Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε – Γιούνας Γιούνασον

ο εκατοντάχρονοςΑΦΟΥ το διάβασα στο οπισθόφυλλο πως είναι τύπου Φόρεστ Γκάμπ το βιβλίο, γιατί δεν το παράτησα; Ποιός άλλωστε θα είχε όρεξη να διαβάσει σε βιβλίο την ιστορία του Φόρεστ Γκάμπ; Το μόνο που άξιζε ήταν η ερμηνεία του Τομ Χανκς -οκέι, το έβλεπες και για τη θεά Ρόμπιν Ράιτ- και γεγονός είναι πως πέρναγες ευχάριστα δύο-δυόμιση ώρες. Όχι και να διαβάσεις όμως βιβλίο 500 σελίδων με τα κατορθώματα του! Ή μήπως ναι;

Μάλλον τελικά θα μείνω στο αρχικό μου όχι. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω το πώς ένα τέτοιο βιβλίο με αυτό το θέμα, ήδη έχει ξεπεράσει παγκοσμίως τα 5 εκατομμύρια αντίτυπα.

Ήρωας μας ο Άλαν Κάρσον που την ημέρα των εκατοστών γενεθλίων του, αποφασίζει να το σκάσει από το γηροκομείο που έμενε. Χωρίς να έχει κάποιο πλάνο, καταλήγει στον σταθμό λεωφορείων όπου εκεί ξεκινάει μια απίστευτη (κυριολεκτικά εννοώ) περιπέτεια με κλοπιμαία, συμμορίες, δολοφόνους, μπάτσους, βότκα, σνάπς, ελέφαντες και γενικά καταστάσεις τρελής τυχαιότητας και αμοραλισμού. Σε εμβόλιμα κεφάλαια μαθαίνουμε παράλληλα όλη την ιστορία του, από τη μέρα που γεννήθηκε, μέχρι τη μέρα που αναγκάστηκε να ζήσει σε γηροκομείο, γνωρίζουμε όλους τους διάσημους αρχηγούς κρατών που συνάντησε, όπως τον Τσόρτσιλ, τον Στάλιν και τον Μάο Τσε Τουνγκ και βλέπουμε την ευκολία που άλλαζε στρατόπεδα, μέχρι να καταλήξει… κατάσκοπος της CIA.

(…) Όταν ο Χάτον έμαθε πως ο Άλαν γνώριζε τον Γιούρι Μπορίσοβιτς από παλιά και πως ο Γιούρι χρωστούσε, ενδεχομένως, μια χάρη στον Άλαν, τότε σκαρφίστηκε ένα σχέδιο.

Ο Άλαν δεν είχε ακούσει και τόσο προσεκτικά ποιες ήταν οι παγκόσμιες πολιτικές πτυχές αυτού του σχεδίου, διότι όπως ήταν γνωστό ο Άλαν όταν άκουγε τους ανθρώπους να συζητούν για πολιτική σταματούσε να ακούει. Ήταν κάτι που γινόταν αυτόματα.

Ο Σοβιετικός πυρηνικός επιστήμονας είχε συνέλθει και κουνούσε τώρα το κεφάλι του σαν να παραδεχόταν όσα άκουγε. Ούτε στον Γιούρι άρεσε η πολιτική, δεν ήταν το αγαπημένο του θέμα συζήτησης με κανέναν τρόπο. Ήταν βεβαίως σοσιαλιστής βαθιά μέσα του, αλλά αν κάποιος του ζητούσε να εξηγήσει αυτή τη στάση του θα προβληματιζόταν πολύ.

Ο Άλαν έκανε μια ειλικρινή προσπάθεια, πάντως, να συνοψίσει τι είχε πει ο μυστικός Χάτον. Ήταν προφανώς κάτι που είχε σχέση με το ότι η Σοβιετική ένωση είτε θα έκανε επίθεση στις ΗΠΑ με πυρηνικά όλα, είτε δε θα έκανε.

Ο Γιούρι έγνεψε ξανά καταφατικά και συμφώνησε πως μάλλον έτσι είχαν τα πράγματα. Είτε το ένα είτε το άλλο θα συνέβαινε, αυτό ήταν το σίγουρο. (…)

Εντάξει. Είναι μια ιστορία που συμβαίνει ό,τι πρέπει να συμβεί για να αναδείξει έναν μάλλον χαζούλη, ανήθικο, απολιτίκ ήρωα σε τί; Σε τίποτα! Είναι απλώς ένας τρόπος του συγγραφέα, χωρίς να παίρνει ανοιχτά πολιτική θέση (ίσως εκτός του κομματιού με τον Στάλιν), να ξαναγράψει με κάποιο χιούμορ την σύγχρονη ιστορία και να μας πει πως όλοι οι ηγέτες ήταν καρικατούρες και γκάγκστερ και πως όλοι οι πόλεμοι αλλά και οι παγκόσμιες συμφωνίες αφοπλισμών έγιναν κατά τύχη ή για πλάκα. Πες μας και κάτι που δεν ξέρουμε ρε Γιούνας!!! 🙂

Το βαρέθηκα.

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 5/10

 

 

 

Inferno – Νταν Μπράουν

infernoΕΙΧΑ αρκετό καιρό να παρουσιάσω βιβλίο. Συνήθως -και με τους αργούς ρυθμούς που διαβάζω- κάνω γύρω στις δύο-τρεις εβδομάδες να τελειώσω ένα, αλλά τώρα έχει ήδη περάσει ένας μήνας και τίποτα. Ο λόγος είναι πως είχα αρχίσει αυτό το βιβλίο, το οποίο και παράτησα και έτσι άρχισα άλλο. Στην αρχή σκέφτηκα να μην γράψω κάτι γι’ αυτό, μιας και δεν το τελείωσα, πως δε θα ήταν σωστό. Όμως κατά πρώτον το έχω ήδη κάνει μια φορά και κατά δεύτερον, αυτό είναι ένα blog, είναι ο χώρος που γράφω εντελώς υποκειμενικές απόψεις. Το ότι δεν μπόρεσα να τελειώσω ένα βιβλίο δε σημαίνει απαραίτητα πως το βιβλίο δεν είναι καλό. Σημαίνει πως δε με τράβηξε (εμένα!) να το συνεχίσω. Έχω διαβάσει όλα τα προηγούμενα βιβλία του Νταν Μπράουν και απλώς μου φάνηκε τόσο… ίδιο που δε με ενδιέφερε τελικά να μάθω τη συνέχεια. Κάθε αναγνώστης, αποζητά διαφορετικά πράγματα από ένα βιβλίο. Εγώ θέλω μια καλή παρέα που να με αναζητά, να με τραβάει κοντά της και όχι να την ψάχνω εγώ.

Ήρωας μας και πάλι ο Ρόμπερτ Λάνγκτον, ο οποίος ξυπνά στο θάλαμο ενός νοσοκομείου με ένα τραύμα από σφαίρα στο κεφάλι, έχοντας μερική αμνησία και μην μπορώντας να θυμηθεί πως βρέθηκε εκεί. Θυμάται πως ήταν στη Μασαχουσέτη και διέσχιζε την Πανεπιστημιούπολη για να παρευρεθεί σε μια σειρά διαλέξεων και μετά… κενό. Όταν σήκωσε το κεφάλι από το παράθυρο και αναγνώρισε το Παλάτσο Βέκιο, κατάλαβε πως πρέπει να έχει γίνει κάτι τρομερό για να βρίσκεται τελικά στην Φλωρεντία! Με τη βοήθεια της γιατρού Σιέρα Μπρουκς καταφέρνει να ξεφύγει από μια δολοφονική απόπειρα εναντίον του και τρέχοντας μαζί πλέον στους δρόμους της Φλωρεντίας, προσπαθούν να ανακαλύψουν γιατί κάποιος κυνηγά να τον σκοτώσει. Η λύση κρύβεται στους στίχους της Θείας Κωμωδίας του Δάντη…

(…) Επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ο Λάνγκτον φορούσε ένα παλιό συλλεκτικό ρολόι με τη μορφή του Μίκι Μάους, δώρο των γονιών του. Το χαμογελαστό πρόσωπο του Μίκι και τα χέρια του που άλλαζαν θέση αποτελούσαν για εκείνον μια καθημερινή υπενθύμιση να χαμογελά συχνότερα και να παίρνει τη ζωή λιγότερο στα σοβαρά.

«Το ρολόι μου», τραύλισε. «Χάθηκε!» Χωρίς αυτό, ξαφνικά, αισθανόταν λειψός. «Το φορούσα όταν ήρθα στο νοσοκομείο;»

Η Σιένα τον κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά της, ολοφάνερα σαστισμένη μπροστά στην ανησυχία του για ένα τόσο ασήμαντο πράγμα. «Δε θυμάμαι κάποιο ρολόι. Κοίτα να πλυθείς λιγάκι. Ξανάρχομαι σε λίγα λεπτά για να σκεφτούμε πού θα αναζητήσουμε βοήθεια». Έκανε να φύγει, όμως κοντοστάθηκε στην πόρτα και τον κοίταξε κατάματα μέσα από τον καθρέφτη. «Και όση ώρα θα λείπω, προτείνω να σκεφτείς καλά ποιος θα ήθελε να σε σκοτώσει. Φαντάζομαι αυτή είναι η πρώτη ερώτηση που θα κάνουν οι αρχές». (…)

Δεν είναι κακό το βιβλίο. Ο Μπράουν χρησιμοποιεί την άκρως επιτυχημένη συνταγή που τον καθιέρωσε και γράφει άλλο ένα bestseller (66η χιλιάδα της ελληνικής έκδοσης μόνο, νούμερο που αμφιβάλλω αν πετυχαίνει μια χούφτα ελλήνων συγγραφέων). Αν αντέχεις το βάρος των περίπου 700ων σελίδων του στο χέρι, πάρ’ το μαζί σου σε μια παραλία. Αν το βαρεθείς, κάτι θα βρεις να το κάνεις 😉

(…) Όπως αντίκριζε τα κουρασμένα μάτια του ειδώλου του, σκέφτηκε για μια στιγμή μήπως ξυπνούσε σε λίγο και βρισκόταν καθισμένος στηνπολυθρόνα του στο σπίτι, κρατώντας ένα άδειο ποτήρι μαρτίνι στο ένα χέρι κι ένα αντίτυπο του Νεκρές Ψυχές στο άλλο, ώστε να υπενθυμίσει στον εαυτό του πως ο συνσυασμός εκλεκτού τζιν και Γκόγκολ καλό είναι να αποφεύγεται. (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 5,5/10

 

 

 

1Q84 – Βιβλίο ΙΙ – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84-2ΟΠΩΣ ίσως θυμάστε βρήκα το πρώτο βιβλίο της τριλογίας αρκετά ενδιαφέρον και μάλιστα περίμενα να πέσει στα χέρια μου το δεύτερο μέρος για να δω τη συνέχεια. Ε, λοιπόν η φίλη μου η Αθηνά από τη δουλειά που έτυχε να διαβάσει το σχόλιο μου αυτό, ήρθε πριν μερικές μέρες στο γραφείο φέρνοντας το. Το κακό είναι πως μάλλον απογοητεύτηκα. Όχι από την Αθηνά που μου το έφερε. Από το ίδιο το βιβλίο. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά το γιατί, απλώς τελειώνοντας το και ενώ υποτίθεται πως θα περίμενα πως και πώς να διαβάσω το τρίτο και τελευταίο μέρος, πιάνω τον εαυτό μου να μη με ενδιαφέρει και τόσο. Θα το διαβάσω και αυτό αν πέσει τελικά κάπως στα χέρια μου (ακούς Αθηνά;), αλλά δε θα το αγόραζα με τίποτα.

(…) Τώρα το καταλάβαινε καθαρά πως δεν είχε νόημα να ξαναγράψει το παρελθόν με διαφορετικό τρόπο. Αυτό ακριβώς του είχε επισημάνει και η μεγαλύτερη σε ηλικία φιλενάδα του. Και είχε δίκαιο. Με όση ζέση και λεπτομέρεια κι αν ξανάγραφε διαφορετικά το παρελθόν, ο κύριος όγκος των πραγματικών συνθηκών της ζωής του δεν άλλαζε. Ο χρόνος έχει αναμφισβήτητα τη δύναμη να ακυρώνει τη μία μετά την άλλη όλες τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Να αντικαθιστά τις αναθεωρήσεις που του επέβαλαν εκείνοι με κάποιες αλλαγές και να επανέρχεται στην αρχική ροή του. Παρότι υπήρχαν λίγες αλλαγές στις λεπτομέρειες των γεγονότων, τελικά ο Τένγκο εξακολουθούσε να είναι αυτός που ήταν και όχι κάποιος άλλος.

Ίσως έπρεπε να κοιτάξει απλώς με εντιμότητα το παρελθόν. Μόνο έτσι θα μπορούσε να προδιαγράψει ένα μέλλον που θα ήταν σαν να ξανάγραφε το παρελθόν διαφορετικά. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. (…)

Η ιστορία έχει επικεντρωθεί ξεκάθαρα στους δύο βασικούς ήρωες, τον Τένγκο και την Αομάμε. Όλοι οι υπόλοιποι, όπως ο Κομάτσου ή η Κυρία εμφανίζονται από ελάχιστα έως καθόλου, εκτός από την Φουκαέρι που δείχνει να έχει σαφώς μια θέση κλειδί και αναλαμβάνει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο σε αυτό το μέρος. Η διήγηση γίνεται πολύ πιο εσωτερική, διαβάζουμε σχεδόν συνεχώς τις σκέψεις των ηρώων, τους προβληματισμούς τους, αντιλαμβανόμαστε την τεράστια μοναξιά τους. Έχουν καταλάβει πως ζουν πλέον στο 1Q84. Από κάπου μπήκαν σε αυτό τον παράλληλο κόσμο των δύο φεγγαριών και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουν. Ψάχνουν εναγωνίως ο ένας τον άλλον, συνειδητοποιώντας πως άσκοπα καθυστέρησαν είκοσι χρόνια. Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Είναι σίγουροι πως κάπως θα τα καταφέρουν. Άλλωστε, όπως λέει και η Φουκαέρι, βρίσκονται πολύ κοντά.

(…) Ο Τένγκο έκανε ότι του ζήτησε. Έκλεισε το φως που κρεμόταν από το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, γδύθηκε, πήρε τις πιτζάμες του και τις φόρεσε. Ωχ, πότε τις  έπλυνα τελευταία φορά; αναρωτήθηκε καθώς άλλαζε. Αφού δεν το θυμόταν, μάλλον είχε πολύ καιρό να τις πλύνει. Ευτυχώς που δε μύριζαν ιδρώτα. Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν ίδρωνε και πολύ, ούτε και είχε έντονη σωματική οσμή. Πάντως, καλό είναι να τις πλένω συχνότερα, συλλογίστηκε. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το θέμα είναι να διατηρεί τις πιτζάμες του πάντα καθαρές. (…)

Απαντήθηκαν αρκετά ερωτήματα του πρώτου μέρους, άλλαξε όμως ο τρόπος γραφής, η δράση μειώθηκε στο ελάχιστο και προσωπικά με κούρασε σε σημείο να μη με απασχολεί αν τελικά θα βρεθούν οι δυο τους και τι είναι όλη αυτή η ιστορία με τα Ανθρωπάκια, την ντότα, τη μόδα, τους Δέκτες και τους Αντιλήπτορες. Θα προτιμούσα να έβρισκα κάποιον δηλαδή που διάβασε το τελευταίο μέρος και να τον ρωτούσα τι έγινε μετά -έτσι απλώς για να μου φύγει η όποια περιέργεια- παρά να το διαβάσω.

(…) «Ο Τσέχοφ», είπε ο Ταμάρου καθώς σηκωνόταν αργά, ‘λέει πως αν ένα όπλο εμφανιστεί στην αφήγηση, τότε οφείλει να εκπυρσοκροτήσει». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 5,5/10

1Q84 – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ αλλά το ομολογώ: Δεν τον ήξερα τον Μουρακάμι. Αν και ήταν και φετινός υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το όνομα του δε μου έλεγε τίποτα. Πριν από περίπου ενάμιση μήνα και με αφορμή ένα Facebook post μου σχετικό με κολύμπι και τρέξιμο, έλαβα το εξής σχόλιο από την ξαδέλφη μου Μαρία: «Ξάδελφε, διάβασες το βιβλίο του Μουρακάμι “Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο”;». Δεν ήξερα ούτε το βιβλίο, ούτε τον συγγραφέα και είχα αποφασίσει να τον αναζητήσω. Μπήκα στο διαδίκτυο λοιπόν και διάβασα κάποια βιογραφικά κυρίως στοιχεία, πως είχε ένα τζαζ κλαμπ με τη γυναίκα του και κάποια στιγμή τυχαία μετά από έναν αγώνα μπέιζμπολ που παρακολούθησε, ένιωσε την ανάγκη να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Έτσι άρχισαν όλα. Παράλληλα άρχισε να τρέχει για να διατηρείται σε φόρμα και πλέον τρέχει σε μαραθώνιους σε όλο τον κόσμο (έχει μάλιστα τρέξει και στην κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου στην Αθήνα). Την ίδια μέρα πήγα σπίτι του Πόλυ και της Εύας και στο κομοδίνο της Εύας είδα το 1Q84. Το έπιασα στα χέρια μου και μόλις είδα το όνομα του συγγραφέα, ενθουσιάστηκα! Η Εύα μόλις το είχε ξεκινήσει είδε όμως το πάθος και την ένταση στο πρόσωπο μου και θεώρησε πρέπον και σωστό για την ψυχική μου υγεία αλλά βεβαίως και για την ηρεμία της να μου το δώσει να το διαβάσω.

Ήρωες μας ο Τένγκο και η Αομάμε. Βρισκόμαστε στο 1984. Ο Τένγκο είναι μαθηματικός και εργάζεται σε φροντιστήριο. Εκτός από τα μαθηματικά, έχει άλλη μια μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνία. Είναι καλός συγγραφέας και έχει μπει αρκετές φορές στη βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, χωρίς όμως ποτέ να το έχει κερδίσει. Μια μέρα, ο φίλος, μέντορας και συνεργάτης του ο Κομάτσου που εργάζεται ως σύμβουλος εκδόσεων, έχει μια ιδέα: Του προτείνει να ξαναγράψει ο ίδιος το μυθιστόρημα «Χρυσαλλίδα του Αέρα» μιας νεαρής δεκαεπτάχρονης της Φουκαέρι, γιατί ενώ έχει πολύ δυνατή ιστορία που θα την έκανε να κερδίσει όχι μόνο το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα αλλά ακόμη και το Ακουταγκάουα (το σπουδαιότερο Ιαπωνικό λογοτεχνικό βραβείο), πάσχει στον τρόπο γραφής και στην γλώσσα. Τα έργα του Τένγκο αντίθετα, ενώ δεν έχουν δυνατή ιστορία, είναι άρτια από αυτή την άποψη. Οπότε θεωρεί πως αν το έγραφε ξανά ο Τένγκο (με τη συγκατάθεση πάντα της Φουκαέρι σε αυτή την «απάτη») θα την βοηθούσαν να κέρδιζε το πρώτο βραβείο. Ενώ στην αρχή ο Τένγκο είναι αρνητικός, γνωρίζοντας την όμορφη, λιγομίλητη και αινιγματική Φουκαέρι που μιλάει με τρόπο επίπεδο, χωρίς ολοκληρωμένες προτάσεις και χωρίς να βάζει ερωτηματικό στο τέλος της κάθε ερώτησης, αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να το ξαναγράψει, μη γνωρίζοντας σε ποια μεγαλύτερη ιστορία μπλέκεται…

(…) Καθώς έφτιαχνε το βραδινό του, κατάλαβε πως του είχε κοπεί εντελώς η όρεξη. Μόλο που πείναγε σαν λύκος πριν από λίγο, τώρα δεν ήθελε να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σκέπασε το φαγητό που είχε μισομαγειρέψει με μια διαφανή μεμβράνη και το έβαλε στο ψυγείο. Μετά κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και ήπιε την μπύρα του σιωπηλά, κοιτώντας το ημερολόγιο στον τοίχο. Του το είχε κάνει δώρο η τράπεζά του και είχε φωτογραφίες του βουνού Φούτζι και στις τέσσερις εποχές. Δεν είχε ανέβει ποτέ στο Φούτζι, ούτε στον Πύργο του Τόκιο, ούτε σε ταράτσα ουρανοξύστη. Ποτέ δεν τον ενδιέφεραν τα ψηλά μέρη. Αναρωτήθηκε γιατί. Ίσως γιατί σε όλη του τη ζωή κοίταζε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. (…)

Η Αμομάμε, είναι μια νεαρή και δυναμική γυναίκα. Ζούσε με την οικογένεια της στην Κοινωνία των Μαρτύρων, μια θρησκευτική κλειστή κοινότητα, μέχρι τα δέκα της χρόνια, ώσπου δεν άντεξε και απέδρασε. Απόφοιτη γυμναστικής ακαδημίας και εξπέρ πολεμικών τεχνών, εργάζεται σε γυμναστήριο όπου γνωρίζεται με την Κυρία. Η τελευταία της προτείνει να την βοηθήσει να εξολοθρεύει άνδρες που δεν πρέπει πλέον να συνεχίσουν να ζουν, γιατί αποδεδειγμένα (;) δεν θα αλλάξουν και θα συνεχίσουν να κάνουν κακό, να καταπιέζουν, να βιάζουν, να δέρνουν, να εκμεταλλεύονται καταστάσεις και ανθρώπους για προσωπικές φιλοδοξίες. Η Αομάμε πλέον εργάζεται ως δολοφόνος.

(…) Τα δάχτυλα της εντόπιζαν τους μυς της Κυρίας έναν προς έναν, σαν να ακολουθούσαν τους δρόμους ενός χάρτη. Θυμήθηκε λεπτομερώς το βαθμό έντασης, σκληρότητας και αντίστασης κάθε μυός, σαν πιανίστας που έχει απομνημονεύσει μια μεγάλη παρτιτούρα. Απομνημόνευε ενδελεχώς ό,τι είχε σχέση με το σώμα. Ακόμη κι αν ξεχνούσε κάτι, το θυμούνταν τα δάχτυλα της. Αν ένιωθε ένα μυ λίγο διαφορετικό απ’ ότι συνήθως, τον διέγειρε από διαφορετικές γωνιές, με διαφορετικούς βαθμούς δύναμης, ελέγχοντας το είδος της αντίδρασης. Ήταν πόνος, ευχαρίστηση ή μούδιασμα; Δε χαλάρωνε απλώς τους κόμπους ενός τραβηγμένου μυός, αλλά έδειχνε και στην Κυρία πώς να τον κινεί μόνη της. Βέβαια, υπήρχαν και σημεία που δεν μπορούσε να τα ανακουφίσει μόνη της η Κυρία και εκεί της έκανε προσεκτικές διατάσεις η Αομάμε. Πάντως, οι μύες εκτιμούσαν περισσότερο και καλοδέχονταν πάνω απ’ όλα την καθημερινή προσπάθεια αυτοΐασης.(…)

Σε κάθε κεφάλαιο διαβάζουμε εναλλάξ την ιστορία του κάθε ήρωα. Στην αρχή δεν φαίνεται να έχουν την οποιαδήποτε σχέση αλλά περίπου στη μέση του βιβλίου καταλαβαίνουμε πως τελικά κάπως θα μπλεχτούν. Σημείο τομής στις ιστορίες των δύο φαίνεται να είναι το ακροαριστερό, επαναστατικό, αγροτικό κοινόβιο Σακιγκάκε που αφότου διέρρηξε τις σχέσεις του με το μαχητικό, μυστικιστικό κομμάτι του, το Ακεμπόνο, έχει πλέον εξελιχθεί (!) σε Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο πολύ λίγα πράγματα βγαίνουν έξω από τους κόλπους του. Και ο Τένγκο αλλά και η Αμομάμε κάποια στιγμή και για διαφορετικούς λόγους επιδιώκουν να μάθουν περισσότερα για το Σακιγκάκε, να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.

Ωραίο, καλογραμμένο, με πιο δυτική προσέγγιση, καμία σχέση π.χ. με την Γυόκο Ογκάουα που όταν τη διαβάζεις μεταφέρεσαι αυτόματα σε ασιατικά τοπία και νοοτροπίες. Αν έβαζα ελληνικά ονόματα στους ήρωες και τις πόλεις, θα μπορούσα εύκολα να πείσω πως διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον από τη στιγμή που αρχίσουν και μπλέκονται οι ιστορίες. Το 1Q84 αποτελείται από τρία βιβλία. Τα παραπάνω βασίζονται στο πρώτο βιβλίο της σειράς και τελειώνοντας το, κατάλαβα πως πρέπει να αγοράσω το δεύτερο τώρα βιβλίο για να μάθω τι θα γίνει μετά. Παρεμπιπτόντως, το τι σημαίνει ο τίτλος το αναφέρει η Αμομάμε σχετικά νωρίς στην ιστορία 😉

Και έτσι για το τέλος, κάτι που με άγγιξε λίγο πιο προσωπικά…

(…) «Τι ακριβώς μου αρέσει στα μαθηματικά με ρώτησες, ε;» Ο Τένγκο πιάστηκε από την ερώτηση μπας και κατάφερνε να τραβήξει τα μάτια του από το στήθος και από τα δάχτυλα της. «Τα μαθηματικά λοιπόν είναι σαν το τρεχούμενο νερό. Αναμφίβολα έχουν και μπόλικη δύσκολη θεωρία, η βασική λογική τους όμως είναι απλούστατη. Όπως το νερό που τρέχει από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, διανύοντας τη μικρότερη απόσταση, έτσι και οι αριθμοί ρέουν προς μια μόνο κατεύθυνση. Αν τα παρατηρήσεις καλά, οι ροή τους σου αποκαλύπτει τα πάντα. Εσύ δεν κάνεις τίποτα, μόνο κάθεσαι και παρατηρείς. Συγκεντρώνεσαι, έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και οι αριθμοί σιγά σιγά σου τα φανερώνουν όλα. Μόνο από τα μαθηματικά έχω νιώσει τέτοια τρυφερότητα στα ζωή μου». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 7/10

Μη μασάς – Γενς Λαπίντους

μη μασάςΑΛΛΟ ένα αστυνομικό της Σουηδικής σχολής, από ένα δικηγόρο που εργάζεται –απ’ ότι διαβάζω- ως συνήγορος υπεράσπισης σε πολύ γνωστό γραφείο της Στοκχόλμης και ο οποίος έγινε διάσημος από μια τριλογία που έγραψε με τίτλο «Στοκχόλμη Νουάρ». Το Μη μασάς είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας και είναι αρκετά μεγάλο, γύρω στις 700 σελίδες. Το ενδιαφέρον και διαφορετικό είναι πως οι βασικοί ήρωες είναι τρεις και διαβάζουμε στη σειρά εναλλάξ ένα κεφάλαιο για τον καθένα. Στην αρχή οι ιστορίες των τριών είναι ασύνδετες. Σιγά – σιγά καταλαβαίνουμε πως θα μπλεχτούν και γύρω στη σελίδα 200 γνωρίζονται μεταξύ τους. Στη σελίδα 400 έχουμε πλέον πιο σαφή σχέση μεταξύ των ηρώων.  Το ωραίο είναι πως στην ουσία αδυνατείς να ταυτιστείς με κάποιον. Είναι και οι τρεις αντι-ήρωες.

(…)Έβαλε και πάλι το dvd. Γύρισε την ταινία σε μιαν από τις σκηνές που του άρεσαν περισσότερο. Ο Τράβις προσπάθησε να βρει δουλειά σαν ταξιτζής. Ο τύπος στην συνέντευξη ρώτησε: “How’s your driving record? Clean?” Και η ξεκάθαρη απάντηση του Τράβις: “It’s clean, real clean. Like my conscience”. (…)

Ο Μαχμούντ είναι Άραβας, Ιρακινός (ένας Μπλάτε όπως τους λένε στη Σουηδία), γιος μετανάστη ο οποίος είναι μικροαπατεώνας και βρίσκεται πολύ στριμωγμένος γιατί χρωστάει λεφτά σε κάτι μαφιόζους, ο Νίκλας είναι βετεράνος του πολέμου του Κόλπου, μανιακός με τα όπλα και τα μαχαίρια, που ζει με τη μάνα του και κουβαλάει άσχημα παιδικά χρόνια και ο Τούμας είναι ένας τυπικός Σουηδός (ένας Σβεν δηλαδή) που εργάζεται ως αστυνομικός και τυχαία ανακαλύπτει πως σε μια αναφορά του για ένα πτώμα έχει παραληφθεί ένα στοιχείο, το οποίο στη συνέχεια τον μπλέκει σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία από ό,τι περίμενε, και που φθάνει μέχρι και στην ανεξιχνίαστη μέχρι και σήμερα δολοφονία του πρωθυπουργού Ούλωφ Πάλμε το 1986.

(…) Ο Νίκλας άρχισε να φωνάζει. Η μαμά έκλαιγε. Αίμα έτρεχε από τη μύτη και η μπλούζα της ήταν σκισμένη στον ώμο. Ο Κλάς στράφηκε προς το μέρος του. Κρατούσε σφιγμένη τη γροθιά του στον αέρα. «Νίκλας, πήγαινε κάτω στο υπόγειο!» Μετά άφησε το χέρι του να πέσει. Τη χτύπησε στην πλάτη. Εκείνη κοίταξε τον Νίκλας. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Αυτός είδε τον τρόμο. Είδε τη θλίψη και τον πόνο. Είδε την αγάπη. Αλλά και κάτι ακόμα – είδε το μίσος. Και το αισθάνθηκε καθαρά κι εκείνος μισούσε τον Κλας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. (…)

Αξιοσημείωτο πως οι ήρωες αλλάζουν στην πορεία. Κανένας δεν είναι ο ίδιος χαρακτήρας όπως ξεκίνησε. Ο Μαχμούτ αναγκάζεται να παίξει σε μεγάλα κόλπα με αντικρουόμενες συμμορίες τούρκων, αλβανών και γιούγκων, ο Νίκλας αυτό-ανακυρήσσεται προστάτης κακοποιημένων γυναικών και αποφασίζει να δράσει και ο Τούμας από αστυνομικός που ήθελε την ηρεμία του και είχε και τις καβάντζες του, μετατρέπεται σε ντετέκτιβ που δέχεται απειλές για τη ζωή του και δεν το βάζει κάτω. Γνωρίζουμε μια Σουηδία που δεν ξέραμε, τον υπόκοσμο, τις συμμορίες που έχουν τον έλεγχο της πόλης, τη διαφθορά στην αστυνομία και τον κρατικό μηχανισμό, ναρκωτικά, κακοποίηση, πορνεία, όπλα. Ο Λαπίντους έχει βαλθεί να μας αλλάξει το να θέλουμε να γίνουμε Σουηδία!

(…)Παλιότερα ήταν καλύτερα. Κλισέ. Αλλά όπως τραγουδάει ο Λόιντ Κόουλ: ο λόγος που το κάνει κλισέ είναι το ότι είναι αλήθεια. (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 7/10

 

Το Δωμάτιο – Έμα Ντόναχιου

roomΚαθηλωτικό. Ξέρω, κλισέ, αλλά τι να κάνω; Η Ντόναχιου δικαίως ήταν υποψήφια για το Booker το 2010. Είχε γράψει ήδη αρκετά βιβλία και είχε κερδίσει και κάποια βραβεία, παρόλα αυτά τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια.

Κεντρικός ήρωας μας ο Τζακ, ένα πεντάχρονο αγόρι που ζει φυλακισμένο με τη μαμά του στο δωμάτιο, έναν ειδικά διαμορφωμένο και ηχοαπομονωμένο χώρο στην αυλή ενός σπιτιού. Πριν από έξη χρόνια η μητέρα του έπεσε θύμα απαγωγής, βίαιου εγκλεισμού και αλλεπάλληλων βιασμών. Από το στόμα του Τζακ, ακούμε όλα όσα σκέφτεται, όλα όσα ακούει και ό,τι λέει και κινούμαστε συνεχώς μεταξύ δράματος, θυμού, στεναχώριας, αγωνίας και χαμόγελου. Το δωμάτιο είναι όλος ο κόσμος του. Ο αγαπημένος του κόσμος. Έχει όλα όσα πιστεύει πως χρειάζεται, τη μαμά του, τα παιχνίδια του, την τηλεόραση, το κυριακάτικο δώρο του και μόνο αρνητικό το ΣαταΝίκ που όταν επισκέπτεται τη μαμά του τα βράδια, κρύβεται στη ντουλάπα και μετράει τα τριξίματα του. Έτσι, όταν η μαμά του έχει ένα σχέδιο για να αποδράσουν, δεν καταλαβαίνει ακριβώς το γιατί…

Προφανώς και η μεγάλη δύναμη του μυθιστορήματος είναι το εύρημα της αφήγησης από το στόμα ενός πεντάχρονου αγοριού. Η ιστορία εμπνέεται από αληθινά γεγονότα, αλλά η απόδοση της από τον Τζακ είναι πραγματική βόμβα. Σκέψεις αγνές και απλοϊκές, λεξοπλασίες, έντονα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Όπως λέει και η συγγραφέας σε συνέντευξη της, ήταν ένα απαραίτητο τρικ ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να παρακολουθήσει την πλοκή μέχρι τέλους μη αφήνοντας τη φόρτιση και την ένταση να τον καταβάλουν.

Τέλος, δεν μπορείς να μη συμπονέσεις τη μαμά του. Τραγική φιγούρα, πλάθει όλο το μαγικό κόσμο του παιδιού της προστατεύοντας το από την αγριότητα, την αλήθεια, όπως και οι δικές μας μανάδες, που ξεχνάνε όλο το εγώ τους για μας. Και αυτό δεν το κάνουν στιγμιαία ή παροδικά. Το κάνουν για πάντα. Έτσι, απλά, φυσικά…

(…) Κοιτάζω κάτω τη Μοκέτα, με τα κόκκινα και τα καφέ και τα μαύρα της να τυλίγονται ζιγκ ζαγκ το ένα γύρω απ’ τ’ άλλο. Να ο λεκές που μου χύθηκε κατά λάθος όταν γεννιόμουνα. «Έκοψες το κορδόνι και ήμουνα ελεύθερος», λέω στη Μαμά. «Κι ύστερα έγινα αγόρι».

«Για την ακρίβεια, ήσουν ήδη αγόρι». Σηκώνεται από το Κρεβάτι και πάει στον Θερμοστάτη να ζεστάνει τον αέρα.

Δε νομίζω ότι ήρθε χθες βράδυ μετά τις εννιά, ο αέρας είναι πάντα αλλιώτικος άμα ήταν εδώ. Δε ρωτάω, γιατί δεν της αρέσει να μιλάει γι’ αυτόν. (…)

Εξαιρετική η μετάφραση της Έφη Τσιρώνη. Έκανε τρομερή δουλειά. Τρομερή.

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 8/10

Καβαφικοί Φόνοι – Θοδωρής Παπαθεοδώρου

kavΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ξαναδιάβασα αστυνομικό! Τέρμα το ευχάριστο διάλειμμα. Λοιπόν, ο Παπαθεοδώρου δείχνει να το ‘χει όλο. Χτίζει μυστήριο και έγκλημα γύρω από τον τόσο διάσημο Αλεξανδρινό ποιητή, για τον οποίο έχουν γραφτεί τα πάντα, εκτός από αστυνομική ιστορία! Δυνατοί χαρακτήρες, δεμένη πλοκή, διαβάζεις εμβόλιμα και ποιήματα του Καβάφη, μιας και όλα τα μυστικά κρύβονται σε αυτά. Αν δηλαδή σου αρέσει το αστυνομικό, αλλά νιώθεις και λίγο ιντελεκτουέλ, αυτό το βιβλίο είναι για σένα.

Ήρωες ο Νίκος Μάντης, ξεπεσμένος ντέντεκτιβ που ζούσε χρόνια στην Αμερική μεταξύ καζίνο και μπουρδέλων και ο Ξενοφών Δαρείος, νυν επιγραμματοποιός, πρώην καθηγητής αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και φανατικός Καβαφιστής. Όταν ανακαλύπτουν τον ποιητικό φόνο της υπερήλικης Πανδώρας Καλλέργη, αποφασίζουν μαζί -αλλά για διαφορετικούς λόγους- να κυνηγήσουν τον δολοφόνο της σε Αθήνα και Αλεξάνδρεια και να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω από αυτόν αλλά και τους υπόλοιπους φόνους των μελών μιας Καβαφικής λέσχης που κρύβει μυστικά του ποιητή τα οποία δεν πρέπει να φανερωθούν ποτέ και σε κανέναν…

(…) Che fece …. il gran rifiuto
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντας το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθής δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του. (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 8/10

Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα – Πασκάλ Μερσιέ

pascalΥΠΑΡΧΟΥΝ βιβλία που πρέπει να διαβάσεις αρκετές σελίδες πριν μπεις όχι μόνο στο νόημα, αλλά για να σε κερδίσουν, να σε ταξιδέψουν – άσε βέβαια εκείνα που δεν το καταφέρνουν ποτέ. Ο Μερσίε αντίθετα τα καταφέρνει εξαιρετικά από την πρώτη σελίδα και παράλληλα σε κρατάει μέχρι τέλους, πράγμα που μου έχει συμβεί εξαιρετικά σπάνια, ειδικά σε μη αστυνομικό μυθιστόρημα.

Κεντρικός ήρωας ο Ράιμουντ Γκρεγκόριους ή Μούντους, όπως τον έλεγαν οι μαθητές του. Εργάζεται ως καθηγητής λατινικών και αρχαίων ελληνικών σε ένα λύκειο της Βέρνης και έχει -δικαιολογημένα- τη φήμη του μοναχικού και προσηλωμένου απόλυτα στην επιστήμη του και τη μόρφωση. Μια μέρα περπατώντας όπως κάθε μέρα την ίδια ώρα και από την ίδια διαδρομή για να πάει στο σχολείο που διδάσκει, βλέπει μια γυναίκα που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει στο ποτάμι και ακούγοντας την να λέει Portugues όταν τη ρώτησε ποια είναι η μητρική της γλώσσα, κυριολεκτικά μαγεύεται.

Αφού τη σώζει, περιτριγυρίζοντας αργότερα στους δρόμους της γειτονιάς του, μπαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο που ψώνιζε παλαιότερα βιβλία για την πρώην γυναίκα του την Φλοράνς. Εκεί οδηγούνται τα βήματα του στο βιβλίο κάποιου Πορτογάλου Αμαντέου ντε Πράντου. Μόλις ο βιβλιοπώλης του μεταφράζει την εισαγωγή, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να πάρει το πρώτο νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα. Εκεί θα ακολουθήσει τα ίχνη του Πορτογάλου ποιητή και αυτή η γνωριμία θα αλλάξει αυτό που μέχρι τότε ονόμαζε ζωή

(…) NOBREZASILENCIOSA. ΣΙΩΠΗΛΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ. Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι αποφασιστικές στιγμές μιας ζωής, οι στιγμές που κρίνουν τα πάντα κι αλλάζουν την πορεία της, είναι στιγμές ηχηρές και δραματικές, συνοδευόμενες από έντονες εσωτερικές συναισθηματικές συγκρούσεις. Η πλάνη αυτή είναι ένα κακόγουστο παραμύθι, που έχουν κυκλοφορήσει στον κόσμο μεθύστακες δημοσιογράφοι, λυσσασμένοι για δημοσιότητα κινηματογραφιστές και συγγραφείς που το μυαλό τους μοιάζει με φτηνή κουτσομπολίστικη φυλλάδα. Στην πραγματικότητα, οι εμπειρίες που καθορίζουν τη ζωή μας είναι απίστευτα χαμηλών τόνων. Βρίσκονται τόσο μακριά από τον κρότο, την ξαφνική φλόγα, την ηφαιστειακή έκρηξη, ώστε συχνά δεν τις προσέχουμε καν τη στιγμή που τις βιώνουμε (…)

Ένα κατεξοχήν φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Ένα από τα θέματα που θίγει είναι το «πώς αντιμετωπίζεις το θάνατο, όταν αυτός έρθει», θέμα που αναφέρεται και στο Περί της συντομίας της Ζωής του Σενέκα, θέμα που με απασχόλησε, απασχολεί ακόμη και –υποθέτω- απασχολεί όλους μας, άλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο.

Ποια είναι αυτή η ζωή που όταν μάθεις πως έχεις λίγο χρόνο ακόμη, δε θα αισθανθείς πως δεν έχεις προλάβει να κάνεις τίποτα; Μπορείς να αντιμετωπίσεις το θάνατο με αξιοπρέπεια; Μήπως αυτή η δύναμη πηγάζει από τη ζωή που έζησες μέχρι τότε;

Ένα βιβλίο που ευτυχώς δεν έγραψε ο Κοέλιο! 😉

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 10/10 (ω, ναι!)

Σημείωση: Το πρωτοπήρα στα χέρια μου το 2008. Μου το έδωσε η φίλη μου Τίνα με αφιέρωση «Στον Δώρο μου… πάντοτε…». Τότε αντιλήφθηκα το πάντοτε σε σχέση με μένα, κάτι σαν που τον νιώθω παντοτινά δικό μου. Τώρα, διαβάζοντας το βιβλίο ξανά και καταλαβαίνοντας άλλα νοήματα πλέον μιας και το πλαίσιο ανάγνωσης άλλαξε, το πάντοτε το αντιλαμβάνομαι επιπλέον και ως εσαεί. Αποτελεί ένα βιβλίο αναφοράς για μένα. Από την Τίνα λοιπόν, πάντοτε…

Παρασκήνια Εξουσίας – Ρόμπερτ Χάρις

ΛΟΙΠΟΝ είναι από τις ελάχιστες φορές – ίσως και η μοναδική- που το βιβλίο είναι τόσο ίδιο με την ταινία. Στο βιβλίο αυτό βασίζεται η ταινία «Αόρατος Συγγραφέας» του Πολάνσκι, με τον Γιούαν Μακρέγκορ και τον Πιρς Μπρόσναν. Οκ, το τέλος είναι ελαφρώς διαφορετικό, αλλά στο ίδιο πνεύμα. Πάντως η όλη αίσθηση και ο τρόπος που «κυλάει» η διήγηση είναι ίδιες. Ο Πολάνσκι πέτυχε (?) στο να αποδώσει το βιβλίο όπως το είχε σκεφτεί ο Χάρις, χωρίς να βάλει την προσωπική πινελιά του. Δε θα το πρότεινα σε κάποιον που είδε πρόσφατα την ταινία, δε θα του δώσει αυτό το «κάτι παραπάνω» που μας δίνει συνήθως το βιβλίο.  Ένα εξαιρετικό -κατά τα άλλα- πολιτικό θρίλερ με ήρωα ένα συγγραφέα φάντασμα, συγγραφέα δηλαδή που γράφει τις (αυτό)βιογραφίες σημαντικών προσώπων που όμως δεν έχουν το συγγραφικό χάρισμα. Καλείται λοιπόν να γράψει την αυτοβιογραφία ενός πρώην Βρετανού πρωθυπουργού, γιατί ο προκάτοχος του μόλις βρέθηκε νεκρός… Μου άρεσε πολύ.

(…) “Αυτό που συναρπάζει τους ανθρώπους δεν είναι η πολιτική – ποιος νοιάζεται για την πολιτική; Αυτό που συναρπάζει τους ανθρώπους είναι οι άλλοι άνθρωποι – οι λεπτομέρειες της ζωής ενός άλλου ανθρώπου. Αλλά επειδή οι λεπτομέρειες είναι τόσο οικείες σε σένα, δεν μπορείς να καταλάβεις τι θέλει να μάθει ο αναγνώστης. Γι’ αυτό χρειάζεσαι εμένα. Αυτό δεν πρέπει να είναι ένα βιβλίο γα κομματόσκυλλα. Πρέπει να είναι ένα βιβλίο για όλους”. (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία: 8/10