η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10

Advertisements

Το άλλο μου ολόκληρο – Τασούλα Επτακοίλη

7koilh to alloΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα πριν λίγες μέρες. Αν και θα ακουστεί κλισέ αυτό που θα γράψω, μου φάνηκε ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Ο τύπος που θα ήθελες να κάνεις παρέα, ειλικρινής, φιλεύσπλαχνος, αγαπούσε πολύ τα ζώα και ειδικά τις γάτες. Είχαμε και το ίδιο μαύρο Moleskin τσέπης για να κρατάμε σημειώσεις όπου βρεθούμε. Στην αρχή μου εκμυστηρεύτηκε πως ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, μα γρήγορα κατάλαβε πως το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει αλήθειες. Του άρεσαν όμως και πολλά άλλα, όπως π.χ. τα Arduino boards, ο Παπάζογλου και το να μαγειρεύει, αλλά κατά προτίμηση χωρίς να πλύνει μετά τα πιάτα. Και ήταν ερωτευμένος με την Τασούλα. Το μόνο ελάττωμα που του βρήκα ήταν ότι… πλέον δεν ζει.

Ηρωίδα της ιστορίας μας η Τασούλα,  η γυναίκα του Κώστα. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Θα έκλειναν σχεδόν 24 χρόνια μαζί, αλλά ο Κώστας πέθανε. Και την άφησε μόνη της. Και όλοι της έλεγαν πως ο χρόνος θα την γιατρέψει και πως ο Κώστας είναι παντού γύρω της. Και η Τασούλα έλεγε πως δεν θα γιατρευτεί και πως δεν βλέπει τον Κώστα γύρω της. Και τότε κάποιος της είπε πως κοιτάει λάθος, ο Κώστας είναι μέσα της. Μαλακίες, σκέφτηκε. Ο Κώστας πέθανε και απλώς δε την πήρε μαζί του. Και έτσι είναι. Και θα είναι.

(…) Οι περισσότεροι νομίζουν πως τα μεγάλα, τα δήθεν σπουδαία –όπως τις εμβριθείς, βαθυστόχαστες συζητήσεις- νοσταλγείς όταν χάνεις έναν δικό σου. Μαλακίες. Τα ασήμαντα μου λείπουν περισσότερο. (…)

Η Τασούλα άρχισε να γράφει ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερε τότε για ποιο λόγο το έκανε. Ίσως για να αισθανθεί καλύτερα, να εκτονωθεί. Ίσως για να ανατρέχει σε αυτό όταν θα έχει περάσει ο καιρός και θα έχει ξεχάσει τις λεπτομέρειες, όπως τώρα έχει ξεχάσει -αν είναι ποτέ δυνατόν- τις τελευταίες λέξεις που αντάλλαξαν πριν πεθάνει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως αυτό γίνει ένα βιβλίο. Γιατί; Γι’ αυτόν. Για τους φίλους του. Για την οικογένειά του. Για εμάς που δεν τον ξέραμε. Για την ίδια.

(…) Έχω ένα λεξικό στο κομοδίνο μου. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, το ξεφυλλίζω. Ψάχνω λέξεις που να ταιριάζουν με τον θάνατό σου, να μπορούν να τον περιγράψουν, να σηκώσουν το βάρος του. Έχω κάνει μια λίστα. Ολοένα και μακραίνει.

Αβάσταχτος.

Αδιανόητος.

Αμείλικτος.

Ανέκκλητος.

Απροσδόκητος.

Αφόρητος.

Βασανιστικός.

Επώδυνος.

Ισοπεδωτικός.

Οδυνηρός.

Οριστικός.

Παράλογος.

Παραλυτικός.

Πικρός.

Σκληρός.

Σπαρακτικός.

Συγκλονιστικός.

Συντριπτικός.

Κάθε βράδυ νέα λήμματα μπαίνουν στη «συγκομιδή» της απώλειας. Αλλά πάντα στο Άλφα επιστρέφω.

Άδικος.

Πάνω απ’ όλα ο θάνατός σου ήταν άδικος. Αυτή η λέξη φωλιάζει στον ύπνο μου και σπέρνει εφιάλτες. (…)

Απώλεια. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Κάποιον που δε θα ξαναβρούμε. Μια γιαγιά, έναν αδελφό, μια μάνα, έναν κολλητό. Όλοι ξέρουμε το συναίσθημα, αλλά κανένα συναίσθημα δεν είναι το ίδιο. Κι όμως η συντριβή φαίνεται στα υγρά μάτια. Φαίνεται όταν πλησιάζεις το πρόσωπο και φιλάς τον συνένοχο, όταν ακουμπάτε τα μάγουλα και του λες ένα γλυκόλογο, μια τρυφερή κουβέντα παρηγοριάς. Κι ας είναι ψέμα. Κι ας το ξέρετε και οι δύο, Τασούλα μου.

(…) Χθες βράδυ -δεν ξέρω πώς μου ήρθε- έβγαλα τη βέρα μου, λίγο πριν πέσω για ύπνο. Την κράτησα στην παλάμη μου για μερικά λεπτά κι έπειτα την ακούμπησα σ’ ένα ραφάκι στο σαλόνι. Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και το αριστερό μου χέρι ασυναίσθητα ψηλάφισε το δεξί. Βρήκε το «αυλάκι» στο δάχτυλό μου αλλά έλειπε η γνώριμη αφή του μετάλλου. Σηκώθηκα κι έτρεξα αλαφιασμένη στο σαλόνι. Τη φόρεσα κι όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Ξάπλωσα ξανά ανακουφισμένη, έκλεισα τα μάτια και σχημάτισα την εικόνα σου. Ήσουν δίπλα μου στο κρεβάτι, δεν κοιταζόμασταν αλλά κρατιόμασταν από το χέρι. Κουβεντιάζαμε και γελούσαμε. Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που ξεφλέβιζαν αγάπη και τρυφεράδα. Που γυρνούσες ξαφνικά, με αγκάλιαζες σφιχτά και μου έλεγες «Είσαι το άλλο μου ολόκληρο». (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: Ν/Α

Το κυνήγι του θησαυρού – Αντρέα Καμιλλέρι

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω περιπέτεια του επιθεωρητή Μονταλμπάνο και όταν μου το έδωσε ο πατέρας μου, χάρηκα. Ήξερα τι θα διαβάσω. Ο Μονταλμπάνο μού είναι πολύ συμπαθής και μου αρέσουν ιδιαιτέρως οι χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν, ο Φάτσιο, ο Μίμη, ο Καταρέ -οι αστυνομικοί του τμήματος του δηλαδή- και βεβαίως η Λίβια, η αρραβωνιαστικιά του με την οποία δεν συναντιόνται σχεδόν ποτέ.

Σε μια πολύ ήσυχη περίοδο στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, δύο ηλικιωμένα αδέλφια τρελαίνονται. Ταμπουρωμένοι στο σπίτι τους αρχίζουν τις ανταλλαγές πυροβολισμών και στο τέλος μιας -τελικά- αναίμαχτης μάχης, ο Μονταλμπάνο βρίσκει στον τόπο του εγκλήματος μια πλαστική φουσκωτή κούκλα, κατεστραμμένη και πολύ παλιά με αρκετά μπαλώματα. Δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία τη δεδομένη στιγμή, μέχρις ότου λίγο μετά τον φωνάζουν για ένα πτώμα σε κάδο, το οποίο πτώμα αποδεικνύεται πως δεν είναι παρά μια πανομοιότυπη φουσκωτή κούκλα. Και μέσα σ’ όλα, ένας άγνωστος προκαλεί τον Μονταλμπάνο σε ένα περίεργο κυνήγι θυσαυρού, αφήνωντας του στην υπηρεσία προσωπικά μηνύματα με τη μορφή ποιημάτων…

(…) Πέρασε μια άσχημη βραδιά. Η αλήθεια είναι πως η νύχτα ήταν υπέροχη, αλλά είχε τόσο έντονα κακή διάθεση, ώστε κατέστρεφε όλη τη μαγεία που υπήρχε τριγύρω. Έφαγε ανόρεχτα στη βεράντα επειδή η σκέψη της δύστυχης κοπέλας δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό του. Το γεγονός ότι σκεφτόταν την κοπέλα ήταν μεγάλο λάθος και τον θύμωνε. Η συμπόνια, ο οίκτος, η λύπη για μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει υποστεί βία είναι συναισθήματα που νιώθεις στο τέλος, όταν η υπόθεση έχει πλέον λυθεί· αλλιώς, αν σε κατακλύζουν κατά τη διάρκεια της έρευνας, θολώνουν το μυαλό που πρέπει να παραμένει καθαρό και ανεπηρέαστο, με τη σκέψη στραμμένη στον βασανιστή και όχι στο θύμα. (…)

Αρκετά καλό, στο γνωστό πλαίσιο της όλης σειράς δηλαδή. Ο Μονταλμπάνο (και ο Καμιλιέρι ίσως;) έχει μεγαλώσει λίγο και δείχνει πιο συναισθηματικός και πιο βαρύς από παλιά. Δε θα το πρότεινα σε απαιτητικούς αναγνώστες που περιμένουν ανατροπές και μπλεξίματα ιστοριών. Θα καταλάβουν αρκετά νωρίς τι έχει συμβεί… 😉

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 6/10

 

Έγκλημα στη Βαρκελώνη – Αντόνιο Χιλ

Έγκλημα στη ΒαρκελώνηΜΕ ενοχλεί η λεγόμενη ελεύθερη μετάφραση τίτλων, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου τέτοια, μιας και προφανώς καθοδηγείται από κακές μαρκετινίστικες τακτικές. Ενώ ο αυθεντικός τίτλος είναι «Το καλοκαίρι των νεκρών παιχνιδιών», αποφασίστηκε στα Ελληνικά να μη μείνει τίποτα που να τον θυμίζει, να μπει η λέξη έγκλημα και να προστεθεί δίπλα και μια Βαρκελώνη, για να είναι έτσι πιο κατανοητό ότι μιλάμε για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη με τον… δυσνόητο τίτλο «Έγκλημα στη Βαρκελώνη». Φαντασία μηδέν! Παρ’ όλ’ αυτά, το μυθιστόρημα του Χιλ είναι εξαιρετικό.

Ο κεντρικός ήρωας μας, ο Αργεντινός αστυνόμος Έκτορ Σαλγάδο που ζει χρόνια στη Βαρκελώνη, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και σε προσωπικό επίπεδο, από έναν πρόσφατο χωρισμό, αλλά και σε επαγγελματικό, από μια σπάνια έκρηξη οργής που τον οδήγησε σε διαθεσιμότητα. Καλείται λοιπόν ανεπίσημα να βοηθήσει το διοικητή του σε μια υπόθεση αυτοκτονίας ενός νεαρού, του Μάρκ. Ο διοικητής Σαβάλ γνωρίζει από παλιά τη Γιοάνα, τη μητέρα του νεαρού και αναθέτει την υπόθεση στον Σαλγάδο, για να την βγάλει από πάνω του αλλά και για να δώσει μια ευκαιρία στον αστυνόμο να επανέλθει το συντομότερο σε δράση, μιας και ήταν ο καλύτερος επιθεωρητής του. Τα πράγματα περιπλέκονται αφού το πρόσφατο παρελθόν του δεν τον αφήνει σε ησυχία και παράλληλα ανακαλύπτει σιγά-σιγά -και με τη βοήθεια της νεαρής αστυνόμου Λέιρε Κάστρο- πως δε θα μπορέσει τόσο απλά να κλείσει την υπόθεση καταλήγοντας στην εκδοχή της αυτοκτονίας…

(…) Πάει πολύς καιρός που δε σκέφτομαι ούτε την Ίρις ούτε το καλοκαίρι που πέθανε. Υποθέτω ότι προσπάθησα να λησμονήσω τα πάντα, με τον ίδιο τρόπο που ξεπέρασα τους εφιάλτες και τις φοβίες της παιδικής μου ηλικίας. Και τώρα, όταν θέλω να τη θυμηθώ, στο μυαλό μου έρχεται μονάχα η τελευταία μέρα, λες κι εκείνες οι εικόνες έχουν σβήσει όλες τις υπόλοιπες. Κλείνω τα μάτια μου και μεταφέρομαι στο μεγάλο παλιό σπίτι, στο υπνοδωμάτιο με τα έρημα κρεβάτια που περιμένουν τον ερχομό της επόμενης ομάδας παιδιών. Είμαι επτά ετών, είμαι στην κατασκήνωση και δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί φοβάμαι. Όχι, ψέματα. Εκείνο το ξημέρωμα φέρθηκα θαρραλέα: παράκουσα τους κανόνες και ήρθα αντιμέτωπος με το σκοτάδι μόνο και μόνο για να δω την Ίρις. Αλλά τη βρήκα πνιγμένη, να επιπλέει στην πισίνα και τριγύρω της μια κουστωδία από νεκρές κούκλες. (…)

Επέλεξα το παραπάνω χωρίο όχι μόνο ως χαρακτηριστικό αλλά και για ένα σχόλιο σχετικά με τη μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου. Αφορά απόσπασμα από το blog του Μάρκ, του νεαρού που -κατά τα φαινόμενα- αυτοκτόνησε. Είναι η πρώτη-πρώτη παράγραφος του μυθιστορήματος, την οποία διαβάζουμε ως εισαγωγή και την ξανασυναντούμε μέσα στη ροή της ιστορίας πλέον, στη σελίδα 260. Με μια διαφορά: Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται, οι λέξεις που επιλέχθηκαν κατά τη μετάφραση, δεν είναι όλες ίδιες. Χρησιμοποιήθηκαν πιο απλές λέξεις, λιγότερο δυνατές. Π.χ. αντί του λησμονήσω, μπήκε το ξεχάσω, αντί του θαρραλέα, το γενναία και αντί του κουστωδία, το αυλή. Αυτό μπορώ να το εξηγήσω μόνο ως εξής: Θέλησε η Παλαιολόγου στην εισαγωγή να δημιουργήσει στους αναγνώστες πιο έντονες εικόνες, για να τους τραβήξει το ενδιαφέρον για τη συνέχεια το οποίο και το κατάφερε. Και προφανώς, όταν συνάντησε το χωρίο ξανά, δεν το θυμήθηκε και το ξανά μετέφρασε, αλλά ασυναίσθητα, μη έχοντας λόγους να εντυπωσιάσει, χρησιμοποίησε πιο απλό λόγο. Αυτή είναι βέβαια απλώς η εκδοχή μου. Η αλήθεια μπορεί να είναι άλλη 😉

Τέλος, ένα σχόλιο σχετικά με το οπισθόφυλλο. Διαβάζω σχετικά με τον χαρακτήρα του Σαλγάδο: …Καταφύγιο του ο κινηματογράφος, το αληθινό του πάθος… Λοιπόν βρήκα ελάχιστες αναφορές για κινηματογράφο και σίγουρα όχι άξιες αναφοράς τους στο οπισθόφυλλο. Δεν μπορώ να καταλάβω πως σκέφτηκε να το αναγράψει και για ποιο λόγο. Επιπλέον δε, αν διαβάσετε σχετικές παρουσιάσεις του βιβλίου στο διαδίκτυο, θα δείτε πως αναφέρεται κατά κόρον το παραπάνω, δείγμα του ότι προφανώς δε διαβάστηκε το βιβλίο.

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 9/10

Σημείωση: Αφιερωμένο στο Δημήτρη που μου πήρε αυτό το βιβλίο στα γενέθλια μου και που σήμερα έχει τα δικά του.

Ανεξαρτησία – Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου

ανεξαρτησίαΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κατόρθωσα να το διαβάσω. Μετά το Logicomix, αυτό είναι το επόμενο βιβλίο του Παπαδημητρίου που διαβάζω. Είχα ακούσει πολλά και περίμενα πως και πώς να το πάρω στα χέρια μου. Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα, γιατί ενώ περίμενα ένα βιβλίο με πιο πολλά μαθηματικά, αυτά -αν και στην ουσία της ιστορίας- απλώς… αιωρούνται.

Αφηγητής μας ο Χρήστος Π. ο οποίος όμως δεν είναι ο κεντρικός ήρωας. Βρίσκεται στην Πύλο το 2007 λίγο πριν τη μεγάλη πυρκαγιά με την αδελφή του Κλειώ και αποφασίζει να εξιστορήσει μια ιστορία για τη μητέρα του Ελένη και για τον πατέρα του τον Μπίθρο. Αυτοί είναι ουσιαστικά οι κεντρικοί ήρωες. Ο Μπίθρος, ένας Τσιγγάνος πολύ διαφορετικός από όλους όσους έχουμε δει/γνωρίσει/συναναστραφεί και η Ελένη, μια από τις πρώτες γυναίκες hacker. Οι δυο τους την περίοδο της δικτατορίας πέρασαν μέσα από το ΚΚΕ και κατέληξαν μέλη μιας επαναστατικής και μετέπειτα τρομοκρατικής οργάνωσης (μήπως σας θυμίζει κάτι αυτή η ιστορία;).

(…) «Μαμά;» αρχίζω. Δεν είναι εύκολο να ρωτήσω, αλλά χρόνια έχω την απορία. «Ο μπαμπάς σε κάρφωσε το 1973;» Με κοιτάζει έκπληκτη. Μετά το πρόσωπο της συννεφιάζει, αλλά μονό για κάνα-δυο δευτερόλεπτα. Τώρα το χαμόγελο της είναι θλιμμένο. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά, σκύβει και με φιλάει στο μέτωπο. «Πρέπει να μάθεις, ε;» λέει. (…)

Εμβόλιμα, διαβάζουμε την ιστορία του Σαράντου, εξάδελφου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και μακρινού συγγενή του Χρήστου Π., ο οποίος την περίοδο της επανάστασης του 1821, χάνει τη θυχατέρα του Χριστίνα και μαθαίνει πως την απήγαγαν οι Τούρκοι. Τότε αποφασίζει να μπει ενεργά στον αγώνα. Προσωπικά, αυτά ήταν και τα κεφάλαια του βιβλίου που μου άρεσαν πιο πολύ από όλα. Οι χαρακτήρες του Σαράντου, της Χριστίνας, αλλά και του πιο μεγάλου Σαράντου του 1853 ο οποίος έχει πλέον τυφλωθεί, είναι εξαιρετικοί. Τα κεφάλαια είναι δε γραμμένα στη γλώσσα που τότε μιλούσαν και αυτό πραγματικά ήταν που μου έκανε ξεχωριστή εντύπωση, γιατί η πρωτότυπη χειρόγραφη έκδοση είναι γραμμένη στα αγγλικά και το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας είναι μετάφραση. Πως άραγε είχαν γραφτεί αρχικά αυτά τα κείμενα και μεταφράστηκαν τόσο όμορφα από τη Νίνα Μπούρη; Πολύ θα ήθελα να μάθω.

(…) Η γυναίκα έρχεται πάλι και την κοιτάζω και χαμογελώ. «Άμπλα» της λέω και ίσα που ακούω τη φωνή μου. Είναι λεπτή και τα μάτια της είναι τεράστια και όμορφα και γεμάτα όνειρα, και η μύτη της είναι μικρή και αρχοντική, και τα χείλη της χαμογελούν πάντα και μου αρέσει όταν με φιλάει στο μέτωπο. «Με λένε Ντενίζ» λέει. «Με λένε Χρύσα» αποκρίνομαι, και ήθελα να πω «Χριστίνα», αλλά το παρανόμι μού ανέβηκε ακάλεστο στη γλώσσα μου και τώρα είναι αργά για να το πάρω πίσω, και έτσι θα με λένε στην καινούργια μου ζωή. (…)

Τέλος, που κολλάει η ανεξαρτησία; Η ανεξαρτησία εμφανίζεται σε κάθε ιστορία, από τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας το 1821 έως και την ανεξαρτησία της τελευταίας ζαριάς από την προηγούμενη, σε μια παρτίδα για τον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος τάβλι, όπου -όπως λέει και ο συγγραφέας- στο τάβλι μπορεί να παίξεις μια τέλεια παρτίδα και παρ’ όλα αυτά να χάσεις.

Σημείωση: Πριν το διαβάσετε, προετοιμαστείτε κατάλληλα απαντώντας στο ερώτημα τι κοινό έχουν η επανάσταση και ο έρωτας; 😉

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 7/10

Περί της συντομίας της Ζωής – Σενέκας

senekasΕΝ αντιθέσει με μια προηγούμενη κριτική για το βιβλίο του Χωμενίδη, το λατινικό αυτό κείμενο θα το χαρακτήριζα «παντός καιρού». Η κεντρική ιδέα που πραγματεύεται είναι το γιατί ζούμε λες και είμαστε αθάνατοι, λες και έχουμε πάντα τον χρόνο και την πολυτέλεια να αναβάλουμε να ζήσουμε αληθινά; Ποια λάθη κάνουμε ζώντας όπως ζούμε και τι μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου -όποτε και αν αυτό φτάσει- να πεθάνουμε ήσυχοι πως η ζωή μας δεν πέρασε άδικα;

Είναι σχετικά μικρό κείμενο, μόλις 50 περίπου σελίδων (100 μαζί με το λατινικό πρωτότυπο). Εκτός από την κεντρική ιδέα στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, βρίσκουμε μέσα πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορικές αναφορές της σύγχρονης του Χριστού περιόδου – περίπου στα 50 μ.χ.  Εξαιρετική ιδέα η μνεία στις βασικές φιλοσοφικές σχολές μέσα σε μόνο μια φράση, περίπου στα μέσα του βιβλίου.

Να αναφέρω τέλος την εξαιρετική δουλειά και τα σχόλια του Νίκου Πετρόχειλου. Μην τα προσπεράσετε.

(…) Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί που να θέλει να μοιράσει τα λεφτά του· και όμως σε πόσους δεν μοιράζει τη ζωή του καθένας από μας! Όταν οι άνθρωποι περιφρουρούν την περιουσία τους, είναι συνήθως σφιχτοχέρηδες· όταν όμως πρόκειται να χάσουν την ώρα τους, όταν δηλαδή βρίσκονται μπροστά στη μόνη περίπτωση που η φιλαργυρία θα ήταν έντιμο πράγμα, τότε γίνονται εξαιρετικά σπάταλοι (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10

Το σπίτι και το κελλί – Χ.Α. Χωμενίδης

ΚΑΠΟΙΑ βιβλία τελικά πρέπει να τα διαβάσεις στην ώρα τους για να είναι και κυριολεκτικά ωραία, όπως έλεγε και ο φίλος μου ο Φάνης… Έχει πάρα πολύ καλές κριτικές αλλά δεν κατάφερε ούτε στιγμή να με κρατήσει. Ο Χωμενίδης θέλησε να αφήσει το αποτύπωμα του, αλλά προσωπικά δε με έπεισε καθόλου.

Ήρωες ο Παναγιώτης Σαντορίνης, μέλος της μεγαλύτερης τρομοκρατικής οργάνωσης στην Ελλάδα και ο Δημήτρης Γκίκας, Επιχειρηματίας και «εξομολογητής» του Σαντορίνη. Τα πως και τα γιατί μιας τέτοιας οργάνωσης, ο εγκέφαλος, οι δελφίνοι, οι στρατολογήσεις, το ιδεολογικό (?) υπόβαθρο, οι αποπροσανατολισμοί και το αναπόφευκτο τέλος.

Ενδιαφέροντες διάλογοι σε ένα καθόλου ενδιαφέρον –κατ εμέ- θέμα. Ίσως αν το διάβαζα αμέσως μετά την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, να μου έλεγε κάτι. Αλλά τώρα, μου φάνηκε αδιάφορο. Παρόλαυτα είναι εύπεπτο και κυλάει γρήγορα. Έχει και την απαραίτητη ανατροπή του προς το τέλος.

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: 5/10

Ανεμώλια – Ισίδωρος Ζουργός

Ο Ζουργός επιτέλους έγραψε ένα βιβλίο για άντρες! Είχα βαρεθεί να διαβάζω όλο βιβλία για γυναίκες, για τη γυναικεία ψυχοσύνθεση, για το πώς σκέφτονται οι γυναίκες κτλ. Επιτέλους αντρικές κουβέντες, σκέψεις, προβληματισμοί, από την εφηβική μας ηλικία μέχρι και τώρα που κάναμε οικογένειες και παιδιά… Μια παρέα φίλων αποφασίζουν να τα αφήσουν όλα πίσω τους και να φύγουν με ένα ιστιοπλοϊκό χωρίς σχέδιο… «Ανεμώλια» στη γλώσσα του Ομήρου είναι τα λόγια του ανέμου, τα μάταια, τα ανώφελα όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο…Αξίζει να το διαβάσουν και γυναίκες βεβαίως, για να μας μάθουν :-).

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: 8/10

Το Αδιέξοδο – Τζορτζ Πελεκάνος

ΕΝΑΣ αρκετά γνωστός ελληνοαμερικανός συγγραφέας, γράφει μια ιστορία με κεντρικό ήρωα έναν ελληνοαμερικανό (καθόλου τυχαίο) που μπλέκεται το 1972 άθελα του (?) σε μια διαμάχη συμμοριών η οποία καταλήγει σε τραγωδία με αποτέλεσμα να στιγματιστεί ψυχικά και σωματικά για πάντα.

(…) Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος της, αλλά γοητευτικός, με ξυρισμένο κεφάλι και πρασινωπά μάτια που της θύμιζαν εκείνον το σταρ του κινηματογράφου που έπαιζε τον νταβατζή με τη χρυσή καρδιά. Στα μάτια της, η ουλή που είχε στο πρόσωπο δεν τον έκανε πιο άσχημο, αλλά αντίθετα του έδινε χαρακτήρα. Της είχε πει από την αρχή ότι είχε κάνει κάποιες κακές επιλογές στη ζωή του και τώρα ήταν υπό επιτήρηση. Εκείνη του είχε απαντήσει ότι πίστευε στην εξιλέωση και στη δεύτερη ευκαιρία. Για άλλη μια φορά δεν έβλεπε μπροστά της. (…)

Περίμενα να διαβάσω ένα αστυνομικό, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα το χαρακτήριζα έτσι. Μου θύμισε λίγο το sleepers, αλλά με ηπιότερες σκηνές, αρκετά ψυχολογικό και σεκάνς σε αργούς ρυθμούς. Ένα κοινωνικό θρίλερ ίσως. Καλογραμμένο, δε θες να το αφήσεις, μιλάει για οικογενειακούς δεσμούς, ανατροφή, κοινωνική θέση σε γειτονιές της Ουάσιγκτον και βασικό ζητούμενο όλων η λύτρωση, όπως και αν την εννοεί ο κάθε ήρωας της ιστορίας. Μόνη ένσταση οι συχνές αναφορές σε στρατιώτες που πολέμησαν σε Ιράκ, Βιετνάμ και Β’ Παγκόσμιο χωρίς όμως ένα «γιατί;», θεωρώντας δηλαδή ως αυτονόητο πως υπερασπιστήκαν την πατρίδα (!). Λίγο αμερικανιά δηλαδή…

Εκδόεις Πατάκη. Βαθμολογία: 7/10