Instead of wishing…

– I think the reason why Mommy left was because for a long time now I’ve kept trying to make her be a certain kind of person. A certain kind of… of wife that I thought she was supposed to be. And she just wasn’t like that. She was… she just wasn’t like that. And now that I think about it, I think that she tried for so long to make me happy… and when she couldn’t, she tried to talk to me about it, see? But I wasn’t listening, cause I was too busy, I was… too wrapped up just thinking about myself. And I thought that anytime I was happy, that meant she was happy. But I think underneath… she was very sad. Mommy stayed here longer than she wanted to, I think, because she loves you so much… and the reason why… Mommy couldn’t stay anymore was because she couldn’t stand me, Billy. She didn’t leave because of you. She left because of me… Go to sleep now because it’s really late, okay?

– Good night.

– Sleep tight.

– Don’t let the bedbugs bite.

– See you in the morning light.

– Daddy?

– Yeah?

– I love you.

– I love you too.

(Dustin Hoffman and Justin Henry in “Kramer vs. kramer” by Robert Benton, 1979)

Advertisements

Νεκρές ώρες – Βασίλης Δανέλλης

ΕΙΧΑΜΕ συναντηθεί με τον Δανέλλη μαζί πριν από περίπου ενάμιση χρόνο σε μια κουβέντα για την αστυνομική λογοτεχνία στο Ζάππειο και ντρέπομαι που το λέω, αλλά είναι το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω. Αν έχω καταλάβει καλά βέβαια, όλα τα βιβλία του είναι αρκετά διαφορετικά σε ύφος και από μια άποψη ίσως ήταν καλό που άρχισα με αυτό, το οποίο βρήκα εντελώς του γούστου μου.

Ο (αντι)ήρωάς μας είναι ένας εκτελεστής. Ένας εκτελεστής που έχει γεράσει επικίνδυνα. Που μπορεί ακόμη να εκτελεί σε απόλυτο βαθμό τα συμβόλαιά του, αλλά παράλληλα ζει με τον δικό του κώδικα τιμής. Κάθε φορά κι ένας νέος στόχος, ένας νέος νεκρός. Ώσπου μια μέρα βλέπει μια γυναίκα, την οποία δεν μπορεί να βγάλει απ’ το μυαλό του. Κι αυτό δεν είναι καλό για κάποιον που κάνει το δικό του επάγγελμα. Που δεν πρέπει να έχει δεσμούς με κανέναν και τίποτα. Δεσμούς που τον κρατάνε. Δεσμούς που μπορεί κάποιος να τους εκμεταλλευτεί εναντίον του…

(…) Η σκέψη μου, χωρίς να το θέλω, πάει στη γυναίκα που συνάντησα έξω απ’ το κλαμπ. Προσπαθώ να την διώξω. Αντιστέκεται. Με κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο της. Με καλεί κοντά της. Χωρίς λόγια, με το βλέμμα. Προσπαθώ να την αγγίξω. Τα μαλλιά της γίνονται κύματα και με τυλίγουν. Χάνομαι μέσα τους, παλεύω να πάρω ανάσα. Όσο παλεύω, τόσο μπλέκομαι στις μακριές τούφες της. Παραδίνομαι. Τα μαλλιά γίνονται νύχτα. Κλείνω τα μάτια μου. Βυθίζομαι. Νιώθω μια μαλακή επιφάνεια να με τυλίγει. Είναι ο καναπές του άντρα που θα σκοτώσω. Είμαι ξαπλωμένος πάνω του. Γύρω μου έρημος. Ο άνεμος σηκώνει σκόνη, αλλά εμένα δεν μ’ αγγίζει. Την σταματάει ένα αόρατο τζάμι. Τα πάντα είναι θαμπά. Μέσα από την αμμοθύελλα εμφανίζεται πάλι εκείνη. Σκαρφαλώνει πάνω μου. Τα μαλλιά της είναι υγρά, στάζουν θάλασσα. Τα μάτια της είναι κεχριμπάρια, στάζουν μέλι. Τα χείλη της είναι κόκκινα, στάζουν αίμα. (…)

Ο ήρωάς μας δεν έχει όνομα. Κανείς δεν έχει όνομα σε αυτή την ιστορία. Το μόνο που χρειάζεται είναι να προχωρά συνεχώς, σκοτώνοντας κάθε πιόνι στη σκακιέρα που βρίσκεται στον δρόμο του. Σκέφτεται να αποσυρθεί. Όμως… Όμως κάποια στιγμή αρχίζει να βλέπει τη «μεγάλη εικόνα» και καταλαβαίνει πως ακόμη κι αυτός είναι ένα πιόνι. Ένα πιόνι που πρέπει να συνεχίσει να σκοτώνει και να κάνει «Ματ» στον Βασιλιά, προτού ο ίδιος σκοτωθεί. Εκτός αν μπορέσει κάπως και ξεφύγει από όλα αυτά…

(…) Αυτή είναι η δικαιοσύνη. Ένα σκυλί έτοιμο να σ’ αρπάξει απ’ τον λαιμό. Εκτός βέβαια αν τα ‘χεις καλά μαζί του. Το χαϊδεύεις πού και πού, του δίνεις στη ζούλα καμιά λιχουδιά, τ’ αφήνεις να πηδάει το πόδι σου. Τότε, ναι, μπορείς να την εμπιστευτείς. (…)

Το βιβλίο έχει πολλά στοιχεία που δεν τα βρίσκεις συχνά σε ένα βιβλίο και μου άρεσαν πολύ. Καταρχάς είναι μικρό, μόλις 140 σελίδες. Ξέρω, οι πιο πολλοί το βρίσκουν αρνητικό αυτό, αλλά εμένα μου αρέσουν τα μικρά βιβλία, με μια ή το πολύ δύο ιστορίες. Επίσης, δεν αναφέρονται παρά ελάχιστα ονόματα στην ιστορία. Σχεδόν όλοι οι ήρωες αποκαλούνται με κάποιο χαρακτηριστικό τους, ο εκτελεστής, ο καραφλός, ο μουστάκιας, ο εφοπλιστής, ο δικηγόρος κ.ο.κ., οπότε ξεχάστε τις σημειώσεις των σκανδιναβικών ονομάτων που γράφατε σε χαρτάκι δίπλα σας μέχρι σήμερα. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ενεστώτα, με κοφτές προτάσεις και όλο το βιβλίο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος! Απίστευτο, ναι, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένας διάλογος!

Ο Δανέλλης έγραψε ένα σπουδαίο υπαρξιακό νουάρ με έναν αντιήρωα που, στο τέλος, μάλλον θα σας κάνει να τον συμπαθήσετε.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.

Η αφιέρωση – Αντώνης Γκόλτσος

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω βιβλίο Έλληνα συγγραφέα και να με εντυπωσιάσει τόσο ευχάριστα η γλώσσα του. Όταν γράφει κάποιος ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στην απλή, καθημερινή γλώσσα και στην επιτηδευμένη. Συνήθως δε, συμβαίνει το δεύτερο, στην προσπάθεια του συγγραφέα να μην κατηγορηθεί ότι δεν ξέρει να γράφει λογοτεχνία. Πρέπει όμως να βρει τη χρυσή τομή, να είναι απλός αλλά όχι απλοϊκός και από την άλλη να μην παρασυρθεί, να μη γίνει φιγουρατζής και να αραδιάσει απλόχερα τα άπειρα συνώνυμα, τα δυσεύρετα επιρρήματα και τα δυσνόητα επίθετα που μας χάρισε η γλώσσα μας. Ίσως η λύση είναι το να είσαι αυθεντικός και νομίζω πως -από το λίγο που τον ξέρω- ο Γκόλτσος γράφει όσο όμορφα κι ευγενικά μιλάει.

Ήρωάς μας ο Αλκιβιάδης Πικρός, τριανταπεντάρης συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο οποίος ανακαλύπτει σε ένα βιβλίο ποίησης του πατέρα του, Πύρρου, μια αφιέρωση από κάποιαν Μάιρα Καλάρη. Ο Αλκιβιάδης έχει χάσει τη μητέρα του, Φιλιώ, μόλις λίγους μήνες μετά τη γέννησή του ενώ, εννιά χρόνια μετά, χάνει και τον πατέρα του σε αυτοκινητικό, οπότε βλέπει την αναζήτηση της Καλάρη ως μια ευκαιρία να μάθει περισσότερα για την ιστορία της οικογένειάς του, μιας και ο θείος του Αλκιβιάδη, ο Αλέξανδρος, αδελφός του πατέρα του που ανέλαβε να τον μεγαλώσει μετά τον χαμό του Πύρρου, για κάποιο λόγο αποφεύγει να του πει όλα όσα έγιναν περίπου τριανταπέντε χρόνια πριν, όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε από κάποιον κοντά στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Κάποιον ο οποίος είχε πριν λίγο καιρό σκοτώσει άλλες δύο γυναίκες… Σύμμαχος του Αλκιβιάδη στην αναζήτηση της αλήθειας, η κοπέλα του, Δήμητρα, φοιτήτρια που σπουδάζει στο Παρίσι…

(…) Η φωνή της ακούστηκε απροσδόκητα κουρασμένη. Τον έψαχνε, λέει, στο τηλέφωνο, το κινητό του συνεχώς κλειστό. Ανησύχησε. Δεν ήξερε κάποιον να τον ξέρει, ποτέ δεν έκανε τόσες μέρες να της μιλήσει, «νόμιζα ότι τέλειωσε», ότι αυτό ήταν όλο, ότι ήταν γραμμένο να κρατήσει έναν χρόνο ακριβώς και πως «αν το ήξερα, θα φρόντιζα να το ζήσω όπως το ζουν αυτοί που ξέρουν ότι δεν υπάρχει αύριο» -λες και το ζούσε διαφορετικά- και πως «αν σκέφτεσαι να συνεχίσεις να μου συμπεριφέρεσαι έτσι, να ξέρεις ότι αυτό δεν θα περάσει εύκολα και ότι δεν θα σε σώσει η απόσταση» -ο τόνος εδώ να αρχίσει να ανεβαίνει- και ότι θα πήδαγε στο πρώτο αεροπλάνο και ότι θα έτρεχε να τον βρει στην Αθήνα ή «στο όποιο κωλομέρος θα βρισκόσουν» και ότι θα τον έβαζε να της διαβάσει «ό,τι νομίζεις ότι γράφεις» (έτσι, επί λέξει) και «για να κρίνω εγώ» πώς αυτός πέρναγε τα βράδια του και αν αυτά που έγραφε άξιζαν τη σιωπή του και την απόσταση -ο τόνος εδώ να αρχίσει να πέφτει- και ότι «με ξέχασες» και ότι «το Παρίσι είναι πάντα εδώ» και ότι «σε περιμένω να με δεις στο φως του βορρά», όπως της είχε υποσχεθεί, και γιατί «εγώ, στα είκοσί μου, έχω μπέσα» και ότι κακώς εκείνη εξελάμβανε -ναι, «εξελάμβανε», έτσι με την εσωτερική αύξηση- τα υπονοούμενά του για υποσχέσεις και τις υποσχέσεις του για όρκο, κι εκείνος να ψελλίζει δικαιολογίες που ο ίδιος ήθελε, εξηγήσεις, και να ανανεώνει την υπόσχεσή του για το ταξίδι του Παρισιού, για να του ψιθυρίσει τότε εκείνη -αλήθεια, πώς μπορεί να ακούγεται κάποιος τόσο δραματικός- τα λόγια της Εσκενάζυ «…αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ, τα παραμύθια σου τ’ ανθίστηκα πια τώρα. Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα», και για να κλείσει εκείνη τη γραμμή απότομα, κι αυτός να ακουμπήσει αφηρημένα το κινητό του στο τραπέζι, υπέρβαρος, ναι, ήταν βέβαιος, από το βάρος των τύψεων. (…)

Έτσι. Με μιαν ανάσα. Ένας χείμαρρος χωρίς τελείες, ώστε τελειώνοντας την παράγραφο να νιώθεις κι εσύ ερωτευμένος, όσο αυτοί.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8,5/10

Γκόλεμ – Πιέρ Ασουλίν

ΤΟ πήρα στα χέρια μου νομίζοντας πως θα διαβάσω άλλο ένα αστυνομικό. Οκέι, λίγο ιδιαίτερο, που δε θα βάδιζε ίσως στα γνωστά σκανδιναβικά ή αμερικάνικα μονοπάτια, πάντως αστυνομικό. Τελειώνοντάς το, έχω δίλημμα.

Ο Γκυστάβ Μεγέρ, είναι ένας διεθνής γκραν μέτρ στο σκάκι, με εξαιρετική μνήμη, η οποία βελτιώθηκε σε απίστευτο βαθμό όταν υποβλήθηκε σε μια χειρουργική επέμβαση για να θεραπεύσει την επιληψία του και κατά τη διάρκειά της -εν αγνοία του- του εμφυτεύθηκε ένα ηλεκτρόδιο στον εγκέφαλο. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο όπου είχε πάει να δει τον γιατρό και παιδικό του φίλο, Κλαπμάν, για να του πει πως εξακολουθεί να υποφέρει, τον πλησιάζουν δύο αστυνομικοί για να τον πάνε για ανάκριση και τον βάζουν μαζί τους στο αυτοκίνητο. Καταλαβαίνει πως τον θεωρούν ύποπτο για τον θάνατο της γυναίκας του σε αυτοκινητικό δυστύχημα πριν από λίγες μέρες και σε μια στιγμή πανικού, ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου, προκαλώντας ένα τρακάρισμα με διερχόμενη μοτοσυκλέτα, γεγονός που του δίνει όμως τη δυνατότητα να εξαφανιστεί…

(…) – Σέρτζιο, θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε στην Τουρ Μπλανς… Συμφωνήσαμε πολύ γρήγορα στον ορισμό για τη φιλία…

– Δύο μοναχικοί μαζί;

– Όχι μόνο.

– Νά ΄το, το θυμάμαι: φίλος είναι κάποιος που μπορούμε να του τηλεφωνήσουμε τα μεσάνυχτα για να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να μεταφέρουμε ένα πτώμα και δεν κάνει ερωτήσεις.

Τον ορισμό ακολούθησε μια κίνηση του κεφαλιού, που τον καθησύχασε, κι ένα μακρύ κενό που τον ανησύχησε.

– Ένα πτώμα;

– Χαρτιά. Χρειάζομαι χαρτιά. (…)

Τέλειος ορισμός για τη φιλία ο παραπάνω, δε συμφωνείτε; Έχουμε ξεκάθαρα ένα αστυνομικό, θα σκέφτεστε με βάση όλα τα παραπάνω. Ε λοιπόν, ενώ ξεκινάει έτσι, στην πορεία ο ήρωας εσκεμμένα χάνεται σε φιλοσοφικές αναζητήσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι, τη Βαρσοβία, για να καταλήξει στην Πράγα, πόλη όπου έζησε το μυθικό Γκόλεμ, το τέρας στο οποίο είναι πλέον σίγουρος ότι έχει μεταμορφωθεί και ο ίδιος. Στο κατόπι του βρίσκεται η Έμμα, η κόρη του, καθώς και η Νίνα, η αστυνομικός που τον ψάχνει. Και μέσα σε όλα, κάθε μέρα ένα νέο άρθρο δημοσιεύεται στο μπλογκ της πεθαμένης γυναίκας του Μεγέρ, άρθρα που όλα τους συζητούν το κατά πόσο βαδίζει η ανθρωπότητα στον σωστό δρόμο, τον δρόμο του ουμανισμού του μέλλοντος, του τρανς, του μέτα ή ακόμα και του μέτα-μεταουμανισμού!

Όπως καταλάβατε, δεν είναι καθόλου ένα τυπικό αστυνομικό. Έχει τον κορμό, τη βάση για μια αστυνομική ιστορία, αλλά έχει πολύ βαθύτερα νοήματα, και καταπιάνεται με τόσα ζητήματα ώστε καταλήγεις να μη σε ενδιαφέρει και τόσο το να μάθεις «ποιος το έκανε». Αρχίζει ως αστυνομικό, τελειώνει ως αστυνομικό, αλλά στο ενδιάμεσο γίνεται ένα ιστορικοπολιτικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διαβάστε το μόνο αν έχετε την όρεξη να ξεφύγετε από τα συνηθισμένα.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10.

Τα βατράχια – Δημήτρης Σίμος

Απλό.

Αν κάποιος μου έλεγε:

«Ξέρεις, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Μάρκαρη και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που γράφει και ειδικά ο Χαρίτος…»

Θα τον διέκοπτα και θα του έλεγα:

«Διάβασε Σίμο. Διάβασε τα βατράχια…»

Αυτός ίσως προσπαθούσε μετά να μου πει:

«Μα δε θέλω να διαβάσω κάποιον άλλ-»

Και εγώ θα συνέχιζα:

«Διάβασε τα βατράχια…»

Και αυτός:

«Δεν κατάλαβ-»

Κι εγώ:

«Ρε, πάρε να διαβάσεις τα βατράχια λέμε!»

Ήρωας μας ο Χρήστος Καπετάνος, ο οποίος μετά από «αρχειοθέτηση» έξι μηνών, επαναφέρεται στην ενεργό δράση για να ερευνήσει τον θάνατο μιας δεκατετράχρονης μαθήτριας, της Ευθυμίας Ραφτοπούλου. Τη σορό της βρήκε ένας ψαράς στα νερά του Ευβοϊκού και ο Καπετάνος, μαζί με τον βοηθό και φίλο του, Ορέστη, πάνε να τον συναντήσουν. Παράλληλα, μεταφερόμαστε στο Αλιβέρι περίπου εικοσιπέντε χρόνια πριν, όπου δύο αδέλφια από διαφορετικούς γονείς, ενώ στην αρχή δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους, στην πορεία, μια τραγική στιγμή φαίνεται ικανή για να τους ενώσει για πάντα…

Από τις πρώτες σελίδες το ένιωσα. Επιτέλους! Κρατάω στα χέρια μου κάποιον που γράφει ιστορίες σαν τον αγαπημένο μου Μάρκαρη! Δεν ξέρω αν αυτό αρέσει στον Σίμο ή –στον αντίποδα- αν θα θεωρηθεί ιεροσυλία από τους φανατικούς του Μάρκαρη, πάντως εγώ έτσι ένιωσα και δεν απογοητεύτηκα ούτε στιγμή. Ο Σίμος, γράφοντας σε α’ πρόσωπο, αόριστο, με κοφτές προτάσεις στο παρόν και σε γ’ πρόσωπο, αόριστο, με μεγαλύτερες προτάσεις στο παρελθόν, ισορροπεί την αφήγηση, δίνοντας πότε έμφαση στη δράση και πότε στην ατμόσφαιρα. Τέλος, οι παράλληλες ιστορίες είναι μόνο δύο, μια μεγαλύτερη και μια μικρότερη, αριθμός –για μένα- ιδανικός στο να μη χαθεί και αποπροσανατολιστεί ο αναγνώστης.

Έχω μονάχα δύο πολύ μικρά θεματάκια, που δεν ξέρω αν είναι επιμέλειας ή άποψης: α) Ένα «ν» που μου λείπει στο οριστικό άρθρο «τον», όταν π.χ. γράφει «Κάτι δεν πάει καλά με το Ραφτόπουλο». Διαβάστε την πρόταση αυτή σε κάποιον. Δε θα είναι σίγουρος ότι μιλάς για τον Ραφτόπουλο ή για το παιδί του ράφτη. Και β) Μια αλλαγή στο στυλ γραφής, στο κεφάλαιο της σελίδας 272, για την οποία δε θέλω να πω κάτι παραπάνω εδώ, μην τυχόν και είναι σπόιλερ. Και για τα δυο νομίζω (ελπίζω!) πως θα ρωτήσω και θα μάθω από τον ίδιο τον Σίμο, στην παρουσίαση του βιβλίου του σε τρεις μέρες.

Παίρνει ψηλή βαθμολογία, γιατί έχει το μέγεθος που μου ταιριάζει (περί τις τριακόσιες σελίδες) και γιατί επιτέλους η γλώσσα του είναι αυτή που μου αρέσει: σωστή, απλή, χωρίς φιοριτούρες και με την πρέπουσα αλλαγή στο στυλ και τις ατάκες, αναλόγως του χαρακτήρα που μιλάει.

Σημείωση 1: Ναι, είμαι από αυτούς τους “ενοχλητικούς”, που άμα βαριούνται κάπου, βγάζουν ένα βιβλίο να διαβάσουν, εξού και η φωτογραφία από αγώνα…

Σημείωση 2: Όπως σε έναν γάμο, ποτέ μια κοπέλα δεν πρέπει να φορέσει ένα φόρεμα που να μοιάζει έστω και λίγο με νυφικό, γιατί η νύφη είναι μόνο μία, είναι a priori η πιο όμορφη και απαγορεύεται να τραβήξει τα φλας της δημοσιότητας οποιαδήποτε άλλη, έτσι κι εγώ δε θα μιλήσω καθόλου για τα τρία διηγήματα στο τέλος του βιβλίου. Σήμερα μιλάμε για τα βατράχια… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 8/10

 

 

Οι γυναίκες στην παραλία – Τούβε Άλστερνταλ

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει, αλλά όσον αφορά στην τέχνη, είτε αυτό είναι ένα τραγούδι, μια κινηματογραφική ταινία, ένας πίνακας που θα δω σε ένα μουσείο ή – στην περίπτωσή μας- ένα βιβλίο που θα πέσει στα χέρια μου, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, μπορώ να (του το) αναγνωρίσω και να πω πως είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Νομίζω πως κάτι παρόμοιο ένιωσα διαβάζοντας την ιστορία της Άλστερνταλ, η οποία έκανε το ντεμπούτο της στη αστυνομική συγγραφή με αυτήν, ενώ πριν εργαζόταν ως επιμελήτρια βιβλίων. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλοδουλεμένο βιβλίο και δε με απογοήτευσε. Μπορώ ψειρίζοντάς το να βρω ψεγάδια, όπως π.χ. ότι το βρήκα φλύαρο σε ελάχιστα σημεία, ή ότι σε κάποιες στιγμές εστίαζε περισσότερο σε περιγραφές παρά στην πλοκή (προσωπικά γούστα είναι αυτά) ή ότι θα περίμενα, ιδιαίτερα από σκανδιναβικό, να έχει πιο πολλή αγωνία, ειδικότερα αφού διάβασα στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται περί ενός συναρπαστικού θρίλερ με αναπάντεχη (!) εξέλιξη… Αλλά, τέλος πάντων, δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ηρωίδα μας η Αλίνα Κόρνγουολ, Αμερικανίδα σκηνογράφος η οποία ταξιδεύει στο Παρίσι αναζητώντας τον άνδρα της Πάτρικ, έναν δημοσιογράφο που ερευνά το θέμα τράφικινγκ και προσφύγων, ο οποίος έχει αρκετές μέρες να της τηλεφωνήσει ενώ κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται… Φτάνοντας στο ξενοδοχείο του, υποδύεται τη συνάδελφό του άντρα της, πιστεύοντας πως κρύβοντας την αληθινή της ιδιότητα, θα μπορέσει να φτάσει γρηγορότερα στην αλήθεια. Κάνει όμως λάθος…

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά δομημένο. Οι χαρακτήρες -ειδικά αυτός της Αλίνας- είναι πολυδιάστατοι και συνεπώς ρεαλιστικοί. Η γραφή της Άλστερνταλ (και η μετάφραση μαζί) πατάει γερά πάνω σε όλους τους κανόνες συγγραφής, από την αρχή έως το τέλος, χωρίς υπερβολές, ενώ η έρευνά της για την εκμετάλλευση των προσφύγων, δεν έχει ίχνος επίδειξης γνώσης, αλλά μοναδικό σκοπό έχει να υποστηρίξει σοφά τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έτσι τις δυο ίσως πιο γνωστές παιδικές ασθένειες που βρίσκουμε συχνά στα πρωτόλια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων.

(…) Το παραπονιάρικο τραγούδι δυνάμωνε και χαμήλωνε σε ένταση, σαν κύμα ανάμεσα στα σπίτια, μια γυναικεία φωνή που έσκαγε πάνω μας σαν μελανιασμένη θλίψη καθώς έπεφτε το σκοτάδι.
«Άκου» είπε. «Είναι η μουσική της νύχτας. Φάντο τα λένε. Τραγουδάνε για όλα όσα έχουν χάσει».
Κούνησε το χέρι της ακολουθώντας τη μελωδία, νότες σε ελάσσονα κλίμακα που μπερδεύονταν μεταξύ τους. (…)

Διαβάστε το. Ειδικά στις γυναίκες, νομίζω θα αρέσει ένα «τσικ» παραπάνω.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7,5/10

Οι ψιθυριστές – Τζον Κόνολι

Διαβάζω καθημερινά, αλλά ο χρόνος που διαβάζω όλο και συρρικνώνεται, και μαζί ακολουθούν οι ανοχές και αντοχές μου. Η απορία μου όμως είναι διαχρονική: Πώς γίνεται βιβλία που εκθειάζονται από daily mail, guardian, the times, ακόμα και από συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς, εμένα να με αφήνουν αδιάφορο;

Η ιστορία: Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Τσάρλι Πάρκερ, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια αυτοκτονία ενός βετεράνου στρατιωτικού και οδηγείται έτσι σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου από ομάδα πρώην στρατιωτικών, όπου το φορτίο που διακινούν φαίνεται να είναι πολύ πιο μεγάλο και τρομαχτικό απ’ όσο πίστευαν στην αρχή. Ο Πάρκερ βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά αυτοκτονιών μέσα στην ομάδα και καταλαβαίνει πως το φορτίο αυτό, εκτός της ανυπολόγιστης αξίας του, είναι και θανατηφόρο…

Ναι, ο Κόνολι ξέρει να γράφει, αλλά το ξέχασα πριν καν τελειώσω την τελευταία σελίδα, η ανατροπή του με βρήκε να χασμουριέμαι και τον επίλογο δε θυμάμαι καν αν τον διάβασα. Ίσως φταίει το γεγονός πως η όλη αυτή η πώρωση των Αμερικανών με τον στρατό, το Βιετνάμ, το Ιράκ 1, το Ιράκ 2 και τις ενοχές τους ή μη, πλέον δε με ελκύει. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Μου φαίνεται όμως πως το επόμενο θα είναι κανένα σκανδιναβικό, να ισιώσω…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5,5

Σαν φωτογραφία θολή, εκτός εστίασης

ΠΡΙΝ οκτώ χρόνια και κάτι μέρες με πήρε η μάμμα μου τηλέφωνο για να μου πει ότι πέθανε η Ρένα. Δε χρειαζόταν να μου πει κάτι παραπάνω, για να καταλάβω ποια Ρένα. Και το τελευταίο ίχνος απορίας μου εξαφανίστηκε ακούγοντας τη σπασμένη φωνή της, την ώρα που μου το ανακοίνωνε. Με δυσκολία μού είπε κλείνοντας πως θα πήγαιναν το βράδυ απ’ το σπίτι του Τίτου και αν ήθελα να πήγαινα κι εγώ μαζί.

Ήθελα.

Με το που μπήκα στο σπίτι, υπήρχε ήδη πάρα πολύς κόσμος. Δυνατά φώτα, σούσουρο. Έψαξα δεξιά αριστερά, είδα τους δικούς μου. Προχώρησα, αγκάλιασα τον Τίτο. Χαμογέλασα. Δε θυμάμαι να του είπα κάτι. Ούτε καν συλλυπητήρια. Ή μήπως του είπα; Πλησίασε ο παπάς μου. «Τα παιδιά είναι δίπλα», μου είπε. «Πήγαινε κι εσύ, αν θες, να δεις τις φίλες σου…»

Βγήκα έξω στον διάδρομο και πήγα ακριβώς δίπλα. Η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική. Πιο χαμηλός φωτισμός, πηγαδάκια, ποτά, ένας ανοιχτός υπολογιστής. Μου θύμισε άφτερ πάρτι σκηνικό, όπου έχουν μείνει μόνο οι πιο στενοί φίλοι να μαζέψουν και να κάνουν τον απολογισμό της ξέφρενης βραδιάς. Στοίχημα αν αναγνώρισα τρία ή τέσσερα άτομα.

Είδα τη Δάφνη. Ήταν με κάποιες φίλες της μαζί. Έβλεπα τον τρόπο που την πρόσεχαν. Κάθε λίγο και λιγάκι, άπλωναν το χέρι και τη χάιδευαν. Ήθελαν να την κάνουν να νιώσει καλύτερα. Η Δάφνη δεν ήθελε να νιώσει καλύτερα. Δεν ήθελε καν να την ακουμπούν.

Είδα και την Αλεξάνδρα. Ήταν όρθια και μιλούσε σε μια παρέα. Ίσως έλεγε για τις τελευταίες στιγμές, γι’ αυτά που δεν πρόλαβε να πει στη μάνα της. Από την άλλη, μου φάνηκε πως έλεγε ότι είχε προλάβει να της πει πόσο την αγαπά και πόσο θα της λείψει.

Έκανα ένα βήμα για να τους μιλήσω, αλλά οι λέξεις είχαν σκαλώσει. Δεν είχα λόγια να τους πω, κάτι χαζό ή έστω τυπικό. Κάτι, οτιδήποτε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ανήκα εκεί. Δεν είχα πάει να συλλυπηθώ. Δεν είχα πάει ως φίλος των παιδιών, όπως νόμιζα στην αρχή. Οι φίλοι τους άλλωστε ήταν ήδη εκεί, μαζί τους. Έκανα πίσω και κυκλοφόρησα ακόμα λίγο σαν άγνωστος, ανάμεσα στον κόσμο. Συνειδητοποίησα πως τελικά είχα πάει γιατί αγαπούσα τη Ρένα. Την πιο όμορφη και χαμογελαστή φίλη των γονιών μου. Τη Ρένα που έφτιαχνε την καλύτερη «μακαρονάδα του Τίτου», που χόρευε με τον πατέρα μου κοιτάζοντας τον Τίτο κλεφτά. Γύρισα, φίλησα τη Δάφνη και την Αλεξάνδρα κι έφυγα. Δε θυμάμαι να τους είπα κάτι. Ίσως κατάφερα να πω κάτι τυπικό. Ίσως πάλι, όχι.

Τώρα, οκτώ χρόνια μετά, κάθομαι εδώ και προσπαθώ να θυμηθώ, να ανασύρω μνήμες. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, ξεχνάω πράγματα. Μπερδεύω αν η Ρένα έφτιαχνε υπέροχα σουτζουκάκια ή μήπως ήταν ντολμαδάκια, αν μας κέρδιζε στα επιτραπέζια ή μήπως ήταν ο Τίτος, αν της άρεσε να κάθεται δίπλα στο τζάκι όταν βλέπαμε το White Christmas στο πατρικό μου, ή την έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Σαν να κρατάω στο χέρι μια φωτογραφία, όπου όλες οι λεπτομέρειες διακρίνονται κανονικά, εκτός από το σημείο που απεικονίζεται εκείνη. Σαν φωτογραφία, όπου εκεί ακριβώς που είναι η Ρένα, γίνεται θολή και εκτός εστίασης. Πάντως σίγουρα διακρίνω πως είναι ακόμα όμορφη και χαμογελαστή, όπως μου αρέσει να τη θυμάμαι.

Κουμπάρος εγγύηση

Πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, αποφασίσαμε με τον Κλέαρχο να πάμε να παίξουμε μαζί μπάσκετ σε μια ομάδα Δ’ Αθηνών. Δεν είχαμε αυταπάτες: ήταν η μόνη που θα μας δεχόταν. Ο Κλέαρχος έπαιζε βασικός, ενώ εγώ -ακόμη κι εκεί- παγκίτης ήμουν. Έπαιζα -τρόπος του λέγειν- στις θέσεις 2-3 (“ελ” που λέγαμε τότε) με ατού τις διεισδύσεις, μιας και σουτ δεν είχα. Ο Κλέαρχος ήδη εργαζόταν ως προπονητής μπάσκετ και δούλευε τότε σε μια ομάδα Γ’ Εθνικής. Ένα πρωινό Σαββάτου μού λέει να πάμε μαζί σε μια ατομική προπόνηση με δύο παίχτες του. Όπως κάθομαι και παρακολουθώ, μου λέει να μπω μέσα να βοηθήσω στην προπόνηση, να παίξουμε μονό. Ο Κλέαρχος είναι γύρω στο 1.85 και θηρίο. Τα άλλα δυο παιδιά, ακόμα πιο ψηλά και δυνατά. Τι να κάνω ο κακομοίρης… Θα με φάνε λάχανο, σκέφτομαι. Μπαίνω στο γήπεδο σέρνοντάς τα πόδια μου και μου λέει ο Κλέαρχος πως θα παίξουμε οι δυο μας εναντίον τους. Δύο παίχτες Δ’ Αθηνών (εγώ ανάθεμα κι αν είχα ποτέ πατήσει μέσα από τις γραμμές του γηπέδου σε αγώνα) εναντίον δύο παιχτών Γ’ Εθνικής! Κοκκαλώνω! Αισθάνομαι σαν τον Έλμερ Φαντ στο Space Jam την ώρα, που είδε τα τέρατα να μπαίνουν στο γήπεδο! Ξεκινάμε και έχουμε μπάλα. Ο Κλέαρχος μου τη δίνει και μου κάνει σκριν. Πού να μπω μέσα; Θα πέσει η τάπα σύννεφο. Σουτ δεν έχω, αλλά τι να κάνω; Δεν έχω άλλη επιλογή. Σουτάρω. Στεφάνι κι έξω. Παίρνουν οι άλλοι μπάλα κι αρχίζει ο βομβαρδισμός. Πάσα, σκριν, σουτ και μέσα! Όταν καμιά φορά παίρναμε εμείς μπάλα, ο Κλέαρχος δε σούταρε, αλλά προσπαθούσε να με βγάλει αφύλαχτο να σουτάρω. Εγώ, βεβαίως, τα έχανα.

Τελειώνει το μονό και καθόμαστε. Εκνευρισμένος ρωτάω τον Κλέαρχο γιατί μου έδινε συνέχεια να σουτάρω και μου απαντάει πως μου έδινε απλώς γιατί εγώ είμαι ο σουτέρ της ομάδας. Αν δε σούταρα εγώ, ποιος θα το έκανε; Δεν έχει καμία σημασία που δεν τα βάζω. Αυτός θα συνεχίσει να με βγάζει ελεύθερο να σουτάρω. Αυτή είναι η δουλειά του και το να σουτάρω είναι η δική μου. «Είσαι σουτέρ», μου λέει και με σπρώχνει μέσα για τη ρεβάνς.
Οκέι, προφανώς και ξαναχάσαμε. Περιγράφω αληθινή ιστορία, όχι γλυκανάλατο διήγημα με χάπι εντ. Αλλά στο τέλος του μονού και αφού είχα βάλει καμιά δεκαριά καλάθια, ο αντίπαλός μου μου έκανε χάι φάιβ και με ρώτησε αν παίζω σε κάποια ομάδα Α’ Αθηνών. Αυτό και μόνο που μου είπε, ήταν για μένα καλύτερο και από νίκη.
Τέτοια παραδείγματα με τον Κλέαρχο έχω πολλά και από το μπάσκετ και από την κοινωνική μας ζωή, μιας και γίναμε κολλητοί και τελικά τον πάντρεψα. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να σε εμψυχώσει και να σε στηρίξει. Ο άνθρωπος που ξέρεις πως θα είναι δίπλα σου μια ζωή. Αν έχετε παιδιά και μένετε κοντά στην Παλλήνη, πηγαίνετέ τα στον ΓΣ Παλλήνης να μάθουν μπάσκετ. Ο Κλέαρχος εκτός από μπάσκετ, θα τα διδάξει και τον τρόπο να αισθάνονται δυνατά και σίγουρα για τον εαυτό τους, θα τα γεμίσει αυτοπεποίθηση. Και δεν τα λέω όλα αυτά επειδή είναι κουμπάρος μου. Τα λέω όλα αυτά για να σας εξηγήσω τον λόγο για τον οποίο έγινε κουμπάρος μου.

Μία εικόνα, άπειρες λέξεις

ΞΕΚΙΝΗΣΑ πρόσφατα να βλέπω το Τ2 Trainspotting. Και λέω ξεκίνησα, γιατί μόλις είδα το συγκεκριμένο πλάνο, κοκάλωσα. Κυριολεκτικά.

Ένα καρέ, ένας φωτισμός, μια σκιά, μια ατάκα και ειπώθηκαν όλα, για το πριν, το τώρα και το μετά. Για την απουσία της.

(Πώς, αλήθεια, το κάνεις αυτό σε ένα βιβλίο; Πώς;)