Οι ψιθυριστές – Τζον Κόνολι

Διαβάζω καθημερινά, αλλά ο χρόνος που διαβάζω όλο και συρρικνώνεται, και μαζί ακολουθούν οι ανοχές και αντοχές μου. Η απορία μου όμως είναι διαχρονική: Πώς γίνεται βιβλία που εκθειάζονται από daily mail, guardian, the times, ακόμα και από συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς, εμένα να με αφήνουν αδιάφορο;

Η ιστορία: Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Τσάρλι Πάρκερ, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια αυτοκτονία ενός βετεράνου στρατιωτικού και οδηγείται έτσι σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου από ομάδα πρώην στρατιωτικών, όπου το φορτίο που διακινούν φαίνεται να είναι πολύ πιο μεγάλο και τρομαχτικό απ’ όσο πίστευαν στην αρχή. Ο Πάρκερ βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά αυτοκτονιών μέσα στην ομάδα και καταλαβαίνει πως το φορτίο αυτό, εκτός της ανυπολόγιστης αξίας του, είναι και θανατηφόρο…

Ναι, ο Κόνολι ξέρει να γράφει, αλλά το ξέχασα πριν καν τελειώσω την τελευταία σελίδα, η ανατροπή του με βρήκε να χασμουριέμαι και τον επίλογο δε θυμάμαι καν αν τον διάβασα. Ίσως φταίει το γεγονός πως η όλη αυτή η πώρωση των Αμερικανών με τον στρατό, το Βιετνάμ, το Ιράκ 1, το Ιράκ 2 και τις ενοχές τους ή μη, πλέον δε με ελκύει. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Μου φαίνεται όμως πως το επόμενο θα είναι κανένα σκανδιναβικό, να ισιώσω…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5,5

Advertisements

Σαν φωτογραφία θολή, εκτός εστίασης

ΠΡΙΝ οκτώ χρόνια και κάτι μέρες με πήρε η μάμμα μου τηλέφωνο για να μου πει ότι πέθανε η Ρένα. Δε χρειαζόταν να μου πει κάτι παραπάνω, για να καταλάβω ποια Ρένα. Και το τελευταίο ίχνος απορίας μου εξαφανίστηκε ακούγοντας τη σπασμένη φωνή της, την ώρα που μου το ανακοίνωνε. Με δυσκολία μού είπε κλείνοντας πως θα πήγαιναν το βράδυ απ’ το σπίτι του Τίτου και αν ήθελα να πήγαινα κι εγώ μαζί.

Ήθελα.

Με το που μπήκα στο σπίτι, υπήρχε ήδη πάρα πολύς κόσμος. Δυνατά φώτα, σούσουρο. Έψαξα δεξιά αριστερά, είδα τους δικούς μου. Προχώρησα, αγκάλιασα τον Τίτο. Χαμογέλασα. Δε θυμάμαι να του είπα κάτι. Ούτε καν συλλυπητήρια. Ή μήπως του είπα; Πλησίασε ο παπάς μου. «Τα παιδιά είναι δίπλα», μου είπε. «Πήγαινε κι εσύ, αν θες, να δεις τις φίλες σου…»

Βγήκα έξω στον διάδρομο και πήγα ακριβώς δίπλα. Η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική. Πιο χαμηλός φωτισμός, πηγαδάκια, ποτά, ένας ανοιχτός υπολογιστής. Μου θύμισε άφτερ πάρτι σκηνικό, όπου έχουν μείνει μόνο οι πιο στενοί φίλοι να μαζέψουν και να κάνουν τον απολογισμό της ξέφρενης βραδιάς. Στοίχημα αν αναγνώρισα τρία ή τέσσερα άτομα.

Είδα τη Δάφνη. Ήταν με κάποιες φίλες της μαζί. Έβλεπα τον τρόπο που την πρόσεχαν. Κάθε λίγο και λιγάκι, άπλωναν το χέρι και τη χάιδευαν. Ήθελαν να την κάνουν να νιώσει καλύτερα. Η Δάφνη δεν ήθελε να νιώσει καλύτερα. Δεν ήθελε καν να την ακουμπούν.

Είδα και την Αλεξάνδρα. Ήταν όρθια και μιλούσε σε μια παρέα. Ίσως έλεγε για τις τελευταίες στιγμές, γι’ αυτά που δεν πρόλαβε να πει στη μάνα της. Από την άλλη, μου φάνηκε πως έλεγε ότι είχε προλάβει να της πει πόσο την αγαπά και πόσο θα της λείψει.

Έκανα ένα βήμα για να τους μιλήσω, αλλά οι λέξεις είχαν σκαλώσει. Δεν είχα λόγια να τους πω, κάτι χαζό ή έστω τυπικό. Κάτι, οτιδήποτε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ανήκα εκεί. Δεν είχα πάει να συλλυπηθώ. Δεν είχα πάει ως φίλος των παιδιών, όπως νόμιζα στην αρχή. Οι φίλοι τους άλλωστε ήταν ήδη εκεί, μαζί τους. Έκανα πίσω και κυκλοφόρησα ακόμα λίγο σαν άγνωστος, ανάμεσα στον κόσμο. Συνειδητοποίησα πως τελικά είχα πάει γιατί αγαπούσα τη Ρένα. Την πιο όμορφη και χαμογελαστή φίλη των γονιών μου. Τη Ρένα που έφτιαχνε την καλύτερη «μακαρονάδα του Τίτου», που χόρευε με τον πατέρα μου κοιτάζοντας τον Τίτο κλεφτά. Γύρισα, φίλησα τη Δάφνη και την Αλεξάνδρα κι έφυγα. Δε θυμάμαι να τους είπα κάτι. Ίσως κατάφερα να πω κάτι τυπικό. Ίσως πάλι, όχι.

Τώρα, οκτώ χρόνια μετά, κάθομαι εδώ και προσπαθώ να θυμηθώ, να ανασύρω μνήμες. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, ξεχνάω πράγματα. Μπερδεύω αν η Ρένα έφτιαχνε υπέροχα σουτζουκάκια ή μήπως ήταν ντολμαδάκια, αν μας κέρδιζε στα επιτραπέζια ή μήπως ήταν ο Τίτος, αν της άρεσε να κάθεται δίπλα στο τζάκι όταν βλέπαμε το White Christmas στο πατρικό μου, ή την έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Σαν να κρατάω στο χέρι μια φωτογραφία, όπου όλες οι λεπτομέρειες διακρίνονται κανονικά, εκτός από το σημείο που απεικονίζεται εκείνη. Σαν φωτογραφία, όπου εκεί ακριβώς που είναι η Ρένα, γίνεται θολή και εκτός εστίασης. Πάντως σίγουρα διακρίνω πως είναι ακόμα όμορφη και χαμογελαστή, όπως μου αρέσει να τη θυμάμαι.

Κουμπάρος εγγύηση

(Το είχα πρωτοποστάρει στο Facebook στις 4/10/2017, αλλά επειδή εκεί θα χαθεί, το αναδημοσιεύω και εδώ)

Πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, αποφασίσαμε με τον Κλέαρχο να πάμε να παίξουμε μαζί μπάσκετ σε μια ομάδα Δ’ Αθηνών. Δεν είχαμε αυταπάτες: ήταν η μόνη που θα μας δεχόταν. Ο Κλέαρχος έπαιζε βασικός, ενώ εγώ -ακόμη κι εκεί- παγκίτης ήμουν. Έπαιζα -τρόπος του λέγειν- στις θέσεις 2-3 (“ελ” που λέγαμε τότε) με ατού τις διεισδύσεις, μιας και σουτ δεν είχα. Ο Κλέαρχος ήδη εργαζόταν ως προπονητής μπάσκετ και δούλευε τότε σε μια ομάδα Γ’ Εθνικής. Ένα πρωινό Σαββάτου μού λέει να πάμε μαζί σε μια ατομική προπόνηση με δύο παίχτες του. Όπως κάθομαι και παρακολουθώ, μου λέει να μπω μέσα να βοηθήσω στην προπόνηση, να παίξουμε μονό. Ο Κλέαρχος είναι γύρω στο 1.85 και θηρίο. Τα άλλα δυο παιδιά, ακόμα πιο ψηλά και δυνατά. Τι να κάνω ο κακομοίρης… Θα με φάνε λάχανο, σκέφτομαι. Μπαίνω στο γήπεδο σέρνοντάς τα πόδια μου και μου λέει ο Κλέαρχος πως θα παίξουμε οι δυο μας εναντίον τους. Δύο παίχτες Δ’ Αθηνών (εγώ ανάθεμα κι αν είχα ποτέ πατήσει μέσα από τις γραμμές του γηπέδου σε αγώνα) εναντίον δύο παιχτών Γ’ Εθνικής! Κοκκαλώνω! Αισθάνομαι σαν τον Έλμερ Φαντ στο Space Jam την ώρα, που είδε τα τέρατα να μπαίνουν στο γήπεδο! Ξεκινάμε και έχουμε μπάλα. Ο Κλέαρχος μου τη δίνει και μου κάνει σκριν. Πού να μπω μέσα; Θα πέσει η τάπα σύννεφο. Σουτ δεν έχω, αλλά τι να κάνω; Δεν έχω άλλη επιλογή. Σουτάρω. Στεφάνι κι έξω. Παίρνουν οι άλλοι μπάλα κι αρχίζει ο βομβαρδισμός. Πάσα, σκριν, σουτ και μέσα! Όταν καμιά φορά παίρναμε εμείς μπάλα, ο Κλέαρχος δε σούταρε, αλλά προσπαθούσε να με βγάλει αφύλαχτο να σουτάρω. Εγώ, βεβαίως, τα έχανα.

Τελειώνει το μονό και καθόμαστε. Εκνευρισμένος ρωτάω τον Κλέαρχο γιατί μου έδινε συνέχεια να σουτάρω και μου απαντάει πως μου έδινε απλώς γιατί εγώ είμαι ο σουτέρ της ομάδας. Αν δε σούταρα εγώ, ποιος θα το έκανε; Δεν έχει καμία σημασία που δεν τα βάζω. Αυτός θα συνεχίσει να με βγάζει ελεύθερο να σουτάρω. Αυτή είναι η δουλειά του και το να σουτάρω είναι η δική μου. «Είσαι σουτέρ», μου λέει και με σπρώχνει μέσα για τη ρεβάνς.
Οκέι, προφανώς και ξαναχάσαμε. Περιγράφω αληθινή ιστορία, όχι γλυκανάλατο διήγημα με χάπι εντ. Αλλά στο τέλος του μονού και αφού είχα βάλει καμιά δεκαριά καλάθια, ο αντίπαλός μου μου έκανε χάι φάιβ και με ρώτησε αν παίζω σε κάποια ομάδα Α’ Αθηνών. Αυτό και μόνο που μου είπε, ήταν για μένα καλύτερο και από νίκη.
Τέτοια παραδείγματα με τον Κλέαρχο έχω πολλά και από το μπάσκετ και από την κοινωνική μας ζωή, μιας και γίναμε κολλητοί και τελικά τον πάντρεψα. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να σε εμψυχώσει και να σε στηρίξει. Ο άνθρωπος που ξέρεις πως θα είναι δίπλα σου μια ζωή. Αν έχετε παιδιά και μένετε κοντά στην Παλλήνη, πηγαίνετέ τα στον ΓΣ Παλλήνης να μάθουν μπάσκετ. Ο Κλέαρχος εκτός από μπάσκετ, θα τα διδάξει και τον τρόπο να αισθάνονται δυνατά και σίγουρα για τον εαυτό τους, θα τα γεμίσει αυτοπεποίθηση. Και δεν τα λέω όλα αυτά επειδή είναι κουμπάρος μου. Τα λέω όλα αυτά για να σας εξηγήσω τον λόγο για τον οποίο έγινε κουμπάρος μου.

Μία εικόνα, άπειρες λέξεις

ΞΕΚΙΝΗΣΑ πρόσφατα να βλέπω το Τ2 Trainspotting. Και λέω ξεκίνησα, γιατί μόλις είδα το συγκεκριμένο πλάνο, κοκάλωσα. Κυριολεκτικά.

Ένα καρέ, ένας φωτισμός, μια σκιά, μια ατάκα και ειπώθηκαν όλα, για το πριν, το τώρα και το μετά. Για την απουσία της.

(Πώς, αλήθεια, το κάνεις αυτό σε ένα βιβλίο; Πώς;)

Τρεις όροφοι – Εσκόλ Νεβό

ΤΡΕΙΣ όροφοι, τρία διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία, τρία δράματα, τρεις ιστορίες γραμμένες σε δεύτερο πρόσωπο. Ο Αρνόν, που προσπαθεί να δικαιολογηθεί στον φίλο του για τους λόγους που τον ώθησαν  να στείλει στο νοσοκομείο τον ηλικιωμένο γείτονά του, επειδή ήταν σίγουρος (!) πως κακοποιούσε την μεγάλη του κόρη, η “χήρα” Χάνι, με τον άντρα της που συνεχώς λείπει σε επαγγελματικά ταξίδια και η οποία γράφει γράμμα στην κολλητή φίλη της για να της πει για τον κυνηγημένο απ’ όλους κουνιάδο της, που βρήκε κρυψώνα στο σπίτι της (ή μήπως το φαντάστηκε;) και τέλος η Ντβόρα, που απευθύνεται στον νεκρό άντρα της, ηχογραφόντας μηνύματα στον αυτόματο τηλεφωνητή του σπιτιού τους, προσπαθώντας να του μιλήσει για το νέο ξεκίνημα στη ζωή της, τη γνωριμία της με τον Αβνέρ και το πώς την κατάφερε να του πει για τον γιο της, τον Αντάρ, να του αποκαλύψει το γιατί δεν έχουν εδώ και χρόνια καμία επαφή και να του περιγράψει την τραγική σκηνή που έπρεπε να μείνει για πάντα και από όλους, κρυφή…

 

Εξαιρετική αφήγηση, η κάθε ιστορία πιο δυνατή από την άλλη, με αποκορύφωμα την τελευταία, την ιστορία της πρώην δικαστίνας Ντβόρα. Ο τρόπος που ξεδιπλώνεται το -πάντοτε- οικογενειακό δράμα είναι μοναδικός.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.

Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10

 

Για τον ντελιβερά…

ΔΟΥΛΕΨΑ δυο χρόνια ντελιβεράς. Αυτό όμως ήταν πριν περίπου 20 χρόνια. Ήταν Νοέμβριος του 1997 όταν έπιασα δουλειά στην Pizza-Hut. Ο πρώτος συνάδελφος που με υποδέχτηκε μού είπε μόνο ένα «τη χειρότερη εποχή διάλεξες, φίλε». Και κατάλαβα τι εννοούσε, όταν το ίδιο βράδυ έγινε κατακλυσμός. Όσο προετοιμασμένος και να είσαι, τα νερά μετά από ώρα στη βροχή, περνάνε τη χιλιοφορεμένη νιτσεράδα. Δεν έβλεπα τίποτα με το κλειστό και θολωμένο κράνος, τα χέρια και τα πόδια μου είχαν παγώσει και ήξερα πως αυτό δεν έχει τελειωμό. Δεν είναι ότι τρως μια βροχή και μετά πας σπίτι να αλλάξεις. Απλώς τρως βροχή. Συνεχώς. Για ώρες. Γιατί, όσο πιο πολλή βροχή, τόσο πιο πολλή δουλειά. Αν είναι και καμιά μεγάλη γιορτή μαζί ή κανένας αγώνας, ακόμα περισσότερη.

Με τον πρώτο μου μισθό αγόρασα δική μου νιτσεράδα (μια πράσινη απ’ το Praktiker, ακόμα την έχω) και γαλότσες. Θυμάμαι ακόμα και τώρα το γέλιο που έριξα στην επόμενη βροχή! Γελούσα! Αλήθεια, γελούσα από χαρά. Κορόιδευα τη βροχή και φώναζα «Βρέξε τώρα όσο θες ρε!». Αλλά η βροχή ήταν μόνο ένα από τα θέματα. Χαλάζι, αέρας, παγωνιά, χιόνια το χειμώνα, καύσωνας το καλοκαίρι, κυνηγητά από σκυλιά, υποτιμητικές συμπεριφορές… και όλα αυτά προσπαθώντας συνεχώς να είσαι όλο και πιο γρήγορος και αποτελεσματικός, να πας όσο πιο πολλές παραγγελίες, να βγάλεις πιο πολλά φιλοδωρήματα, μιας και – μη γελιόμαστε- τα λεφτά μας ουσιαστικά από κει προέρχονταν. Και βέβαια ήταν και τα ατυχήματα. Όλοι μας είχαμε τρακάρει. Όλοι. Όλοι. Άλλοι πιο λίγες φορές, άλλοι περισσότερες. Άλλοι τη γλίτωσαν με μερικούς μώλωπες και γρατζουνιές και άλλοι με σπασμένα πόδια και κεφάλια. Είχαμε και γνωστούς μας που δε γλίτωσαν…

Είναι πάρα πολύ δύσκολη, πιεστική και επικίνδυνη δουλειά, ειδικά αν σκεφτείς πόσες ώρες και υπό ποιες συνθήκες καλείται συνήθως ο ντελιβεράς να δουλέψει. Γι’ αυτό, αν και έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε που σταμάτησα το 1999, έχω ακόμα αρκετούς φίλους από εκείνη την περίοδο. Κι άμα δω τυχαία κάποιον στο δρόμο, δε λέμε απλώς ένα “γεια”, αλλά αγκαλιαζόμαστε. Γιατί, αλήθεια, περάσαμε πολλά μαζί.

Εμείς όμως τουλάχιστον τα περάσαμε. Ας βοηθήσουμε τα τωρινά παιδιά να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες. Δεν ξέρω πώς. Όπως μπορεί ο καθένας. Ας ενώσουμε τη φωνή μας με τη δική τους. Ας δώσουμε στην τελική αν μπορούμε και κανένα φιλοδώρημα παραπάνω.

Πώς άσπρισες έτσι;

ΟΤΑΝ με το ένα μου μάτι πρωτοείδα το φως του μάταιου τούτου κόσμου, κατάλαβα αμέσως πως οι γονείς μου σκέφτηκαν πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να με αφήσουν εκεί που είμαι και να εξαφανιστούν. Κάτι στο βλέμμα της μάνας μου ή ίσως του πατέρα μου… Δε θυμάμαι, πάνε και χρόνια από τότε. Βέβαια, για να τους δώσω και λίγο δίκιο, πρέπει να σας μιλήσω για την εμφάνισή μου ως νεογέννητο. Είχα πολλά και σγουρά μαλλιά, τρίχες και στα δύο μάγουλα, το ένα μάτι μου ήταν κλειστό, τα αυτιά μου ήταν -και είναι- λίγο σαν του Ντάμπο, ενώ για «κερασάκι», είχα έναν ολόμαυρο κώλο. Ναι, καλά διαβάσατε. Μαύρο κώλο. Κατάμαυρο. Πίσσα.

Οι γιατροί προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους γονείς μου, αλλά πού να το καταφέρουν. Η γιαγιά μου δεν ήθελε καν να με πάρει αγκαλιά. Μαρτυρίες αναφέρουν πως κορδώθηκε και είπε κατά λέξη: «Ήνταν πον’ τούτον;» Η παιδίατρος που ήρθε την επόμενη μέρα, τους είπε να μην ανησυχούν. «Δεν είναι ότι θα μεγαλώσει και θα γίνει κύκνος», συνέχισε, «αλλά να, μια νύφη θα βρείτε να τον παντρέψετε. Οι τρίχες στα μάγουλα θα πέσουν, το βλέφαρο θα ανοίξει, κι αν είστε θρησκευάμενοι, τώρα ήρθε η ώρα να προσευχηθείτε να μη μεγαλώσουν άλλο τ’ αυτιά του παιδιού. Όσο για τον μαύρο κώλο, θα απλωθεί», κατέληξε. «Τι θα απλωθεί;» ρώτησε η μάνα μου με αγωνία. «Η μελανίνη. Είναι όλη συσσωρευμένη εκεί και σιγά-σιγά θα απλωθεί», τους απάντησε. «Ο Δωρής σας θα γίνει μαυρής». Ευτυχώς είχε δίκιο σε όλα η παιδίατρος. Ή καλύτερα, σχεδόν σε όλα: Η μελανίνη απλώθηκε μεν, αλλά όχι εντελώς. Δεν μπορώ να δω καλά τον κώλο μου αν ακόμα είναι πιο μαύρος, αλλά θα στοιχημάτιζα πως είναι. Αλλιώς δεν ξέρω πώς να εξηγήσω αυτό που παθαίνω τα καλοκαίρια.

Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, κάθε Σεπτέμβρη που άρχιζαν τα σχολεία και επιστρέφαμε από τις διακοπές, με το που με έβλεπαν οι φίλοι μου μου έλεγαν, «Πόπο ρε φίλε! Πώς μαύρισες έτσι;» Οκέι, προφανώς κι όλοι είχαμε μαυρίσει. Άλλοι λίγο, άλλοι πιο πολύ. Μόνο που εγώ η αλήθεια είναι πως είχα κάψει το φιλμ. Κανείς δεν μπορούσε να με φτάσει σε μαύρισμα. Εγώ και οι Κενυάτες, το ένα και το αυτό. Περίμενα τέλος χειμώνα – αρχές άνοιξης, για να μαζευτεί πίσω η μελανίνη μου. Να μείνω εκτός έντονου ήλιου για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα δηλαδή, ώστε να μου φύγει λίγο η μαυρίλα. Και μετά, με τους πρώτους ανοιξιάτικους ήλιους, πάλι τα ίδια. Θυμάμαι ένα παιδί είχε έρθει πρώτη χρονιά στο σχολείο μας και με ρώτησε σε κάποια φάση αν κάνω σκι. «Από πού κι ως πού, σκι;» τον ρώτησα. «Επειδή κι εγώ μαυρίζω όποτε πάω για σκι», μου εξήγησε «ξέρεις, απ’ τις αντανακλάσεις του ήλιου στο χιόνι…»

Φοιτητής πια, ανέβαινα χαράματα Θεσσαλονίκη με την κλινάμαξα. Έξι η ώρα το πρωί φτάνω κατάκοπος έξω από το σπίτι μου. Ξαφνικά μια γυναίκα μου κλείνει τον δρόμο. «Τι πουλάς;» μου λέει. Όπως κάθε ετοιμόλογος άνθρωπος, όλα τα ωραία που θα μπορούσα να της απαντήσω, τα σκέφτηκα πολύ αργότερα. Εκείνη την ώρα, σήκωσα απλώς το βλέμμα. «Ορίστε;» κατάφερα και ψέλλισα. «Τι πουλάς;» μου ξαναλέει και μου δείχνει το σακ-βουαγιάζ που είχα στην πλάτη. «Αλήθεια τώρα; Με ρωτάς αν πουλάω κάτι;» τη ρώτησα. Με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός, σήκωσε το χέρι, έκανε μια κίνηση σαν να διώχνει μύγες πάνω απ’ το φαγητό και προχώρησε. Εγώ έμεινα δυο λεπτά ακόμα στον δρόμο και μετά μπήκα στο σπίτι μου, όπου άρχισα να την «ταπώνω» σε αλεπάλληλους εσωτερικούς διαλόγους.

Μεγάλωσα, βρήκα και νύφη με τη μυωπία και με όλα της. Έμεινε έγκυος. Λίγο πριν γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος, για να μην τρομάξει την έπιασα και της είπα τον καημό μου. Ήθελα να μην ανησυχεί που το παιδί θα βγει μαύρο. Δεν χρειαζόταν να επαναληφθούν οι δραματικές σκηνές με τα δικά μου γεννητούρια. «Το μαύρο πάντα υπερισχύει», της είπα με τη σιγουριά που ο Δαρβίνος μιλούσε για τη φυσική επιλογή. Και εμφανίστηκε ο Αντρέας με σταρένια επιδερμίδα και καστανοκόκκινα μαλλιά (Μια φίλη που μας επισκέφτηκε στο μαιευτήριο θυμάμαι, μου είχε πει να μεγαλώσω το παιδί σαν να είναι δικό μου). Περίπου δυο χρόνια μετά, περιμένουμε την άφιξη του Γιάννη. Ίδια κουβέντα. «Αγγελική, την πρώτη φορά δεν έπιασε, αλλά να είσαι σίγουρη πως δεύτερη φορά δεν παίζει να ξαναγίνει…» Κι εμφανίζεται ο Γιάννης με ολόιδια χρώματα όπως ο αδελφός του. Τι έγινε; σκέφτηκα. Πάει το μαύρο μου, ξέφτισε; Πέρασ’ η μπογιά μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ επειδή τα παιδιά δεν πήραν από μένα και βγήκαν όμορφα ή αν έπρεπε να κλάψω για τη δεύτερη συνεχόμενη ταπεινωτική μου ήττα.

Ώσπου πριν δυο εβδομάδες μαζευτήκαμε σε ένα μπαράκι καμιά δεκαριά φίλοι απ’ το σχολείο. Ψιλο-ριγιούνιον τύπου. Όλοι συμμαθητές. Μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά άργησα λίγο να πάω κι έτσι ήταν ήδη αρκετοί εκεί. Μπήκα μέσα χαμογελαστός. «Πόπο ρε φίλε! Πώς άσπρισες έτσι;» μου είπε μόλις με είδε ο Βενέτος. Εγώ, ρε φίλε; Εγώ; Ακούν καλά τ’ αυτιά μου; σκέφτηκα προς στιγμήν.

Και μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για τα μαλλιά μου…

Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν

img_20170114_223906_594

ΟΤΑΝ ήμουν μητσής, μια που τες καλλίτερες μέρες μου ήταν όταν την Μεγάλην Εβδομάδαν η μάμμα τζιαι η αρφή μου επήαινναν εις την εκκλησίαν. Εγώ ήμουν πολλά μητσής για να πάω μαζίν τους. Ήταν να τους ποφκάλω, ελαλούσασιν. Οπόταν εκάθουμουν εις το σπίτιν με τον παπάν μου (που εβαρκέτουν πολλά να πάει αλλά εντρέπετουν αλόπως να το πει). Εν τζιαι είχαμεν τάμπλετ, οξά υπολογιστές που έχουσιν τωρά. Πολλά λλίοι είχασην έχρωμην τηλεόρασην, τζιαι είχαμεν μόνον έναν κανάλιν, το ΡΙΚ, που έπαιζεν εκκλησίαν. Στο σπίτιν μας τζιαμαί στον Στρόβολον -που τωρά νομίζω εμεγάλωσεν τζιαι έγινεν κοτζιάμου πολυκατοικία- στο χολ, δίπλα που το γραφείον του παπά μου, ήταν τζιαι το πικάπ. Εν αθθυμούμαι μάρκαν, αλλά ήταν ποτζείνον που έβαλλες 33, 45 ή 78 στροφές τζιαι έβαλλες τζιαι τζιείνους τους μητσικουρήδες τους δίσκους.

Ο παπάς μου, με του που έφευκαν οι κορούες, έβαλλεν έναν μητσικουρήν δίσκον του Τζο Ντασέν στο πικάπ τζιαι μετά επήαιννεν στην κουζίναν τζιαι έβαλλεν μας μεζέν: λλίον χαλλούμιν, λούντζαν ή σσιρομέριν, καμιάν τομάταν τζιαι ψωμίν. Έβαλλεν τζι έναν ουίσκιν για τζιείνον τζιαι λλίην σέβεναπ αραιωμένην για μέναν τζιαι εκάμναμεν πάρτιν. Εκαθούμαστιν χαμέ, πάνω στο χαλούιν, μπροστά που το πικάπ, ακούαμεν μουσικήν, ετρώαμεν, ετζουγκρίζαμεν τα ποτήρκα μας τζιαι εχορέφκαμεν τζιόλας. Όι καλό! Τζιαι μετά που λλίην ώραν, έρκουνταν στο σπίτιν οι κορούες τζιαι εθωρούσαν μας να διασκεδάζουμεν τζιαι πάω στοίχημαν ότι εζηλεύκασιν.

Εθυμήθηκα σήμερα τούτην την ιστορίαν, που ένη ξέρω καν αν έγινεν έτσι ακριβώς, αλλά ε θα ρωτήσω. Αρέσκει μου που την αθθυμούμαι έτσι. Επίσης, ένη ξέρω γιατί με έπιασεν πόψε ειδικά τούτη η νοσταλγία. Ίσως επειδή θκιεβάζω κάθε μέρα για τις συνομιλίες στην Γενεύην. Ζω τριανταπέντε χρόνια στην Αθήναν τζιαι ακόμα καρτερώ να λυθεί το Κυπριακόν. Εμεγάλωσα με το Δεν Ξεχνώ. Έχω έναν τάμαν που τότε που εγεννήθηκα το εβδομηντατέσσερα για να πάω στο Βαρώσιν. Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν, για ούλλους μας, τζιαι για τζιείνους που επάλεψαν, τζιαι για τζιείνους που επολέμησαν, τζιαι για τζιείνους που εσκοτώθηκαν, μα κυρίως για τζιείνους που εν ακόμα ζωντανοί. Για μας τζιαι τα παιθκιά μας.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γρηγόρην που μου έστειλεν τωρά την φωτογραφίαν του εν λόγω πικάπ μας. Έσιει το φυλαγμένον εις το σπίτιν του. Γράφει τζιαι την μάρκαν τελικά…

Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10