Ο Λου και ο Λι στο Νησί της Τελειότητας – Μαρία Ζαβάκου

louandliΤΟΝ Νοέμβριο του 2014, έλαβα ένα μήνυμα στο Facebook. Το μήνυμα ήταν από κάποια Maria Zavakou και μου έλεγε μέσες-άκρες πως γίνεται μια προσπάθεια χρηματοδότησης από το κοινό -crowdfunding που λέμε και στα ελληνικά- για ένα παιδικό βιβλίο που έχει γράψει. Ομολογώ πως αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μάλιστα εκτός από κάποια μηνύματα που ανταλλάξαμε με τη Μαρία, κάποια στιγμή ειδωθήκαμε κιόλας τυχαία, καλεσμένοι σε μια εκπομπή. Λίγες μέρες πριν βρεθούμε όμως, είχε επικοινωνήσει μαζί μου για να μου πει πως αν και βάσει του ύψους της προσφοράς θα λάμβανα μόνο την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου, αποφάσισε να επιβραβεύσει όλους τους αρωγούς της προσπάθειας της (ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!) θέλοντας να τους δώσει ΚΑΙ το βιβλίο στο χέρι. 🙂IMG_20160125_141206

Ο Λου και ο φίλος του λαγός Λι γουστάρουν τρελά να φτιάχνουν γλυκά. Ζουν σε ένα νησί μαζί με πολλά άλλα παιδιά και έναν τελειομανή Βασιλιά, τον Βασιλιά Τέλειο. Κάθε παιδί έχει μια κλίση, στον Μικρό Εξαίσιο αρέσει να περιποιείται τα λουλούδια του, στη Μικρή Θαυμάσια να φτιάχνει κάθε λογής καπέλο, στον Μικρό Καταπληκτικό να αφηγείται και στη Μικρή Άπαιχτη να ζωγραφίζει. Όλα τα παιδιά όμως φοβούνται πολύ τον Βασιλιά Τέλειο και έτσι προσπαθούν να αφήσουν στην άκρη τις μεγάλες αγάπες τους για να αφοσιωθούν στην τελευταία τρέλα του Βασιλιά, μια δοκιμασία τέλειας τελειότητας, που θα οδηγήσει μόνο ένα παιδί στο να γίνει σύμβουλος του Βασιλιά και να απολαμβάνει την δυνατότητα να κάνει λάθη, αφού βεβαίως δε θα κάνει ποτέ. Όλα τα παιδιά αλλάζουν τρόπους και μορφή για να γίνουν τέλεια. Όλα, εκτός από τον Λου και τον Λι που έχουν τα δικά τους σχέδια…

 (…) Ο Λου και ο λαγός Λι περίμεναν να ψηθεί η κερασόπιτα όσο ο Βασιλιάς Τέλειος έβραζε από το κακό του. Είχε γίνει έξαλλος. Μονολογούσε και μουρμούριζε πως δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει ούτε ένας τέλειος άνθρωπος. Όχι μόνο στο νησί, αλλά και σε ολόκληρο το βασίλειο. Ο Υπηρέτης είχε τοποθετήσει τα μαχαιροπίρουνα 2 αντί για 1,5 εκατοστά δίπλα στο πιάτο. Τραγικό λάθος! Αλλά και με τον μάγειρα τα έβαλε, γιατί η μπιζελόσουπά του θα μπορούσε να έχει κι άλλο αλάτι, τα λαχανικά στη σαλάτα δεν ήταν κομμένα στο ίδιο ακριβώς μέγεθος και κάτι του έφταιγε με το παγωτό βανίλια, δεν ήξερε ακριβώς τι, αλλά κάτι, κάτι του έφταιγε γενικά. Όλοι στο νησί και στο παλάτι πέρασαν τη νύχτα τιμωρημένοι. Η τιμωρία είχε ρίξει το μέρος σε βαθύ σκοτάδι. Μόνο το φως από την κουζίνα του Λου ξεχώριζε. Η κερασόπιτα ήταν έτοιμη για φάγωμα.

«Τι υπέροχη μυρωδιά! Αχ, Λου, μπορώ να έχω μια μπουκιά, μία μόνο… Σε παρακαλώ… Μία, μόνο μία!» παρακάλεσε ο Λι.

«Πώς να σου αρνηθώ;» απάντησε χαμογελαστά ο Λου.

«Μιαμ, μιαμ, μούρλια, μανούλα μου, τι αριστούργημα! Πες μου το μυστικό σου!» είπε με θαυμασμό ο Λι και δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι.

«Να έχεις μια συνταγή. Δε φτάνει να ονειρεύεσαι, πρέπει να έχεις ένα σχέδιο και να το ακολουθείς, αυτό μου δίδαξε ένας σοφός λαγός», είπε ο Λου.

«Για την ώρα, έχω ένα σοφό σχέδιο: να κοιμηθώ. Γλυκά καροτο-όνειρα να δω», είπε ο Λι και χώθηκε κάτω από την πορτοκαλί κουβερτούλα του. (…)

Αξίζει να προσπαθείς για τα όνειρά σου; Κι αν αποτύχεις; Κι αν κάνεις λάθη; Μήπως αυτό σε οδηγήσει κάπου αλλού, κάπου που ίσως είναι καλύτερα; Υπάρχει το τέλειο; Το τέλειο το δικό μου είναι το ίδιο με το δικό σου; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα απαντώνται μέσα από την όμορφη και διδακτική ιστορία του Λου και του Λι.

Πολύ καλή δουλειά από τη Μαρία. Το βιβλίο ήδη έχει πάει πάρα πολύ καλά, κυκλοφορεί και στα αγγλικά (σε ηλεκτρονική μορφή) και μέρος των εσόδων διατίθεται στην ένωση «Μαζί για το παιδί», μια ένωση 10 κοινωφελών φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για παιδιά.

Τα παιδιά (άνω των 8) θα το απολαύσουν.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 7/10

 

Θαύμα – R.J. Palacio

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ το blog της, μαθαίνω πως η Palacio εργαζόταν ως art director και για είκοσι χρόνια σχεδίαζε εξώφυλλα βιβλίων. Πάντα όμως έψαχνε την κατάλληλη στιγμή για να γράψει και η ίδια ένα βιβλίο. Πριν μερικά χρόνια πήγε σε ένα μαγαζί με τους δύο γιους της, για να αγοράσουν παγωτά και milk shakes. Μπήκε μέσα ο μεγάλος της γιος και η ίδια έμεινε απέξω μαζί με το τρίχρονο αγοράκι της το οποίο είχε σε ένα καρότσι. Δίπλα τους παρατήρησε πως βρισκόταν ένα κοριτσάκι με εντελώς παραμορφωμένο το πρόσωπο και μαζί της ήταν πιθανότατα η αδελφή της με τη μητέρα τους. Μόλις την είδε ο μικρός, άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει, εμφανώς τρομαγμένος από την εικόνα που έβλεπε.

Η Palacio πανικοβλήθηκε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλεί με τα κλάματα, αλλά ούτε και να κακοκαρδίσει το κοριτσάκι που σίγουρα θα κατάλαβε γιατί ο μικρός αντέδρασε έτσι, σηκώθηκε να φύγει, σπρώχνοντας άτσαλα μακριά το καρότσι και πέφτοντας παράλληλα πάνω στον μεγάλο της γιο που μόλις έβγαινε από το μαγαζί, ρίχνοντας έτσι κάτω τα milk shake. Όπως προσπαθούσε να συμμαζέψει το χαμό που η ίδια είχε δημιουργήσει, άκουσε πίσω της μια ήρεμη και γλυκιά φωνή να λέει «Οκ παιδιά, ώρα να φεύγουμε». Ήταν η μαμά του κοριτσιού. Η αφορμή που έψαχνε για να αρχίσει να γράφει είχε μόλις φτάσει.

(…) Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξαφνικά έβαλα τα κλάματα.

Η μαμά άφησε το βιβλίο και μ’ αγκάλιασε. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται που έκλαιγα. «Ησύχασε» μου ψιθύρισε στ’ αυτί. «Όλα θα πάνε καλά».

«Συγνώμη» μουρμούρισα ρουφώντας τη μύτη μου.

«Σσσς», είπε και μου σκούπισε τα δάκρυα με την ανάποδη του χεριού της. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη για τίποτα…»

«Γιατί να είμαι τόσο άσχημος, μανούλα;»

«Όχι, αγόρι μου, δεν είσαι…»

«Το ξέρω ότι είμαι».

Μ’ έπνιξε στα φιλιά. Φίλησε τα μάτια μου που είναι πολύ χαμηλά στο πρόσωπο μου. Φίλησε τα μάγουλα μου που έμοιαζαν να έχουν βουλιάξει σαν να είχα φάει γροθιά. Φίλησε το στόμα μου που μοιάζει με χελώνας.

Ψιθύρισε τρυφερές κουβέντες που το ξέρω ότι τις είπε για να με βοηθήσει. Όμως οι λέξεις δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το πρόσωπό μου. (…)

Κεντρικός ήρωας ο Αύγουστος, ένα εννιάχρονο αγόρι που υποφέρει από έναν σπάνιο συνδυασμό συνδρόμων. Έχοντας ταλαιπωρηθεί από τη γέννηση του με αλλεπάλληλες επεμβάσεις πρωτίστως για να καταφέρει να επιζήσει, αλλά και με πλαστικές για να βελτιώσει όσο το δυνατόν την εμφάνιση του, έχει καταλήξει σήμερα να είναι ένα πολύ δυνατό και ευαίσθητο συνάμα αγόρι, με παραμορφωμένο και αποκρουστικό πρόσωπο. Ζει με τους υπέροχους γονείς του και τη γεμάτη κατανόηση μεγαλύτερη αδελφή του, την Ολίβια, η οποία ουσιαστικά μεγάλωσε μόνη της, μιας και όλη η αγάπη και φροντίδα των γονιών της δικαιολογημένα -όπως πίστευε και η ίδια- πήγαιναν στον μικρό Όγκι, τον αδελφό της. Μόνο η λατρεμένη γιαγιά της είχε εκμυστηρευτεί πως αγαπούσε λίγο περισσότερο αυτήν. Τον Όγκι -όπως έλεγε- τον αγαπούσαν άλλωστε όλοι υπερβολικά.

(…) Την τελευταία μου μέρα στο Μόντοκ, είχαμε πάει με τη γιαγιά στην παραλία για να δούμε τη δύση. Είχαμε πάρει και μια κουβέρτα για να τη στρώσουμε στην άμμο, όμως, επειδή έπιασε ψύχρα τυλιχτήκαμε μ’ αυτήν και καθίσαμε αγκαλιασμένες μέχρι που έσβησε και η τελευταία αναλαμπή του ήλιου πάνω απ’ τη θάλασσα. Και τότε η γιαγιά είπε πως ήθελε να μου πει ένα μυστικό: Μ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο.

«Και από τον Αύγουστο;» τη ρώτησα.

Χαμογέλασε κι έπλεξε τα δάχτυλα της στα μαλλιά μου, σαν να σκεφτόταν τι έπρεπε να απαντήσει.

«Αγαπώ τον Όγκι πολύ, πάρα πολύ» είπε μαλακά. Θυμάμαι ακόμα την πορτογαλέζικη προφορά της με τα τονισμένα ρο. «Όμως ο Όγκι έχει ήδη πολλούς αγγέλους που τον φροντίζουν, Όλι μου. Θέλω να ξέρεις λοιπόν ότι εγώ είμαι εδώ για σένα. Εντάξει; Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, Όλι… Είσαι το κοριτσάκι μου, meu boa menina. Και θέλω να ξέρεις ότι για μένα είσαι…» Γύρισε προς τη θάλασσα και άπλωσε τα χέρια της σαν να ήθελε να καλμάρει τα κύματα. «Tu és o meu todo. Είσαι τα πάντα για μένα. Με καταλαβαίνεις, Όλι;»

Την καταλάβαινα. Και ξέρω γιατί ήταν μυστικό. Υποτίθεται ότι οι γιαγιάδες δεν ξεχωρίζουν τα εγγόνια τους. Όλοι το ξέρουν αυτό. Μετά που πέθανε, κράτησα μέσα μου το μυστικό. Ήταν η παρηγοριά μου, με σκέπαζε σαν κουβέρτα. (…)

Ο Αύγουστος είναι αρκετά μεγάλος και πρέπει να πάει στο γυμνάσιο. Η μαμά του δεν μπορεί πλέον να τον μάθει όλα αυτά που διδάσκονται στο σχολείο και επιπλέον αξίζει να γίνει μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης. Συναντούν τον Διευθυντή του σχολείου τον κύριο Κωλαράκη (Mr. Butt στο πρωτότυπο 🙂 ) ο οποίος κανονίζει μια ομάδα υποδοχής, κάποιους συμμαθητές και πρώτους φίλους που θα του δείξουν τα κατατόπια και θα τον βοηθήσουν να ενταχθεί γρηγορότερα. Είναι έτοιμος ο Αύγουστος για το μεγάλο βήμα;

Γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο και από πολλές οπτικές γωνίες, μας «χαστουκίζει» συνεχώς με την ειλικρίνεια όλων των ηρώων, περισσότερο του Αύγουστου και της αδελφής του και κατά δεύτερο λόγο των φίλων και συμμαθητών τους. Οι γονείς εσκεμμένα δεν παίρνουν το λόγο στην ιστορία. Δεν ήθελε η συγγραφέας να προσθέσει την σκληρή και κυνική ματιά των μεγάλων. Τώρα μιλάνε μόνο τα παιδιά!

(…) μου αρεσει η οικογενεια της ολιβια. γελανε πολύ.

η δικη μου οικογενεια δεν ειναι καθολου ετσι. οι γονεις μου χωρισαν οταν ημουνα τεσσαρων και μαλλον σιχαινονται ο ενας τον αλλο. μεγαλωσα περνωντας τη μιση εβδομαδα στο σπιτι του πατερα μου στο τσελσι και την αλλη μιση στης μαμας μου στο μπρουκλιν. εχω εναν ετεροθαλη αδερφο, πεντε χρονια μεγαλυτερο μου, που δεν ξερει καλα καλα πως υπαρχω. απ’ οσο θυμαμαι τον εαυτο μου, ενιωθα πως οι γονεις μου δεν εβλεπαν την ωρα να μεγαλωσω για να μπορω να φροντιζω μονος μου τον εαυτο μου. «μπορεις να πας μονος σου στον μπακαλη». «παρε το κλειδι του σπιτιου». είναι αστειο που υπαρχει η λεξη υπερπροστατευτικος για να περιγραψει καποιους γονεις, αλλα καμια λεξη που να σημαινει το αντιθετο. πως θα ελεγες τους γονεις που δεν προστατευουν αρκετα τα παιδια τους; υποπροστατευτικους; αμελεις; εγωκεντρικους; αχρηστους; ολα αυτα μαζι;

στην οικογενεια της ολιβια λενε συνεχεια ο ενας στον άλλο «σ’ αγαπαω».

δε θυμαμαι την τελευταια φορα που μου ειπε αυτη τη φραση καποιος απ’ τη δικη μου οικογενεια. (…)

Αναπόφευκτα διαβάζοντας το αναρωτιέσαι τί θα έκανες εσύ ως παιδί αν γνώριζες ή έβλεπες το πρόσωπο του Αύγουστου, αλλά και τί θα έκανες ως μεγάλος, για παράδειγμα ως ένας γονιός συμμαθητή του. Πώς θα αντιδρούσες; Είσαι τελικά τόσο καλός άνθρωπος όσο νομίζεις πως είσαι; Θα τον χάιδευες; Θα τον γέμιζες με φιλιά;

Η παιδική λογοτεχνία στα καλύτερα της. Αν είχα κάτι κακό να πω για το βιβλίο, θα ήταν μόνο για το ίδιο το… βιβλίο! Θα περίμενα λίγο πιο προσεκτική έκδοση, ένα καλύτερο χαρτί και ένα εσώφυλλο με μίνι βιογραφικό της συγγραφέα. Ελπίζω σε επόμενη έκδοση -που σίγουρα θα υπάρξει- να δούμε κάτι καλύτερο σε αυτό τον τομέα. Παρεμπιπτόντως, βρήκα εξαιρετικά όλα τα «μονόφθαλμα» σκίτσα των χαρακτήρων από τον εικονογράφο Tad Carpenter!

(…) Είναι εντάξει ο Όγκι;» ρώτησα, γιατί ήξερα ότι μερικές φορές πνιγόταν με το σάλιο του αν τύχαινε και γυρνούσε ανάσκελα.

«Ναι, μια χαρά είναι» είπε και μ’ έχωσε στην αγκαλιά της. Με πήγε στο κρεβάτι μου, με σκέπασε και μου έδωσε ένα φιλί για καληνύχτα. Ποτέ δε μου εξήγησε τι έκανε έξω απ’ το δωμάτιό του. Ούτε κι εγώ τη ρώτησα.

Αναρωτιέμαι πόσα βράδια έχει σταθεί έξω από την πόρτα του. Κι αναρωτιέμαι εάν έχει σταθεί ποτέ έξω από τη δική μου. (…)

Και όπως αναφέρει ο κύριος Κωλαράκης στο λόγο του στο σχολείο τη μέρα της αποφοίτησης, το θέμα είναι να προσπαθούμε καθημερινά να είμαστε λίγο περισσότερο καλοί απ’ όσο χρειάζεται. Να δείχνουμε λίγη καλοσύνη παραπάνω, απ’ όση απαιτούν οι περιστάσεις.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 9/10 (είχα καιρό να βάλω 9άρι λέμε!)

 

 

 

Σκοτώνεις αυτόν που αγαπάς – Τερέζε Φίλιπσεν

σκοτώνεις αυτόν που αγαπάςΗ Χριστίνα για τα γενέθλια μου σκέφτηκε να μου χαρίσει τέσσερα αστυνομικά βιβλία των εκδόσεων Παπαδόπουλου, ένα για κάθε δεκαετία :-). Ομολογώ δε, πως δεν είχα ιδέα ότι εκδίδουν βιβλία και για ενήλικες. Ήξερα πως είχαν μόνο παιδικά, αλλά -ευτυχώς- έκανα λάθος.

Ένα παιδί-θαύμα, η εντεκάχρονη Σεσίλιε, γνωστή και ως η «τραγουδίστρια όλης της Δανίας», εξαφανίζεται ένα πρωινό πηγαίνοντας στο σχολείο. Λόγω της δικαιολογημένης προβολής της υπόθεσης από τα ΜΜΕ, η ντετέκτιβ της περιοχής Λιβ Μορέτι πρέπει να συνεργαστεί με τη νεοσύστατη ειδική ομάδα του Εθνικού Γραφείου Ερευνών που εξετάζει «ιδιαίτερα επικίνδυνα και ειδεχθή εγκλήματα» με επικεφαλής της τον επιθεωρητή Περ Ρόλαντ. Κάθε λεπτό είναι κρίσιμο, ειδικά μετά την πληροφορία πως ίσως εμπλέκεται μια διεθνής σπείρα εγκληματιών…

(…) Ο Περ Ρόλαντ απολάμβανε τη θέα του Έρεσουν. Εδώ θα έπρεπε να μένει κανείς, κοντά στη θάλασσα, σκεφτόταν, ενώ περιεργαζόταν τα λαμπερά σκούρα μοβ σύνεφα. Παρόλο που δεν είχε αέρα, υπήρχε κίνηση στον ουρανό. Όχι στα σύννεφα, αλλά περισσότερο κάτι σαν πηχτός χυλός, βαμμένος με πινέλο με μοβ και πορτοκαλί ανταύγειες πάνω από τη μικρή πόλη δίπλα στη θάλασσα, που φαινόταν από το μπροστινό παράθυρο του υπηρεσιακού του αυτοκινήτου. 

Εσπεργκέρντε. Ο Περ Ρόλαντ το είχε ψάξει στο λεξικό, πριν ξεκινήσει. Ήταν παλιά συνήθεια. Βασικά δεν έβγαζε τίποτα από αυτό, αλλά του άρεσε να είναι προετοιμασμένος. Να ξέρει σε τι μέρος πήγαινε. Το όνομα της πόλης, σύμφωνα με το Λεξικό Δανικής Γλώσσας, σήμαινε «περιφραγμένο ξέφωτο μέσα σε δάσος με λεύκες», στα αρχαία δανικά «ασπεροντγκιέρντε», και στην αρχή ήταν ένα απλό ψαροχώρι. (…)

Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, είναι καλογραμμένο και σε τραβάει να το διαβάσεις. Έχει ικανοποιητική σκιαγράφηση χαρακτήρων και πλοκή με τις απαραίτητες ανατροπές. Μια ένσταση μου είναι στον ελληνικό τίτλο: Ο πρωτότυπος τίτλος δεν αναφέρει τίποτα περί σκοτωμών. Δεν βρίσκω κανένα λόγο να αλλάζεις τον τίτλο, που μετά από πολύ σκέψη και κόπο βρήκε η συγγραφέας. Επειδή δηλαδή είναι αστυνομικό το μυθιστόρημα, άντε να βάλουμε και μια λέξη σχετική, μπας και δεν το καταλάβει ο αναγνώστης; Μήπως και το περάσει για ρομάντζο;

(…) Πολλοί πιστεύουν ότι το όλο θέμα είναι να πιέσεις τον ύποπτο σε τέτοιο βαθμό, που στο τέλος να σπάσει, ή να παίξεις το γνωστό παιχνίδι «καλός μπάτσος-κακός μπάτσος» μέχρι που να βάλει τα κλάματα και να μιλήσει. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική.

Στην πραγματικότητα ελάχιστοι ομολογούσαν με τις αγριάδες των αστυνομικών. Και γενικά το να κάνεις τον άλλο να ομολογήσει απλώς με τη συζήτηση ήταν ίσως η μεγαλύτερη ικανοποίηση που δοκίμαζε η Λιβ ως αστυνομικός. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ανάκριση ήταν σαν μαραθώνιος, όπου ο αγώνας ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, στη σιωπή και στην ομολογία απειλούσε να τσακίσει τον ύποπτο από μέσα. Όλα τα μυστικά έπρεπε να βγουν στο φως. Και αυτό όντως γινόταν, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν μια εσωτερική ανάγκη να εξηγήσουν τι συμβαίνει, να πουν την αλήθεια, παρόλο που πολλοί πιστεύουν ότι μπορούν να σε φλομώσουν στις κουβέντες και να σου σερβίρουν ένα ατράνταχτο άλλοθι. Πάρα πολλοί πίστευαν ότι θα τα κατάφερναν να γλιτώσουν λέγοντας ψέματα στην αστυνομία.  (…)

Άσχετο αλλά μου άρεσε που ο Σουλιώτης -ο οποίος έκανε τη μετάφραση- έγραψε μια σημείωση για την Κριστιάνια και έτσι έμαθα για την περιοχή αυτή στο κέντρο της Κοπεγχάγης, η οποία έχει ημι-αυτόνομο καθεστώς και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά αξιοθέατα ολόκληρης της Δανίας, σύμβολο του εναλλακτικού τρόπου ζωής, με ανεκτικότητα στην αγορά και πώληση χασίς (όχι όμως και σε σκληρότερα ναρκωτικά).

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 6,5/10