Όταν το bullying δεν υπήρχε…

n740263657_1548486_4320316ΕΙΜΑΙ 7 χρονών και σε ένα διάλειμμα στο σχολείο μου στον Στρόβολο Λευκωσίας, βγάζω να φάω μια σοκολάτα «ζωάκι» της Nestle. Είναι οι αγαπημένες μου. Μια μικρή μπάρα σοκολάτας γάλακτος, χωρισμένη σε δύο ας πούμε κάδρα, που το καθένα απεικόνιζε ένα ζωάκι της ζούγκλας. Έτρωγα πρώτα το γύρω-γύρω και άφηνα για το τέλος το ζωάκι, τρώγοντας το σχεδόν πάντα με τύψεις, που απαλύνονταν από την απόλαυση του λιωσίματος της σοκολάτας στο στόμα μου. Πριν καν προλάβω να ανοίξω το περιτύλιγμα της, με πλησιάζει ο Χ. που είναι 3 χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ένα ψηλό και όμορφο αγόρι που πηγαίνει στην πέμπτη τάξη. Τον ήξερα καλά και μάλιστα παίζαμε μαζί σε αρκετά διαλείμματα. Είναι άλλωστε ξάδελφος του καλύτερου μου φίλου. Μου λέει να του δώσω τη σοκολάτα. Του λέω όχι. Μου χώνει μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι που μου έκοψε κυριολεκτικά την ανάσα. Σωριάζομαι στο χώμα με τη μούρη. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι. Όλα τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν στις τάξεις τους. Σηκώθηκε παντού σκόνη. Το στόμα μου είναι γεμάτο χώμα και πέτρες. Νιώθω ένα χέρι να τραβάει την σοκολάτα από την άψυχη μου παλάμη. Έχω ακόμα χαραγμένη στο μυαλό μου την εικόνα που ακολουθεί, την εικόνα που διαλύεται σιγά-σιγά η σκόνη κι εγώ είμαι ακόμα μόνος μου, πεσμένος στο χώμα. Ψάχνω κάποιον να με βοηθήσει να σηκωθώ αλλά δεν υπάρχει κανείς.

Είμαι 8 χρονών. Μόλις μετακομίσαμε μόνιμα στα Βριλήσσια, στην Αθήνα. Στο σχολείο από την πρώτη μέρα, όλα τα παιδιά ήθελαν να τους μιλάω Κυπριακά για να γελάσουν με την προφορά μου. Ακόμα και χρόνια μετά, όποιος μάθαινε ότι είμαι από την Κύπρο, με έβαζε να του κάνω το ίδιο πράγμα. Μένουμε σε μια πολυκατοικία με πυλωτή και κήπο. Δίπλα μας κολλητά έχουμε μια αντίστοιχη πολυκατοικία και τα απογεύματα μαζευόμαστε όλα τα παιδάκια και παίζουμε. Ο Γ. είναι ένα πολύ δυνατό παιδί στην ηλικία μου. Παίζαμε γενικά καλά, αλλά όλοι ξέραμε πως δεν έπρεπε να τα «βάλουμε» ποτέ μαζί του. Ήταν γνωστό πως ήταν ευέξαπτος. Μια μέρα παίζουμε μπάλα και ο Γ. είναι τερματοφύλακας της αντίπαλης ομάδας. Αν και το ποδόσφαιρο δεν είναι το φόρτε μου (θυμίστε μου μια μέρα να σας περιγράψω τη φορά που έβαλα 10 αυτογκόλ και χάσαμε 11-1, γωνία Κύπρου και Πλαταιών, μπροστά από το Γκιούλιβερ στα Βριλήσσια) κάποια στιγμή και με ένα μαγικό τρόπο, φτάνει η μπάλα στα πόδια μου, σουτάρω και του βάζω γκολ. Επειδή δεν ήταν κάτι που μου συνέβαινε συχνά, πανηγυρίζω έντονα, τρέχοντας γύρω-γύρω και φωνάζοντας. Ο Γ. άρχισε να με κυνηγάει. Με πιάνει και με ρωτάει γιατί τον κοροϊδεύω. Δεν καταλαβαίνω τι λέει. Αρχίζει να μου δίνει αλλεπάλληλες μπουνιές στο στομάχι. Για άλλη μια φορά μου κόπηκε η ανάσα και σωριάζομαι, ευτυχώς στο γρασίδι αυτή τη φορά. Κάποιες μέρες μετά, όπως είμαι στην κουζίνα του σπιτιού μας και κάτι τρώω, ακούω φωνές από την απέναντι πολυκατοικία. Κοιτάζω στον φωτισμένο διάδρομο της διπλανής πολυκατοικίας και βλέπω τον πατέρα του Γ. να τον βάζει στο σπίτι με τις κλωτσιές. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Τον κλωτσούσε, ο Γ. προχωρούσε ένα μέτρο, γύρναγε τσαντισμένος προς τον πατέρα του, ο πατέρας του φώναζε και του έριχνε άλλη μια κλωτσιά που τον έσπρωχνε έτσι άλλο ένα μέτρο και κάποια στιγμή μετά από 5-6 κλωτσιές τον έβαλε στο σπίτι.

Είμαι 12 χρονών. Η παρέα μου με λέει «Αράπη». Όχι όλη την ώρα. Παίζουμε μπάσκετ, γελάμε, βλέπουμε βιντεοκασέτες με τον Τσάκυ Τσαν, χτυπάμε με δεκάρικο γρήγορα τα πλήκτρα του Amstrad 128K για να τρέξει γρηγορότερα ο αθλητής του “Daley Thompson’s Decathlon” αλλά κάθε μέρα, έτσι για πλάκα, με φωνάζουν Αράπη. Ή Μαύρο. Ή Gift κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομα μου και τη λέξη γύφτος. Κι εγώ δε γελάω. Και μουτρώνω. Κάποιες φορές προσπαθώ να μη δείξω πως με πειράζει, μάλλον χωρίς να τα καταφέρνω. Αλλά αυτό δεν τους κάνει να σταματάνε. Και κάθε βράδυ σκέφτομαι γιατί να έχω τόσο σκούρα επιδερμίδα; Γιατί πήρα το χρώμα του μπαμπά μου και όχι της μαμάς μου; Και ζηλεύω όλα τα αγόρια με τις λευκές επιδερμίδες και τα ανοιχτά μαλλιά. Και οι φίλοι μου, πάντα για πλάκα, κόβουν από τα δέντρα κλαριά και μου τα δίνουν να τους κάνω αέρα γιατί έχει ζέστη.

Είμαι 13ων χρονών. Έχω γίνει καλός μαθητής. Καλύτερος από όλους τους φίλους μου οι οποίοι με αποκαλούν πλέον και «Σπασικλάκι».

Είμαι 14ων χρονών. Πάω λύκειο. Είμαι ήδη αρκετά καλός και μεθοδικός μαθητής. Έχω καινούργιους φίλους. Κάποια στιγμή κυκλοφορούν στο σχολείο ιστορίες για το πώς κατάφερα να ξεφύγω από τους Ναζί, αν και ήμουν δεμένος χέρια-πόδια και πεταμένος στο βυθό θάλασσας. Ο μύθος λοιπόν έλεγε πως στριφογύρισα το κεφάλι μου με τρομερή ταχύτητα και τα τεράστια αυτιά μου λειτούργησαν ως προπέλες. Κι εγώ βλέπω στα οικογενειακά άλμπουμ τις φωτογραφίες του παππού μου και θυμώνω. Γιατί να έχω πάρει τα αυτιά του παππού μου; Και όταν κάνω μπάνιο, κοιτάζω στον καθρέφτη, πιέζοντας τα αυτιά μου στο κεφάλι και σκέφτομαι πως θα ήμουν αν δεν είχα τόσο μεγάλα και πεταχτά αυτιά.

Είμαι 15 χρονών. Τα μαθήματα συνεχίζω να τα «πιάνω» εύκολα και πλέον παίζω μπάσκετ στην τοπική ομάδα. Στο λύκειο είναι συμμαθητής μας και ο Α. Ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί με τρομερή μνήμη. Ξέρει όλα τα τηλέφωνα μας, όλες τις πινακίδες των αυτοκινήτων μας και τι γράφουν τα βιβλία μας στην κάθε σελίδα. Και τα παιδιά είναι σκληρά. Είμαστε σκληρά. Πολύ σκληρά. Ο Α. δεν έχει φίλους. Κι εγώ δεν τον κάνω παρέα, γιατί δε θέλω να μπω ξανά στο περιθώριο. Δεν τον κοροϊδεύω, αλλά δεν κάνω και κάτι για να τον προστατεύσω, δεν παίρνω φανερά το μέρος του. Έλεγα κι εγώ ιστορίες πως τον απέφευγα όταν τον έβρισκα στον δρόμο. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν το έκανα. Πάντα του μιλούσα. Πάντα τον άφηνα να μου πει την ιστορία του.

Είμαι 16 χρονών. Μια μέρα μαθαίνω πως αρέσω σε μια κοπέλα από ένα άλλο λύκειο. «Εγώ ο αράπης;» απορώ. Και την ίδια περίοδο, ένας συμμαθητής μου λέει πως αρέσω και σε μια συμμαθήτρια μας. Αυτή άρεσε και σε μένα. Και την πλησιάζω σε ένα πάρτι. Και τη ρωτάω «Και δεν σε πειράζει που είμαι λίγο μαύρος;». «Είσαι μελαχρινός» μου λέει. «Μου θυμίζεις λατίνο εραστή. Οι άλλοι είναι ξανθομπούμπουρες!» Και η ζωή μου αρχίζει να αλλάζει.

Είμαι 17 χρονών. Περνάω στο Πανεπιστήμιο. Αφήνω μακριά μαλλιά που ευτυχώς είναι της μόδας και με εξυπηρετούν αφάνταστα με τα πεταχτά αυτιά μου.

Είμαι 28 χρονών. Μόλις έχω κουρευτεί. Είμαι ήδη κάποιους μήνες με την Αγγελική. Μου λέει μια μέρα «να δω τ’ αυτιά σου». Γυρνάω προφίλ. «Ίσως είναι λίγο μεγάλα, αλλά δεν το είχα παρατηρήσει ποτέ. Αν δεν μου το έλεγαν οι φίλες μου, δε θα το είχα προσέξει». Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά η Αγγελική είναι η γυναίκα της ζωής μου.

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 41. Έχουμε δύο αγόρια με την Αγγελική, τον Ανδρέα και τον Γιάννη. Ο Ανδρέας πάει πρώτη δημοτικού και κάποια πράγματα που αντιμετωπίζει στο σχολείο του δημιουργούν δυσκολίες. Το είδαμε. Το καταλάβαμε. Φαίνεται. Δεν είναι όλα τα παιδιά τα ίδια. Δεν έχουν τις ίδιες άμυνες ούτε διαχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Ο Γιάννης από την άλλη δείχνει πιο δυνατός και δυστυχώς σε κάποιες φάσεις ίσως και επιθετικός. Θυμάμαι ασυναίσθητα όλα αυτά που αντιμετώπισα όταν ήμουν εγώ παιδί, τότε που δεν υπήρχε το bullying ως λέξη. Τότε που δεν ξέραμε τίποτα για τον σωματικό και τον λεκτικό εκφοβισμό. Τα περνούσα όλα μόνος μου. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Όλα αυτά μου δημιούργησαν απίστευτα κόμπλεξ. Ακόμα και τώρα αν ακούσω τη λέξη «Αράπης» ανατριχιάζω. Και χρειάστηκαν πολλά χρόνια και διάφορες συγκυρίες για να βάλω τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Για να αγαπήσω τον εαυτό μου. Για να αποκτήσω αυτοπεποίθηση.

Μετανιώνω μόνο που δεν στάθηκα στον Α. πιο πολύ. Που δεν πήρα φανερά το μέρος του. Που μπροστά σε όλους, ήμουν με το πλήθος. Μετανιώνω. Και αυτό που κάνω τώρα είναι το μόνο που σκέφτηκα πως μπορώ να κάνω για όλα αυτά. Και γι΄αυτά που έζησα και γι’ αυτά που θα ζήσουν τα παιδιά μου. Θέλω να πω στα παιδιά μου πως δεν ήμουν ο πιο δυνατός, ο πιο ψηλός και ο πιο γρήγορος όταν ήμουν παιδί. Δεν ήμουν σούπερ ήρωας. Ήμουν σαν αυτά. Ένα παιδί σαν όλα. Ένα παιδί διαφορετικό απ’ όλα. Μετρίου αναστήματος, αδύνατος, μελαχρινός, με πεταχτά αυτιά. Ένα παιδί που υπέφερε τότε από κάτι που δεν υπήρχε η λέξη για να το εκφράσει και να το πει στους γονείς του.

Advertisements

Καταταγείτε μας έλεγαν! Καταταγείτε!

Πριν και μετά τα παιδιά

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στο σωτήριον έτος 2005. Μόλις έχω μπει στο γραφείο του Γρηγόρη μαζί με την Καρίνα. Είναι μεσημέρι και κάνουμε διάλειμμα για φαγητό, στην εταιρεία που δουλεύαμε όλοι τότε. Οι δύο φίλοι και συνάδελφοι, που ήταν και λίγο μεγαλύτεροι από μένα, είχαν ήδη παιδιά και -δικαίως ή αδίκως- οι συζητήσεις που ξεκινούσαν αφορούσαν ως επί το πλείστον καθημερινές ιστορίες γύρω από αυτά. Εγώ δεν είχα ακόμα παιδιά. Λίγους μήνες πριν είχαμε παντρευτεί με την Αγγελική. Το σπορ αυτό μας ήταν λοιπόν άγνωστο.

Δέκα χρόνια πριν, η κρίση ακόμη δεν είχε χτυπήσει την πόρτα μας -ή τέλος πάντων αν την είχε χτυπήσει, το είχε κάνει πολύ απαλά. Μη και μας ξυπνήσει από το λήθαργο. Ήταν τότε που νιώθαμε κερδώοι, πληρωνόμασταν καλά και ακόμα κάναμε όνειρα για το μέλλον. Θυμάμαι σαν τώρα που σηκώθηκα όρθιος, σχεδόν εκνευρισμένος και τους ρώτησα το εξής: «Αυτό είναι λοιπόν; Αυτό είναι η ζωή; Γι’ αυτό γεννηθήκαμε;». Με κοίταξαν και οι δύο σαν να ήμουν ο Ε.Τ. Υποθέτω πως ακόμα έψαχναν τρόπο να επικοινωνήσουμε στη γλώσσα μου, όταν τους βομβάρδισα με διευκρινιστικές ερωτήσεις: «Αυτό θα κάνετε από δω και πέρα; Θα ζείτε για τα παιδιά σας; Αυτό μου λέτε και μένα; Πως σε λίγο που θα κάνω παιδιά, γι’ αυτά θα μιλάω όλη μέρα; Μόνο μ’ αυτά θα ασχολούμαι; Τι έφαγαν, αν έφαγαν, αν διάβασαν, αν κοιμήθηκαν, αν ξύπνησαν, αν χτύπησαν, αν αρρώστησαν, γιατί άργησαν, με ποιον πήγανε και (στην τελική) γιατί βγήκαν έξω;;; Πως ΕΓΩ τελείωσα; Τέρμα τα θέλω ΜΟΥ; Μέχρι να πεθάνω; This is it?»

Τα είχα πάει καλύτερα. Με κατάλαβαν. Το έβλεπα ξεκάθαρα στη φάτσα τους πως δεν ήμουν πλέον ένας εξωγήινος. Ήμουν απλώς ένα παιδάκι, ένα νεούδι, ένας ψάρακας, ένας λεγεωνάριος που πάει να καταταγεί στον ρωμαϊκό στρατό και περιμένει να φάει τις μπούφλες του από τους Γαλάτες. Μου χαμογέλασαν και οι δύο. Η Καρίνα μάλιστα άφησε τα μαχαιροπήρουνα της και σηκώθηκε. Με αγκάλιασε και μου είπε να καθίσω δίπλα της. «Να του το πω εγώ, μωρέ;» ρώτησε τον Γρηγόρη, γέρνοντας το κεφάλι της ελαφρά κάτω και αριστερά, με τον μοναδικά ναζιάρικο τρόπο της. Αυτός απλώς κατένευσε συγκινημένος. Γυρνάει η Καρίνα, με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει: «Ναι».

Έστρεψα το βλέμμα μου αργά και απέλπιδα να κοιτάξω τον Γρηγόρη. Δάκρυα έσβηναν στους κροτάφους του…

Έχω μια δυσκολία

100_6294…Για έναν καλό μικρό μου φίλο

ΕΧΩ μια δυσκολία. Με τους ανθρώπους. Όλοι γύρω μου ασχολούνται συνεχώς με ασήμαντα πράγματα. Και τα παιδιά το ίδιο. Δεν ενοχλώ κανέναν, θέλω απλώς να με αφήσουν να είμαι εγώ. Μου αρέσει το σχολείο. Έχει ωραία χρώματα. Έρχομαι εδώ από το πρωί κάθε μέρα σχεδόν και φεύγω το μεσημέρι. Μόνο τα σαββατοκύριακα είμαι όλη μέρα με τους γονείς και τα αδέλφια μου. Τους αγαπώ. Πολύ. Δεν είμαι σίγουρος πως το έχουν καταλάβει. Ίσως νομίζουν πως τους έχω ανάγκη, μα δεν είναι αυτό. Είναι οι ήρωες μου.

Δε με ενδιαφέρει το φαγητό ιδιαίτερα. Εκτός από τα πατατάκια, που δεν είναι φαγητό, είναι πατατάκια και τα λατρεύω! Όταν πεινάω πίνω το γάλα μου στο μπιμπερό. Τουαλέτα βαριέμαι να πάω. Άλλωστε δε μου αρέσει να μιλάω και πολύ και έτσι μέχρι να το πω θα είχα ήδη λερωθεί, γι’ αυτό και ακόμη φοράω πάνες. Μια χαρά βολικές είναι, λέω να τις κρατήσω για καιρό ακόμα. Μου αρέσουν οι οθόνες επαφής. Ο μπαμπάς μου μου έχει χαρίσει το αγαπημένο του tablet. Έχουμε το ίδιο τώρα. Του μοιάζω πολύ. Είναι και αυτός έξυπνος όπως εγώ αν και είμαι λίγο πιο γρήγορος στα παιχνίδια που παίζω. Ίσως αν έπαιζε πιο συχνά, να μπορούσε να με φτάσει. Καθόμαστε μαζί δίπλα δίπλα και παίζουμε ο καθένας στο δικό του. Πόσο μου αρέσουν αυτές οι στιγμές! Θα του το πω κάποια στιγμή…

Στο σχολείο έχω συνοδό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί έχω μόνο εγώ συνοδό. Νομίζω πως όλα τα παιδάκια στην τάξη μου χρειάζονται συνοδό. Η δασκάλα δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα. Φωνάζουν, κλαίνε, γκρινιάζουν, τσακώνονται για τα παιχνίδια. Καλή μου φαίνεται η δασκάλα μου. Δε μου μιλάει και πολύ. Συνήθως έχει εκείνο το βλέμμα που έχουν οι μεγάλοι όταν με βλέπουν. Μια συγκατάβαση. Γιατί άραγε; Στην αρχή δε με ήθελαν στο σχολείο. Δεν είμαι σίγουρος γιατί. Είμαι διαφορετικός έλεγαν, τα άλλα παιδιά θα έχουν πρόβλημα, οι γονείς τους θα έχουν πρόβλημα. Διαφορετικός είμαι, είναι αλήθεια. Όλοι μας δεν είμαστε; Αυτό δεν είναι το ωραίο; Η μαμά μου όμως επέμενε να με δεχτούν και έφερε ένα χαρτί που μόλις το διάβασε η διευθύντρια, το πρόσωπο της έγινε όπως όλα τα χρώματα του σχολείου. Στην αρχή άσπρο, μετά ροζ, μετά κόκκινο, μετά μπλε και στο τέλος κίτρινο. Ήταν πολύ όμορφη!

Την επόμενη μέρα πήγα κανονικά σχολείο. Μια μέρα άργησε να έρθει η συνοδός μου. Τα παιδιά φώναζαν, τσίριζαν, τα αυτιά μου δεν άντεξαν, το μυαλό μου πήγε να σπάσει. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν, έκλεινα τα αυτιά μου. Ένα παιδί τσίριζε μέσα στο αυτί μου. Το δάγκωσα. Νομίζω πως κατάλαβε το λάθος του, γιατί σταμάτησε να τσιρίζει και έφυγε κλαίγοντας. Δε θα το ξανακάνει τώρα ελπίζω. Την επόμενη μέρα η μαμά μου ήταν στεναχωρημένη. Κάτι της είπε η δασκάλα μου. Της έδωσε ένα χαρτί να διαβάσει, παρόμοιο με εκείνο που είχε δώσει κι αυτή στη διευθύντρια. Η μαμά μου όμως δεν άλλαξε χρώματα. Δεν χρειάζεται να το κάνει για να γίνει πιο όμορφη. Είναι ήδη η πιο όμορφη μαμά του κόσμου!

Είναι φορές που νιώθω μόνος ενώ έχει τόσο κόσμο γύρω μου. Θέλω να τους πλησιάσω αλλά δεν ξέρω πως. Νιώθω πως κανείς δε με καταλαβαίνει. Δε ζητάω πολλά. Θέλω να υπάρχει φαγητό και ας πίνω μόνο γάλα. Θέλω να έχω παιχνίδια και ας παίζω πιο πολύ με ένα κουτάλι. Θέλω να έχει κλόουν σε πάρτι και ας μην του δίνω σημασία. Θέλω κεράκια στην τούρτα μου και ας μην τα σβήνω. Θέλω να πηγαίνω στο σχολείο με τα άλλα παιδιά και ας μην κάνουμε παρέα.

Θέλω να έχω τις ίδιες ευκαιρίες με όλους και ας μην τις αξιοποιήσω. Ίσως κάποια στιγμή να το κάνω. Θέλω απλώς να είμαι εγώ. Μπορώ;