Καταταγείτε μας έλεγαν! Καταταγείτε!

Πριν και μετά τα παιδιά

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στο σωτήριον έτος 2005. Μόλις έχω μπει στο γραφείο του Γρηγόρη μαζί με την Καρίνα. Είναι μεσημέρι και κάνουμε διάλειμμα για φαγητό, στην εταιρεία που δουλεύαμε όλοι τότε. Οι δύο φίλοι και συνάδελφοι, που ήταν και λίγο μεγαλύτεροι από μένα, είχαν ήδη παιδιά και -δικαίως ή αδίκως- οι συζητήσεις που ξεκινούσαν αφορούσαν ως επί το πλείστον καθημερινές ιστορίες γύρω από αυτά. Εγώ δεν είχα ακόμα παιδιά. Λίγους μήνες πριν είχαμε παντρευτεί με την Αγγελική. Το σπορ αυτό μας ήταν λοιπόν άγνωστο.

Δέκα χρόνια πριν, η κρίση ακόμη δεν είχε χτυπήσει την πόρτα μας -ή τέλος πάντων αν την είχε χτυπήσει, το είχε κάνει πολύ απαλά. Μη και μας ξυπνήσει από το λήθαργο. Ήταν τότε που νιώθαμε κερδώοι, πληρωνόμασταν καλά και ακόμα κάναμε όνειρα για το μέλλον. Θυμάμαι σαν τώρα που σηκώθηκα όρθιος, σχεδόν εκνευρισμένος και τους ρώτησα το εξής: «Αυτό είναι λοιπόν; Αυτό είναι η ζωή; Γι’ αυτό γεννηθήκαμε;». Με κοίταξαν και οι δύο σαν να ήμουν ο Ε.Τ. Υποθέτω πως ακόμα έψαχναν τρόπο να επικοινωνήσουμε στη γλώσσα μου, όταν τους βομβάρδισα με διευκρινιστικές ερωτήσεις: «Αυτό θα κάνετε από δω και πέρα; Θα ζείτε για τα παιδιά σας; Αυτό μου λέτε και μένα; Πως σε λίγο που θα κάνω παιδιά, γι’ αυτά θα μιλάω όλη μέρα; Μόνο μ’ αυτά θα ασχολούμαι; Τι έφαγαν, αν έφαγαν, αν διάβασαν, αν κοιμήθηκαν, αν ξύπνησαν, αν χτύπησαν, αν αρρώστησαν, γιατί άργησαν, με ποιον πήγανε και (στην τελική) γιατί βγήκαν έξω;;; Πως ΕΓΩ τελείωσα; Τέρμα τα θέλω ΜΟΥ; Μέχρι να πεθάνω; This is it?»

Τα είχα πάει καλύτερα. Με κατάλαβαν. Το έβλεπα ξεκάθαρα στη φάτσα τους πως δεν ήμουν πλέον ένας εξωγήινος. Ήμουν απλώς ένα παιδάκι, ένα νεούδι, ένας ψάρακας, ένας λεγεωνάριος που πάει να καταταγεί στον ρωμαϊκό στρατό και περιμένει να φάει τις μπούφλες του από τους Γαλάτες. Μου χαμογέλασαν και οι δύο. Η Καρίνα μάλιστα άφησε τα μαχαιροπήρουνα της και σηκώθηκε. Με αγκάλιασε και μου είπε να καθίσω δίπλα της. «Να του το πω εγώ, μωρέ;» ρώτησε τον Γρηγόρη, γέρνοντας το κεφάλι της ελαφρά κάτω και αριστερά, με τον μοναδικά ναζιάρικο τρόπο της. Αυτός απλώς κατένευσε συγκινημένος. Γυρνάει η Καρίνα, με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει: «Ναι».

Έστρεψα το βλέμμα μου αργά και απέλπιδα να κοιτάξω τον Γρηγόρη. Δάκρυα έσβηναν στους κροτάφους του…

Advertisements