Ένας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία – Μισέλ Μεζονέβ

Τσετσένος ΣκύλοςΈχω ένα συγκεκριμένο ράφι που βάζω τα βιβλία προς ανάγνωση. Βλέπω τις πλάτες τους φάτσα κάρτα απέναντι από εκεί που συνήθως κάθομαι στο σαλόνι. Αυτό ήταν κάτω κάτω στην πίσω σειρά. Ούτε ξέρω πως βρέθηκε εκεί. Δε θυμάμαι να το αγοράζω, ούτε να μου το δίνει κανείς. Διάβασα το οπισθόφυλλο και δεν κατάλαβα γιατί το άφησα να πάει τόσο κάτω στην ντάνα…

Μασσαλία. Η Λιλιάνα Μουμάρακ, μια γιαγιά από την Τσετσενία, δολοφονείται αφού πρώτα βασανίστηκε άγρια. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για ληστεία, αλλά ο Ντασί Ελ Αχμέτ, ο διαμεσολαβητής της περιοχής και γείτονας της γιαγιάς, δεν πείθεται. Στην κηδεία της πάνε μόνο ο Ντασί, ο Νέστωρ Παναγόπουλος, συνταξιούχος επιπλοποιός και επίσης γείτονας, και ο σκύλος της γιαγιάς, ο Χασάν. Έξω από το νεκροταφείο, ο σκύλος αρχίζει να γρυλίζει σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο…

(…) Το μπιγκλ καθόταν ήσυχα και τον περίμενε. Περιεργάστηκε ο ένας τον άλλον. Ο Ντασί σκέφτηκε την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι κι αναρωτήθηκε κατά πόσο το σκυλί είχε διαβάσει Κούντερα. Ο Χασάν έμοιαζε να λέει: «Ώστε εσύ, εσύ μπορείς!» Ο σοφός ντράπηκε. Ο Χασάν, που έτρεχε στα δάση, που χρειαζόταν χώρο, δέντρα, ρουμάνια, ήταν περιορισμένος τώρα σε ένα μικρό δυάρι. Ίσως άλλοτε το ζώο να όργωνε τις ευδαίμονες κοιλάδες και τα βουνά του Καυκάσου… Ποια ήταν η ιστορία του; Ποια ήταν η ιστορία της Λιλιάνας Μουμάρακ;

Ο κόπρος τον κοιτούσε με τα βαθιά, μαύρα μάτια του. Παράξενη ηρεμία για ένα τρελόσκυλο. Στην ιεραρχία της σοφίας, ο Διογένης τοποθετούσε τον σκύλο πάνω από τον άνθρωπο. Τον σκύλο, που εκφράζει ανενδοίαστα τις επιθυμίες του, που ξέρει να κάνει υπομονή όταν δεν υπάρχει καμία εναλλακτική. (…)

Ο Μεζονέβ χρησιμοποιεί μια έντονα σαρκαστική και χιουμοριστική γραφή που όμοια της δεν έχω ξαναδιαβάσει. Μπλέκει στην ιστορία αλάνια, ρώσους μαφιόζους, δημοσιογράφους, ινδιάνους και Τσετσένους αυτονομιστές που όλοι θέλουν να μάθουν το μυστικό του Χασάν, του Τσετσένου σκύλου, δημιουργώντας έτσι μια κωμωδιοπεριπέτεια καταστάσεων που μου θύμισε μια παλιά ταινία του 1963, το Its a Mad, Mad, Mad, Mad World.

(…) «Δεσποινίς, η τσάντα σας μού γρατζουνάει την πλάτη!»

Μια επιβλητική κυρία. Ακριβό κακόγουστο φουστάνι που διαγράφει τα πάχη της. Μαρσεγέζικη μπουρζουαζία που πλούτισε με το εμπόριο. Είναι η ώρα αιχμής, τα ξερά ανακατεύονται με τα χλωρά, δεν υπάρχει πρώτη θέση στο μετρό στην πόλη των Φωκαέων.

«Κροκόδειλος είναι, κυρία μου, το άρωμά σας τον έχει τρελάνει! Μην ενοχλείς την κυρία, Χασάν μου, δείξε λίγη ευγένεια!» λέει στην τσάντα. (…)

Ο Ντασί είναι από τους πιο ενδιαφέροντες αντιήρωες μυθιστορήματος που έχω διαβάσει. Απολαυστικό!

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 7,5/10

 

Advertisements

Η τριλογία της Μασσαλίας – Solea – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Solea» (ένα είδος Φλαμένγκο), ο Φαμπιό Μοντάλ, τέως αστυνόμος, είναι ο κεντρικός ήρωας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας που πρόκειται να εξελιχθεί. Η πρώην ερωμένη του και δημοσιογράφος Μπαμπέτ εδώ και χρόνια συλλέγει πληροφορίες με σκοπό να ξεσκεπάσει το παρακλάδι της Ναπολιτάνικης Μαφία στη Μασσαλία, τον τρόπο που ξεπλένει χρήματα, τις διασυνδέσεις της με την πολιτική ηγεσία και την αστυνομία. Ο Φαμπιό πληροφορείται από ένα τηλεφώνημα πως πρέπει να την βρει και να την παραδώσει στη Μαφία, προτού ο θάνατος αρχίσει να χτυπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα ένα-ένα…

(…) Κι όμως, αυτό ήταν η φιλία η πραγματική, η δυνατότητα να βάζεις πάνω στο τραπέζι, που λέει ο λόγος, μαζί με μιαν ωραία, καλοψημένη τσιπούρα όλες εκείνες τις ωραίες αναμνήσεις. Μόνο αυτό το «θυμάσαι;» σου επιτρέπει να εκμυστηρεύεσαι τα πιο δικά σου πράγματα, όλες αυτές τις περιοχές της ψυχής σου όπου, συνήθως, εκείνο που βασιλεύει είναι η σύγχηση. (…)

SoleaΟ Φαμπιό έχει μείνει πλέον οριστικά μόνος με την Ονορίν και τον Φονφόν. Ξέρει πως η Λολ δεν πρόκειται να επιστρέψει και τη δικαιολογεί μάλιστα για την απόφαση της αυτή. Ζει το σήμερα από την ταράτσα του σπιτιού του, πίνοντας κρασί, τρώγοντας τους μεζέδες που ετοιμάζει η Ονορίν και ακούγοντας μουσική. Που και που βγαίνει και για ψάρεμα με τη βάρκα του ή πάει για ποτό στο μπαρ του Χασάν. Ένα βράδυ γνωρίζει τη Σονιά με την οποία περνούν ένα υπέροχο βράδυ μαζί, πίνοντας πολύ και καταλήγοντας σπίτι του. Το επόμενο πρωί ο Φαμπιό ξυπνάει μόνος, χωρίς να θυμάται τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Διαβάζει το σημείωμα της Σονιά και σκέφτεται να πάει να την βρει, σκέφτεται πως ίσως αυτή να μπορούσε κάπως να τον βοηθήσει να ξεχάσει την Λολ, σκέφτεται πως μάλλον την αγαπά…

(…) Νύχτα ήταν, μια από εκείνες τις κωλονύχτες όπου η κάθε λεπτομέρεια μέσα στο κρεβάτι σου παίρνει απίστευτες διαστάσεις, όπου με τίποτα δεν λογικεύεσαι, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, δεν αποδέχεσαι τα όσα οφείλεις να παραδεχτείς. Τα είχα ξαναζήσει αυτά ουκ ολίγες φορές και μ’ άλλες γυναίκες. Ποτέ όμως με τέτοια οδύνη. Με τη Λολ που έφευγε, δραπέτευε και η ζωή μου. Τι λέω: που ήδη είχε πάρει δρόμο. (…)*

Νομίζω πως διάβασα το τέλειο τελείωμα της τριλογίας. Ο Φαμπιό πιο ώριμος και κατασταλαγμένος, ξέρει πως πρέπει να αντιμετωπίσει και τη Μαφία, αλλά και πως να χειριστεί τη γοητευτική νέα αστυνομική διευθύντρια Ελέν Παισέρ. Ξέρει επίσης πως αυτό σημαίνει θυσίες, κυριολεκτικά πλέον και όχι μεταφορικά. Ίσως και του ίδιου του εαυτού του…

 (…) Ειδυλλιακό ήταν το πρόγραμμα που είχα φανταστεί. Έτσι τα κανόνιζα πάντα με την πραγματικότητα. Προσπαθούσα πάντα να την τοποθετώ στο επίπεδο των ονείρων μου. Στο επίπεδο του βλέμματος μου. Σε ύψος ανθρώπινο. Της ευτυχίας. Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρομιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος. Που σ’ όλους έχει μια ματιά να ρίξει. (…)

Αξίζει ίσως σε μια δεύτερη ανάγνωση όλης της τριλογίας να καταγράψει κανείς μερικά στοιχεία όπως τα φαγητά που τρώει ο Φαμπιό, είτε στην Ονορίν, είτε στα διάφορα μαγαζάκια που πάει. Επίσης τις μουσικές που ακούει. Ο τρόπος που περιγράφει τα τραγούδια, η στιγμή που τα επιλέγει, το πώς αναπαράγει στίχους και το πώς μιλάει για τον κάθε καλλιτέχνη. Και τέλος τα κρασιά που ανοίγει να πιει. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση, την παρέα και την χρονική στιγμή. Πολύ θα ήθελα να καθόμασταν μαζί στην ταράτσα του σπιτιού του ένα βραδάκι. Να ακούγαμε μουσική, να πίναμε κρασί, να τρώγαμε τα γεμιστά της Ονορίν και να βλέπαμε τη θάλασσα χωρίς να μιλάμε…

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 9/10 – Ναι Φάνη, μου άρεσε λίγο περισσότερο από το δεύτερο άρα ακόμα περισσότερο από το πρώτο. Συστήνω όμως σε κάποιον να τα διαβάσει όλα μαζί, με τη σειρά. Δεν είναι καθόλου τυχαία η παρούσα έκδοση 😉

Συνολική βαθμολογία τριλογίας: 8,5/10

*Αφιερωμένο στο Νάσο, που τελευταία (;) δεν κοιμάται καλά…