Άλλες ζωές απ’ τη δική μου – Εμμανυέλ Καρρέρ

 

(…) Μιλούν για τσουνάμι, λες και ξέραμε αυτή τη λέξη ανέκαθεν. (…)

Ο Γάλλος συγγραφέας και σεναριογράφος, Καρρέρ, μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων βρέθηκε πολύ κοντά –μέσα θα λέγαμε- σε δύο τραγικά γεγονότα: Στον θάνατο της μικρής κόρης φίλων του από το τσουνάμι στη Σρι Λάνκα, τα Χριστούγεννα του 2004 και, μερικές μέρες μετά, αφότου επέστρεψε στο σπίτι τους μαζί με τη γυναίκα του Έλεν, στον θάνατο της κουνιάδας του Ζυλιέτ, από καρκίνο, σε ηλικία μόλις τριαντατριών χρονών, αφήνοντας πίσω της τον σύζυγό της Πατρίκ και τρία μικρά κοριτσάκια. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις βρέθηκαν άτομα του περίγυρου των θανόντων, οι οποίοι του υπαγόρεψαν σχεδόν, ότι πρέπει – οφείλει- να γράψει για τους δύο αυτούς θανάτους. «Εσύ είσαι ο συγγραφέας, εσύ μπορείς, κανείς άλλος δε θα το κάνει καλύτερα από σένα». Κι έτσι ο Καρρέρ, νιώθοντας πως δεν είχε άλλη επιλογή, πήρε το σημειωματάριό του και ξεκίνησε να γράφει.

(…) Αργότερα ξαπλώνουμε στο κρεβάτι, ο ένας δίπλα στον άλλον. Με την άκρη των δαχτύλων μου αγγίζω την άκρη των δικών της, που δεν μου απαντούν. Θα ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, αλλά ξέρω πως δεν είναι δυνατόν. Ξέρω τι σκέφτεται, είναι αδύνατον να σκέφτεται κάτι άλλο. Μερικές δεκάδες μέτρα από μας, σ’ ένα άλλο μπανγκαλόου, ο Ζερόμ και η Ντελφίν πρέπει κι εκείνοι να είναι ξαπλωμένοι, με τα μάτια ανοιχτά. Τη σφίγγει στην αγκαλιά του ή ούτε και σ’ εκείνους είναι αυτό δυνατόν; Είναι η πρώτη νύχτα. Η νύχτα που ακολουθεί την ημέρα που πέθανε η κόρη τους. Το πρωί ήταν ζωντανή, είχε ξυπνήσει, είχε πάει να παίξει στο κρεβάτι τους, τους φώναζε μπαμπά – μαμά, γελούσε, ήταν ζεστή και η πιο γλυκιά στη γη, και τώρα είναι νεκρή. Θα είναι για πάντα νεκρή. (…)

Δεν έχω να πω πολλά, θα παραθέσω μόνο δυο-τρία μικρά αποσπάσματα, αν και έχω τσακίσει πάνω από εικοσιπέντε σελίδες στο βιβλίο, για να τις διαβάσω και τυχόν να επανέλθω σε αυτές στο μέλλον. Το τρομερό με τη γραφή του Καρρέρ είναι ότι κατορθώνει με έναν μοναδικό τρόπο να σε κάνει συμμέτοχο στο συναίσθημα, χωρίς δράματα. Σαν αντί για πένα να κρατούσε σύριγγα και να με εμβολίασε με την κάθε του λέξη. Και όλα αυτά χωρίς φτιασίδια, χωρίς γλαφυρότητα, χωρίς καν επίθετα.

(…) Γερνούσαν μαζί, και, κι ας μην ήταν υποδείγματα για μας, έβρισκα πως ήταν κάτι το να γερνούν μαζί. Πρέπει να ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους, σιωπηλοί. Ίσως να έσφιγγε ο ένας τον άλλον. Ίσως να έκλαιγαν και οι δύο, στραμμένοι ο ένας προς τον άλλον. Ήταν η τελευταία νύχτα του παιδιού τους, ή η προτελευταία. Ήταν τριάντα τριών ετών. Είχαν έρθει για τον θάνατό της. Και τα τρία μικρά κορίτσια, μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα; Κοιμόνταν; Τι σκέφτονταν; Τι σημαίνει, να είσαι εφτά χρονών και να μαθαίνεις ότι η μητέρα σου θα πεθάνει; Και τεσσάρων; Ή ενός; Ενός, δεν ξέρουμε, δεν καταλαβαίνουμε, έστω, πρέπει όμως χωρίς λέξεις να αισθάνεσαι ότι συμβαίνει κάτι εξαιρετικά σοβαρό γύρω σου, ότι η ζωή σου πρόκειται να ανατραπεί, ότι δεν υπάρχει πια ασφάλεια. Ένα γλωσσικό θέμα στριφογύριζε στο κεφάλι μου. Απεχθάνομαι τη χρήση της λέξης «μαμά» εκτός από την κλητική και μέσα σε ιδιωτικά πλαίσια: ότι ακόμη και στα εξήντα απευθυνόμαστε έτσι στη μητέρα μας, καλώς, αλλά μετά το νηπιαγωγείο, να λέμε «η μαμά του Ουντέλ» ή, όπως η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, «οι μαμάδες», αυτό με αηδιάζει, και διακρίνω σ’ αυτή την αηδία κάτι άλλο από την αντανάκλαση της τάξης που με κάνει να μορφάζω όταν κάποιος λέει μπροστά μου κάποιες τοπικές εκφράσεις. Ωστόσο, ακόμη και για μένα, αυτή που πέθανε δεν ήταν η μητέρα της Αμελί, της Κλάρα και της Ντιάν, αλλά η μαμά τους, και αυτή η λέξη, την οποία δεν αγαπώ, αυτή η λέξη που από καιρό με μελαγχολεί, δεν θα έλεγα ότι με μελαγχολούσε αλλά ότι επιθυμούσα να την προφέρω. Επιθυμούσα να πω, χαμηλόφωνα: μαμά, και να κλάψω, και να είμαι, όχι παρηγορημένος, όχι, αλλά νανουρισμένος, απλώς νανουρισμένος, και να αποκοιμηθώ έτσι. (…)

Υπάρχει μόνο ένα κομμάτι του βιβλίου, όταν παίρνει συνέντευξη από τον Ετιέν, έναν φίλο δικαστή της Ζυλιέτ, και παραθέτει για περίπου δέκα-δεκαπέντε σελίδες σκηνές από τις ζωές τους στα δικαστήρια και τις μάχες που έδιναν για τη δικαιοσύνη, το οποίο το προσπέρασα σχετικά γρήγορα γιατί -προσωπικά πάντα- δεν το βρήκα ενδιαφέρον, αν και σίγουρα μας δίνει να καταλάβουμε πολλά για τον χαρακτήρα των ηρώων.

Εκτός αυτού, το βιβλίο είναι οδοστρωτήρας.

Και εκτός αυτού, τελειώνει έτσι:

(…) Κατεβαίνουν οι δυο τους στο υπόγειο, κάθονται κι οι δυο μπροστά στον υπολογιστή. Η μουσική αρχίζει, οι εικόνες παρελαύνουν. Ο Πατρίς κοιτά τη γυναίκα του. Η Ντιάν κοιτά τη μητέρα της. Ο Πατρίς κοιτά την Ντιάν που την κοιτά. Κλαίει, κλαίει κι αυτός, είναι γλυκό που κλαίνε έτσι οι δυο τους, ο πατέρας και η πολύ μικρή του κόρη, αλλά δεν μπορεί, και δεν θα μπορέσει ποτέ, να της πει αυτό που οι πατεράδες θέλουν πάντα να λένε στα παιδιά τους: δεν είναι σοβαρό. Κι εγώ, που είμαι μακριά τους, εγώ, που ξέρω πόσο εύθραυστο είναι να είσαι ευτυχής, θα ήθελα να επουλώσω όσο λίγο κι αν επουλώνεται, την πληγή, και γι’ αυτό ετούτο το βιβλίο είναι για την Ντιάν και τις αδελφές της. (…)

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Βαθμολογία 9,5/10.

Advertisements