Οι ψιθυριστές – Τζον Κόνολι

Διαβάζω καθημερινά, αλλά ο χρόνος που διαβάζω όλο και συρρικνώνεται, και μαζί ακολουθούν οι ανοχές και αντοχές μου. Η απορία μου όμως είναι διαχρονική: Πώς γίνεται βιβλία που εκθειάζονται από daily mail, guardian, the times, ακόμα και από συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς, εμένα να με αφήνουν αδιάφορο;

Η ιστορία: Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Τσάρλι Πάρκερ, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια αυτοκτονία ενός βετεράνου στρατιωτικού και οδηγείται έτσι σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου από ομάδα πρώην στρατιωτικών, όπου το φορτίο που διακινούν φαίνεται να είναι πολύ πιο μεγάλο και τρομαχτικό απ’ όσο πίστευαν στην αρχή. Ο Πάρκερ βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά αυτοκτονιών μέσα στην ομάδα και καταλαβαίνει πως το φορτίο αυτό, εκτός της ανυπολόγιστης αξίας του, είναι και θανατηφόρο…

Ναι, ο Κόνολι ξέρει να γράφει, αλλά το ξέχασα πριν καν τελειώσω την τελευταία σελίδα, η ανατροπή του με βρήκε να χασμουριέμαι και τον επίλογο δε θυμάμαι καν αν τον διάβασα. Ίσως φταίει το γεγονός πως η όλη αυτή η πώρωση των Αμερικανών με τον στρατό, το Βιετνάμ, το Ιράκ 1, το Ιράκ 2 και τις ενοχές τους ή μη, πλέον δε με ελκύει. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Μου φαίνεται όμως πως το επόμενο θα είναι κανένα σκανδιναβικό, να ισιώσω…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5,5

Advertisements

Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10

 

Ποτέ μη γυρίζεις πίσω – Λη Τσάιλντ

poteΡΙΤΣΕΡ ξανά, για να φύγει καλά η χρονιά. Μου αρέσει, το ξέρετε, το έχω ξαναγράψει. Ιστορία συνεχούς δράσης, χωρίς πολλά να σκεφτείς. Σαν ξυλάδικη ταινία…

Ο Ρίτσερ αποφασίζει να επιστρέψει στην παλιά του μονάδα, του 110ου Λόχου Στρατονομίας. Ο λόγος; Να γνωρίσει από κοντά την καινούργια διοικήτρια του Λόχου, την Ταγματάρχη Σούζαν Τέρνερ, την οποία άκουσε στο τηλέφωνο και του άρεσε η φωνή της. Φτάνοντας όμως εκεί θα δει πως δεν υπάρχει διοικήτρια να τον περιμένει αλλά διοικητής, ο οποίος τον κατηγορεί για μια ανθρωποκτονία που φέρεται να διέπραξε πριν από πολλά χρόνια, τον ενημερώνει πως είναι πατέρας μιας δεκατετράχρονης της οποίας η μητέρα χρειάζεται διατροφή και τέλος του αναφέρει πως, βάσει κάποιου ειδικού κανονισμού, ανακαλείται επισήμως σε ενεργή υπηρεσία…

(…) Υπήρχαν τρία Σεβρολέ σεντάν στο πάρκινγκ του αρχηγείου και τα δύο ήταν παλιά, αλλά μονάχα ένα ήταν σαραβαλιασμένο και υπό κατάρρευση, και στο κοντέρ είχε γύρω στο ενάμισι εκατομμύριο χιλιόμετρα οδήγησης εντός πόλης. Παρ’ όλα αυτά, πήρε μπρος με το πρώτο και δούλεψε απαλά στο  ρελαντί. Πράγμα που έπρεπε να κάνει, επειδή η ροή των αυτοκινήτων στο φως της ημέρας ήταν αργή. Πολλοί σηματοδότες, πολλές ουρές, πάμπολλες φρακαρισμένες λωρίδες. Αλλά η άφιξη στο ντάιερ έγινε γρηγορότερα από την πρώτη φορά. Οι φρουροί στην κεντρική πύλη ήταν σχετικά φιλόξενοι. Ο Ρίτσερ λογάριαζε πως η Λιτς είχε τηλεφωνήσει ξανά για να αναγγείλει τον ερχομό του. Πράγμα που σήμαινε ότι είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε σύμμαχο. Πράγμα που χαροποιούσε τον Ρίτσερ. Ένας λοχίας στο πλευρό σου κάνει τον κόσμο να γυρίζει ευκολότερα και πιο αβίαστα. Ενώ ένας λοχίας που στρέφεται εναντίον σου είναι ικανός να σημαίνει το θάνατό σου. (…)

Ενώ γενικά οι ιστορίες του Ρίτσερ έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά (ο υπερ-ήρωας που δεν παθαίνει ποτέ τίποτα και που τους δέρνει όλους εύκολα, που μετακινείται, δε μένει με την ίδια κοπέλα κτλ) ο Τσάιλντ πάντα προσπαθεί να βρει τρόπο να διαφοροποιήσει ελαφρώς τις ιστορίες του, προφανώς για να μην τον βαριούνται οι αναγνώστες του και παράλληλα όμως να μην απογοητεύονται. Νομίζω πως η βασικές διαφορές αυτής της ιστορίας έναντι των υπολοίπων είναι δύο: α) έχει ελάχιστο ξύλο και β) ο Ρίτσερ στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν είναι μόνος απέναντι στους κακούς. Είναι το έτερον ήμισυ…

(…) Δε χρησιμοποίησαν τη Βάιλαντ Άβενιου. Σκέφτηκαν ότι το να περάσουν ξανά μπροστά από το δικηγορικό γραφείο θα έκανε το ένα πέρασμα δύο, για μερικούς από τους παρατηρητές, για λόγο που δε ήταν διόλου παραγωγικός, και ύστερα τα δύο περάσματα θα γίνονταν τρία, αν η εναλλαγή ήταν συντονισμένη λάθος. Και ένα τριπλό πέρασμα δε θα ήταν γούρικο. Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πράγματα με την Τρίτη φορά. Αυτή ήταν η εμπειρία του Ρίτσερ. Ακόμη και αν δε συνειδητοποιούν ότι τα προσέχουν. Ένα κόμπιασμα σε μια συγκεκριμένη λέξη την ώρα που μιλάς με ένα φίλο; Απλώς είδες τον ίδιο άνθρωπο για Τρίτη φορά, με την άκρη του ματιού σου. Ή το ίδιο αυτοκίνητο, ή το ίδιο φορτηγάκι που πουλούσε λουλούδια, ή το ίδιο παλτό, ή σκυλί, ή παπούτσια, ή βάδισμα. (…)

Διαβάστε το σαν ταινία και απολαύστε το.

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10

 

Αντίστροφη Μέτρηση – Κεν Φόλετ

Επιστροφή σε αστυνομικό και μάλιστα αμερικάνικο, γρήγορο, συνεχούς δράσης, κάτι σαν τις Επικίνδυνες Αποστολές δηλαδή.

Ένας άντρας ξυπνά στις τουαλέτες ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν θυμάται απολύτως τίποτα. Ούτε το όνομα του, ούτε πως βρέθηκε εκεί. Είναι ατημέλητος και ντυμένος με κουρέλια. Μπροστά του βλέπει άλλον έναν σαν κι αυτόν, έναν ζητιάνο που τον λένε Πιτ. Ο Πιτ του λέει πως το όνομα του είναι Λουκ και πως είχε πιει πολύ χθες βράδυ και λογικό είναι να μη θυμάται τίποτα. Όμως του Λουκ κάτι δεν του πάει καλά με αυτή την εκδοχή…

Η ιστορία είναι τοποθετημένη το 1958 στην Ουάσιγκτον, τις μέρες της εκτόξευσης του πρώτου αμερικάνικού πυραύλου, του Εξπλόρερ Ι, από το ακρωτήριο Κανάβεραλ. Ο Λουκ στην προσπάθεια του να μάθει περισσότερα για τον εαυτό του, συνειδητοποιεί πως μπορεί να μην ξέρει τίποτα για την οικογένεια ή τους φίλους του, αλλά γνωρίζει πολλά πράγματα για φυσική, μαθηματικά και για… πυραύλους. Είναι σίγουρος πως ξέρει κάτι για το οποίο άξιζε να χάσει τη μνήμη του, κάτι που πρέπει να ξαναθυμηθεί, αν θέλει να ζήσει.

(…) «Toi, encore», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. «Πάλι εσύ». Αναρωτήθηκε για μια στιγμή γιατί είχε μιλήσει γαλλικά, αλλά έδιωξε τη σκέψη σχεδόν αμέσως. Είχε πιο πιεστικά ζητήματα να σκεφτεί. Δεν υπήρχε αμφιβολία: δύο άτομα τον παρακολουθούσαν εναλλάξ, σε μια καλοστημένη επιχείρηση. Θα πρέπει να ήταν επαγγελματίες.

Προσπάθησε να αναλύσει τι σήμαιναν όλα αυτά. Ο τύπος με το καπέλο κι ο τύπος με την καμπαρτίνα ίσως να ήταν αστυνομικοί – μπορεί να είχε διαπράξει ένα έγκλημα, να είχε σκοτώσει κάποιον όσο ήταν μεθυσμένος. Ίσως αυτοί οι δύο να ήταν κατάσκοποι, της CIA ή της Κα-Γκε-Μπε, αν και ήταν μάλλον απίθανο ένας αλήτης σαν κι αυτόν να ήταν αναμεμειγμένος σε υποθέσεις κατασκοπίας. Κατά πάσα πιθανότητα είχε κάποια σύζυγο την οποία είχε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια, και τώρα εκείνη ήθελε διαζύγιο και είχε προσλάβει ιδιωτικούς αστυνομικούς για να συλλέξουν αποδείξεις γύρω από τον τρόπο ζωής του. (Η σύζυγος μπορεί να ήταν Γαλλίδα.)

Καμία από τις ερμηνείες αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική. Ωστόσο ένιωσε το ηθικό του αναπτερωμένο. Πιθανότατα αυτοί οι δύο να ήξεραν την ταυτότητά του. Όποια κι αν ήταν η αιτία για την οποία τον παρακολουθούσαν, κάτι θα πρέπει να γνώριζαν γι’ αυτόν. Αν μη τι άλλο, θα γνώριζαν περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος.

Αποφάσισε να τους χωρίσει και μετά να αντιμετωπίσει ευθέως τον νεότερο άντρα. (…)

Αυτό που θα έλεγα ένα τίμιο βιβλίο. Δράση από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή. Ωραία πλοκή, με μπρος-πίσω στον χρόνο και (μικρές αλλά απαραίτητες) ανατροπές. Το τέχνασμα του ανθρώπου που συνεχώς ανακαλύπτει μικρά-μικρά πράγματα για τον εαυτό του και τη ζωή του είναι πολύ ωραία δοσμένο και σε κάνει να μη θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10

 

Ο Εχθρός – Λη Τσάιλντ

ο εχθρόςΕΧΩ γράψει αρκετές φορές για τις περιπέτειες του Ρίτσερ. Αυτή όμως δεν είναι σαν τις άλλες, γιατί ο Τσάιλντ τον τοποθετεί αρχές του 1990, όταν ακόμη ήταν ένας Ταγματάρχης Στρατονόμος. Η ιστορία έχει πολύ λιγότερη βία, είναι πιο εγκεφαλική και δείχνει έναν Ρίτσερ που αναπόφευκτα πρέπει πλέον να ακολουθήσει κάποιους κανόνες και όχι το κλασικό του “My way or the highway” που ξέρουμε.

Βρισκόμαστε ακριβώς στο μεταίχμιο Παραμονής 1989 με Πρωτοχρονιά 1990. Ο Ρίτσερ αποσύρθηκε εσπευσμένα από μια αποστολή στον Παναμά και έχει φτάσει μόλις δυο μέρες πριν στο στρατόπεδο του Φορντ Μπερντ στη Νότια Καρολίνα. Είναι αξιωματικός υπηρεσίας το βράδυ της παραμονής και ενημερώνεται τηλεφωνικά για τον θάνατο από καρδιακή προσβολή ενός υποστράτηγου σε ένα δωμάτιο ενός μοτέλ στην πόλη. Στην αρχή δεν πιστεύει πως χρειάζεται να εμπλακεί, γιατί ο θάνατος του δείχνει από φυσικά αίτια, αλλά οι ανώτεροι του έχουν άλλη άποψη. Στην έρευνα του ανακαλύπτει πως ο υποστράτηγος έλαβε μέρος σε ένα μυστικό συνέδριο του οποίου δεν μπορεί να βρει την ημερήσια διάταξη, γιατί από το δωμάτιο λείπει ο χαρτοφύλακας του. Ζητάει τη βοήθεια μιας γυναίκας στρατιωτικού, της υπολοχαγού Σάμερ, για να πάνε μαζί να ανακοινώσουν τα δυσάρεστα στη σύζυγο του θύματος. Την βρίσκουν όμως νεκρή…

(…) Όποτε μπορώ, λοιπόν, ρουφώ πληροφορίες. Και άξιζε να ρουφήξεις πληροφορίες από το σπίτι των Κρέιμερ. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό. Ένας χλομός ήλιος το έλουζε και μια αδύναμη αύρα ταξίδευε τη μυρωδιά του καπνού των ξύλων στον αέρα. Το κρύο του απογεύματος ήταν μάλλον έντονο τριγύρω μας. Ήταν από εκείνα τα μέρη όπου θα ήθελες να ζουν ο παππούς και η γιαγιά σου. Θα μπορούσες να το επισκέπτεσαι το φθινόπωρο, να μαζεύεις πεσμένα φύλλα, να πίνεις μηλίτη και να γυρίζεις πάλι το καλοκαίρι για να φορτώσεις ένα κανό στο γέρικο στέισον βάγκον και να ξεκινήσεις για κάποια λίμνη. Μου θύμισε τα τουριστικά βιβλία που μου έδιναν στη Μανίλα, το Γκουάμ και τη Σεούλ.

Μέχρι να μπούμε μέσα. (…)

Ενδιαφέρον έχει και η δευτερεύουσα ιστορία. Ο Τζακ Ρίτσερ μαζί με τον αδελφό του Τζο, επισκέπτονται την άρρωστη μητέρα τους που είναι Γαλλίδα και ζει στο Παρίσι. Ο Ρίτσερ, εκτός από μηχανή επιβολής νόμου, ήταν και γιος μιας μάνας. Όπως τώρα τελευταία που λέω ιστορίες από όταν ήμουν εγώ μικρός στους γιους μου πριν κοιμηθούν. Και συνειδητοποιώ πως δεν ήμουν πάντα μόνο μπαμπάς…

(…) «Είμαι Γαλλίδα», είπε. «Είστε Αμερικανοί. Υπάρχει τεράστια διαφορά. Όταν αρρωσταίνουν οι Αμερικανίδες, εξοργίζονται. Πώς τόλμησε η αρρώστια να χτυπήσει εκείνες; Πρέπει να διορθώσουν το λάθος αμέσως, στο λεπτό. Δεν είναι λόγος να εξοργίζεσαι. Είναι κάτι που συμβαίνει. Πρέπει να συμβεί, δεν το καταλαβαίνετε; Αν δεν πέθαιναν οι άνθρωποι, ο κόσμος θα ήταν σήμερα ασφυκτικά στενάχωρος».

«Το θέμα είναι πότε πεθαίνεις», είπε ο Τζο.

Η μητέρα μου ένευσε καταφατικά.

«Ναι», απάντησε. «Πεθαίνεις όταν έρθει η ώρα σου». (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10

 

 

Για ό,τι αξίζει να πεθάνεις – Λη Τσάιλντ

για ότι αξιίζειΔΙΑΒΑΣΑ άλλο ένα βιβλίο της σειράς του Τσάιλντ με ήρωα –ποιόν άλλο;- τον Τζακ Ρίτσερ. Είναι το τρίτο βιβλίο που διαβάζω και έτσι πλέον ήξερα πολύ καλά τι να περιμένω. Ίσως γι’ αυτό να ήθελα κάτι παραπάνω ή -κατ’ ακρίβεια- κάτι λιγότερο αυτή τη φορά. Ομολογώ πως είναι μάλλον το χειρότερο από τα τρία βιβλία που διάβασα. Όχι κακό, απλώς χειρότερο. Πολλή βία, πάρα πολλή βία και με προσπάθεια από το συγγραφέα να τη δικαιολογήσει -στα μάτια πάντα του ήρωα του.

Ο Ρίτσερ προσπαθεί να πάει στη Βιρτζίνια. Στο δρόμο αποφασίζει να σταματήσει σε ένα σταυροδρόμι σε μια περιοχή στην κομητεία της Νεμπράσκα. Μια σειρά γεγονότων των φέρνουν αντιμέτωπο με την οικογένεια Ντάνκαν, τα τρία αδέλφια ηλικίας γύρω στα εξήντα και τον γιο του ενός, τον Σεθ. Οι Ντάνκαν έχουν μια μεταφορική εταιρεία και εξουσιάζουν ουσιαστικά την περιοχή εκμεταλλευόμενοι τους αγρότες που θέλουν να μεταφέρουν τη σοδειά τους και που κάθε άλλη επιλογή θα ήταν ασύμφορη γι’ αυτούς. Τίποτα όμως δε δικαιολογεί ούτε το μέγεθος του πλούτου των Ντάνκαν, αλλά ούτε και το μέγεθος της τρομοκρατίας που σπέρνουν σε όλους, ακόμα και στην ίδια τη γυναίκα του Σεθ που πολύ συχνά ο άντρας της την κακοποιεί. Οι Ντάνκαν περιμένουν ένα πολύτιμο φορτίο το οποίο πρέπει να παραδώσουν στο Λας Βέγκας. Το φορτίο αυτό έχει καθυστερήσει και οι Ντάνκαν που ήδη έχουν βάλει στο μάτι τον Ρίτσερ ο οποίος σκαλίζει μια υπόθεση εξαφάνισης ενός μικρού κοριτσιού πριν από εικοσιπέντε χρόνια στην οποία κύριοι ύποπτοι ήταν αυτοί, ρίχνουν επίτηδες το φταίξιμο σε αυτόν. Έτσι όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας μέχρι και το Λας Βέγκας, αναγκάζονται να στείλουν τα πρωτοπαλίκαρα τους στην περιοχή για να βοηθήσουν τους Ντάνκαν να τον βγάλουν από τη μέση. Μαζί με αυτούς και οι Κορνχάσκερς, μια τοπική ομάδα από πρώην ποδοσφαιριστές οι οποίοι εκτελούσαν χρέη μπράβων στην περιοχή.

Το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα είναι στα εκατό χιλιόμετρα και ο Ρίτσερ ως γνωστό δεν κάνει ποτέ πίσω, άρα το αποτέλεσμα το ξέρουμε. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι το πώς και με ποιά σειρά 😉

 (…) Για μια στιγμή ο άντρας έμεινε ανέκφραστος, έπειτα ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, σαν να είχε μόλις ανατείλει ο ήλιος, σαν να είχε μόλις κάνει την εμφάνιση της μια απίστευτη ευκαιρία, σαν να είχε μόλις ανοίξει ρήγμα στην αντίπαλη άμυνα, σαν να είχε μόλις πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και καμπούριασε το σώμα του κι έσφιξε το δεξί του χέρι σε γροθιά κάτω από το σαγόνι του κι ετοιμάστηκε να ορμήσει με το αριστερό του.

Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Ρίτσερ. Ο τύπος χοροπηδούσε εδώ κι εκεί σαν το μαρκήσιο του Κουίνσμπερι. Δεν είχε ιδέα. Φαίνεται πως ο τελευταίος αγώνας πυγμαχίας που είχε δει ήταν από το Ρόκι. Είχε δύο μέτρα ύψος και βάρος εκατόν τριάντα κιλά και βάλε, αλλά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα καλοθρεμμένο βόδι, τεράστιο και χαζό και γυαλιστερό, που πήγαινε να τα βάλει μ’ έναν αρουραίο των υπονόμων.

Έναν αρουραίο που ζύγιζε εκατόν δέκα κιλά. (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 6,5/10

Ένας ξένος στην πόλη – Λη Τσάιλντ

ένας ξένος στην πόληΤΟ αποφάσισα. Όποτε θέλω λίγο να χαλαρώσω, θα διαβάζω μια περιπέτεια του Τζακ Ρίτσερ. Πως έχεις δει ας πούμε το Κρυμμένος του Χάνεκε και έχεις αρχίσει να αναρωτιέσαι τι γίνεται στην τελευταία σκηνή και την βάζεις ξανά και ξανά ή τι γίνεται μετά (αν είναι ποτέ δυνατόν να γίνεται κάτι μετά από μια ταινία άλλως τε!!!); Ε, μετά, για να ξελαμπικάρεις θα δεις μια αμερικάνικη ταινία δράσης του τύπου Επικίνδυνες Αποστολές, που ξέρεις πως θα έχει πολύ ξύλο, εκρήξεις και γενικά χαμό αλλά στο τέλος θα τους νικήσει όλους ο ήρωας και δε θα σου μείνουν και ανησυχίες την ώρα που πας για ύπνο. Κάτι τέτοιο λοιπόν είναι τα βιβλία του Λη Τσάιλντ. Συνεχής δράση από το πρώτο κεφάλαιο με έναν ήρωα τύπου ψαγμένο Σβαρτσενέγκερ (άλλο που στην πρώτη ταινία που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη τον ενσάρκωσε ο Τομ Κρουζ!). Μέχρι και τον Κύπριο Φιλόσοφο Ζήνωνα τον Κιτιέα θα μνημονεύσει ο Ρίτσερ σε αυτή την ιστορία!

(…) Λάθος. Σοβαρό λάθος. Είχε φανεί έξυπνος, αλλά όχι αρκετά.

Και τώρα θα πλήρωνε, και μάλιστα ακριβά.

Έξι εναντίον ενός.

Πεντακόσια πενήντα κιλά εναντίον εκατόν δεκαπέντε.

Καθόλου καλή αναλογία.

Συνειδητοποιούσε ότι κρατούσε την ανάσα του και την άφησε να βγει αργά και παρατεταμένα. Dum spiro spero. Όσο αναπνέω, ελπίζω. Ένα ρητό που ο Ζήνων ο Κιτιεύς δε θα το καταλάβαινε και δε θα το ενέκρινε. Μιλούσε ελληνικά, όχι λατινικά, και προτιμούσε την υπομονή από τη ριψοκίνδυνη αισιοδοξία, όμως ο Ρίτσερ έβρισκε καλό το ρητό, όταν δεν είχε από πουθενά αλλού να πιαστεί. (…)

Στο δεύτερο βιβλίο λοιπόν του Τσάιλντ που δανείστηκα (!) από τον πατέρα μου, ο περιπλανώμενος Ρίτσερ μόλις φεύγει με τα πόδια (μην βρίσκοντας άλλο μεταφορικό μέσο) από την πόλη Χόουπ (Ελπίδα) του Κολοράντο, προς την πόλη Ντισπέαρ (Απόγνωση). Με το που φτάνει εκεί, θα νιώσει αμέσως ανεπιθύμητος μιας και στο εστιατόριο που έκατσε για να φάει, αντί για φαγητό, έρχονται τέσσερις τύποι και του λένε να φύγει αμέσως από την πόλη τους. Έτσι απλά. Χωρίς κανένα λόγο. Και ξέρουμε πως τον Ρίτσερ δεν μπορείς να τον διώξεις έτσι απλά από κάπου. Πρέπει να το θέλει και ο ίδιος. Και ο ίδιος δεν το θέλει, από αντίδραση, επειδή δεν του αρέσει να του λένε τι να κάνει.

(…) Δεν ήξερε να λέει ψέματα. Καθόλου. Ο Ρίτσερ είχε γνωρίσει μερικούς πραγματικά αντιπροσωπευτικούς τέτοιους τύπους στην προηγούμενη ζωή του. Αυτή είχε όλα τα σημάδια. Ξεροκατάπινε, άρχιζε, σταματούσε και άρχιζε ξανά, τραύλιζε, έκανε νευρικές κινήσεις, έριχνε βλέμματα δεξιά. Οι ψυχολόγοι έχουν βρει ότι το κέντρο μνήμης βρίσκεται στο αριστερό τμήμα του εγκεφάλου και το κέντρο φαντασίας στο δεξιό. Έτσι οι άνθρωποι ασυναίσθητα κοιτάζουν αριστερά όταν θυμούνται κάτι και δεξιά όταν επινοούν αυτά που λένε. Όταν λένε ψέματα. Η κοπέλα κοίταζε δεξιά τόσο πολύ που κινδύνευε να πάθει αυχενικό σύνδρομο. (…)

Ο Ρίτσερ βρίσκεται μπλεγμένος σε μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είχε αρχικά φανταστεί. Μια ολόκληρη πόλη έχει ξεσηκωθεί εναντίον του. Όλοι δείχνουν να κρύβουν κάποιο μυστικό και μάλιστα όχι όλοι το ίδιο. Ολόκληρη η πόλη ανήκει σε έναν ιεροκήρυκα που έχει ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων, στο οποίο δουλεύουν όλοι οι κάτοικοι της. Ξέρει πως η μόνη λύση είναι να επισκεφτεί το εργοστάσιο και να γνωρίσει κατ ιδίαν τον ιδιοκτήτη του. Μόνη του βοήθεια η Βον, μια αστυνομικός της Χόουπ, που σιγά-σιγά ενδιαφέρεται και αυτή για το τι συμβαίνει στη διπλανή πόλη. Εν τω μεταξύ και άλλοι ανεπιθύμητοι διώχνονται από την Ντισπέαρ και όλοι καταλήγουν στην Χόουπ…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10

Ο δύσκολος δρόμος – Λη Τσάιλντ

ο δύσκολος δρόμοςΕΝΑ μήνα πριν, μου έφερε ο πατέρας μου ένα βιβλίο στο σπίτι να το διαβάσω. Μου είπε πως είναι καλό, με σασπένς, σαν αμερικάνικη ταινία δράσης. Διάβασα λίγο το οπισθόφυλλο, αλλά και τις πρώτες εισαγωγικές σελίδες και εντυπωσιάστηκα από όλα αυτά που δεν ήξερα για τον Λη Τσάιλντ.  Βραβεία, διθυραμβικές κριτικές, η καλύτερη ιστορία με ήρωα τον Ρίτσερ μέχρι σήμερα! Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είχα ακόμη τελειώσει το βιβλίο που διάβαζα και επίσης δεν ήξερα αν θα ήθελα να συνεχίσω και πάλι με αστυνομικό και έτσι το άφησα στην άκρη. Αλλά όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, κάτι έδρασε καταλυτικά.

Πριν μια εβδομάδα έκατσα να δω μια ταινία δράσης με τον Τομ Κρουζ. “Jack Reacher” λεγόταν η ταινία και στην αρχή δε μου έλεγε κάτι το όνομα. Διαβάζοντας όμως λίγο την υπόθεση, κάτι μου θύμιζε το στυλ του ήρωα. Βεβαίως, δεν ήταν άλλος από τον ήρωα του βιβλίου για το οποίο σας γράφω σήμερα και το βιβλίο μάλιστα είναι η επόμενη ακριβώς ιστορία από την ταινία που θα έβλεπα. Ο Τσάιλντ από το 1997 μέχρι σήμερα, εκδίδει περίπου ένα βιβλίο κάθε χρόνο και όλα με κεντρικό ήρωα τον σκληροτράχηλο, μοναχικό υπερ-ήρωα και πρώην στρατονόμο, Τζακ Ρίτσερ! Μετά το τέλος της ταινίας, άρχισα να διαβάζω το βιβλίο.

Ο Τζακ Ρίτσερ είναι ένας μόνιμα περιπλανώμενος εκδικητής-τιμωρός. Η εκπαίδευση αλλά και ο σωματότυπος του (1.93 εκ., 113 κιλά – ίδιος ο Τομ Κρουζ δηλαδή!) τον βοηθούν να αναλαμβάνει υποθέσεις όπου συνήθως οι ένοχοι δεν πρόκειται να οδηγηθούν σε καταδίκη και με το… δικό του τρόπο (δεν είναι και δύσκολο να καταλάβετε ποιος είναι αυτός!) αποδίδει δικαιοσύνη. Ενώ πίνει τον καφέ του (πάντα σε πλαστικό ποτήρι, μην τυχόν και χρειαστεί να φύγει ξαφνικά) για δεύτερη μέρα στο ίδιο καφέ, τον προσεγγίζει κάποιος που του συστήνεται ως Γκρέγκορι και τον ρωτάει αν είδε κάτι ασυνήθιστο χθες την ίδια ώρα. Τότε συνειδητοποίησε πως είδε κάτι συνηθισμένο μεν για τα κοινά μάτια, αλλά ταυτόχρονα αρκετά σημαντικό για να «πειστεί» να δει το μεγάλο αφεντικό του Γκρέγκορι, τον Έντουαρτ Λέιν. Εκεί μαθαίνει για την απαγωγή της γυναίκας και της θετής του κόρης και πείθει τον Λέιν πως είναι ο μόνος κατάλληλος να τον βοηθήσει να τις βρει. Στην πορεία θα καταλάβει πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και πως το καθετί θα του φανερώνεται με τον δύσκολο τρόπο, ερευνώντας το ξανά και ξανά, ζυγίζοντας τα πάντα από την αρχή και ανατρέποντας ότι είχε ανακαλύψει μέχρι τότε. Και όλα αυτά μαζί με τη μόνιμη αίσθηση πως κάτι σημαντικό του διαφεύγει.

(…) Ο άντρας ξάφνιασε τις προσωρινές φιλοξενούμενες του πλησιάζοντας το παράθυρο και όχι την πόρτα. Μετά, τις ξάφνιασε ακόμα περισσότερο χρησιμοποιώντας τα νύχια του για να ξηλώσει τη μονωτική ταινία που συγκρατούσε το ύφασμα πάνω στο γυαλί. Απέσπασε την ταινία από τον τοίχο, μέχρι που κατάφερε να τραβήξει ένα παραλληλόγραμμο υφάσματος, αποκαλύπτοντας μια μικρή λουρίδα Νέας Υόρκης τη νύχτα. Η διάσημη θέα. Εκατό χιλιάδες φωτισμένα παράθυρα που άστραφταν στο σκοτάδι σαν μικροσκοπικά διαμάντια στο φόντο ενός μαύρου βελούδου. Ένα θέαμα που δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο.

Είπε: «Ξέρω πως την αγαπάτε».

Μετά είπε: «Αλλά μπορείτε να την αποχαιρετήσετε».

Και μετά είπε: «Επειδή δεν πρόκειται να την ξαναδείτε». (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10