1Q84 – Βιβλίο ΙΙ – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84-2ΟΠΩΣ ίσως θυμάστε βρήκα το πρώτο βιβλίο της τριλογίας αρκετά ενδιαφέρον και μάλιστα περίμενα να πέσει στα χέρια μου το δεύτερο μέρος για να δω τη συνέχεια. Ε, λοιπόν η φίλη μου η Αθηνά από τη δουλειά που έτυχε να διαβάσει το σχόλιο μου αυτό, ήρθε πριν μερικές μέρες στο γραφείο φέρνοντας το. Το κακό είναι πως μάλλον απογοητεύτηκα. Όχι από την Αθηνά που μου το έφερε. Από το ίδιο το βιβλίο. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά το γιατί, απλώς τελειώνοντας το και ενώ υποτίθεται πως θα περίμενα πως και πώς να διαβάσω το τρίτο και τελευταίο μέρος, πιάνω τον εαυτό μου να μη με ενδιαφέρει και τόσο. Θα το διαβάσω και αυτό αν πέσει τελικά κάπως στα χέρια μου (ακούς Αθηνά;), αλλά δε θα το αγόραζα με τίποτα.

(…) Τώρα το καταλάβαινε καθαρά πως δεν είχε νόημα να ξαναγράψει το παρελθόν με διαφορετικό τρόπο. Αυτό ακριβώς του είχε επισημάνει και η μεγαλύτερη σε ηλικία φιλενάδα του. Και είχε δίκαιο. Με όση ζέση και λεπτομέρεια κι αν ξανάγραφε διαφορετικά το παρελθόν, ο κύριος όγκος των πραγματικών συνθηκών της ζωής του δεν άλλαζε. Ο χρόνος έχει αναμφισβήτητα τη δύναμη να ακυρώνει τη μία μετά την άλλη όλες τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Να αντικαθιστά τις αναθεωρήσεις που του επέβαλαν εκείνοι με κάποιες αλλαγές και να επανέρχεται στην αρχική ροή του. Παρότι υπήρχαν λίγες αλλαγές στις λεπτομέρειες των γεγονότων, τελικά ο Τένγκο εξακολουθούσε να είναι αυτός που ήταν και όχι κάποιος άλλος.

Ίσως έπρεπε να κοιτάξει απλώς με εντιμότητα το παρελθόν. Μόνο έτσι θα μπορούσε να προδιαγράψει ένα μέλλον που θα ήταν σαν να ξανάγραφε το παρελθόν διαφορετικά. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. (…)

Η ιστορία έχει επικεντρωθεί ξεκάθαρα στους δύο βασικούς ήρωες, τον Τένγκο και την Αομάμε. Όλοι οι υπόλοιποι, όπως ο Κομάτσου ή η Κυρία εμφανίζονται από ελάχιστα έως καθόλου, εκτός από την Φουκαέρι που δείχνει να έχει σαφώς μια θέση κλειδί και αναλαμβάνει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο σε αυτό το μέρος. Η διήγηση γίνεται πολύ πιο εσωτερική, διαβάζουμε σχεδόν συνεχώς τις σκέψεις των ηρώων, τους προβληματισμούς τους, αντιλαμβανόμαστε την τεράστια μοναξιά τους. Έχουν καταλάβει πως ζουν πλέον στο 1Q84. Από κάπου μπήκαν σε αυτό τον παράλληλο κόσμο των δύο φεγγαριών και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουν. Ψάχνουν εναγωνίως ο ένας τον άλλον, συνειδητοποιώντας πως άσκοπα καθυστέρησαν είκοσι χρόνια. Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Είναι σίγουροι πως κάπως θα τα καταφέρουν. Άλλωστε, όπως λέει και η Φουκαέρι, βρίσκονται πολύ κοντά.

(…) Ο Τένγκο έκανε ότι του ζήτησε. Έκλεισε το φως που κρεμόταν από το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, γδύθηκε, πήρε τις πιτζάμες του και τις φόρεσε. Ωχ, πότε τις  έπλυνα τελευταία φορά; αναρωτήθηκε καθώς άλλαζε. Αφού δεν το θυμόταν, μάλλον είχε πολύ καιρό να τις πλύνει. Ευτυχώς που δε μύριζαν ιδρώτα. Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν ίδρωνε και πολύ, ούτε και είχε έντονη σωματική οσμή. Πάντως, καλό είναι να τις πλένω συχνότερα, συλλογίστηκε. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το θέμα είναι να διατηρεί τις πιτζάμες του πάντα καθαρές. (…)

Απαντήθηκαν αρκετά ερωτήματα του πρώτου μέρους, άλλαξε όμως ο τρόπος γραφής, η δράση μειώθηκε στο ελάχιστο και προσωπικά με κούρασε σε σημείο να μη με απασχολεί αν τελικά θα βρεθούν οι δυο τους και τι είναι όλη αυτή η ιστορία με τα Ανθρωπάκια, την ντότα, τη μόδα, τους Δέκτες και τους Αντιλήπτορες. Θα προτιμούσα να έβρισκα κάποιον δηλαδή που διάβασε το τελευταίο μέρος και να τον ρωτούσα τι έγινε μετά -έτσι απλώς για να μου φύγει η όποια περιέργεια- παρά να το διαβάσω.

(…) «Ο Τσέχοφ», είπε ο Ταμάρου καθώς σηκωνόταν αργά, ‘λέει πως αν ένα όπλο εμφανιστεί στην αφήγηση, τότε οφείλει να εκπυρσοκροτήσει». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 5,5/10

Advertisements

1Q84 – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ αλλά το ομολογώ: Δεν τον ήξερα τον Μουρακάμι. Αν και ήταν και φετινός υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το όνομα του δε μου έλεγε τίποτα. Πριν από περίπου ενάμιση μήνα και με αφορμή ένα Facebook post μου σχετικό με κολύμπι και τρέξιμο, έλαβα το εξής σχόλιο από την ξαδέλφη μου Μαρία: «Ξάδελφε, διάβασες το βιβλίο του Μουρακάμι “Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο”;». Δεν ήξερα ούτε το βιβλίο, ούτε τον συγγραφέα και είχα αποφασίσει να τον αναζητήσω. Μπήκα στο διαδίκτυο λοιπόν και διάβασα κάποια βιογραφικά κυρίως στοιχεία, πως είχε ένα τζαζ κλαμπ με τη γυναίκα του και κάποια στιγμή τυχαία μετά από έναν αγώνα μπέιζμπολ που παρακολούθησε, ένιωσε την ανάγκη να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Έτσι άρχισαν όλα. Παράλληλα άρχισε να τρέχει για να διατηρείται σε φόρμα και πλέον τρέχει σε μαραθώνιους σε όλο τον κόσμο (έχει μάλιστα τρέξει και στην κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου στην Αθήνα). Την ίδια μέρα πήγα σπίτι του Πόλυ και της Εύας και στο κομοδίνο της Εύας είδα το 1Q84. Το έπιασα στα χέρια μου και μόλις είδα το όνομα του συγγραφέα, ενθουσιάστηκα! Η Εύα μόλις το είχε ξεκινήσει είδε όμως το πάθος και την ένταση στο πρόσωπο μου και θεώρησε πρέπον και σωστό για την ψυχική μου υγεία αλλά βεβαίως και για την ηρεμία της να μου το δώσει να το διαβάσω.

Ήρωες μας ο Τένγκο και η Αομάμε. Βρισκόμαστε στο 1984. Ο Τένγκο είναι μαθηματικός και εργάζεται σε φροντιστήριο. Εκτός από τα μαθηματικά, έχει άλλη μια μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνία. Είναι καλός συγγραφέας και έχει μπει αρκετές φορές στη βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, χωρίς όμως ποτέ να το έχει κερδίσει. Μια μέρα, ο φίλος, μέντορας και συνεργάτης του ο Κομάτσου που εργάζεται ως σύμβουλος εκδόσεων, έχει μια ιδέα: Του προτείνει να ξαναγράψει ο ίδιος το μυθιστόρημα «Χρυσαλλίδα του Αέρα» μιας νεαρής δεκαεπτάχρονης της Φουκαέρι, γιατί ενώ έχει πολύ δυνατή ιστορία που θα την έκανε να κερδίσει όχι μόνο το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα αλλά ακόμη και το Ακουταγκάουα (το σπουδαιότερο Ιαπωνικό λογοτεχνικό βραβείο), πάσχει στον τρόπο γραφής και στην γλώσσα. Τα έργα του Τένγκο αντίθετα, ενώ δεν έχουν δυνατή ιστορία, είναι άρτια από αυτή την άποψη. Οπότε θεωρεί πως αν το έγραφε ξανά ο Τένγκο (με τη συγκατάθεση πάντα της Φουκαέρι σε αυτή την «απάτη») θα την βοηθούσαν να κέρδιζε το πρώτο βραβείο. Ενώ στην αρχή ο Τένγκο είναι αρνητικός, γνωρίζοντας την όμορφη, λιγομίλητη και αινιγματική Φουκαέρι που μιλάει με τρόπο επίπεδο, χωρίς ολοκληρωμένες προτάσεις και χωρίς να βάζει ερωτηματικό στο τέλος της κάθε ερώτησης, αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να το ξαναγράψει, μη γνωρίζοντας σε ποια μεγαλύτερη ιστορία μπλέκεται…

(…) Καθώς έφτιαχνε το βραδινό του, κατάλαβε πως του είχε κοπεί εντελώς η όρεξη. Μόλο που πείναγε σαν λύκος πριν από λίγο, τώρα δεν ήθελε να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σκέπασε το φαγητό που είχε μισομαγειρέψει με μια διαφανή μεμβράνη και το έβαλε στο ψυγείο. Μετά κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και ήπιε την μπύρα του σιωπηλά, κοιτώντας το ημερολόγιο στον τοίχο. Του το είχε κάνει δώρο η τράπεζά του και είχε φωτογραφίες του βουνού Φούτζι και στις τέσσερις εποχές. Δεν είχε ανέβει ποτέ στο Φούτζι, ούτε στον Πύργο του Τόκιο, ούτε σε ταράτσα ουρανοξύστη. Ποτέ δεν τον ενδιέφεραν τα ψηλά μέρη. Αναρωτήθηκε γιατί. Ίσως γιατί σε όλη του τη ζωή κοίταζε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. (…)

Η Αμομάμε, είναι μια νεαρή και δυναμική γυναίκα. Ζούσε με την οικογένεια της στην Κοινωνία των Μαρτύρων, μια θρησκευτική κλειστή κοινότητα, μέχρι τα δέκα της χρόνια, ώσπου δεν άντεξε και απέδρασε. Απόφοιτη γυμναστικής ακαδημίας και εξπέρ πολεμικών τεχνών, εργάζεται σε γυμναστήριο όπου γνωρίζεται με την Κυρία. Η τελευταία της προτείνει να την βοηθήσει να εξολοθρεύει άνδρες που δεν πρέπει πλέον να συνεχίσουν να ζουν, γιατί αποδεδειγμένα (;) δεν θα αλλάξουν και θα συνεχίσουν να κάνουν κακό, να καταπιέζουν, να βιάζουν, να δέρνουν, να εκμεταλλεύονται καταστάσεις και ανθρώπους για προσωπικές φιλοδοξίες. Η Αομάμε πλέον εργάζεται ως δολοφόνος.

(…) Τα δάχτυλα της εντόπιζαν τους μυς της Κυρίας έναν προς έναν, σαν να ακολουθούσαν τους δρόμους ενός χάρτη. Θυμήθηκε λεπτομερώς το βαθμό έντασης, σκληρότητας και αντίστασης κάθε μυός, σαν πιανίστας που έχει απομνημονεύσει μια μεγάλη παρτιτούρα. Απομνημόνευε ενδελεχώς ό,τι είχε σχέση με το σώμα. Ακόμη κι αν ξεχνούσε κάτι, το θυμούνταν τα δάχτυλα της. Αν ένιωθε ένα μυ λίγο διαφορετικό απ’ ότι συνήθως, τον διέγειρε από διαφορετικές γωνιές, με διαφορετικούς βαθμούς δύναμης, ελέγχοντας το είδος της αντίδρασης. Ήταν πόνος, ευχαρίστηση ή μούδιασμα; Δε χαλάρωνε απλώς τους κόμπους ενός τραβηγμένου μυός, αλλά έδειχνε και στην Κυρία πώς να τον κινεί μόνη της. Βέβαια, υπήρχαν και σημεία που δεν μπορούσε να τα ανακουφίσει μόνη της η Κυρία και εκεί της έκανε προσεκτικές διατάσεις η Αομάμε. Πάντως, οι μύες εκτιμούσαν περισσότερο και καλοδέχονταν πάνω απ’ όλα την καθημερινή προσπάθεια αυτοΐασης.(…)

Σε κάθε κεφάλαιο διαβάζουμε εναλλάξ την ιστορία του κάθε ήρωα. Στην αρχή δεν φαίνεται να έχουν την οποιαδήποτε σχέση αλλά περίπου στη μέση του βιβλίου καταλαβαίνουμε πως τελικά κάπως θα μπλεχτούν. Σημείο τομής στις ιστορίες των δύο φαίνεται να είναι το ακροαριστερό, επαναστατικό, αγροτικό κοινόβιο Σακιγκάκε που αφότου διέρρηξε τις σχέσεις του με το μαχητικό, μυστικιστικό κομμάτι του, το Ακεμπόνο, έχει πλέον εξελιχθεί (!) σε Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο πολύ λίγα πράγματα βγαίνουν έξω από τους κόλπους του. Και ο Τένγκο αλλά και η Αμομάμε κάποια στιγμή και για διαφορετικούς λόγους επιδιώκουν να μάθουν περισσότερα για το Σακιγκάκε, να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.

Ωραίο, καλογραμμένο, με πιο δυτική προσέγγιση, καμία σχέση π.χ. με την Γυόκο Ογκάουα που όταν τη διαβάζεις μεταφέρεσαι αυτόματα σε ασιατικά τοπία και νοοτροπίες. Αν έβαζα ελληνικά ονόματα στους ήρωες και τις πόλεις, θα μπορούσα εύκολα να πείσω πως διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον από τη στιγμή που αρχίσουν και μπλέκονται οι ιστορίες. Το 1Q84 αποτελείται από τρία βιβλία. Τα παραπάνω βασίζονται στο πρώτο βιβλίο της σειράς και τελειώνοντας το, κατάλαβα πως πρέπει να αγοράσω το δεύτερο τώρα βιβλίο για να μάθω τι θα γίνει μετά. Παρεμπιπτόντως, το τι σημαίνει ο τίτλος το αναφέρει η Αμομάμε σχετικά νωρίς στην ιστορία 😉

Και έτσι για το τέλος, κάτι που με άγγιξε λίγο πιο προσωπικά…

(…) «Τι ακριβώς μου αρέσει στα μαθηματικά με ρώτησες, ε;» Ο Τένγκο πιάστηκε από την ερώτηση μπας και κατάφερνε να τραβήξει τα μάτια του από το στήθος και από τα δάχτυλα της. «Τα μαθηματικά λοιπόν είναι σαν το τρεχούμενο νερό. Αναμφίβολα έχουν και μπόλικη δύσκολη θεωρία, η βασική λογική τους όμως είναι απλούστατη. Όπως το νερό που τρέχει από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, διανύοντας τη μικρότερη απόσταση, έτσι και οι αριθμοί ρέουν προς μια μόνο κατεύθυνση. Αν τα παρατηρήσεις καλά, οι ροή τους σου αποκαλύπτει τα πάντα. Εσύ δεν κάνεις τίποτα, μόνο κάθεσαι και παρατηρείς. Συγκεντρώνεσαι, έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και οι αριθμοί σιγά σιγά σου τα φανερώνουν όλα. Μόνο από τα μαθηματικά έχω νιώσει τέτοια τρυφερότητα στα ζωή μου». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 7/10