Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν

img_20170114_223906_594

ΟΤΑΝ ήμουν μητσής, μια που τες καλλίτερες μέρες μου ήταν όταν την Μεγάλην Εβδομάδαν η μάμμα τζιαι η αρφή μου επήαινναν εις την εκκλησίαν. Εγώ ήμουν πολλά μητσής για να πάω μαζίν τους. Ήταν να τους ποφκάλω, ελαλούσασιν. Οπόταν εκάθουμουν εις το σπίτιν με τον παπάν μου (που εβαρκέτουν πολλά να πάει αλλά εντρέπετουν αλόπως να το πει). Εν τζιαι είχαμεν τάμπλετ, οξά υπολογιστές που έχουσιν τωρά. Πολλά λλίοι είχασην έχρωμην τηλεόρασην, τζιαι είχαμεν μόνον έναν κανάλιν, το ΡΙΚ, που έπαιζεν εκκλησίαν. Στο σπίτιν μας τζιαμαί στον Στρόβολον -που τωρά νομίζω εμεγάλωσεν τζιαι έγινεν κοτζιάμου πολυκατοικία- στο χολ, δίπλα που το γραφείον του παπά μου, ήταν τζιαι το πικάπ. Εν αθθυμούμαι μάρκαν, αλλά ήταν ποτζείνον που έβαλλες 33, 45 ή 78 στροφές τζιαι έβαλλες τζιαι τζιείνους τους μητσικουρήδες τους δίσκους.

Ο παπάς μου, με του που έφευκαν οι κορούες, έβαλλεν έναν μητσικουρήν δίσκον του Τζο Ντασέν στο πικάπ τζιαι μετά επήαιννεν στην κουζίναν τζιαι έβαλλεν μας μεζέν: λλίον χαλλούμιν, λούντζαν ή σσιρομέριν, καμιάν τομάταν τζιαι ψωμίν. Έβαλλεν τζι έναν ουίσκιν για τζιείνον τζιαι λλίην σέβεναπ αραιωμένην για μέναν τζιαι εκάμναμεν πάρτιν. Εκαθούμαστιν χαμέ, πάνω στο χαλούιν, μπροστά που το πικάπ, ακούαμεν μουσικήν, ετρώαμεν, ετζουγκρίζαμεν τα ποτήρκα μας τζιαι εχορέφκαμεν τζιόλας. Όι καλό! Τζιαι μετά που λλίην ώραν, έρκουνταν στο σπίτιν οι κορούες τζιαι εθωρούσαν μας να διασκεδάζουμεν τζιαι πάω στοίχημαν ότι εζηλεύκασιν.

Εθυμήθηκα σήμερα τούτην την ιστορίαν, που ένη ξέρω καν αν έγινεν έτσι ακριβώς, αλλά ε θα ρωτήσω. Αρέσκει μου που την αθθυμούμαι έτσι. Επίσης, ένη ξέρω γιατί με έπιασεν πόψε ειδικά τούτη η νοσταλγία. Ίσως επειδή θκιεβάζω κάθε μέρα για τις συνομιλίες στην Γενεύην. Ζω τριανταπέντε χρόνια στην Αθήναν τζιαι ακόμα καρτερώ να λυθεί το Κυπριακόν. Εμεγάλωσα με το Δεν Ξεχνώ. Έχω έναν τάμαν που τότε που εγεννήθηκα το εβδομηντατέσσερα για να πάω στο Βαρώσιν. Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν, για ούλλους μας, τζιαι για τζιείνους που επάλεψαν, τζιαι για τζιείνους που επολέμησαν, τζιαι για τζιείνους που εσκοτώθηκαν, μα κυρίως για τζιείνους που εν ακόμα ζωντανοί. Για μας τζιαι τα παιθκιά μας.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γρηγόρην που μου έστειλεν τωρά την φωτογραφίαν του εν λόγω πικάπ μας. Έσιει το φυλαγμένον εις το σπίτιν του. Γράφει τζιαι την μάρκαν τελικά…

1974

Hambis-3

Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό ξυπνούν οι μνήμες και η «μάμμα» μου θυμάται…

15 Ιουλίου μεσημέρι. Ο Άντρος αργεί να γυρίσει που το ΡΙΚ, σούσουρο στη γειτονιά «έγινε πραξικόπημα». Πιάνω το τηλέφωνο, νεκρό. Φκαίνω έξω, χτυπώ δίπλα, τα ίδια. Οι άντρες ακόμα να γυρίσουν. Με δκυο μωρά στην αγκαλιά βουρώ ποδά-ποτσί, ένη ξέρω τι να κάμω! Οι εφιαλτικότερες ώρες της ζωής μου. Άνοιξε η γη να με καταπιεί. Να μεν ξέρω που εν ο άντρας μου, αν ζει ή αν επέθανε, να μεν ηξέρω τι κάμνει η μάμμα μου τζιαι η άρρωστη γιαγιά μου! Ακούμεν πως έσιη curfew. Ήταν μαζί μου τζιαι η Σαβού. Έρκεται ο άντρας της με τη μοτόρα να την πάρει να φύουν τζιαι λαλεί του «φύε εσύ τζιαι πήαινε με τα παιδιά. Τα δικά μας εν μεγάλα, εν με χρειάζουνται. Εν να μείνω δαμέ με την Ελένη τζιαι τα μωρά». Που τότε η Σαβού έγινεν αδελφή μου. Κάθουμαι καθιστή στο κρεβάτι ώσπου να ξημερώσει. Η ώρα 5 βουρώ τζιαι πάω σε μια συνάδελφο του Άντρου. Εν ε φοούμουν το curfew. Μόνο να μάθω για τον Άντρον ήθελα. Σκέφτουμαι «εν γεναίκα, εν θα την εκράτησαν». Ευτυχώς ήβρα την τζιαι είπε μου πως τον είδεν τζιαι εν καλά. Το μεσημέριν ήρτεν στρατιωτικό φορτηγό. Ακούω φωνές τζιαι κόσμο να φωνάζει το όνομα μου. Ευτυχώς ο Άντρος εγύρισε σπίτι…

20 Ιουλίου ξημερώματα. 3 μηνών ο Δωρής τζιαι εξύπνησεν για γάλα. Εσηκώθηκα, άκουσε με τζιαι η πεθερά μου τζιαι εσηκώθηκεν να βοηθήσει. Πάντα τζίνην την ώραν ακούαμεν τον Μουεζίνη να λαλεί την προσευχή. Όμως τζίνην την ημέραν ακούσαμεν εμβατήρια… Λαλεί μου η μάμμα, «βάλ’το ράδιον, βάλ’τες βάσεις».. ακούμεν πως έγινεν εισβολή. Ήρταν οι Τούρτζιοι! Πόλεμος!!! Εν υπάρχει πιο ολοκληρωτικό συναίσθημα. Ξεχνάς ποιος είσαι, εν υπάρχει τίποτε άλλον πέραν του πολέμου. Να σωθείς. Έβουρήσαμεν τζιαι ε ξυπνήσαμεν τους άντρες. Άρχισεν ο πόλεμος…

Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό ξυπνούν οι μνήμες και ο «παπάς» μου θυμάται…

15 Ιουλίου πρωί. Καθούμαστεν με τον Εύην στο κυλικείο του ΡΙΚ. Ακούμεν κάτι βζινν, βζινν, λαλεί μου «Ρε Άντρο, πολλές μέλισσες εμπήκαν μέσα», λαλώ του «έσιεις δίκαιο ρε»… σπάζουν τα τζιάμια πίσω μας. «Ρε εν σφαίρες!!!». Τζιαι μετά εμπήκαν μέσα…

Αρχές Αυγούστου, αν τζιαι στα ΛΟΚ, ήμουν επιστράτευση στο ΡΙΚ. Λαλεί μου ο Χαρίλαος «κάτι αριστεροί σαν εσένα εν θα περάσουν καλά. Πάρτην άδειαν σου καλλίτερα τζιαι πήαινε διακοπές, φύε». Ενομίσαμεν πως ηρέμησαν τα πράματα. Είχαμεν κλείσει να πάμε στο Βαρόσι. Ξαφνικά θωρούμε στη θάλασσα κάτι γκρι βάρκες. Λαλούμεν πως εν ψαρόβαρκες. Μετά άρχισαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές τζιαι καταλάβαμεν. Έρκεται ο εγγλέζος που κάτω τζιαι λαλεί μας πως εφωνάξαν τους να μπουν μέσα στις βάσεις τζιαι καλλίτερα να φύουμεν. Έπρεπε να πάμε τζιαμαί που ήταν οι υπόλοιπη οικογένεια, στη Λευκωσία. Εθέλαμεν να έχουμεν κοινήν μοίραν. 15αύγουστον εγίνηκεν η 2η εισβολή…

16-07-2008

Σημείωση: Η εικόνα είναι από έργο τέχνης του χαράκτη Χαμπή