Τίτλοι Τέλους – Πέτρος Μάρκαρης

Τίτλοι ΤέλουςΜΙΑΣ και ο Μάρκαρης αποφάσισε να βγάλει και τέταρτο βιβλίο ως επίλογο της λεγόμενης τριλογίας της κρίσης, είπα να το διαβάσω. Πάντα μου άρεσε ο Μάρκαρης και έτσι ήμουν σίγουρος πως θα το ευχαριστηθώ. Αλλά έκανα λάθος.

Ήρωας μας φυσικά ο αστυνόμος Χαρίτος. Τον καλούν από την υπηρεσία για μια αυτοκτονία ενός Έλληνα από τη Γερμανία και όταν τους ρωτάει γιατί τον εμπλέκουν, του απαντούν πως η Γερμανική πρεσβεία της Αθήνας έλαβε ένα γράμμα πως δεν πρόκειται για αυτοκτονία αλλά για δολοφονία. Το σημείωμα υπογράφεται από κάποιους ‘Έλληνες του ‘50’ και όταν οι δολοφονίες συνεχίζονται ο Χαρίτος καταλαβαίνει πως πρέπει να δράσει πολύ γρήγορα. Παράλληλα η κόρη του η Κατερίνα γρονθοκοπείται από κάποιους χρυσαυγίτες, επειδή εκπροσωπεί και υποστηρίζει μετανάστες.

 

(…) Η πρώτη ερώτηση του Γκίκα είναι για την Κατερίνα.

«Δεν της βρήκαν τίποτα σοβαρό και τη βγάζουν σήμερα» του λέω.

«Ευτυχώς» σχολιάζει με φανερή ανακούφιση. «Δεν σου κρύβω ότι χτες τη νύχτα έβλεπα εφιάλτες».

«Δυστυχώς σας έχω κι άλλους» του λέω και του περιγράφω το χτεσινό τηλεφώνημα των χρυσαυγιτών.

Η διάθεση του ανατρέπεται πάραυτα και ο αναστεναγμός που αφήνει δεν είναι πια ανακούφισης, αλλά επερχόμενων προβλημάτων.

«Αυτά είναι τα επακόλουθα της κρίσης» αποφαίνεται μοιρολατρικά.

«Άλλο η κρίση και άλλο το μπάχαλο. Αυτή τη στιγμή οι χρυσαυγίτες μπορεί να έχουν στα χέρια τους ονόματα και διευθύνσεις αντιεξουσιαστών, ονόματα και διευθύνσεις αντιρατσιστών και φακέλους ατόμων που η αστυνομία τους έχει υπό παρακολούθηση. Χτες χτύπησαν την κόρη μου, αύριο θα επιτεθούν σε άλλον, μεθαύριο μπορεί να έχουμε και θύματα. Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε την κρίση με το μπάχαλο».  (…)

 

Η ιστορία ξετυλίγεται πολύ αργά αν και γραμμένη ως συνήθως σε πρώτο πρόσωπο και ενεστώτα που βοηθάει πολύ στην δράση. Έχω την αίσθηση πως δεν χρειαζόταν ο Μάρκαρης να γράψει αυτό τον επίλογο. Καλύτερα να έγραφε για μια νέα εντελώς ιστορία του Χαρίτου, εκτός κρίσης. Δείχνει σαν να το έκανε μόνο και μόνο για να αναφερθεί σε κάτι που ξέχασε ή που σκέφτηκε πως κακώς δεν ανέφερε στα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Σαν να αισθανόταν για παράδειγμα πως έπρεπε να ασχοληθεί περισσότερο με τον απλό κόσμο και τους μετανάστες ή να πει με το όνομα του επιτέλους τους χρυσαυγίτες, πράγμα που απέφυγε στα προηγούμενα βιβλία του – τους έλεγε φουσκωτούς, μαυροντυμένους, φασίστες κ.ο.κ.

 

(…) Κατεβαίνω πάλι στον τρίτο και φωνάζω τους βοηθούς μου στο γραφείο μου. Τους δίνω να διαβάσουν το χαρτί που πήραμε από τον επιτετραμμένο, για να δω τις αντιδράσεις τους.

«Κάποιος έχει όρεξη για πλάκες» απαντούν με ένα στόμα ο Βλασόπουλος και ο Δερμιτζάκης.

Ο Παπαδάκης δείχνει να το σκέφτεται.

«Κατ’ αρχάς, πώς ξέρουν αυτοί οι ‘Έλληνες του ‘50’ για τον Μακρίδη, Έλληνα από τη Γερμανία; Δεύτερον, ποιος έχει σήμερα στην Ελλάδα όρεξη για τέτοιες πλάκες; Αν ήταν κάποιος Ελλαδίτης και έλεγαν ότι τον αυτοκτόνησε η κρίση, θα το δεχόμουν».

«Και ποιοι είναι αυτοί οι ‘Έλληνες του ‘50’;» απορεί η Κούλα. «Οι ‘Έλληνες του ‘50’ θα πρέπει να είναι σήμερα ογδόντα και βάλε. Και οι ογδοντάρηδες ασχολούνται με έναν Έλληνα εκ Γερμανίας;»

Οι διχασμένες γνώμες των βοηθών μου ενισχύουν την άποψη μου ότι αξίζει να το ψάξω. Λέω στην Κούλα να μου βρει τη διεύθυνση του γραφείου του Μακρίδη. Στον Παπαδάκη και τον Δερμιτζάκη λέω να ετοιμάσουν ένα περιπολικό. Εντάξει, μην το παρακάνουμε με το Σέατ. (…)

Εκτός της ίδιας της θεματογραφίας, στο βιβλίο υπάρχουν τρανταχτά λάθη επιμέλειας. Οι συγγραφείς πολύ συχνά αλλάζουν ονόματα στους ήρωες τους, καθώς προχωρούν στο γράψιμο και μετά πρέπει βέβαια με ένα απλό find-replace να αντικαταστήσουν τα ονόματα σε όλα τα σημεία που αναφέρονται στο χειρόγραφο. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε σε τουλάχιστον δύο σημεία του βιβλίου. Για παράδειγμα:

(…) «Πώς σε λένε;» τη ρωτάω, ενώ κάθομαι στον καναπέ.

«Έλενα… Έλενα Μέσι».

«Είσαι Αλβανίδα;»

«Μάλιστα».

Μπορεί το ‘Άννα» να το κόλλησε στην Ελλάδα. Πολλοί Αλβανοί παίρνουν ελληνικά ονόματα, για να περνάνε τουλάχιστον για Βορειοηπειρώτες.

«Πες μου πώς τον βρήκες, Άννα». (…)

Η ιστορία πάντως κινείται καλύτερα προς το τέλος της αν και τελικά δε με έπεισε – βρήκα αδύνατο το κίνητρο καθώς και την κατάληξη της υπόθεσης. Ο Χαρίτος δείχνει το ίδιο κουρασμένος όσο και ο Μάρκαρης. Ίσως χρειάζονται και οι δύο ένα διάλειμμα. 🙂

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 5,5/10

Advertisements

Ψωμί Παιδεία Ελευθερία – Πέτρος Μάρκαρης

Δώρος_ΚύμηΠΡΙΝ από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η Ζέφη θα έκανε εγκαίνια σε ένα καφέ-μπαρ στο Στόμιο Οξυλίθου, στην Κύμη Ευβοίας και ήθελε βοήθεια από τους φίλους της. Εγώ τότε δούλευα στο καφέ του Γιάννη -του τότε φίλου και νυν άντρα της- στην Α. Παρασκευή και έτσι χρίστηκα μπάρμαν για εκείνη την βραδιά. Η μπάντα που έπαιξε στα εγκαίνια ήταν οι Delivers or Rock, όπως λέγονταν τότε κάτι μαλλιάδες που έπαιζαν metal. Από την άλλη κι εγώ μαλλιάς ήμουν τότε, να και μια φωτογραφία από εκείνη τη βραδιά, για όποιον δε με πιστεύει.

20140307_233827Πριν λίγες μέρες λοιπόν βρισκόμαστε σε έναν παιδότοπο όπου ο Αντρέας έχει βρει έναν συμμαθητή του στο σχολείο, τον Τζουζέπε. Οι γονείς ήταν δίπλα. Ένας γλυκύτατος και χαμογελαστός μαλλιάς με μαύρα, μου συστήνεται ως Γιώργος Διαμαντής. Να, αυτός ήταν.

Κάτι μου έλεγε το όνομα και στην κουβέντα πάνω, κατάλαβα πως ήταν ο δημιουργός και τραγουδιστής του γκρουπ που έπαιξε στην Κύμη, που πλέον λέγονταν σκέτο Delivers. Ο Γιώργος, συν τοις άλλοις, εργάζεται εδώ και χρόνια στις εκδόσεις Γαβριηλίδη και έτσι όταν του είπα πως στο blog μου παρουσιάζω βιβλία που διαβάζω, σκέφτηκε να μου φέρει μερικά.

Και μου έφερε καμιά δεκαριά. Για αρχή.

ψωμίπαιδείαελευθερίαΤο πρώτο βιβλίο που διάλεξα ήταν αυτό, γιατί έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της σειράς με τον Αστυνόμο Χαρίτο, καθώς και τα δύο πρώτα της τριλογίας της κρίσεως. Βέβαια, τα διάβασα πριν αρχίσω να γράφω στο blog, οπότε δυστυχώς δεν θα τα βρείτε εδώ. Ήρωας μας ποιος άλλος, ο αστυνόμος Χαρίτος. Διαδραματίζεται στο τώρα, αρχές του 2014, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν (ίσως όχι μακρινό) όπου στην Ελλάδα έχουμε επιστρέψει στην δραχμή. Η οικονομική κρίση στο απόγειο της, μειώσεις αποδοχών, καθυστερήσεις πληρωμών, νταηλίκια ακροδεξιών και κάθε λογής φασισταριών. Μέσα σε αυτό το κλίμα, κάποιος αρχίζει να σκοτώνει πρόσωπα της γενιάς του Πολυτεχνείου, πρόσωπα γνωστά, πρόσωπα που κανείς δε θα ήθελε να τα βάλει μαζί τους, αφήνοντας μέσω κινητού τηλεφώνου, επαναστατικά μηνύματα που παραπέμπουν στις μέρες της εξέγερσης, σαράντα χρόνια πριν.

(…) Το συμπέρασμα του είναι σωστό και προσθέτει άλλο ένα πετραδάκι στην ασάφεια της υπόθεσης. Μπορεί ο δολοφόνος να είναι ψυχανώμαλος, μπορεί και τρομοκράτης. Μπορεί να εκδικείται τους εκπροσώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου, μπορεί όμως και τα δύο θύματα να ήταν μπλεγμένα σε ύποπτα παιχνίδια, που να τους οδήγησαν στο θάνατο. Μπορεί το όπλο να είχε σιγαστήρα, μπορεί και όχι. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με το κρύο, αφήνει μηδενικές πιθανότητες να είδε κάποιος κανένα άγνωστο άτομο ή καμιά ύποπτη κίνηση στο χώρο γύρω από τα Νέα κτήρια. Παρ’ όλα αυτά, κάνω την ερώτηση και παίρνω την απάντηση που είχα προβλέψει.

«Όχι, κύριε αστυνόμε, κανείς δεν είδε τίποτα» μου λέει ο Δερμιτζάκης. (…)

Ο Μάρκαρης νομίζω πως κλείνοντας την τριλογία του, θέλησε πιο πολύ να μας μιλήσει για τη χώρα μας, για την κατάσταση στην οποία ζούμε, θεωρώντας ίσως αυτό ως το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο έγκλημα. Ενώ δηλαδή και στις άλλες ιστορίες του Χαρίτου υπάρχει πάντα το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι, αλλά έρχεται σε δεύτερη μοίρα, εδώ διαβάζουμε πιο πολύ για τις κινήσεις αλληλεγγύης και εθελοντισμού, για το άσυλο αστέγων, για το κοινωνικό ραδιόφωνο, για τις δυσκολίες των αστυνομικών να τα βγάλουν πέρα, με αποτέλεσμα αυτό που ήταν συνήθως το περιβάλλον μιας αστυνομικής υπόθεσης του, να γίνεται τελικά κεντρικό θέμα.

(…) Άλλη μια δέσμη με χαρτάκια υψώνεται στον ουρανό. «Αυτές είναι λιρέτες για τους Ιταλούς φίλους μας. Για να ξέρουν ότι είμαστε δίπλα τους και τους σκεφτόμαστε».

Το τραγούδι αλλάζει και γίνεται ιταλικό.

«Να ρωτήσω κάτι, κύριος;» μου λέει ένας μαύρος που στέκεται δίπλα μου με τη γυναίκα του και παρακολουθεί το θέαμα.

«Ρώτα».

«Εγκώ με γκυναίκα μου ντώσαμε πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια να έρτουμε ευρώ. Και τώρα είμαστε ντραχμή. Πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια ντραχμή;»

«Σε λα βι» του λέει η γυναίκα του, που τον κρατάει από το μπράτσο.

Ρωτάω την Κατερίνα, που πήγε Γαλλικό Ινστιτούτο στη Θεσσαλονίκη, τι σημαίνει το «σε λα βι».

«Έτσι είναι η ζωή» μου μεταφράζει.

Σωστά. Έτσι είναι η ζωή σήμερα. Αύριο, πώς θα ‘ναι; (…)

Ωραίο. Θα το πρότεινα και σε κόσμο που δε διαβάζει αστυνομικά.

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 7/10