Το μοτίβο του δολοφόνου – Γρηγόρης Αζαριάδης

ΠΗΡΑ μια μπίρα από το ψυγείο. Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου, άναψα τσιγάρο κι άνοιξα το λάπτοπ. Ρούφηξα μια γενναία γουλιά και ξεκίνησα να γράφω:

Ας μην πω άλλα. Δε θέλω να αποκαλύψω τι θα κάνω στη συνέχεια του μοτίβου μου… Όποιος άλλωστε έχει διαβάσει το βιβλίο, είμαι σίγουρος πως η παραπάνω σεκάνς, θα του σηκώνει τις τρίχες στη βάση του σβέρκου, κατ’ ελάχιστον για δύο χιλιοστά :-).

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το βιβλίο, οπότε δε θα σας πω κι εγώ τα ίδια. Θα πω μόνο πως είναι ένα από τα λίγα καθαρόαιμα αστυνομικά που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα, με τόση προσήλωση και πίστη στις αληθινές διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, τόσο που θα έπρεπε να διδάσκεται στη σχολή της αστυνομίας. Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος, ακολουθεί κάτι που στην αρχή δείχνει ως τυχαίος τρόπος για να σκοτώνει τα θύματά του. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό, κανένα στοιχείο, κανένα εύρημα, μάρτυρες αναξιόπιστοι, κοινώς τίποτα που να μπορέσει η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της, να χρησιμοποιήσει ώστε να βρει ένα κίνητρο ή να συνθέσει το προφίλ του δολοφόνου. Κι όμως τελικά υπάρχει ένα μοτίβο… Ένα μοτίβο το οποίο παραπέμπει σε έναν σίριαλ κίλερ που έδρασε πριν πολλά χρόνια στο Ρότερνταμ, τον ελληνικής καταγωγής, Καρλή. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως ο Καρλής είναι εδώ και χρόνια νεκρός!

(…) Τα σημάδια μιας ακόμα δύσκολης νύχτας, με μικρά διαλείμματα ύπνου λαγού, ήταν φανερά στο άγνωστο πρόσωπο που την παρατηρούσε κουρασμένο στον καθρέφτη. Ένιωθε λες κι ο εγκέφαλός της είχε χτυπηθεί για σαράντα δευτερόλεπτα σ’ ένα περίεργο μίξερ, και, μόλις το έβγαλαν από την πρίζα, τε εγκεφαλικά κύτταρα άρχισαν να γλιστράνε για να προσγειωθούν ξανά στη θέση τους μετά την ξαφνική καταιγίδα.

Το βλέμμα του Αλέξανδρου, όταν έσπρωχνε τον φραπέ προς το μέρος της, εξέφραζε παραστατικά την απορία του για το πρώιμο της πρωινής προσέλευσης. Το ρολόι της έδειχνε 06:55. Σύρθηκε μέχρι τις σκάλες και σε δύο λεπτά βούλιαζε σχεδόν εξουθενωμένη στην πολυθρόνα. Σε μισή ώρα, ύστερα από τρία τσιγάρα, άρχισε να βλέπει τα πράγματα λίγο καλύτερα. Έστω και με το ένα μάτι. Βγήκε στον διάδρομο. Δεν υπήρχε ψυχή.

Μόνο ο Σταυρίδης θα ‘χει έρθει, συλλογίστηκε κοιτάζοντας την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του.

Επέστρεψε στο γραφείο. Άνοιξε το λάπτοπ. Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη των στοιχείων της αστυνομίας του Ρότερνταμ. Όσο προχωρούσε, ένιωθε τα παγωμένα χέρια του φόβου να της σφίγγουν σαν τανάλιες τα σωθικά. (…)

Αυτό το βιβλίο μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σε κάτι που θέλω εδώ και καιρό: Το πόσο δύσκολο και πόσο χρονοβόρο είναι το να ολοκληρώσεις τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, το οποίο ο αναγνώστης διαβάζει μέσα σε μερικές ώρες. Ο Αζαριάδης έκανε έρευνα δύο ετών και μίλησε με πάνω από πέντε ειδικούς στον τομέα τους, από πολλές φορές, μόνο και μόνο για να συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελε. Αφήστε την ίδια τη συγγραφή και διόρθωση. Και οι συγγραφείς δεν είναι οι τύποι που βλέπουμε στις ταινίες, που κάθονται σε μια σοφίτα και απλώς γράφουν ολημερίς και ολονυχτίς, με τη γυναίκα τους διακριτικά να τους ρωτάει αν θέλουν κάτι για να φάνε. Έχουν οικογένειες, έχουν υποχρεώσεις που τρέχουν και που σας διαβεβαιώ, για το 99,9% των συγγραφέων, δεν τους τις λύνει η συγγραφή. Οπότε όλος αυτός ο χρόνος από κάπου πρέπει να «κλαπεί». Κι αν θέλει να είναι σωστός κι εντάξει, ο συγγραφέας συνήθως τον κλέβει από τον προσωπικό του χρόνο, από τον χρόνο που θα κοιμόταν, ξεκουραζόταν ή που θα έκανε κάτι άλλο για τον εαυτό του. Αν λοιπόν δείτε σε κάποια παρουσίαση βιβλίου τον Αζαριάδη, χτυπήστε τον απαλά στην πλάτη, κοιτάξτε τον με τα μάτια που μόνο οι γονείς κοιτάζουν τα παιδιά τους και πείτε του ένα «μπράβο». Δε θέλει -νομίζω- κάτι παραπάνω για να είναι ευτυχισμένος (και βεβαίως να συνεχίσει να γράφει).

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 8/10.

Advertisements

Τίτλοι Τέλους – Πέτρος Μάρκαρης

Τίτλοι ΤέλουςΜΙΑΣ και ο Μάρκαρης αποφάσισε να βγάλει και τέταρτο βιβλίο ως επίλογο της λεγόμενης τριλογίας της κρίσης, είπα να το διαβάσω. Πάντα μου άρεσε ο Μάρκαρης και έτσι ήμουν σίγουρος πως θα το ευχαριστηθώ. Αλλά έκανα λάθος.

Ήρωας μας φυσικά ο αστυνόμος Χαρίτος. Τον καλούν από την υπηρεσία για μια αυτοκτονία ενός Έλληνα από τη Γερμανία και όταν τους ρωτάει γιατί τον εμπλέκουν, του απαντούν πως η Γερμανική πρεσβεία της Αθήνας έλαβε ένα γράμμα πως δεν πρόκειται για αυτοκτονία αλλά για δολοφονία. Το σημείωμα υπογράφεται από κάποιους ‘Έλληνες του ‘50’ και όταν οι δολοφονίες συνεχίζονται ο Χαρίτος καταλαβαίνει πως πρέπει να δράσει πολύ γρήγορα. Παράλληλα η κόρη του η Κατερίνα γρονθοκοπείται από κάποιους χρυσαυγίτες, επειδή εκπροσωπεί και υποστηρίζει μετανάστες.

 

(…) Η πρώτη ερώτηση του Γκίκα είναι για την Κατερίνα.

«Δεν της βρήκαν τίποτα σοβαρό και τη βγάζουν σήμερα» του λέω.

«Ευτυχώς» σχολιάζει με φανερή ανακούφιση. «Δεν σου κρύβω ότι χτες τη νύχτα έβλεπα εφιάλτες».

«Δυστυχώς σας έχω κι άλλους» του λέω και του περιγράφω το χτεσινό τηλεφώνημα των χρυσαυγιτών.

Η διάθεση του ανατρέπεται πάραυτα και ο αναστεναγμός που αφήνει δεν είναι πια ανακούφισης, αλλά επερχόμενων προβλημάτων.

«Αυτά είναι τα επακόλουθα της κρίσης» αποφαίνεται μοιρολατρικά.

«Άλλο η κρίση και άλλο το μπάχαλο. Αυτή τη στιγμή οι χρυσαυγίτες μπορεί να έχουν στα χέρια τους ονόματα και διευθύνσεις αντιεξουσιαστών, ονόματα και διευθύνσεις αντιρατσιστών και φακέλους ατόμων που η αστυνομία τους έχει υπό παρακολούθηση. Χτες χτύπησαν την κόρη μου, αύριο θα επιτεθούν σε άλλον, μεθαύριο μπορεί να έχουμε και θύματα. Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε την κρίση με το μπάχαλο».  (…)

 

Η ιστορία ξετυλίγεται πολύ αργά αν και γραμμένη ως συνήθως σε πρώτο πρόσωπο και ενεστώτα που βοηθάει πολύ στην δράση. Έχω την αίσθηση πως δεν χρειαζόταν ο Μάρκαρης να γράψει αυτό τον επίλογο. Καλύτερα να έγραφε για μια νέα εντελώς ιστορία του Χαρίτου, εκτός κρίσης. Δείχνει σαν να το έκανε μόνο και μόνο για να αναφερθεί σε κάτι που ξέχασε ή που σκέφτηκε πως κακώς δεν ανέφερε στα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Σαν να αισθανόταν για παράδειγμα πως έπρεπε να ασχοληθεί περισσότερο με τον απλό κόσμο και τους μετανάστες ή να πει με το όνομα του επιτέλους τους χρυσαυγίτες, πράγμα που απέφυγε στα προηγούμενα βιβλία του – τους έλεγε φουσκωτούς, μαυροντυμένους, φασίστες κ.ο.κ.

 

(…) Κατεβαίνω πάλι στον τρίτο και φωνάζω τους βοηθούς μου στο γραφείο μου. Τους δίνω να διαβάσουν το χαρτί που πήραμε από τον επιτετραμμένο, για να δω τις αντιδράσεις τους.

«Κάποιος έχει όρεξη για πλάκες» απαντούν με ένα στόμα ο Βλασόπουλος και ο Δερμιτζάκης.

Ο Παπαδάκης δείχνει να το σκέφτεται.

«Κατ’ αρχάς, πώς ξέρουν αυτοί οι ‘Έλληνες του ‘50’ για τον Μακρίδη, Έλληνα από τη Γερμανία; Δεύτερον, ποιος έχει σήμερα στην Ελλάδα όρεξη για τέτοιες πλάκες; Αν ήταν κάποιος Ελλαδίτης και έλεγαν ότι τον αυτοκτόνησε η κρίση, θα το δεχόμουν».

«Και ποιοι είναι αυτοί οι ‘Έλληνες του ‘50’;» απορεί η Κούλα. «Οι ‘Έλληνες του ‘50’ θα πρέπει να είναι σήμερα ογδόντα και βάλε. Και οι ογδοντάρηδες ασχολούνται με έναν Έλληνα εκ Γερμανίας;»

Οι διχασμένες γνώμες των βοηθών μου ενισχύουν την άποψη μου ότι αξίζει να το ψάξω. Λέω στην Κούλα να μου βρει τη διεύθυνση του γραφείου του Μακρίδη. Στον Παπαδάκη και τον Δερμιτζάκη λέω να ετοιμάσουν ένα περιπολικό. Εντάξει, μην το παρακάνουμε με το Σέατ. (…)

Εκτός της ίδιας της θεματογραφίας, στο βιβλίο υπάρχουν τρανταχτά λάθη επιμέλειας. Οι συγγραφείς πολύ συχνά αλλάζουν ονόματα στους ήρωες τους, καθώς προχωρούν στο γράψιμο και μετά πρέπει βέβαια με ένα απλό find-replace να αντικαταστήσουν τα ονόματα σε όλα τα σημεία που αναφέρονται στο χειρόγραφο. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε σε τουλάχιστον δύο σημεία του βιβλίου. Για παράδειγμα:

(…) «Πώς σε λένε;» τη ρωτάω, ενώ κάθομαι στον καναπέ.

«Έλενα… Έλενα Μέσι».

«Είσαι Αλβανίδα;»

«Μάλιστα».

Μπορεί το ‘Άννα» να το κόλλησε στην Ελλάδα. Πολλοί Αλβανοί παίρνουν ελληνικά ονόματα, για να περνάνε τουλάχιστον για Βορειοηπειρώτες.

«Πες μου πώς τον βρήκες, Άννα». (…)

Η ιστορία πάντως κινείται καλύτερα προς το τέλος της αν και τελικά δε με έπεισε – βρήκα αδύνατο το κίνητρο καθώς και την κατάληξη της υπόθεσης. Ο Χαρίτος δείχνει το ίδιο κουρασμένος όσο και ο Μάρκαρης. Ίσως χρειάζονται και οι δύο ένα διάλειμμα. 🙂

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 5,5/10

Ψωμί Παιδεία Ελευθερία – Πέτρος Μάρκαρης

Δώρος_ΚύμηΠΡΙΝ από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η Ζέφη θα έκανε εγκαίνια σε ένα καφέ-μπαρ στο Στόμιο Οξυλίθου, στην Κύμη Ευβοίας και ήθελε βοήθεια από τους φίλους της. Εγώ τότε δούλευα στο καφέ του Γιάννη -του τότε φίλου και νυν άντρα της- στην Α. Παρασκευή και έτσι χρίστηκα μπάρμαν για εκείνη την βραδιά. Η μπάντα που έπαιξε στα εγκαίνια ήταν οι Delivers or Rock, όπως λέγονταν τότε κάτι μαλλιάδες που έπαιζαν metal. Από την άλλη κι εγώ μαλλιάς ήμουν τότε, να και μια φωτογραφία από εκείνη τη βραδιά, για όποιον δε με πιστεύει.

20140307_233827Πριν λίγες μέρες λοιπόν βρισκόμαστε σε έναν παιδότοπο όπου ο Αντρέας έχει βρει έναν συμμαθητή του στο σχολείο, τον Τζουζέπε. Οι γονείς ήταν δίπλα. Ένας γλυκύτατος και χαμογελαστός μαλλιάς με μαύρα, μου συστήνεται ως Γιώργος Διαμαντής. Να, αυτός ήταν.

Κάτι μου έλεγε το όνομα και στην κουβέντα πάνω, κατάλαβα πως ήταν ο δημιουργός και τραγουδιστής του γκρουπ που έπαιξε στην Κύμη, που πλέον λέγονταν σκέτο Delivers. Ο Γιώργος, συν τοις άλλοις, εργάζεται εδώ και χρόνια στις εκδόσεις Γαβριηλίδη και έτσι όταν του είπα πως στο blog μου παρουσιάζω βιβλία που διαβάζω, σκέφτηκε να μου φέρει μερικά.

Και μου έφερε καμιά δεκαριά. Για αρχή.

ψωμίπαιδείαελευθερίαΤο πρώτο βιβλίο που διάλεξα ήταν αυτό, γιατί έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της σειράς με τον Αστυνόμο Χαρίτο, καθώς και τα δύο πρώτα της τριλογίας της κρίσεως. Βέβαια, τα διάβασα πριν αρχίσω να γράφω στο blog, οπότε δυστυχώς δεν θα τα βρείτε εδώ. Ήρωας μας ποιος άλλος, ο αστυνόμος Χαρίτος. Διαδραματίζεται στο τώρα, αρχές του 2014, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν (ίσως όχι μακρινό) όπου στην Ελλάδα έχουμε επιστρέψει στην δραχμή. Η οικονομική κρίση στο απόγειο της, μειώσεις αποδοχών, καθυστερήσεις πληρωμών, νταηλίκια ακροδεξιών και κάθε λογής φασισταριών. Μέσα σε αυτό το κλίμα, κάποιος αρχίζει να σκοτώνει πρόσωπα της γενιάς του Πολυτεχνείου, πρόσωπα γνωστά, πρόσωπα που κανείς δε θα ήθελε να τα βάλει μαζί τους, αφήνοντας μέσω κινητού τηλεφώνου, επαναστατικά μηνύματα που παραπέμπουν στις μέρες της εξέγερσης, σαράντα χρόνια πριν.

(…) Το συμπέρασμα του είναι σωστό και προσθέτει άλλο ένα πετραδάκι στην ασάφεια της υπόθεσης. Μπορεί ο δολοφόνος να είναι ψυχανώμαλος, μπορεί και τρομοκράτης. Μπορεί να εκδικείται τους εκπροσώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου, μπορεί όμως και τα δύο θύματα να ήταν μπλεγμένα σε ύποπτα παιχνίδια, που να τους οδήγησαν στο θάνατο. Μπορεί το όπλο να είχε σιγαστήρα, μπορεί και όχι. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με το κρύο, αφήνει μηδενικές πιθανότητες να είδε κάποιος κανένα άγνωστο άτομο ή καμιά ύποπτη κίνηση στο χώρο γύρω από τα Νέα κτήρια. Παρ’ όλα αυτά, κάνω την ερώτηση και παίρνω την απάντηση που είχα προβλέψει.

«Όχι, κύριε αστυνόμε, κανείς δεν είδε τίποτα» μου λέει ο Δερμιτζάκης. (…)

Ο Μάρκαρης νομίζω πως κλείνοντας την τριλογία του, θέλησε πιο πολύ να μας μιλήσει για τη χώρα μας, για την κατάσταση στην οποία ζούμε, θεωρώντας ίσως αυτό ως το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο έγκλημα. Ενώ δηλαδή και στις άλλες ιστορίες του Χαρίτου υπάρχει πάντα το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι, αλλά έρχεται σε δεύτερη μοίρα, εδώ διαβάζουμε πιο πολύ για τις κινήσεις αλληλεγγύης και εθελοντισμού, για το άσυλο αστέγων, για το κοινωνικό ραδιόφωνο, για τις δυσκολίες των αστυνομικών να τα βγάλουν πέρα, με αποτέλεσμα αυτό που ήταν συνήθως το περιβάλλον μιας αστυνομικής υπόθεσης του, να γίνεται τελικά κεντρικό θέμα.

(…) Άλλη μια δέσμη με χαρτάκια υψώνεται στον ουρανό. «Αυτές είναι λιρέτες για τους Ιταλούς φίλους μας. Για να ξέρουν ότι είμαστε δίπλα τους και τους σκεφτόμαστε».

Το τραγούδι αλλάζει και γίνεται ιταλικό.

«Να ρωτήσω κάτι, κύριος;» μου λέει ένας μαύρος που στέκεται δίπλα μου με τη γυναίκα του και παρακολουθεί το θέαμα.

«Ρώτα».

«Εγκώ με γκυναίκα μου ντώσαμε πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια να έρτουμε ευρώ. Και τώρα είμαστε ντραχμή. Πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια ντραχμή;»

«Σε λα βι» του λέει η γυναίκα του, που τον κρατάει από το μπράτσο.

Ρωτάω την Κατερίνα, που πήγε Γαλλικό Ινστιτούτο στη Θεσσαλονίκη, τι σημαίνει το «σε λα βι».

«Έτσι είναι η ζωή» μου μεταφράζει.

Σωστά. Έτσι είναι η ζωή σήμερα. Αύριο, πώς θα ‘ναι; (…)

Ωραίο. Θα το πρότεινα και σε κόσμο που δε διαβάζει αστυνομικά.

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 7/10