Η τριλογία της Μασσαλίας – Solea – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Solea» (ένα είδος Φλαμένγκο), ο Φαμπιό Μοντάλ, τέως αστυνόμος, είναι ο κεντρικός ήρωας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας που πρόκειται να εξελιχθεί. Η πρώην ερωμένη του και δημοσιογράφος Μπαμπέτ εδώ και χρόνια συλλέγει πληροφορίες με σκοπό να ξεσκεπάσει το παρακλάδι της Ναπολιτάνικης Μαφία στη Μασσαλία, τον τρόπο που ξεπλένει χρήματα, τις διασυνδέσεις της με την πολιτική ηγεσία και την αστυνομία. Ο Φαμπιό πληροφορείται από ένα τηλεφώνημα πως πρέπει να την βρει και να την παραδώσει στη Μαφία, προτού ο θάνατος αρχίσει να χτυπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα ένα-ένα…

(…) Κι όμως, αυτό ήταν η φιλία η πραγματική, η δυνατότητα να βάζεις πάνω στο τραπέζι, που λέει ο λόγος, μαζί με μιαν ωραία, καλοψημένη τσιπούρα όλες εκείνες τις ωραίες αναμνήσεις. Μόνο αυτό το «θυμάσαι;» σου επιτρέπει να εκμυστηρεύεσαι τα πιο δικά σου πράγματα, όλες αυτές τις περιοχές της ψυχής σου όπου, συνήθως, εκείνο που βασιλεύει είναι η σύγχηση. (…)

SoleaΟ Φαμπιό έχει μείνει πλέον οριστικά μόνος με την Ονορίν και τον Φονφόν. Ξέρει πως η Λολ δεν πρόκειται να επιστρέψει και τη δικαιολογεί μάλιστα για την απόφαση της αυτή. Ζει το σήμερα από την ταράτσα του σπιτιού του, πίνοντας κρασί, τρώγοντας τους μεζέδες που ετοιμάζει η Ονορίν και ακούγοντας μουσική. Που και που βγαίνει και για ψάρεμα με τη βάρκα του ή πάει για ποτό στο μπαρ του Χασάν. Ένα βράδυ γνωρίζει τη Σονιά με την οποία περνούν ένα υπέροχο βράδυ μαζί, πίνοντας πολύ και καταλήγοντας σπίτι του. Το επόμενο πρωί ο Φαμπιό ξυπνάει μόνος, χωρίς να θυμάται τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Διαβάζει το σημείωμα της Σονιά και σκέφτεται να πάει να την βρει, σκέφτεται πως ίσως αυτή να μπορούσε κάπως να τον βοηθήσει να ξεχάσει την Λολ, σκέφτεται πως μάλλον την αγαπά…

(…) Νύχτα ήταν, μια από εκείνες τις κωλονύχτες όπου η κάθε λεπτομέρεια μέσα στο κρεβάτι σου παίρνει απίστευτες διαστάσεις, όπου με τίποτα δεν λογικεύεσαι, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, δεν αποδέχεσαι τα όσα οφείλεις να παραδεχτείς. Τα είχα ξαναζήσει αυτά ουκ ολίγες φορές και μ’ άλλες γυναίκες. Ποτέ όμως με τέτοια οδύνη. Με τη Λολ που έφευγε, δραπέτευε και η ζωή μου. Τι λέω: που ήδη είχε πάρει δρόμο. (…)*

Νομίζω πως διάβασα το τέλειο τελείωμα της τριλογίας. Ο Φαμπιό πιο ώριμος και κατασταλαγμένος, ξέρει πως πρέπει να αντιμετωπίσει και τη Μαφία, αλλά και πως να χειριστεί τη γοητευτική νέα αστυνομική διευθύντρια Ελέν Παισέρ. Ξέρει επίσης πως αυτό σημαίνει θυσίες, κυριολεκτικά πλέον και όχι μεταφορικά. Ίσως και του ίδιου του εαυτού του…

 (…) Ειδυλλιακό ήταν το πρόγραμμα που είχα φανταστεί. Έτσι τα κανόνιζα πάντα με την πραγματικότητα. Προσπαθούσα πάντα να την τοποθετώ στο επίπεδο των ονείρων μου. Στο επίπεδο του βλέμματος μου. Σε ύψος ανθρώπινο. Της ευτυχίας. Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρομιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος. Που σ’ όλους έχει μια ματιά να ρίξει. (…)

Αξίζει ίσως σε μια δεύτερη ανάγνωση όλης της τριλογίας να καταγράψει κανείς μερικά στοιχεία όπως τα φαγητά που τρώει ο Φαμπιό, είτε στην Ονορίν, είτε στα διάφορα μαγαζάκια που πάει. Επίσης τις μουσικές που ακούει. Ο τρόπος που περιγράφει τα τραγούδια, η στιγμή που τα επιλέγει, το πώς αναπαράγει στίχους και το πώς μιλάει για τον κάθε καλλιτέχνη. Και τέλος τα κρασιά που ανοίγει να πιει. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση, την παρέα και την χρονική στιγμή. Πολύ θα ήθελα να καθόμασταν μαζί στην ταράτσα του σπιτιού του ένα βραδάκι. Να ακούγαμε μουσική, να πίναμε κρασί, να τρώγαμε τα γεμιστά της Ονορίν και να βλέπαμε τη θάλασσα χωρίς να μιλάμε…

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 9/10 – Ναι Φάνη, μου άρεσε λίγο περισσότερο από το δεύτερο άρα ακόμα περισσότερο από το πρώτο. Συστήνω όμως σε κάποιον να τα διαβάσει όλα μαζί, με τη σειρά. Δεν είναι καθόλου τυχαία η παρούσα έκδοση 😉

Συνολική βαθμολογία τριλογίας: 8,5/10

*Αφιερωμένο στο Νάσο, που τελευταία (;) δεν κοιμάται καλά…

 

Η τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το Τσούρμο», ο Φαμπιό Μοντάλ έχει πλέον παραιτηθεί από αστυνομικός. Ζει μια πιο ήρεμη ζωή, παρέα με την Ονορίν και τον Φονφόν, τους νέους «γονείς» του. Όλα αλλάζουν, όταν η ξαδέλφη του (και παιδικός έρωτας του) Ζελού έρχεται σπίτι για να του ζητήσει να τη βοηθήσει να βρει το γιο της τον Γκιτού, που ήρθε στη Μασσαλία για να ζήσει ένα ερωτικό σαββατοκύριακό με την κοπέλα του Ναιμά, μιας και κάτι τέτοιο απαγορευότανε να το κάνει στο σπίτι τους στην Γκαπ, αφού η Ναιμά ήταν από αραβική οικογένεια – ήταν μια μπερ δηλαδή- και η Ζελού και ο πατριός του Γκιτού ο Άλεξ δεν ανέχονταν τα πάρε-δώσε με τους Άραβες.

(…) Πόσες φορές δεν στάθηκα δύσπιστος απέναντι του; Στην ηθική του του μετανάστη; Μίζερος, χωρίς φιλοδοξίες, έτσι πίστευα. Αργότερα, διάβασα του Αδελφούς Καραμαζόφ, του Ντοστογιέφκσι. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο Αλιόσα έλεγε στον Κρασσότκιν: «Ξέρεις, Κόλια, στο μέλλον θα είσαι πολύ δυστυχισμένος. Όμως να μακαρίζεις τη ζωή, όπως κι αν έρχεται». Λόγια που αντηχούσαν στην καρδιά μου με την ίδια τη φωνή του πατέρα μου. Ήταν όμως πολύ αργά για να του πω ευχαριστώ. (…)

Αν και πάλι μας μιλάει στο α’ πρόσωπο ο Φαμπιό, εμείς ως αναγνώστες γνωρίζουμε από τον πρόλογο, πως ο Γκιτού δολοφονήθηκε. Και στην πορεία των αναζητήσεων του Φαμπιό και άλλοι φόνοι θα διαπραχθούν. Μόνο που τώρα ο Φαμπιό δεν είναι αστυνομικός και πρέπει να προσέχει, γιατί κάποια στιγμή θα βρεθεί μέχρι και ύποπτος για φόνο…

(…) Από γεννησιμιού μου ανήκα στο τσούρμο, είχα διδαχτεί τη φιλία, την πίστη στους δρόμους του Πανιέ, στις αποβάθρες της Λα Ζολιέτ. Και την περηφάνια του λόγου που ‘χαμε δώσει, κοιτώντας ένα φορτηγό ν ‘ανοίγεται στο πέλαγο. Πρωταρχικές αξίες. Πράγματα που δεν εξηγούνται. Άμα βρίσκεσαι μέσα στα σκατά, δεν μπορείς παρά να ανήκεις στην ίδια οικογένεια. (…)

Το ΤσούρμοΠιο «αστυνομικό» από το πρώτο βιβλίο. Αρκετά νέα πρόσωπα, Εθνικό Μέτωπο της Μασσαλίας, Εξτρεμιστές του Ισλάμ, Ναπολιτάνικη Μαφία αλλά και πολλές μουσικές και φαγητά συνθέτουν τη δεύτερη περιπέτεια του Φαμπιό που ως γνωστό δεν αποφεύγει το ποτό και τις καταχρήσεις, γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει. Είναι ίσως η μόνο φορά που θα μπορούσε εύκολα να σκοτώσει. Δεν το έχει κάνει ποτέ, δεν έχει καν πυροβολήσει ποτέ σε άνθρωπο, αλλά τώρα το θέλει, το θέλει πολύ. Δεν πρόκειται να συγχωρήσει το δολοφόνο του Γκιτού. Εκτός αν κάτι του αλλάξει τη γνώμη τελευταία στιγμή, μια τελευταία αποκάλυψη…

(…) «Συλλογικά ο θάνατος δεν υφίσταται. Όσο περισσότεροι είναι τόσο λιγότερο μετράει. Οι πάρα πολλοί νεκροί είναι όπως το αλλού. Βρίσκονται πολύ μακριά. Δεν είναι πραγματικοί. Μονάχα ο ατομικός θάνατος είναι πραγματικός. Αυτός που σε αγγίζει προσωπικά. Απευθείας. Αυτός που τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, ή μες στα μάτια κάποιου άλλου». (…)

Μου άρεσε λίγο περισσότερο από το πρώτο.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

Η τριλογία της Μασσαλίας – Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ κλίμα των ημερών και μετά το Μαύρο της ΕΡΤ, πήρα στα χέρια μου ένα μαύρο βιβλίο που μου χάρισε ο φίλος μου ο Φάνης. Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του ήμουν σχεδόν σίγουρος πως στις σελίδες του θα έβρισκα πολλά κοινά στοιχεία με ακόμη ένα μαύρο μυθιστόρημα, Το μαύρο Αλγέρι του Μωρίς Αττιά. Και οι δύο συγγραφείς είχαν την ανάγκη να μιλήσουν για τον τόπο τους. Αυτός είναι ο καημός τους, να πλάθουν αστυνομικές ιστορίες μέσα στο ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο της πόλης, με ήρωες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί.

Ο Ιζζό λοιπόν γράφει μια νουάρ τριλογία, μιλώντας σε α’ πρόσωπο όπως του αρμόζει, με ήρωα τον Φαμπιό Μοντάλ, έναν σαρανταπεντάρη αστυνομικό -που θα μπορούσε κάλλιστα να παρέμενε ένας κακοποιός, αν ακολουθούσε τα χνάρια των φίλων του- και μέσω αυτού μας γνωρίζει τη Μασσαλία, εκεί από όπου πέρασε το μεγάλο ρεύμα μεταναστών από την Αφρική προς την Ευρώπη, εκεί όπου η μαφία απλώνεται παντού, όπου ο ρατσισμός «χτυπάει» σε κάθε γειτονιά, αλλά παράλληλα εκεί που βρίσκεται το μεγαλύτερο σταυροδρόμι των λαών, στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου, στο σημαντικότερο λιμάνι της Γαλλίας.

Το μαύρο τραγούδι της ΜασσαλίαςΣτο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», ο Φαμπιό ερευνά το θάνατο των δύο καλύτερων παιδικών του φίλων, του Μανού και του Ουγκό. Ο Ουγκό φτάνει ξανά στη Μασσαλία για να εκδικηθεί για το θάνατο του Μανού και σκοτώνεται από τους αστυνομικούς αμέσως μετά το ξεκαθάρισμα. Παράλληλα και μια ακόμη τραγική ιστορία που στην αρχή φαίνεται άσχετη, δείχνει τελικά να συνδέεται και ο Φαμπιό, αν και δε θα έπρεπε να ασχολείται μιας και τις υποθέσεις έχουν αναλάβει άλλοι συνάδελφοι, αποφασίζει να το φτάσει ως το τέλος…

(…) – Πρόσεχε τον εαυτό σου, μου είχε πει.

Μου χάιδεψε το σβέρκο. Την έσφιξα πάνω μου.

– Δεν μπορώ πια να κάνω πίσω, Μπαμπέτ. Δεν ξέρω που θα με πάνε όλα τούτα. Εκεί πηγαίνω όμως. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κάποιο στόχο. Τώρα έχω. Αξίζει όσα αξίζει αλλά μου πάει.

Μου άρεσε πολύ η λάμψη των ματιών της όταν τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου.

– Ο μόνος στόχος είναι να ζεις.

– Αυτό λέω. (…)

Γύρω από το Φαμπιό γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Η Λεϊλά, η Λολ, η Ροζά, η Μπαμπέτ, η Μαρί Λου, η Ονορίν, όλες με το ρόλο τους στη ζωή του, αλλά χωρίς να αφήνει καμία να τον πλησιάσει αληθινά. Ήταν ένα κλεφτρόνι. Έγινε μπάτσος για να ξεφύγει. Δεν αντέχει τη βία και το ρατσισμό. Θυμάται τα παλιά χρόνια με τους φίλους του. Θέλει να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του, του αρέσει να πίνει, να καπνίζει, να ακούει μουσική. Θέλει απλώς να ησυχάσει, θέλει να καταλάβει.

(…) – Εγώ πιστεύω ότι το βλέμμα του άλλου είναι όπλο θανατηφόρο.

Μιλάς ωραία, μου είπε κουρασμένη. Αλλά δεν θ’ αγαπούσες ποτέ μια γυναίκα σαν κι εμένα, έτσι;

– Αυτές που αγάπησα έφυγαν.

– Εγώ θα μπορούσα να μείνω. Τίποτε δεν έχω να χάσω.

Τα λόγια της μ’ αναστάτωσαν. Ήταν ειλικρινής. Άνοιγε την καρδιά της. Προσφερόταν.

– Δεν θα το άντεχα να μ’ αγαπάει μια γυναίκα που δεν έχει τίποτα να χάσει. Η αγάπη είναι ακριβώς η πιθανότητα να χάσεις. (…)

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10