Confiteor – Zάουμε Καμπρέ

filmCONFITEOR. Mea culpa. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι’ αυτό το βιβλίο, που έχει τόσες πολλές και καλές κριτικές. Όλοι μιλούν -και δικαιολογημένα- γι’ αυτό το βιβλίο και το θεωρούν ίσως ως ένα από τα αριστουργήματα που θα αφήσουν εποχή. Ένα ογκώδες βιβλίο που ο Καμπρέ είχε αποφασίσει πως μετά από οκτώ χρόνια που το έγραφε, θα το άφηνε ατέλειωτο και αδημοσίευτο. Ευτυχώς τελικά το εξέδωσε.

Ήρωας μας ο Αντριά Αρντέβολ, επιφανής γλωσσολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου ο οποίος λίγο πριν χάσει εντελώς τα λογικά του από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, αποφασίζει να καταγράψει όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 όταν ήταν παιδί και μεγάλωνε σε μια οικογένεια που δεν τον αγάπησε κανείς, μέχρι και το σήμερα, απευθυνόμενος στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα του Σάρα. Κλειδί στην αφήγηση είναι ένα ανεκτίμητης αξίας βιολί Στοριόνι, το Βιάλ, το οποίο φαίνεται να απέκτησε με αμφίβολης ηθικής μεθόδους ο πατέρας του Αντριά, Φέλιξ, γνωστός αντικέρ της εποχής.

(…) Το Παρίσι ήταν ένα τέχνασμα της μητέρας για να με πείσει να συνεχίσω το βιολί. Ωστόσο, δεν ήξερε πως θα άλλαζε τη ζωή μου. Εκεί σε γνώ,ρισα. Χάρη στο τέχνασμα. Όχι όμως στη συναυλιακή αίθουσα, αλλά πριν, στην ημιπαράνομη απόδρασή μου με τον κύριο Καστέλς. Στο καφέ «Κοντέ». Θα συναντιόταν εκεί με την αδελφή του, η οποία ήρθε μαζί με μια ανιψιά, εσένα.

«Σάγα Βόλτες-Εψτέιν».

«Αντριά Αρντέβολ-Μποσκ».

«Ζωγραφίζω».

«Διαβάζω».

«Δεν είσαι βιολιστής;»

«Όχι».

Γέλασες, κι ο ουρανός όλος μπήκε στο καφέ «Κοντέ». Οι θείοι σου μιλούσαν, χαμένοι στις υποθέσεις τους, και δεν πήραν τίποτα χαμπάρι.

«Μην έρθεις στη συναυλία, σε παρακαλώ», ικέτεψα. Για πρώτη φορά ήμουν ειλικρινής, και είπα χαμηλόφωνα τα’ χω κάνει πάνω μου απ’ τον φόβο. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σε σένα ήταν ότι δεν ήρθες στη συναυλία. Αυτό με έκανε να σε ερωτευτώ. Μου φαίνεται ότι δεν σ’ το είπα ποτέ.

Όταν έβγαλα το εισιτήριο του τρένου, συνειδητοποίησα ότι το να πάω να σπουδάσω στο Τύμπινγκεν σήμαινε πολύ περισσότερα απ’ το να σχεδιάζω το μέλλον. Ήταν σαν να σφράγιζα την παιδική μου ηλικία, ν’ απομακρυνόμουν απ’ την Αρκαδία μου. Ναι, ναι: ήμουν μοναχικό και δυστυχισμένο παιδί, με γονείς χωρίς καμιά ευαισθησία για οτιδήποτε δεν είχε να κάνει με την ευφυΐα μου, που ήταν ανίκανοι ν’ αναρωτηθούν αν ήθελα να πάω στο Τιμπιδάμπο για να δω τα ρομποτάκια στο λούνα παρκα, τα οποία κουνιούνταν σαν άνθρωποι, αν έβαζες κέρμα. Όταν είσαι παιδί, όμως, ξέρεις να μυρίζεις το άρωμα του λουλουδιού που λάμπει μέσα στην τοξική λάσπη. Και ξέρεις να είσαι ευτυχισμένος μ’ ένα πενταξονικό φορτηγό, που ήταν χαρτόκουτο για γυναικεία καπέλα. Αγοράζοντας το εισιτήριο για τη Στουτγάρδη, ήξερα ότι η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει. (…)

Στην αρχή ομολογώ δυσκολεύτηκα λίγο να παρακολουθήσω την αφήγηση. Confiteor. Mea Culpa. Ο Καμπρέ γράφει με έναν μοναδικό τρόπο, αλλάζοντας την αφήγηση από α’ πρόσωπο σε γ’ πρόσωπο, όχι μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο, αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, ίσως όταν θέλει να αποστασιοποιηθεί κάπως από το τι συμβαίνει στη ζωή του πρωταγωνιστή του ή ακόμα κι όταν θέλει εμείς οι αναγνώστες να δούμε τα γεγονότα από κάποια απόσταση. Πολύ γρήγορα τελικά μπήκα στο κλίμα και αφέθηκα να παρασυρθώ στη δίνη της ιστορίας με τα συνεχή πηγαινέλα στις εποχές, ξεκινώντας από την Ιερά εξέταση, περνώντας στους Ναζί, τον Φράνκο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, σε μια ιστορία που -χωρίς να έχουν κοινά- μου έφερε στη μνήμη λίγο από Όνομα του Ρόδου. Confiteor. Mea Culpa. Αλλά το Confiteor για μένα είναι ένα κλασικό βιβλίο αγάπης. Και όχι γενικά και αόριστα μιας κάποιας αγάπης. Ο Αντριά ζει και ανασαίνει μόνο για τη Σάρα.

(…) Μερικές φορές σκέφτομαι τη δύναμη της τέχνης και της μελέτης της τέχνης και τρομάζω. Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ενώ μπορούν να ασχοληθούν με τόσα πράγματα. Κι άλλοτε σκέφτομαι ότι είμαστε πρώτα κακόβουλα όντα κι έπειτα ποιητές, οπότε δεν υπάρχει σωτηρία. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει καθαρά τα χέρια του. Πολύ λίγοι, για την ακρίβεια. Ελάχιστοι. (…)

Αξίζει για πολλούς λόγους να το διαβάσει κανείς, ακόμη και ως βιβλίο αναφοράς. Ο Καμπρέ είναι μάστορας από τους λίγους.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

 

Advertisements

Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι- Γκούναρ Στόλεσεν

Μπέργκεν, Νορβηγία, αρχές δεκαετίας του ’80. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Βαργκ Βέουμ συχνάζοντας σε ένα καφέ, πιάνει κουβέντα με τον Χιάλμαρ Νύμαρκ, συνταξιούχο αστυνομικό, ο οποίος του λέει για μια άλυτη υπόθεση πυρκαγιάς σε ένα εργοστάσιο χρωμάτων τη δεκαετία του ’50 με πολλά θύματα. Του αποκαλύπτει πως αν και δεν έχει αποδείξεις, πιστεύει ότι ευθύνεται γι’ αυτό ο Χάγκμαρτ Χέλε, ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου και ότι στην υπόθεση εμπλέκεται και ένας αμείλικτος δολοφόνος που δρούσε στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο γνωστός με το παρατσούκλι «Ποντικοφάρμακο»…

(…) Κοίταξα το πρόσωπο της. Δίχως φιλί από το 1953, δίχως να έχει νιώσει τη φυγή στα μονοπάτια της ηδονής, γιατί δεν της ήταν πια απαραίτητο. Γιατί το είχε ζήσει ήδη. Ακουγόταν ρομαντικό – κι ίσως λίγο παλιομοδίτικο. Την τοποθετούσε στην άλλη πλευρά του τείχους των εξήντα χρόνων, ή τουλάχιστον έτσι θα ‘πρεπε. Αλλά για έναν περίεργο λόγο ένιωθα πως την καταλάβαινα, πως υπήρχε κάποιου είδους συγγένεια ανάμεσά μας, έτσι όπως καθόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο, γύρω από το τραπέζι της κουζίνας: μια γυναίκα κοντά στα εξήντα, που είχε ν’ αγαπήσει από το 1953, κι ένας άντρας με τις πρώτες γκρίζες τρίχες στα μαλλιά του και μια βαθιά νοσταλγία να του αυλακώνει το μέτωπο. (…)

Η ιστορία είναι δουλεμένη και ειδικά ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Βέουμ -τον οποίο ο Στόλεσεν χρησιμοποιεί σε πάνω από δέκα μυθιστορήματα του- είναι βαθιά ανθρώπινος, λίγο σαρκαστικός και σπανίως τρυφερός. Παρατήρησα επιπλέον κάτι, το οποίο και μου επιβεβαίωσε το «αυτάκι» του βιβλίου, όπου γράφει: Το πιο συγκινητικό, όμως, είναι η συμπόνια προς τα θύματα, που η τύχη τους ενδιαφέρει περισσότερο από τη λύση του αστυνομικού αινίγματος. Η λύση στο αίνιγμα έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Όπως προχωρούσε η ιστορία, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται τόσο για το περιβόητο whodunit και σκέφτομαι εκ των υστέρων πως αυτό ήταν εσκεμμένο. Ακόμα και οι περιγραφές των διάφορων σκηνικών της πόλης και του λιμανιού όλο και μεγαλώνουν όσο προχωράει η πλοκή. Δείχνει να ενδιαφέρει τον συγγραφέα πιο πολύ το να εμβυθίσει τον αναγνώστη στο περιβάλλον παρά να του εξηγήσει τι και πώς. Αυτό είναι κάτι που προσωπικά με χαλάει λίγο, ειδικά δε στην  συγκεκριμένη περίπτωση που είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο το βιβλίο. Αν ήταν σε τρίτο πρόσωπο δε θα με ενοχλούσε, αλλά το να κάνει συνεχώς παρομοιώσεις και να περιγράφει στην αρχή του κεφαλαίου ο ταλαιπωρημένος και ρακένδυτος ιδιωτικός ντετέκτιβ επί 2-3 σελίδες το «περιβάλλον», ε, κάπου δε μου κολλάει.

(…) Ο Σεπτέμβριος έχει μέρες χρυσές σαν μέλι και πρωινά που ο ήλιος πέφτει βαρύς στο παράθυρό σου – σαν ώριμη ερωμένη με πλούσιες καμπύλες και με τη ζέστη του τέλους του καλοκαιριού στις φλέβες. Ο ήλιος παίζει με τα χρώματα, καθώς η ψυχρή ανάσα του Οκτώβρη δεν του βαραίνει ακόμα τους ώμους. Κάτι τέτοιες μέρες ο άνθρωπος πρέπει να ξυπνά με το πάσο του και να μη βιάζεται καθόλου.  (…)

Να, το παραπάνω ας πούμε. Μια χαρά τα λέει αλλά αντί να με κάνει να το νιώσω, είναι τόσο αδύνατο να τα περιγράφει αυτά ένας ντετέκτιβ που σε μένα τουλάχιστον είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Αν ήταν γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, θα του έβαζα μεγαλύτερη βαθμολογία.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 6/10

 

Ένας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία – Μισέλ Μεζονέβ

Τσετσένος ΣκύλοςΈχω ένα συγκεκριμένο ράφι που βάζω τα βιβλία προς ανάγνωση. Βλέπω τις πλάτες τους φάτσα κάρτα απέναντι από εκεί που συνήθως κάθομαι στο σαλόνι. Αυτό ήταν κάτω κάτω στην πίσω σειρά. Ούτε ξέρω πως βρέθηκε εκεί. Δε θυμάμαι να το αγοράζω, ούτε να μου το δίνει κανείς. Διάβασα το οπισθόφυλλο και δεν κατάλαβα γιατί το άφησα να πάει τόσο κάτω στην ντάνα…

Μασσαλία. Η Λιλιάνα Μουμάρακ, μια γιαγιά από την Τσετσενία, δολοφονείται αφού πρώτα βασανίστηκε άγρια. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για ληστεία, αλλά ο Ντασί Ελ Αχμέτ, ο διαμεσολαβητής της περιοχής και γείτονας της γιαγιάς, δεν πείθεται. Στην κηδεία της πάνε μόνο ο Ντασί, ο Νέστωρ Παναγόπουλος, συνταξιούχος επιπλοποιός και επίσης γείτονας, και ο σκύλος της γιαγιάς, ο Χασάν. Έξω από το νεκροταφείο, ο σκύλος αρχίζει να γρυλίζει σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο…

(…) Το μπιγκλ καθόταν ήσυχα και τον περίμενε. Περιεργάστηκε ο ένας τον άλλον. Ο Ντασί σκέφτηκε την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι κι αναρωτήθηκε κατά πόσο το σκυλί είχε διαβάσει Κούντερα. Ο Χασάν έμοιαζε να λέει: «Ώστε εσύ, εσύ μπορείς!» Ο σοφός ντράπηκε. Ο Χασάν, που έτρεχε στα δάση, που χρειαζόταν χώρο, δέντρα, ρουμάνια, ήταν περιορισμένος τώρα σε ένα μικρό δυάρι. Ίσως άλλοτε το ζώο να όργωνε τις ευδαίμονες κοιλάδες και τα βουνά του Καυκάσου… Ποια ήταν η ιστορία του; Ποια ήταν η ιστορία της Λιλιάνας Μουμάρακ;

Ο κόπρος τον κοιτούσε με τα βαθιά, μαύρα μάτια του. Παράξενη ηρεμία για ένα τρελόσκυλο. Στην ιεραρχία της σοφίας, ο Διογένης τοποθετούσε τον σκύλο πάνω από τον άνθρωπο. Τον σκύλο, που εκφράζει ανενδοίαστα τις επιθυμίες του, που ξέρει να κάνει υπομονή όταν δεν υπάρχει καμία εναλλακτική. (…)

Ο Μεζονέβ χρησιμοποιεί μια έντονα σαρκαστική και χιουμοριστική γραφή που όμοια της δεν έχω ξαναδιαβάσει. Μπλέκει στην ιστορία αλάνια, ρώσους μαφιόζους, δημοσιογράφους, ινδιάνους και Τσετσένους αυτονομιστές που όλοι θέλουν να μάθουν το μυστικό του Χασάν, του Τσετσένου σκύλου, δημιουργώντας έτσι μια κωμωδιοπεριπέτεια καταστάσεων που μου θύμισε μια παλιά ταινία του 1963, το Its a Mad, Mad, Mad, Mad World.

(…) «Δεσποινίς, η τσάντα σας μού γρατζουνάει την πλάτη!»

Μια επιβλητική κυρία. Ακριβό κακόγουστο φουστάνι που διαγράφει τα πάχη της. Μαρσεγέζικη μπουρζουαζία που πλούτισε με το εμπόριο. Είναι η ώρα αιχμής, τα ξερά ανακατεύονται με τα χλωρά, δεν υπάρχει πρώτη θέση στο μετρό στην πόλη των Φωκαέων.

«Κροκόδειλος είναι, κυρία μου, το άρωμά σας τον έχει τρελάνει! Μην ενοχλείς την κυρία, Χασάν μου, δείξε λίγη ευγένεια!» λέει στην τσάντα. (…)

Ο Ντασί είναι από τους πιο ενδιαφέροντες αντιήρωες μυθιστορήματος που έχω διαβάσει. Απολαυστικό!

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 7,5/10

 

Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ – Τζόναθαν Κόου

ο ιδιωτικόςΗΜΟΥΝΑ στο σπίτι των κουμπάρων μου μια μέρα και παρατηρούσα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τους. Έρχεται ο Στέφανος και μου λέει «Αν δάνειζα βιβλία, θα σου έδινα να διαβάσεις αυτό» και μου δείχνει το εν λόγω βιβλίο. Παραξενεύτηκα, μιας και εκτός από την πολύ καλή σχέση μας, ο Στέφανος μου είχε ήδη δανείσει τέσσερα βιβλία του Μακριδάκη. Από την άλλη, δεν του τα είχα επιστρέψει ακόμα! Φεύγοντας λοιπόν εκείνη τη μέρα κανείς μας δεν σχολίασε ξανά το γεγονός. Την επόμενη φορά που πήγα σπίτι τους μου λέει από μόνος του «Μα καλά, με πίστεψες για το βιβλίο;» και έτσι τελικά τη δεύτερη φορά κατάφερα και έφυγα με το βιβλίο στα χέρια. Τώρα όμως είχα πέντε βιβλία να του επιστρέψω!

Ο Μάξουελ Σιμ είναι κοντά στα πενήντα και ζει μόνος του, χωρίς οικογένεια ή φίλους, στο Λονδίνο, αρχές της οικονομικής κρίσης. Πάσχει από κατάθλιψη η οποία εκδηλώθηκε με αφορμή τη φυγή της γυναίκας Καρολάιν και της κόρης του Λούσι από το σπίτι τους πριν από μερικούς μήνες. Είχε μέχρι τότε μια μάλλον συνηθισμένη ζωή που θα την έλεγες ίσως και βαρετή. Η μητέρα του είχε πεθάνει πολύ νέα και ο πατέρας του -με τον οποίο δεν είχε καθόλου καλή σχέση μιας και ποτέ δεν κατάφερε να είναι γι’ αυτόν η κλασική πατρική φιγούρα- ζει πλέον στην Αυστραλία. Πριν την εκδήλωση της αρρώστιας του εργαζόταν ως υπεύθυνος υποστήριξης μετά την πώληση σε μια εταιρεία, αλλά πλέον δεν μπορεί να εργαστεί. Η γυναίκα του, ως τελευταίο δώρο πριν τον παρατήσει, του έδωσε ένα εισιτήριο για να πάει να επισκεφθεί τον πατέρα του και να συμφιλιωθούν. Αποφασίζει λοιπόν να κάνει αυτό το ταξίδι και εκεί, στη βεράντα ενός εστιατορίου που είχε πάει να φάει, παρακολουθεί τη σκηνή μιας ασιάτισσας μητέρας με την κόρη της, να παίζουν χαρτιά και να έχουν μια ιδιαίτερη εγγύτητα η μία με την άλλη η οποία τον έκανε να σκεφτεί πως έπρεπε κάτι να κάνει, για να διεκδικήσει επιτέλους να έχει κι αυτός σχέσεις με την ίδια εγγύτητα. Μια σειρά γεγονότων τον φέρνουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο να πρέπει να ταξιδέψει στο βορειότερο άκρο του Ηνωμένου Βασίλειου με ένα πορτ μπαγκάζ γεμάτο οδοντόβουρτσες και με μόνη παρέα τη… θηλυκή φωνή του πλοηγού του. Στη διαδρομή αυτή θα συναντηθεί με το παρελθόν του και θα ανακαλύψει πράγματα που τον σπρώχνουν όλο και περισσότερο στην απόγνωση.

(…) Είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά η λογική των γεγονότων που ακολούθησαν, λες και το ξέραμε και οι δύο από πάντα πως κάποτε θα συνέβαινε αυτό˙ λες και ήταν πεπρωμένο. Κι ωστόσο, μου κάνει εντύπωση που δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές λεπτομέρειες. Πάντα θεωρούμε πως οι καθοριστικές, οι πιο πολύτιμες εμπειρίες της ζωής μας χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας˙ κι όμως, για κάποιο λόγο, συχνά αυτές ακριβώς είναι που χάνονται και θαμπώνουν πρώτες.(…)

Μέσα στο μυθιστόρημα, υπάρχουν τέσσερις ιστορίες που θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν και ως τέσσερα ανεξάρτητα διηγήματα Η πρώτη είναι η ιστορία του θαλασσοπόρου Ντόναλντ Κρόουχερστ. Αυτή είναι και η κεντρική ιστορία, μιας και επιστρέφει συχνά σε αυτήν ο Μάξουελ. Μάλιστα, κάποια στιγμή θα ταυτιστεί με τον ψυχισμό του ήρωα της, θεωρώντας πως έχουν κοινή μοίρα. Οι επόμενες τρεις -η λογοτεχνική απόδοση ενός οικογενειακού ταξιδιού από την πρώην γυναίκα του, μια φοιτητική εργασία της αδελφής του παιδικού φίλου του Κρις και ένα κείμενο στο ημερολόγιο του πατέρα του Μάξουελ- αποτελούν με τη σειρά κομβικά σημεία στην όλη πλοκή, γιατί στο τέλος της κάθε μιας μαθαίνει ο Μάξουελ σημαντικές λεπτομέρειες που εξηγούν συνολικά στο πώς τελικά έφτασε ως εδώ.

Μου άρεσε αρκετά. Στην αρχή το «φοβήθηκα», γιατί δεν ήμουν κι εγώ στα καλύτερα κέφια μου όταν το διάβαζα, αλλά είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που δε σε ψυχοπλακώνει. Τραγικό δηλαδή, με μόνη διέξοδο το χιούμορ του.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 7/10

Ο ήχος του ακάλυπτου – Κάλλια Παπαδάκη

ο ήχος του ακάλυπτουΔΥΣΤΥΧΩΣ περίμενα πολύ περισσότερα. Διάβασα στο διαδίκτυο πολλές και καλές κριτικές, μέχρι και “ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία των τελευταίων χρόνων” και διάφορα ανάλογα σχόλια. Και όμως δε βρήκα τίποτα παραπάνω από απλές ιστοριούλες, σαν σενάριο από έξι επεισόδια της σειράς Η Πολυκατοικία που έδειχνε στο Μέγκα. Ιστορίες δηλαδή που δε σε νοιάζει και αν χάσεις και καμία και που υπάρχει ένα υποτυπώδες μπλέξιμο μεταξύ των ηρώων. Οκ, η διαφορά είναι πως υπάρχει ας πούμε και κάποιο έγκλημα στην κάθε μία αλλά αυτό απέχει πολύ από τον χαρακτηρισμό νεο-νουάρ πολυκατοικία που διαβάζω στο οπισθόφυλλο.

Έξι ιστορίες, έξι κεντρικοί χαρακτήρες που μένουν στην ίδια πολυκατοικία, καλοκαίρι στην Αθήνα. Η πρώτη ιστορία είναι και η πιο χαλαρή, στη συνέχεια υπάρχει λίγο περισσότερο ενδιαφέρον και ομολογομένως η τελευταία είναι και η καλύτερη ιστορία. Ένας τυφλός που πέφτει θύμα απαγωγής, δύο φιλενάδες που την πατάνε σαν πρωτάρες, μια κοπέλα που προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν της, ένας συγγραφέας που πιέζεται να παραδώσει το βιβλίο του και όλα του πάνε στραβά, ένας διαμεσολαβητής πτωμάτων σε γραφείο τελετών και μια ψυχαναγκαστική μάνα λίγο χαμένη είναι οι ήρωες του ακάλυπτου. Αν όλες οι ιστορίες ήταν σαν την τελευταία με τη μάνα, θα είχα τελείως διαφορετική άποψη για το βιβλίο.

(…) Δεκαπενταύγουστος. Η Αθήνα στην εντατική. Την ακούς που αναπνέει βαρά. Κανείς δεν κυκλοφορεί, την έχουν κάνει όλοι τους, όλοι τους, σχεδόν όλοι τους. Στην Αρεοπαγίτου προσπερνώ τρεις παράξενους τύπους που έχουν ανοίξει κουβέντα αγναντεύοντας την Ακρόπολη. «Εκεί μένεις;», ρωτά ο ένας δείχνοντας τα αρχαία με το δάχτυλο. «Να το βάψεις άλλο χρώμα», λέει ο δεύτερος. «Θα δω τι μπορώ να κάνω», τελειώνει ο τρίτος. Ψάχνω να βρω περίπτερο. Δεν έχω τσιγάρα και σίγουρα δεν έχω έμπνευση. Ένα γκρουπ αμερικάνων υπομένει τη ζέστη. Κοντοστέκομαι δίπλα του σα μια παράξενη αντίθεση. Με κοιτάζουν μάλλον με συμπάθεια. Κάνω στην άκρη και για τριάντα στιγμές το μυαλό μου μπλοκάρει. Σκοτοδίνη.  (…)

Ένα βιβλίο που δε με τράβηξε κοντά του, που όταν το ξέχασα στην παραλία μια μέρα δε σιχτίρισα τον εαυτό μου, αλλά που άνετα το διάβαζα όταν το έβρισκα μπροστά μου. Η όλη δημοσιότητα και το σούσουρο με το βιβλίο, μου θύμισε παλιά όταν καθόμασταν με το φίλο μου το Γιάννη στο σπίτι του Φάνη και φτιάχναμε στιχάκια του τύπου Φοίβος οι τρεις μας, για πλάκα μέσα σε λίγα λεπτά. Ένα βιβλίο σαν τραγούδι του Φοίβου λοιπόν, που σκέφτομαι πως θα μπορούσε να το είχε γράψει ο καθένας μέσα σε λίγες μέρες και που αναρωτιέμαι γιατί άρεσε σε όλο τον κόσμο εκτός από μένα. 🙂

Σημείωση: Πατήστε πάνω στην εικόνα παρακάτω και ανακαλύψτε το ρεφρέν που θα γινόταν (!) επιτυχία

χάλια

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 5/10

 

Η τριλογία της Μασσαλίας – Solea – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Solea» (ένα είδος Φλαμένγκο), ο Φαμπιό Μοντάλ, τέως αστυνόμος, είναι ο κεντρικός ήρωας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας που πρόκειται να εξελιχθεί. Η πρώην ερωμένη του και δημοσιογράφος Μπαμπέτ εδώ και χρόνια συλλέγει πληροφορίες με σκοπό να ξεσκεπάσει το παρακλάδι της Ναπολιτάνικης Μαφία στη Μασσαλία, τον τρόπο που ξεπλένει χρήματα, τις διασυνδέσεις της με την πολιτική ηγεσία και την αστυνομία. Ο Φαμπιό πληροφορείται από ένα τηλεφώνημα πως πρέπει να την βρει και να την παραδώσει στη Μαφία, προτού ο θάνατος αρχίσει να χτυπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα ένα-ένα…

(…) Κι όμως, αυτό ήταν η φιλία η πραγματική, η δυνατότητα να βάζεις πάνω στο τραπέζι, που λέει ο λόγος, μαζί με μιαν ωραία, καλοψημένη τσιπούρα όλες εκείνες τις ωραίες αναμνήσεις. Μόνο αυτό το «θυμάσαι;» σου επιτρέπει να εκμυστηρεύεσαι τα πιο δικά σου πράγματα, όλες αυτές τις περιοχές της ψυχής σου όπου, συνήθως, εκείνο που βασιλεύει είναι η σύγχηση. (…)

SoleaΟ Φαμπιό έχει μείνει πλέον οριστικά μόνος με την Ονορίν και τον Φονφόν. Ξέρει πως η Λολ δεν πρόκειται να επιστρέψει και τη δικαιολογεί μάλιστα για την απόφαση της αυτή. Ζει το σήμερα από την ταράτσα του σπιτιού του, πίνοντας κρασί, τρώγοντας τους μεζέδες που ετοιμάζει η Ονορίν και ακούγοντας μουσική. Που και που βγαίνει και για ψάρεμα με τη βάρκα του ή πάει για ποτό στο μπαρ του Χασάν. Ένα βράδυ γνωρίζει τη Σονιά με την οποία περνούν ένα υπέροχο βράδυ μαζί, πίνοντας πολύ και καταλήγοντας σπίτι του. Το επόμενο πρωί ο Φαμπιό ξυπνάει μόνος, χωρίς να θυμάται τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Διαβάζει το σημείωμα της Σονιά και σκέφτεται να πάει να την βρει, σκέφτεται πως ίσως αυτή να μπορούσε κάπως να τον βοηθήσει να ξεχάσει την Λολ, σκέφτεται πως μάλλον την αγαπά…

(…) Νύχτα ήταν, μια από εκείνες τις κωλονύχτες όπου η κάθε λεπτομέρεια μέσα στο κρεβάτι σου παίρνει απίστευτες διαστάσεις, όπου με τίποτα δεν λογικεύεσαι, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, δεν αποδέχεσαι τα όσα οφείλεις να παραδεχτείς. Τα είχα ξαναζήσει αυτά ουκ ολίγες φορές και μ’ άλλες γυναίκες. Ποτέ όμως με τέτοια οδύνη. Με τη Λολ που έφευγε, δραπέτευε και η ζωή μου. Τι λέω: που ήδη είχε πάρει δρόμο. (…)*

Νομίζω πως διάβασα το τέλειο τελείωμα της τριλογίας. Ο Φαμπιό πιο ώριμος και κατασταλαγμένος, ξέρει πως πρέπει να αντιμετωπίσει και τη Μαφία, αλλά και πως να χειριστεί τη γοητευτική νέα αστυνομική διευθύντρια Ελέν Παισέρ. Ξέρει επίσης πως αυτό σημαίνει θυσίες, κυριολεκτικά πλέον και όχι μεταφορικά. Ίσως και του ίδιου του εαυτού του…

 (…) Ειδυλλιακό ήταν το πρόγραμμα που είχα φανταστεί. Έτσι τα κανόνιζα πάντα με την πραγματικότητα. Προσπαθούσα πάντα να την τοποθετώ στο επίπεδο των ονείρων μου. Στο επίπεδο του βλέμματος μου. Σε ύψος ανθρώπινο. Της ευτυχίας. Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρομιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος. Που σ’ όλους έχει μια ματιά να ρίξει. (…)

Αξίζει ίσως σε μια δεύτερη ανάγνωση όλης της τριλογίας να καταγράψει κανείς μερικά στοιχεία όπως τα φαγητά που τρώει ο Φαμπιό, είτε στην Ονορίν, είτε στα διάφορα μαγαζάκια που πάει. Επίσης τις μουσικές που ακούει. Ο τρόπος που περιγράφει τα τραγούδια, η στιγμή που τα επιλέγει, το πώς αναπαράγει στίχους και το πώς μιλάει για τον κάθε καλλιτέχνη. Και τέλος τα κρασιά που ανοίγει να πιει. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση, την παρέα και την χρονική στιγμή. Πολύ θα ήθελα να καθόμασταν μαζί στην ταράτσα του σπιτιού του ένα βραδάκι. Να ακούγαμε μουσική, να πίναμε κρασί, να τρώγαμε τα γεμιστά της Ονορίν και να βλέπαμε τη θάλασσα χωρίς να μιλάμε…

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 9/10 – Ναι Φάνη, μου άρεσε λίγο περισσότερο από το δεύτερο άρα ακόμα περισσότερο από το πρώτο. Συστήνω όμως σε κάποιον να τα διαβάσει όλα μαζί, με τη σειρά. Δεν είναι καθόλου τυχαία η παρούσα έκδοση 😉

Συνολική βαθμολογία τριλογίας: 8,5/10

*Αφιερωμένο στο Νάσο, που τελευταία (;) δεν κοιμάται καλά…

 

Η τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το Τσούρμο», ο Φαμπιό Μοντάλ έχει πλέον παραιτηθεί από αστυνομικός. Ζει μια πιο ήρεμη ζωή, παρέα με την Ονορίν και τον Φονφόν, τους νέους «γονείς» του. Όλα αλλάζουν, όταν η ξαδέλφη του (και παιδικός έρωτας του) Ζελού έρχεται σπίτι για να του ζητήσει να τη βοηθήσει να βρει το γιο της τον Γκιτού, που ήρθε στη Μασσαλία για να ζήσει ένα ερωτικό σαββατοκύριακό με την κοπέλα του Ναιμά, μιας και κάτι τέτοιο απαγορευότανε να το κάνει στο σπίτι τους στην Γκαπ, αφού η Ναιμά ήταν από αραβική οικογένεια – ήταν μια μπερ δηλαδή- και η Ζελού και ο πατριός του Γκιτού ο Άλεξ δεν ανέχονταν τα πάρε-δώσε με τους Άραβες.

(…) Πόσες φορές δεν στάθηκα δύσπιστος απέναντι του; Στην ηθική του του μετανάστη; Μίζερος, χωρίς φιλοδοξίες, έτσι πίστευα. Αργότερα, διάβασα του Αδελφούς Καραμαζόφ, του Ντοστογιέφκσι. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο Αλιόσα έλεγε στον Κρασσότκιν: «Ξέρεις, Κόλια, στο μέλλον θα είσαι πολύ δυστυχισμένος. Όμως να μακαρίζεις τη ζωή, όπως κι αν έρχεται». Λόγια που αντηχούσαν στην καρδιά μου με την ίδια τη φωνή του πατέρα μου. Ήταν όμως πολύ αργά για να του πω ευχαριστώ. (…)

Αν και πάλι μας μιλάει στο α’ πρόσωπο ο Φαμπιό, εμείς ως αναγνώστες γνωρίζουμε από τον πρόλογο, πως ο Γκιτού δολοφονήθηκε. Και στην πορεία των αναζητήσεων του Φαμπιό και άλλοι φόνοι θα διαπραχθούν. Μόνο που τώρα ο Φαμπιό δεν είναι αστυνομικός και πρέπει να προσέχει, γιατί κάποια στιγμή θα βρεθεί μέχρι και ύποπτος για φόνο…

(…) Από γεννησιμιού μου ανήκα στο τσούρμο, είχα διδαχτεί τη φιλία, την πίστη στους δρόμους του Πανιέ, στις αποβάθρες της Λα Ζολιέτ. Και την περηφάνια του λόγου που ‘χαμε δώσει, κοιτώντας ένα φορτηγό ν ‘ανοίγεται στο πέλαγο. Πρωταρχικές αξίες. Πράγματα που δεν εξηγούνται. Άμα βρίσκεσαι μέσα στα σκατά, δεν μπορείς παρά να ανήκεις στην ίδια οικογένεια. (…)

Το ΤσούρμοΠιο «αστυνομικό» από το πρώτο βιβλίο. Αρκετά νέα πρόσωπα, Εθνικό Μέτωπο της Μασσαλίας, Εξτρεμιστές του Ισλάμ, Ναπολιτάνικη Μαφία αλλά και πολλές μουσικές και φαγητά συνθέτουν τη δεύτερη περιπέτεια του Φαμπιό που ως γνωστό δεν αποφεύγει το ποτό και τις καταχρήσεις, γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει. Είναι ίσως η μόνο φορά που θα μπορούσε εύκολα να σκοτώσει. Δεν το έχει κάνει ποτέ, δεν έχει καν πυροβολήσει ποτέ σε άνθρωπο, αλλά τώρα το θέλει, το θέλει πολύ. Δεν πρόκειται να συγχωρήσει το δολοφόνο του Γκιτού. Εκτός αν κάτι του αλλάξει τη γνώμη τελευταία στιγμή, μια τελευταία αποκάλυψη…

(…) «Συλλογικά ο θάνατος δεν υφίσταται. Όσο περισσότεροι είναι τόσο λιγότερο μετράει. Οι πάρα πολλοί νεκροί είναι όπως το αλλού. Βρίσκονται πολύ μακριά. Δεν είναι πραγματικοί. Μονάχα ο ατομικός θάνατος είναι πραγματικός. Αυτός που σε αγγίζει προσωπικά. Απευθείας. Αυτός που τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, ή μες στα μάτια κάποιου άλλου». (…)

Μου άρεσε λίγο περισσότερο από το πρώτο.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

Η τριλογία της Μασσαλίας – Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ κλίμα των ημερών και μετά το Μαύρο της ΕΡΤ, πήρα στα χέρια μου ένα μαύρο βιβλίο που μου χάρισε ο φίλος μου ο Φάνης. Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του ήμουν σχεδόν σίγουρος πως στις σελίδες του θα έβρισκα πολλά κοινά στοιχεία με ακόμη ένα μαύρο μυθιστόρημα, Το μαύρο Αλγέρι του Μωρίς Αττιά. Και οι δύο συγγραφείς είχαν την ανάγκη να μιλήσουν για τον τόπο τους. Αυτός είναι ο καημός τους, να πλάθουν αστυνομικές ιστορίες μέσα στο ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο της πόλης, με ήρωες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί.

Ο Ιζζό λοιπόν γράφει μια νουάρ τριλογία, μιλώντας σε α’ πρόσωπο όπως του αρμόζει, με ήρωα τον Φαμπιό Μοντάλ, έναν σαρανταπεντάρη αστυνομικό -που θα μπορούσε κάλλιστα να παρέμενε ένας κακοποιός, αν ακολουθούσε τα χνάρια των φίλων του- και μέσω αυτού μας γνωρίζει τη Μασσαλία, εκεί από όπου πέρασε το μεγάλο ρεύμα μεταναστών από την Αφρική προς την Ευρώπη, εκεί όπου η μαφία απλώνεται παντού, όπου ο ρατσισμός «χτυπάει» σε κάθε γειτονιά, αλλά παράλληλα εκεί που βρίσκεται το μεγαλύτερο σταυροδρόμι των λαών, στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου, στο σημαντικότερο λιμάνι της Γαλλίας.

Το μαύρο τραγούδι της ΜασσαλίαςΣτο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», ο Φαμπιό ερευνά το θάνατο των δύο καλύτερων παιδικών του φίλων, του Μανού και του Ουγκό. Ο Ουγκό φτάνει ξανά στη Μασσαλία για να εκδικηθεί για το θάνατο του Μανού και σκοτώνεται από τους αστυνομικούς αμέσως μετά το ξεκαθάρισμα. Παράλληλα και μια ακόμη τραγική ιστορία που στην αρχή φαίνεται άσχετη, δείχνει τελικά να συνδέεται και ο Φαμπιό, αν και δε θα έπρεπε να ασχολείται μιας και τις υποθέσεις έχουν αναλάβει άλλοι συνάδελφοι, αποφασίζει να το φτάσει ως το τέλος…

(…) – Πρόσεχε τον εαυτό σου, μου είχε πει.

Μου χάιδεψε το σβέρκο. Την έσφιξα πάνω μου.

– Δεν μπορώ πια να κάνω πίσω, Μπαμπέτ. Δεν ξέρω που θα με πάνε όλα τούτα. Εκεί πηγαίνω όμως. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κάποιο στόχο. Τώρα έχω. Αξίζει όσα αξίζει αλλά μου πάει.

Μου άρεσε πολύ η λάμψη των ματιών της όταν τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου.

– Ο μόνος στόχος είναι να ζεις.

– Αυτό λέω. (…)

Γύρω από το Φαμπιό γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Η Λεϊλά, η Λολ, η Ροζά, η Μπαμπέτ, η Μαρί Λου, η Ονορίν, όλες με το ρόλο τους στη ζωή του, αλλά χωρίς να αφήνει καμία να τον πλησιάσει αληθινά. Ήταν ένα κλεφτρόνι. Έγινε μπάτσος για να ξεφύγει. Δεν αντέχει τη βία και το ρατσισμό. Θυμάται τα παλιά χρόνια με τους φίλους του. Θέλει να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του, του αρέσει να πίνει, να καπνίζει, να ακούει μουσική. Θέλει απλώς να ησυχάσει, θέλει να καταλάβει.

(…) – Εγώ πιστεύω ότι το βλέμμα του άλλου είναι όπλο θανατηφόρο.

Μιλάς ωραία, μου είπε κουρασμένη. Αλλά δεν θ’ αγαπούσες ποτέ μια γυναίκα σαν κι εμένα, έτσι;

– Αυτές που αγάπησα έφυγαν.

– Εγώ θα μπορούσα να μείνω. Τίποτε δεν έχω να χάσω.

Τα λόγια της μ’ αναστάτωσαν. Ήταν ειλικρινής. Άνοιγε την καρδιά της. Προσφερόταν.

– Δεν θα το άντεχα να μ’ αγαπάει μια γυναίκα που δεν έχει τίποτα να χάσει. Η αγάπη είναι ακριβώς η πιθανότητα να χάσεις. (…)

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10

Ο Μέτοικος και η Συμμετρία – Τεύκρος Μιχαηλίδης

metoikosΟ Μιχαηλίδης σχεδόν πάντα στα μυθιστορήματα του, επιλέγει ένα κεντρικό μαθηματικό θέμα ή πρόβλημα και γύρω του χτίζει την πλοκή, βασισμένος και σε αληθινά ιστορικά γεγονότα της εποχής. Στο παρόν λοιπόν επιλέγει τη συμμετρία, μια ιδιότητα παρούσα παντού στη φύση, μια ιδιότητα που αν πάψει να υπάρχει, αρχίζει η καταστροφή…

Βρισκόμαστε περίπου στα 1973-74 στο Παρίσι. Κεντρικός ήρωας ο Δημήτρης Αποστολίδης, θυρωρός θεάτρου, τον οποίο ο αφηγητής συναντά σε διάφορα μέρη, πριν αποφασίσει να του μιλήσει από κοντά και να μάθει την ιστορία του. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο ασήμαντος φαινομενικά ανθρωπάκος που συζητά με τον κορυφαίο μαθηματικό της Γαλλίας -και ίσως έναν από τους κορυφαίους στον κόσμο- Αλεξάντρ Γκρόθεντικ;

Ταξιδεύουμε χωροχρονικά από το Αντάπαζαρ της Μικράς Ασίας, στην Ιταλία στα χρόνια του μεσοπολέμου, στην Ισπανία του Εμφυλίου και καταλήγουμε και πάλι από κει που ξεκινήσαμε, στη Γαλλία της Κατοχής. Γνωριζόμαστε με κορυφαίους μαθηματικούς της εποχής όπως τον Γκρόθεντικ, το κίνημα των Μπουρμπακί (ναι, είναι ελληνικό το όνομα, θα μάθετε το γιατί!), τις περιβόητες Πατημασιές στην Άμμο, δηλαδή τις επτά διαφορετικές κατηγορίες ευθύγραμμων μετασχηματισμών και τέλος τον αγαπημένο μου χαράκτη, ειδικό της συμμετρίας και ταλαντούχο μαθηματικό (χωρίς να το πιστεύει ή να το αποδέχεται) Μαουρίτς Κορνέλις Έσερ ή αλλιώς Μώκι.

 (…) «Ξέρεις γιατί ερωτεύονται οι άνθρωποι;» του είπε μια μέρα ο Δημήτρης, που εκείνη την εποχή οι μόνες του γνώσεις σχετικά με τον έρωτα ήταν θεωρητικές, αντλημένες από τα βιβλία που καταβρόχθιζε όποτε του δινόταν η ευκαιρία. «Το γράφει στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, ένα από τα αρχαία κείμενα που μου δίνει κατά καιρούς να διαβάζω η σινιόρα Σάντρα, η δασκάλα που μου έμαθε Ιταλικά. Λέει λοιπόν εκεί μέσα πως τον παλιό καιρό οι άνθρωποι δεν ήταν χωρισμένοι σε άντρες και γυναίκες, αλλά ήταν ενιαία σώματα, αντρικό από τη μια μεριά και γυναικείο από την άλλη. Τα ανδρόγυνα αυτά σώματα ήταν απόλυτα συμμετρικά, το αρσενικό ήταν το συμμετρικό του θηλυκού και αντίστροφα. Κάποτε ο Δίας αποφάσισε να χωρίσει τα σώματα και έφτιαξε άντρες και γυναίκες. Έτσι γεννήθηκε ο Έρωτας: είναι η ανάγκη του κάθε ανθρώπου να ανακαλύψει το συμμετρικό του και να ενωθεί ξανά με αυτό» (…)

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 7/10

Το μαύρο Αλγέρι – Μωρίς Αττιά

Ο Αττιά γράφει ένα πολιτικό, ιστορικό, νουάρ μυθιστόρημα με πλαίσιο τα γεγονότα της –σχετικά- πρόσφατης ιστορίας της Αλγερίας. Διαδραματίζεται το 1962 στο Αλγέρι και με αφορμή το έγκλημα (τα πτώματα ενός ζευγαριού) μαθαίνουμε για το τόσο ταλαιπωρημένο Αλγέρι.

Κυρίως ενδιαφέρον ως ιστορικό μυθιστόρημα παρά ως αστυνομικό. Άλλωστε πιστεύω αυτό θέλησε να κάνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, να μας μιλήσει δηλαδή για τον τόπο του. Το συστήνω σε αυτούς που τους ενδιαφέρει να μάθουν για την Αλγερία, τους αγώνες ανεξαρτησίας και την επικρατούσα κατάσταση, παρά για τους φίλους του αστυνομικού μυθιστορήματος.

(…) Όταν άνοιξα το παράθυρο για να φύγει η μυρωδιά του καπνού, ένα περιστέρι διέσχισε τον ουρανό από τα αριστερά προς τα δεξιά. Μου ήρθε τότε μια αναλαμπή από τα λατινικά του σχολείου: η λέξη “αριστερά” στα λατινικά, sinister -tra -trum, σημαίνει και “καταστροφικός” που, σε συνδυασμό με τη λέξη “οιωνός”, μεταφράζεται σε “δυσοίωνος”.

Το πέταγμα ενός πουλιού, που έρχεται από τα αριστερά, θεωρούνταν από τους Ρωμαίους ιερείς κακό σημάδι για την επικείμενη μάχη.

Οι θεοί με προειδοποιούσαν, αλλά εγώ ο άπιστος δεν έδινα σημασία. (…)

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία: 7/10