Οι γυναίκες στην παραλία – Τούβε Άλστερνταλ

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει, αλλά όσον αφορά στην τέχνη, είτε αυτό είναι ένα τραγούδι, μια κινηματογραφική ταινία, ένας πίνακας που θα δω σε ένα μουσείο ή – στην περίπτωσή μας- ένα βιβλίο που θα πέσει στα χέρια μου, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, μπορώ να (του το) αναγνωρίσω και να πω πως είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Νομίζω πως κάτι παρόμοιο ένιωσα διαβάζοντας την ιστορία της Άλστερνταλ, η οποία έκανε το ντεμπούτο της στη αστυνομική συγγραφή με αυτήν, ενώ πριν εργαζόταν ως επιμελήτρια βιβλίων. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλοδουλεμένο βιβλίο και δε με απογοήτευσε. Μπορώ ψειρίζοντάς το να βρω ψεγάδια, όπως π.χ. ότι το βρήκα φλύαρο σε ελάχιστα σημεία, ή ότι σε κάποιες στιγμές εστίαζε περισσότερο σε περιγραφές παρά στην πλοκή (προσωπικά γούστα είναι αυτά) ή ότι θα περίμενα, ιδιαίτερα από σκανδιναβικό, να έχει πιο πολλή αγωνία, ειδικότερα αφού διάβασα στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται περί ενός συναρπαστικού θρίλερ με αναπάντεχη (!) εξέλιξη… Αλλά, τέλος πάντων, δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ηρωίδα μας η Αλίνα Κόρνγουολ, Αμερικανίδα σκηνογράφος η οποία ταξιδεύει στο Παρίσι αναζητώντας τον άνδρα της Πάτρικ, έναν δημοσιογράφο που ερευνά το θέμα τράφικινγκ και προσφύγων, ο οποίος έχει αρκετές μέρες να της τηλεφωνήσει ενώ κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται… Φτάνοντας στο ξενοδοχείο του, υποδύεται τη συνάδελφό του άντρα της, πιστεύοντας πως κρύβοντας την αληθινή της ιδιότητα, θα μπορέσει να φτάσει γρηγορότερα στην αλήθεια. Κάνει όμως λάθος…

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά δομημένο. Οι χαρακτήρες -ειδικά αυτός της Αλίνας- είναι πολυδιάστατοι και συνεπώς ρεαλιστικοί. Η γραφή της Άλστερνταλ (και η μετάφραση μαζί) πατάει γερά πάνω σε όλους τους κανόνες συγγραφής, από την αρχή έως το τέλος, χωρίς υπερβολές, ενώ η έρευνά της για την εκμετάλλευση των προσφύγων, δεν έχει ίχνος επίδειξης γνώσης, αλλά μοναδικό σκοπό έχει να υποστηρίξει σοφά τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έτσι τις δυο ίσως πιο γνωστές παιδικές ασθένειες που βρίσκουμε συχνά στα πρωτόλια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων.

(…) Το παραπονιάρικο τραγούδι δυνάμωνε και χαμήλωνε σε ένταση, σαν κύμα ανάμεσα στα σπίτια, μια γυναικεία φωνή που έσκαγε πάνω μας σαν μελανιασμένη θλίψη καθώς έπεφτε το σκοτάδι.
«Άκου» είπε. «Είναι η μουσική της νύχτας. Φάντο τα λένε. Τραγουδάνε για όλα όσα έχουν χάσει».
Κούνησε το χέρι της ακολουθώντας τη μελωδία, νότες σε ελάσσονα κλίμακα που μπερδεύονταν μεταξύ τους. (…)

Διαβάστε το. Ειδικά στις γυναίκες, νομίζω θα αρέσει ένα «τσικ» παραπάνω.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7,5/10

Advertisements

Leave your Comment

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.