι πολύ καλογραμμένο και με ένα ιδιαίτερο στυλ, που με κάνει να αναζητήσω και άλλα του Λύκαρη. Καταρχάς το εύρημα που ο ήρωας ουσιαστικά κάθεται όλη την ώρα και ακούει μια ιστορία είναι εντυπωσιακό και καθόλου βαρετό. Μετά, οι χαρακτήρες είναι ένας κι ένας: η ζηλιάρα ερωμένη Κέλλυ, ο Μπαρμπουτζής λαϊκός συνθέτης Καν-Καν, ο Βραζιλιάνος, τσιγγάνος, πρώην νταλικέρης, μπράβος, νταβατζής και συνένοχος της Κέλλυς, η Μαρκησία πρώην φίλη και νυν αντικείμενο ζήλιας της Κέλλυς, η Γιαγιά, ο γκέι σπιούνος του Καν-Καν, ο Πάπιας, η Σάσα Κάψα, ο Ουρανός, ο Καρούμπαλος και ο Πελέκης, όλοι τους  σκιαγραφημένοι εκπληκτικά.

(…) Στο σημείο αυτό μας πλησίασε πάλι η σερβιτόρα με την ξενική προσφορά. Χωρίς να ρωτήσει, άφησε στο τραπέζι μας δυο σακουλάκια κόλλυβα και είπε:

«Αυτό είναι το τελευταίο μνημόσυνο. Μετά κλείσουμε».

«Ευχαριστούμε πολύ. Φεύγουμε κι εμείς…» της απάντησα εγώ.

Η Κέλλυ δεν της έδωσε σημασία. Με ένα αβέβαιο υπαινικτικό χαμόγελο, κοίταξε ψηλά, υπό λοξή γωνία, συννέφιασε και μονολόγησε:

«Μερικές φορές, για να κάνεις το καλό, ζητάς βοήθεια από το κακό. Αχ, Παρθένα Παναγιά μου. Όλοι μας στην κόλαση θα πάμε, κι ο Κύριος, δικαίως, θα μας τσουρουφλίσει. Όσο νωρίτερα μας πάρει, τόσο λιγότερο θα αμαρτήσουμε». (…)

Αν κάτι δε μου άρεσε, είναι ίσως οι τελευταίες σελίδες που ο ήρωας προσπαθεί να βάλει σε κάποια τάξη όλα όσα άκουσε από την Κέλλυ, καθώς και να τα αξιολογήσει, κατά πόσο είναι αληθινά δηλαδή όλα αυτά που άκουσε. Προσωπικά θα μου άρεσε να τέλειωνε το βιβλίο εκεί που τέλειωσε και η αφήγηση της Κέλλυς. Συνολικά όμως είναι πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετημένη η πλοκή, οι διάλογοι είναι πολύ αληθινοί και δεν μπορείς να το αφήσεις εύκολα από τα χέρια σου.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία: 7/10

Σημείωση: Για να γράψεις αστυνομικό χρειάζεσαι ένα έγκλημα, αλλά το ανάποδο δεν είναι απαραίτητο. Έτσι η ιστορία είναι μεν νουάρ λόγω ατμόσφαιρας και εγκλήματος, αλλά δεν είναι αστυνομική.

Το Κάστρο – Βαγγέλης Γιαννίσης

to_kastroΠΡΙΝ λίγες μέρες έγινε η κεντρική παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Γιαννίση, όπου είχα τη χαρά να γνωρίσω επιτέλους τον συγγραφέα από κοντά, μιας και μέχρι τότε είχαμε μόνο ανταλλάξει μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πήρα το βιβλίο, αλλά δεν ξεκίνησα να το διαβάζω, μέχρις ότου ένα απόγευμα λαμβάνω ένα μήνυμα από τον Γιαννίση πως θέλει να μιλήσω για το βιβλίο του σε μια ερχόμενη παρουσίαση. Αγχώθηκα. Δεν το είχα ξανακάνει και σίγουρα υπήρχε μια πρόκληση. Αλλά η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν το αν το βιβλίο θα είναι όντως καλό, γιατί αν όχι, δε θα μπορούσα να πω καλά λόγια. Του απαντώ να μου δώσει μια μέρα χρόνο να το σκεφτώ. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να σκεφτώ. Να προλάβω να διαβάσω ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ήθελα. Έκατσα λοιπόν το βράδυ να το διαβάσω και τελικά… ζήλεψα. Το επόμενο πρωί του απάντησα με σιγουριά: “Let’s do it!”

(…) Δεν θα πονέσει.

Η αναπνοή του σταμάτησε και η καρδιά του φρέναρε απότομα. Θεέ μου, τι ηρεμία… Κάποιος που πίστευε σε παράξενα φαινόμενα ίσως έλεγε ότι ο χρόνος στον περιορισμένο χώρο του δωματίου είχε σταματήσει. Suspended animation. Η ζωή είχε σταματήσει σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν από τον θάνατό του και θα έμενε έτσι παγωμένη αιώνια. Δεν θα ζούσε, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Αισθάνθηκε την ανάγκη να χαμογελάσει, να πανηγυρίσει γι’ αυτή την ελάχιστη νίκη του, αλλά φοβήθηκε ότι, αν κινηθεί, όλα θα τεθούν ξανά σε λειτουργία.

Δεν θα πονέσει.

Η επαφή της καυτής κάννης με το δέρμα του μετώπου του έκανε τον χρόνο να επιστρέψει στην κανονική ροή του. Σε μια τελευταία στιγμή καθαρής σκέψης, αναρωτήθηκε αν θα καταφέρει να ακούσει τον ήχο του πυροβολισμού, αν η ταχύτητα του ήχου είναι γρηγορότερη από τον θάνατο, και ίσως, εάν είχε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου παραπάνω, να μπορούσε να διακρίνει αν  ο ήχος που άκουσε ήταν ο πυροβολισμός ή κάποιο μηχανάκι που περνούσε απέξω.  Ωστόσο ο χρόνος του είχε  τελειώσει. (…)

Πάμε να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο. Καταρχάς αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Μίσος, τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να το κάνει. Το Κάστρο είναι η συνέχεια, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας που γράφει ο Γιαννίσης και θα άξιζε να έχετε διαβάσει το πρώτο. Τα καλό της υπόθεσης είναι πως δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε αυτό. Δηλαδή κι εγώ που ξέχασα εντελώς την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου με το Κάστρο. Γενική αίσθηση είναι πως αν και μου άρεσε πολύ το Μίσος, το Κάστρο το βάζω ένα σκαλί πιο πάνω. Στο θέμα των χαρακτήρων έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Ενώ πριν δηλαδή, τον Άντερς –τον κεντρικό ήρωα και επιθεωρητή της αστυνομίας- τον γούσταρα σαν χαρακτήρα, σε αυτό το βιβλίο αυτόματα ταυτίστηκα, μπήκα πιο πολύ στο πετσί του. Και οι ιστορίες όμως είναι πιο δεμένες και δεν είναι οι πολλές μικρές που θα μπορούσαν να σε αποπροσανατολίσουν. Υπάρχει η κεντρική ιστορία, αυτή που διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο δηλαδή, κάποιου που μπήκε σε ένα εμπορικό και σκότωσε εφτά άτομα και μετά από λίγες μέρες αυτοκτόνησε, αλλά και μια δεύτερη ιστορία, των εσωτερικών υποθέσεων διαφθοράς της αστυνομίας, η οποία δεν υστερεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος. Συνεχώς πάμε από τη μία ιστορία στην άλλη και βεβαίως στο τέλος ανακαλύπτουμε πώς συνδέονται.

(…) Σε μια επικίνδυνη κατάσταση, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ένας: ο χρόνος. Η εμπειρία του Άντερς τον δίδασκε πως στις περισσότερες περιπτώσεις τα περιθώρια σωτηρίας κυμαίνονται από πέντε μέχρι δέκα δευτερόλεπτα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει μέσα σε αυτό το διάστημα να επεξεργαστεί τα δεδομένα που παίρνει από τις πέντε αισθήσεις του και να δώσει τις κατάλληλες εντολές στους μυς, προκειμένου το σώμα να εκτελέσει τις κινήσεις που θα του επιτρέψουν να βγει από τη δύσκολη θέση. Αν ο χρόνος αντίδρασης είναι λιγότερος από τέσσερα δευτερόλεπτα, υπάρχει σοβαρή ελπίδα – σχεδόν βεβαιότητα. Στο σινεμά, το πρόβλημα της επεξεργασίας των δεκάδων λεπτομερειών έχει λυθεί με την τεχνική του slow motion. Ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή που ο Άντερς άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του Σίμον Λίνκβιστ, ευχήθηκε με κάποιον τρόπο αυτή η τεχνική να ίσχυε και για τη ζωή. Αρχικά άκουσε έναν κρότο, τον οποίο γρήγορα συσχέτισε με το πεσμένο σκαμπό, έπειτα από ένα γρήγορο σκανάρισμα της σκηνής, Έπειτα είδε το σώμα του Λίνκβιστ να κρέμεται από το σκοινί.

Που να πάρει. (…)

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε δύο σημεία που με έκαναν να ζηλέψω τον Γιαννίση. Καταρχάς η γλώσσα του. Είναι η γλώσσα που χαίρομαι να διαβάζω. Απλή και χωρίς επιτήδευση. Ακούγεται ίσως φυσικό και εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο, όμως σας βεβαιώ πως δεν είναι. Πάρα πολλοί συγγραφείς (για παράδειγμα δείτε εδώ) ίσως με το άγχος του να μην επαναλαμβάνονται και θεωρώντας πως έτσι θα καταφέρουν να κερδίσουν τους αναγνώστες τους, αρχίσουν να περιγράφουν σκηνές σαν ιστορίες του Βαρώνου Μυντχάουζεν! Ο Γιαννίσης από την άλλη ξέρει πότε να δώσει έμφαση στην περιγραφή, ακριβώς για να μπούμε στην ιστορία και στον αντίποδα ξέρει πότε να είναι γρήγορος και κοφτός, για να νιώσουμε την ένταση της στιγμής. Δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι οι τεχνικές του. Χρησιμοποιεί βασικά δύο τεχνικές, τη λεγόμενη cliffhanger και τη Show don’t tell. Η πρώτη είναι αυτή η αίσθηση στο τέλος ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου πως ο ήρωας κρέμεται από τον γκρεμό, μην ξέροντας αν θα σωθεί ή όχι. Την χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και μάλιστα δεν συνεχίζει την ιστορία στην αμέσως επόμενη παράγραφο, επίτηδες, για να τον τσιγκλήσει ακόμα περισσότερο. Η δεύτερη τεχνική είναι το να δείχνεις στον αναγνώστη παρά να του λες. Να τον κάνεις να βλέπει εικόνες ή να νιώθει συναισθήματα -όχι σε όλους ίδια!- παρά να του περιγράφεις εσύ τα δικά σου. Για παράδειγμα, άλλο είναι να πεις «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένας πολύ όμορφος ξανθός νέος» και άλλο είναι το «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένα παλικάρι ίδιος ο Μπραντ Πιτ (ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) στα νιάτα του!» Ξέρετε, αυτές και οι δύο δεν είναι τίποτα κρυφές τεχνικές. Όλοι -και αν όχι όλοι, οι πιο πολλοί συγγραφείς- τις γνωρίζουν. Μάλιστα το cliffhanger λέγεται πως το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το θέμα είναι ποιοι μπορούν να τις υλοποιήσουν σε τόσο ψηλό επίπεδο, όσο ο Γιαννίσης.

(…) Οι πνεύμονες του συσπάστηκαν,  οδηγώντας σε έναν επίμονο βήχα. Σε έναν επίπονο βήχα. Αισθάνθηκε το δωμάτιο να αδειάζει από αέρα. Όχι, ο αέρας εξακολουθούσε να γεμίζει τον χώρο· ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να τον αναπνεύσει. Άφησε τον αναπτήρα και το αλουμινόχαρτο να πέσουν στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος, προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Δύο αόρατα χέρια έσφιγγαν με δύναμη τον λαιμό του. Τουνελοειδής όραση. Έπεσε στο πλάι ανοιγοκλείνοντας το στόμα και με το σώμα του να συσπάται, σαν ψάρι στη στεριά. Το οξυγόνο δεν θα έφτανε ποτέ ξανά στο αίμα του Η ζαλάδα γέμιζε ορμητικά το κεφάλι του και το τούνελ άρχισε να κλείνει. Προτού το σκοτάδι τον τυλίξει, κατάφερε να δει για τελευταία φορά ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του στο σακουλάκι. Το σακουλάκι που δεν ήταν ζίπλοκ. Αν και οι Σομαλοί χρησιμοποιούσαν τέτοιου είδους σακουλάκια, έτσι ώστε να μη χάνεται ούτε κόκκος  μεθαμφεταμίνης. Αλλά το μυαλό του, μέσα στην αχλή του επερχόμενου θανάτου, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν όντως είχε αγοράσει τη μεθ σε τέτοιο σακουλάκι ή αν… Αλλά δεν είχε σημασία πια. Δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ ξανά την αγαπημένη του.

Αγαπημένη μου.

Σκοτάδι. (…)

Ο Γιαννίσης έχει ήδη γράψει δύο βιβλία, τελειώνει το τρίτο, είμαι σίγουρος πως σκέφτεται ήδη το τέταρτο, έχει κάνει πάρα πολλές μεταφράσεις και γενικά η ζωή του είναι μέσα στα βιβλία. Όταν λοιπόν μεγαλώσω και φτάσω στην ηλικία του -σε μείον δεκαπέντε χρόνια δηλαδή!- ελπίζω να καταφέρω να γράφω με την ίδια συνέπεια και την ίδια μαεστρία.🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10

* Να σας πω πως έχει μέσα ένα πολύ δυνατό soundtrack που θα ικανοποιήσει όλα τα γούστα, από Depeche Mode, Bee Gees, Beethoven μέχρι και Belinda Carlisle!

 

 

 

 

 

 

Δαιμόνιος Βάκχος – Αγγελική Ράδου, Αντώνης Αντωνιάδης

bakhosΠΗΡΑ στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με κάποιες επιφυλάξεις. Είδα τη λέξη ΘΡΙΛΕΡ στο εξώφυλλο, καθώς και δύο συγγραφείς (με τον έναν έχουμε και ίδιο επώνυμο) καθόλου σύνηθες για τα ελληνικά δεδομένα. Γύρισα στο οπισθόφυλλο, διάβασα την περίληψη και είπα να το ξεκινήσω.

Βρισκόμαστε στην Ξάνθη του σήμερα. Το βιβλίο ξεκινάει με μία νεαρή οδηγό η οποία σε μια στιγμή απροσεξίας, χτυπάει με το αυτοκίνητό της έναν γυμνό άνδρα που ήταν σκυμμένος στη μέση του δρόμου, κάπου μεταξύ Κομοτηνής και Καβάλας. Βγαίνοντας τρομαγμένη από το αυτοκίνητο, τον πλησίασε και παρατήρησε πως είχε ξεριζωμένα τα γεννητικά του όργανα! Είχε κακοποιηθεί μέχρι θανάτου από κάποιον! Ο (διπλά) δύστυχος άνδρας, ίσα που πρόλαβε να ψελλίσει μια κουβέντα και ξεψύχησε. «Σκύλλες… Πουτάνες…» ήταν οι τελευταίες του λέξεις.

(…) Ο νεκρός κειτόταν στο οδόστρωμα και το γεγονός ότι το σημείο του σώματος που έλκει σαν μαγνήτης το βλέμμα κάποιου που αντικρίζει έναν γυμνό άνδρα έλειπε, την οδήγησε στο να κολλήσει εκεί τη ματιά της.

Οι φωτογραφίες δεν ήταν δουλειά επαγγελματία μήτε ο φακός είχε εστιάσει στην πληγή ώστε να προσφέρει λεπτομέρειές της. Ίσως σ’ αυτό τον λόγο να οφειλόταν η ανείπωτη αποστροφή που προκαλούσαν. Φανέρωναν όλο το σώμα, το τσακισμένο από τη σύγκρουση πρόσωπο, τα μισάνοιχτα πόδια και το σπαραγμένο κομμάτι ανάμεσά τους. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο τις είχαν τραβήξει την έκανε να βλέπει τον δύστυχο νεκρό και να νιώθει άσχημα, σαν να έβλεπε κάποιον δικό της, γνωστό ή γείτονά της. Δεν ήταν εικόνες ενός τραύματος σε κάποιον άγνωστο και απρόσωπο άνδρα, αλλά το κακοποιημένο και βασανισμένο σώμα ενός συμπολίτη της.  (…)

Δύο είναι οι ήρωες της ιστορίας, ο υπαστυνόμος Φάνης Βασιλείου που αναλαμβάνει την υπόθεση και η δημοσιογράφος Αθηνά Σγουρού, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν σε μια υπόθεση ενός κυκλώματος μαστροπείας. Ο Φάνης χρειάζεται τις γνώσεις, τις επαφές, αλλά και την εχεμύθειά της, γιατί με τις πρώτες ενδείξεις, πιστεύει πως πίσω από το έγκλημα αυτό κρύβονται άνθρωποι του υπόκοσμου.

(…) Μπορεί ο κόσμος να συνέχιζε να σκοτώνει μαζικά στο όνομα της πίστης, του χρήματος και της κυριαρχίας, ωστόσο υποκριτικά εναντιωνόταν στην όποια βίαια μεμονωμένη λατρευτική πράξη. Σε κάθε γωνιά της γης σκοτώνονταν ή πέθαιναν δεκάδες χιλιάδες στον βωμό του κέρδους και του συμφέροντος, χωρίς αυτό να προκαλεί πραγματική συγκίνηση και άμεση παρέμβαση, αλλά ο θάνατος ενός και μόνο ανθρώπου για θρησκευτικούς λόγους ξεσήκωνε τους πάντες.  (…)

Στην πορεία των ερευνών της η Αθηνά, ανακαλύπτει τυχαία ένα παρόμοιο έγκλημα που είχε γίνει στην ίδια περιοχή, περίπου την ίδια περίοδο, αλλά πριν από πολλά χρόνια και καταλαβαίνει πως όσο και αν είναι δύσκολο, τα δύο αυτά εγκλήματα πρέπει κάπως να συνδέονται. Παράλληλα, τα στοιχεία από την νεκροψία δείχνουν πως το θύμα έχει δαγκωματιές σε όλο του το σώμα, σαν κάποιος να προσπάθησε να τον φάει. Όταν ο Φάνης παίρνει την τελική γνωμάτευση του Ιατροδικαστή πως οι δαγκωματιές αυτές προέρχονται από πολλά άτομα, καταλαβαίνει πως ο τρόμος μόλις έχει χτυπήσει την πόρτα της ήσυχης Ξάνθης…

Ενδιαφέρουσα ιστορία, με καλό ρυθμό. Στα θετικά της το ενιαίο ύφος, που δεν σε αφήνει να σκεφτείς πως πρόκειται για δύο συγγραφείς, που σημαίνει πως πέτυχε το εγχείρημα, καθώς και η αναπάντεχη και μάλλον ασυνήθιστη τροπή που παίρνει η πλοκή αρκετές σελίδες πριν το τέλος της, κυρίως όσον αφορά τους πρωταγωνιστές της. Επίσης, το μέγεθος για μένα είναι το ιδανικό (περίπου 300 σελίδες). Στα αρνητικά της, η -σε πολλά δυστυχώς σημεία- εξεζητημένη γλώσσα γραφής που πετυχαίνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Εκδόσεις Polaris. Βαθμολογία: 6/10

Σκοτεινή Τετάρτη – Νίκι Φρεντς

ΑΡΓΗΣΑ λίγο να ξεκινήσω τη σειρά βιβλίων του ζευγαριού (στη ζωή και τη συγγραφή) Νίκι Φρεντς και όχι μόνο αυτό, την έπιασα και από τη μέση. Ξεκινάω λοιπόν από την Τετάρτη, έχοντας την Πέμπτη στο ράφι να περιμένει και πιθανότατα την Παρασκευή για πιο μετά.

Ηρωίδα μας η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν η οποία έχει μόλις αναρρώσει από την προηγούμενη της περιπέτεια που παραλίγο να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή. Δεν έχει σκοπό να αρχίσει να εργάζεται και πάλι, αλλά χωρίς να το θέλει μπλέκεται ταυτόχρονα σε δύο ιστορίες: Στην εξιχνίαση του φριχτού θανάτου της Ρουθ Λένοξ, νοικοκυράς με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία και μητέρας τριών παιδιών, καθώς και στην αναζήτηση ενός κοριτσιού που είχε αναφέρει μέσω φίλων της μια περίεργη ιστορία σε σχέση με τον πατέρα της που την έβαζε να του κουρεύει τα μαλλιά. Για κάποιο λόγο αυτή η δεύτερη ιστορία την παρασύρει όλο και πιο πολύ σε κάτι άγνωστο απ’ το οποίο όμως δεν μπορεί να κάνει πίσω, παρ’ όλα τα εμπόδια που συναντά.

(…) «Κάνεις ακόμη θεραπεία;»

«Μόνο μερικά τσεκάπ», είπε η Φρίντα. «Από καιρό σε καιρό».

«Ήταν το πιο φριχτό, φριχτό πράγμα», συνέχισε η Ολίβια. «Στην αρχή νόμισα πως θα σε χάναμε. Ξέρεις, πριν από δύο βράδια είδα έναν εφιάλτη πάλι για όλα εκείνα. Ξύπνησα και έκλαιγα. Έκλαιγα στην κυριολεξία».

«Νομίζω ότι είναι χειρότερο για τους άλλους γύρω μου απ’ ό,τι ήταν για μένα».

«Θα πήγαινα στοίχημα πως αυτό δεν μπορεί να ισχύει», είπε η Ολίβια. «Λένε όμως ότι όταν σου συμβαίνουν πράγματα που είναι στ’ αλήθεια φριχτά, τότε παύεις να τα αισθάνεσαι σαν πραγματικά και τα νιώθεις πια σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο».

«Όχι», είπε σιγανά η Φρίντα. «Το ένιωθα σαν κάτι που συνέβαινε σ’ εμένα».  (…)

Ο Κάρλσον, ο ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση της Λένοξ, ζητά τη βοήθεια της Φρίντα, αν και ξέρει πως ακόμη δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Επίσης, του έχει ζητήσει –ή καλύτερα διατάξει!- ο διοικητής του, να συνεργάζεται πλέον με άλλον ψυχολόγο στις αστυνομικές υποθέσεις. Ο Κάρλσον όμως εμπιστεύεται μόνο τη Φρίντα.

(…) Η Φρίντα πήγε και στάθηκε στο παράθυρο που κοιτούσε στον κήπο. Γύρω από το δέντρο με τα φρούτα υπήρχε πλήθος λουλουδιών, και σε ένα κομμάτι που το έλουζε ο ήλιος καθόταν μια γάτα.

«Δεν υπάρχει εδώ μέσα τίποτα που εκείνη να μην ήθελε να δουν οι άλλοι», είπε τελικά.

«Τι εννοείς;»

«Πάντοτε λέω πως κανενός η ζωή δεν θα άντεχε το φως των προβολέων σε κάθε της γωνίτσα».

«Όμως;»

«Όμως, απ’ όλα όσα μου λες και απ όλα όσα είδα και μόνη μου, η δική της ζωή φαίνεται να ήταν απόλυτα έτοιμη για το φως των προβολέων, δεν νομίζεις; Σαν αυτό το σπίτι να ήταν μια σκηνή».

«Μια σκηνή για ποιο πράγμα;»

«Για το ανέβασμα του έργου “πόσο καλή είμαι”».

«Υποτίθεται πως εγώ ήμουν ο κυνικός. Θέλεις να πεις ότι πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο καλός;»

«Είμαι θεραπεύτρια, Κάρλσον. Ασφαλώς και το πιστεύω αυτό. Πού είναι λοιπόν τα μυστικά της Ρουθ Λένοξ;» (…)

Η Φρίντα χωρίς να το επιδιώκει, γνωρίζει αλλά και συνδέεται με τα τρία παιδιά της Λένοξ. Η ανιψιά της είναι φίλη με τον μεγάλο γιο της Λένοξ. Προσπαθεί να τα βοηθήσει, παράλληλα με το να ορθοποδήσει με τη δικιά της ζωή. Ο φίλος της ο Σάντι την περιμένει άλλωστε στην Αμερική. Η Φρίντα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Είναι χαμένη. Αισθάνεται μπουχτισμένη με όλα. Σκέφτεται να χωρίσει με τον Σάντι και να τα παρατήσει όλα. Όμως… αυτή η ιστορία που έμαθε για το κορίτσι που έκοβε τα μαλλιά του πατέρα της, την ενοχλεί. Την ενοχλεί τόσο που την κινητοποιεί και της θυμίζει πως ό,τι και να κάνει, πάνω απ’ όλα η ζωή της είναι αφιερωμένη στο να βοηθάει αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει αυτό το κορίτσι, γιατί καταλαβαίνει πως χρειάζεται τη βοήθεια της.

(…) Στράφηκε μακριά του και τυλίχτηκε ολόκληρη με το σκέπασμα έτσι που δεν μπορούσε πια να δει παρά το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Είδε το στηθόδεσμο της κρεμασμένο στη μια άκρη του κρεβατιού. Τη σκέφτηκε να τον φορά το πρωί της προηγούμενης μέρας και μετά να τον βγάζει το βράδυ που πέρασε. Ένιωσε μια παρόρμηση να χωθεί πάλι στο κρεβάτι και να τραβήξει επάνω του το σκέπασμα και να τα πει όλα στη Σάντρα, να της εξηγήσει τι αισθανόταν, για ποιο λόγο όλο αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους ήταν λάθος, για ποιο λόγο δεν ήταν κατάλληλοι ο ένας για τον άλλο και γιατί εκείνος δεν ήταν κατάλληλος για καμία. Αλλά αυτό δεν θα ήταν δίκαιο για τη Σάντρα. Της είχε ήδη κάνει αρκετά.

Βγήκε έξω, στον ήσυχο δρόμο. Υπήρχε ένα μακρινό βουητό από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, όμως αυτό που κυρίως ακουγόταν ήταν το τραγούδι των πουλιών παντού γύρω του, κι αυτό που έβλεπε ήταν ένας γαλανός ουρανός και η πρώτη λιακάδα της ημέρας. Όλα έμοιαζαν να είναι λάθος. Θα έπρεπε να βρέχει και να κάνει κρύο και ο ουρανός να είναι γκρίζος. (…)

Κλασικό αστυνομικό θρίλερ που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους. Ναι, είναι και αυτό ογκώδες😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία: 7/10

Το άλλο μου ολόκληρο – Τασούλα Επτακοίλη

7koilh to alloΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα πριν λίγες μέρες. Αν και θα ακουστεί κλισέ αυτό που θα γράψω, μου φάνηκε ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Ο τύπος που θα ήθελες να κάνεις παρέα, ειλικρινής, φιλεύσπλαχνος, αγαπούσε πολύ τα ζώα και ειδικά τις γάτες. Είχαμε και το ίδιο μαύρο Moleskin τσέπης για να κρατάμε σημειώσεις όπου βρεθούμε. Στην αρχή μου εκμυστηρεύτηκε πως ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, μα γρήγορα κατάλαβε πως το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει αλήθειες. Του άρεσαν όμως και πολλά άλλα, όπως π.χ. τα Arduino boards, ο Παπάζογλου και το να μαγειρεύει, αλλά κατά προτίμηση χωρίς να πλύνει μετά τα πιάτα. Και ήταν ερωτευμένος με την Τασούλα. Το μόνο ελάττωμα που του βρήκα ήταν ότι… πλέον δεν ζει.

Ηρωίδα της ιστορίας μας η Τασούλα,  η γυναίκα του Κώστα. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Θα έκλειναν σχεδόν 24 χρόνια μαζί, αλλά ο Κώστας πέθανε. Και την άφησε μόνη της. Και όλοι της έλεγαν πως ο χρόνος θα την γιατρέψει και πως ο Κώστας είναι παντού γύρω της. Και η Τασούλα έλεγε πως δεν θα γιατρευτεί και πως δεν βλέπει τον Κώστα γύρω της. Και τότε κάποιος της είπε πως κοιτάει λάθος, ο Κώστας είναι μέσα της. Μαλακίες, σκέφτηκε. Ο Κώστας πέθανε και απλώς δε την πήρε μαζί του. Και έτσι είναι. Και θα είναι.

(…) Οι περισσότεροι νομίζουν πως τα μεγάλα, τα δήθεν σπουδαία –όπως τις εμβριθείς, βαθυστόχαστες συζητήσεις- νοσταλγείς όταν χάνεις έναν δικό σου. Μαλακίες. Τα ασήμαντα μου λείπουν περισσότερο. (…)

Η Τασούλα άρχισε να γράφει ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερε τότε για ποιο λόγο το έκανε. Ίσως για να αισθανθεί καλύτερα, να εκτονωθεί. Ίσως για να ανατρέχει σε αυτό όταν θα έχει περάσει ο καιρός και θα έχει ξεχάσει τις λεπτομέρειες, όπως τώρα έχει ξεχάσει -αν είναι ποτέ δυνατόν- τις τελευταίες λέξεις που αντάλλαξαν πριν πεθάνει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως αυτό γίνει ένα βιβλίο. Γιατί; Γι’ αυτόν. Για τους φίλους του. Για την οικογένειά του. Για εμάς που δεν τον ξέραμε. Για την ίδια.

(…) Έχω ένα λεξικό στο κομοδίνο μου. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, το ξεφυλλίζω. Ψάχνω λέξεις που να ταιριάζουν με τον θάνατό σου, να μπορούν να τον περιγράψουν, να σηκώσουν το βάρος του. Έχω κάνει μια λίστα. Ολοένα και μακραίνει.

Αβάσταχτος.

Αδιανόητος.

Αμείλικτος.

Ανέκκλητος.

Απροσδόκητος.

Αφόρητος.

Βασανιστικός.

Επώδυνος.

Ισοπεδωτικός.

Οδυνηρός.

Οριστικός.

Παράλογος.

Παραλυτικός.

Πικρός.

Σκληρός.

Σπαρακτικός.

Συγκλονιστικός.

Συντριπτικός.

Κάθε βράδυ νέα λήμματα μπαίνουν στη «συγκομιδή» της απώλειας. Αλλά πάντα στο Άλφα επιστρέφω.

Άδικος.

Πάνω απ’ όλα ο θάνατός σου ήταν άδικος. Αυτή η λέξη φωλιάζει στον ύπνο μου και σπέρνει εφιάλτες. (…)

Απώλεια. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Κάποιον που δε θα ξαναβρούμε. Μια γιαγιά, έναν αδελφό, μια μάνα, έναν κολλητό. Όλοι ξέρουμε το συναίσθημα, αλλά κανένα συναίσθημα δεν είναι το ίδιο. Κι όμως η συντριβή φαίνεται στα υγρά μάτια. Φαίνεται όταν πλησιάζεις το πρόσωπο και φιλάς τον συνένοχο, όταν ακουμπάτε τα μάγουλα και του λες ένα γλυκόλογο, μια τρυφερή κουβέντα παρηγοριάς. Κι ας είναι ψέμα. Κι ας το ξέρετε και οι δύο, Τασούλα μου.

(…) Χθες βράδυ -δεν ξέρω πώς μου ήρθε- έβγαλα τη βέρα μου, λίγο πριν πέσω για ύπνο. Την κράτησα στην παλάμη μου για μερικά λεπτά κι έπειτα την ακούμπησα σ’ ένα ραφάκι στο σαλόνι. Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και το αριστερό μου χέρι ασυναίσθητα ψηλάφισε το δεξί. Βρήκε το «αυλάκι» στο δάχτυλό μου αλλά έλειπε η γνώριμη αφή του μετάλλου. Σηκώθηκα κι έτρεξα αλαφιασμένη στο σαλόνι. Τη φόρεσα κι όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Ξάπλωσα ξανά ανακουφισμένη, έκλεισα τα μάτια και σχημάτισα την εικόνα σου. Ήσουν δίπλα μου στο κρεβάτι, δεν κοιταζόμασταν αλλά κρατιόμασταν από το χέρι. Κουβεντιάζαμε και γελούσαμε. Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που ξεφλέβιζαν αγάπη και τρυφεράδα. Που γυρνούσες ξαφνικά, με αγκάλιαζες σφιχτά και μου έλεγες «Είσαι το άλλο μου ολόκληρο». (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: Ν/Α