Τα ρούχα του νεκρού αδελφού

Με περίμενε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας αν και η αρχική συνεννόηση ήταν να βρω μόνος μου κάποιον τρόπο να φτάσω στο σπίτι του. Δεν ξέρω τι τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Μπορεί από ανυπομονησία ή επειδή κατάλαβε έστω κι αργά την αγένειά του στο τελευταίο μας τηλεφώνημα. Στεκόταν μπροστά στην έξοδο, μαζί με κάτι οδηγούς λιμουζίνας που με σηκωμένα πλακάτ έψαχναν τους πελάτες τους. Στην αρχή δεν έκανε καμία κίνηση προς το μέρος μου, λες και περίμενε κάπως ως διά μαγείας να τον αναγνωρίσω πρώτος εγώ. Μόλις τον προσπέρασα, μου γράπωσε το μπράτσο λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, σαν να ετοιμαζόμουν να περάσω απρόσεχτα μια διάβαση πεζών. Συνοφρυώθηκα προς στιγμήν αλλά πριν προλάβω να αντιδράσω, μου άφησε το χέρι και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό μου. «Του μοιάζεις πολύ», μου είπε. «Είναι απίστευτό το πόσο του μοιάζεις…»
Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του, ένα κόκκινο Renault Clio του 2005. Έβαλε το κινητό του σε μια θήκη και πάτησε την επιλογή «Σπίτι» στο GPS. Η οθόνη του μας ενημέρωσε πως σε λιγότερο από μισή ώρα θα φτάναμε στον προορισμό μας. Προσπάθησα να βολευτώ στο πολυχρησιμοποιημένο κάθισμα του συνοδηγού και ξεκινήσαμε. Βρήκα χρόνο και τον παρατήρησα λίγο καλύτερα. Ίσως άξιζε να μαζέψει λεφτά για να φτιάξει το κοκαλάκι στη μύτη του και το μαύρο μπλουζάκι που φορούσε αναδείκνυε την έντονη ξηροδερμία που τον ταλαιπωρούσε, παρά τους μύες του. Κι αυτός όμως όση ώρα οδηγούσε δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, τόσο, που σε κάποιες φάσεις φοβήθηκα μην τρακάρουμε. Έριξα μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη. Είδα ένα μπατσικό σε κοντινή απόσταση, σαν να μας ακολουθούσε. Κάτι μουρμούρησε εκείνη τη στιγμή κι έτσι γύρισα να τον δω. Μου έδειξε το Radio-CD του αυτοκινήτου. «Τι μουσική ακούς»; ρώτησε. Σάστισα. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τέτοιες ερωτήσεις. Πώς να σκεφτείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τι φαγητά νοσταλγείς, ποιες είναι οι δέκα αγαπημένες σου ταινίες ή τα τρία βιβλία που σε στιγμάτισαν; «Τα πάντα», απάντησα. Έσπρωξε μέσα ένα CD που προεξείχε και στο επόμενο δευτερόλεπτο οι πρώτες νότες του Linger των Cranberries, γέμισαν τον χώρο του μικρού αμαξιού.
Άνοιξα παράθυρο. Η καυτή υγρασία εισέβαλε απειλητικά κι έτσι το έκλεισα σχεδόν αμέσως. Σούφρωσε τα χείλη. Ο κλιματισμός είχε χαλάσει, απολογήθηκε. Δεν συνέφερε να τον φτιάξει. «Άσε που…» ξεκίνησε να λέει, αλλά μας διέκοψε ο ήχος του κινητού μου. «Ναι, μαμά, έφτασα. Ναι, το ξέρω ότι έχει πολλή ζέστη. Νησί είναι, Αύγουστος, δεν πειράζει. Ναι, ναι, έχει και υγρασία, το ξέρω, το νιώθω! Εντάξει, μην ξεχάσεις να πας το βράδυ να ταΐσεις τη γάτα εσύ και θα σε πάρω αύριο να σου πω τι ώρα επιστρέφω», της είπα και τερμάτισα την κλήση. Κανονικά θα έπρεπε να του ζητήσω να συνεχίσει την κουβέντα του, όμως το ξανασκέφτηκα. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο small talk, αυτά τα λόγια του αέρα που λέμε για να περάσει η ώρα ή για να σπάσουμε την αμηχανία. Έκλεισα τα μάτια κι υποκρίθηκα ότι κοιμόμουν.
Τα άνοιξα όταν πια τον άκουσα να τραβάει χειρόφρενο. Βγήκα πρώτος έξω κι έκανα στα ψέματα ότι τεντώνομαι. Κοίταξα τριγύρω μέχρι που συνάντησα το βλέμμα της μάνας του. Μας περίμενε στην πόρτα. Κατάλαβα από ποιον είχε πάρει αυτή τη γαμψή μύτη ο γιος της. Προχώρησα για να τη χαιρετήσω. Μόλις όμως την πλησίασα σε απόσταση χειραψίας, έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της κι οπισθοχώρησε κάπου μέσα. Χάθηκε. Τον ένοιωσα δίπλα μου. «Του μοιάζεις πολύ», μου είπε για ακόμα μια φορά, και δεν ήταν η τελευταία. Γύρισα προς το μέρος του. Με έσπρωξε απαλά και προχωρήσαμε στο καθιστικό.
Ο πατέρας του καθόταν με τον ανεμιστήρα ανοιχτό μπροστά από μια γιγαντιαία τηλεόραση και παρακολουθούσε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Φορούσε ένα μακρύ καφέ παντελόνι με δερμάτινη ζώνη που συγκρατούσε μόνο μια φανέλα. Παραδίπλα ήταν παρατημένο κι ένα πουκάμισο. Καλησπέρισα αλλά δεν αντέδρασε. Δεν σήκωσε καν τα μάτια του να με κοιτάξει. Η μάνα του εμφανίστηκε ξανά, αυτή τη φορά στην πόρτα της κουζίνας. Προσπάθησα να συναντήσω το βλέμμα της χωρίς επιτυχία. Άπλωσε τα χέρια κοιτάζοντας κάπου αόριστα πίσω μου -πιθανόν προς τον άνδρα της, τώρα που το ξανασκέφτομαι- και μου παρέδωσε μια αλλαξιά. «Τα ρούχα του», μου είπε. Έστριψε απότομα τον κορμό της κι άρχισε να στριφογυρίζει μανιωδώς μια κουτάλα μέσα σε μια κατσαρόλα. Τα ρουθούνια μου γέμισαν τσιγαρισμένο κρεμμύδι με άνηθο. «Ανεβείτε πάνω να ντυθεί το παλικάρι», άκουσα τη φωνή του πατέρα να προστάζει. Ενστικτωδώς κοίταξα το ρολόι μου. Έξι και δέκα κι ο καύσωνας δεν έλεγε να κοπάσει.
Στο κεφάλι μου άκουγα ακόμα την Ντολόρες Ο’ Μπράιαν να με ρωτάει τραγουδιστά αν πρέπει να το αφήσω να καθυστερήσει , αλλά όσο περνούσε η ώρα η ένταση χαμήλωνε, λες κι ο χώρος ρουφούσε μέσα στους τοίχους του κάθε είδους μελωδία. Ανέβηκα τα σκαλιά της μικρής μεζονέτας με τα μάτια μου καρφωμένα στα όμορφα διπλωμένα και τακτοποιημένα ρούχα. Δεν χρειάστηκε να σκύψω επάνω τους για να καταλάβω πως ήταν και φρεσκοπλυμένα, αν και δεν φαίνονταν τίποτα το ιδιαίτερο: ένα μακρύ λαδί cargo παντελόνι κι ένα μαύρο φούτερ με κουκούλα των Milwaukee Bucs. Συνηθισμένος να αλλάζω μπροστά σε κόσμο, γδύθηκα και τα φόρεσα κατάσαρκα, μόνο που οι σαράντα βαθμοί υπό σκιάν έκαναν τα υφάσματα να κολλάνε στο σώμα μου σαν θερμομονωτικά υλικά. Άκουσα ένα μπιπ κι ένα κύμα δροσερού αέρα χτύπησε τον σβέρκο μου. «Όπως είπαμε και στο τηλέφωνο, όλα πρέπει να είναι ίδια», μου είπε με το χειριστήριο του κλιματιστικού στο χέρι. Ρύθμισε τη θερμοκρασία στους είκοσι πέντε βαθμούς και με πλησίασε. Έβαλε τα χέρια του στα μαλλιά μου και τ’ ανακάτεψε. «Δεν τα χτένιζε ποτέ», μου εξήγησε. «Τώρα μάλιστα. Ειδικά με τα ρούχα αυτά, είστε ολόιδιοι». Δεν ξέρω αν ήθελε να σχολιάσει κάτι παραπάνω, πάντως εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Μ’ έβαλε να καθίσω στο κρεβάτι και κατέβηκε να τους φωνάξει. Όλα ήταν έτοιμα.
Ένιωθα καλά. Ήμουν ήρεμος. Δεν ήμουν άλλωστε πρωτάρης. Είχα κάνει κάτι ανάλογο δεκάδες φορές. Κοίταξα ξανά το ρολόι μου. Έξι και σαράντα. Υπολόγισα πως αύριο τέτοια ώρα θα ήμουν στο σπίτι με τη γάτα μου αγκαλιά. Τους άκουσα να ανεβαίνουν. Μπήκαν ένας ένας στο διπλανό δωμάτιο, όλοι, εκτός από αυτόν, ο οποίος ήρθε εκεί που βρισκόμουν εγώ. Έκλεισε την πόρτα και με πλησίασε. Με κοίταξε ξανά από πάνω ως κάτω και μετά γύρισε το κεφάλι του αργά, αριστερά δεξιά, σαρώνοντας τον χώρο. Ήθελε, προφανώς, όλα να είναι στην εντέλεια. Απομακρύνθηκε περίπου δύο μέτρα και έβαλε τα χέρια σαν ορθές γωνίες μπροστά στο πρόσωπό του, σχηματίζοντας στον αέρα ένα τετράγωνο. Με κοίταξε σαν σκηνοθέτης μέσα απ’ το υποτιθέμενο πλάνο. Θα πρέπει να τον ικανοποίησε αυτό που είδε, γιατί έβαλε το κινητό του πάνω σε ένα τρίποδο και ακούμπησε τον δείκτη του στην οθόνη. Ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνει η βιντεοσκόπηση και προχώρησε βιαστικά προς το μέρος μου. Ήταν φανερό ότι δεν κρατιόταν.
«Μόλις τον είχα τσακώσει να μου κλέβει είκοσι ευρώ», ξεκίνησε να λέει, «και δεν ήταν η πρώτη φορά. Μας είχε ξετινάξει. Μετρητά, κινητά, λάπτοπ, κοσμήματα… Μέχρι και τις βέρες των γονιών μας πούλησε για μια δόση του ο αδελφός μου», είπε και μου έτεινε το πορτοφόλι του. Προεξείχε ένα εικοσάρικο. Μου έκανε νόημα να το αρπάξω. Μόλις το πήρα, ένιωσα στον λαιμό μου δυο χέρια να με σφίγγουν σαν τανάλιες. Τα ‘χασα! Προσπάθησα να φωνάξω αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος. Έβαλα τα χέρια μου πάνω στα δικά του και αγωνίστηκα να τα κατεβάσω χωρίς επιτυχία. Ήταν δυνατός σαν ταύρος! Τα μάτια του γυάλιζαν. Είχε θολώσει. «Μας έχεις γαμήσει τις ζωές. Ο πατέρας μας αρρώστησε, η μάνα μας έχασε τη δουλειά της κι εγώ αναγκάστηκα να παρατήσω το Πανεπιστήμιο για να σε προσέχω. Είσαι ένα παράσιτο. Ή εσύ, ρε καριόλη, ή εμείς», μου είπε σφίγγοντας ακόμα παραπάνω τη λαβή του. Σε λίγο θα έχανα τις αισθήσεις μου. Έκλεισα τα μάτια, την ώρα που άκουσα να χτυπάνε την πόρτα. Ίσως ήταν κλειδωμένη. Κάποιος την κλώτσησε δυνατά, βούτηξε πάνω του και τον έσπρωξε. Άρχισα να βήχω ακατάπαυστα προσπαθώντας να πάρω ανάσα. Δύο μπάτσοι με βοήθησαν να σηκωθώ, την ώρα που ένας τρίτος τον ακινητοποιούσε μ’ ένα κεφαλοκλείδωμα.
Άλλαξα την πτήση για το ίδιο βράδυ. Δεν ήθελα να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω στο νησί. Ήμουν γεμάτος μώλωπες στον λαιμό κι ακόμα δεν μπορούσα να μιλήσω καλά. Έστειλα ένα μήνυμα στη μάνα μου να μην ταΐσει τη γάτα, θα της εξηγούσα αργότερα. Οι μπάτσοι με παράτησαν στο αεροδρόμιο κι έφυγαν. Τέρμα η συνεργασία μαζί τους για αναπαραστάσεις εγκλημάτων. Όσο καλά κι αν ήταν τα λεφτά, δε θα ρίσκαρα τη ζωή μου για τον κάθε ψυχάκια. Με του που επέστρεφα, θα ξεκινούσα να ψάχνω πάλι δεύτερους ρόλους σε καμιά τηλεοπτική σειρά. Μπήκα στο αεροπλάνο, έβαλα το κινητό σε λειτουργία πτήσης και φόρεσα τ’ ακουστικά μου. Πάτησα να παίξει η λίστα με τα αγαπημένα τραγούδια μου. Τυχαία ξεκίνησε το Zombie των Cranberries. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή το αποφάσισα. Την επόμενη φορά που θα με ρωτούσε κάποιος, θα του έλεγα ότι γουστάρω τη βρετανική ποπ-ροκ σκηνή.

(πρωτοδημοσιεύθηκε σε λίγο διαφορετική μορφή στην εφημερίδα Το Ποντίκι, στις 06/07/2025)

Leave your Comment

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.