Η εξαφάνιση – Κριστίνα Όλσον

εξαφανισηΑΛΛΟ ένα ογκώδες σκανδιναβικό αστυνομικό βιβλίο, εκεί στο κλασικό πλέον 600άρι σελίδες, το οποίο μου πάσαρε ο πατέρας μου γιατί δεν μπορούσε καν να το κρατήσει στο χέρι. Τι μανία κι αυτή! Όπως και με τις ταινίες. Παλιά ήταν όλες εκεί στο 90λεπτο. Τώρα αν βρεις μια δίωρη λες και ευχαριστώ. Γράψτε δύο βιβλία ρε παιδιά, δεν πειράζει. Συγχύστηκα και παραλίγο να ξεχάσω το πόσο μου άρεσε… 🙂

Ηρωίδα μας η ερευνήτρια Φριεντρίκα Μπέργιμαν. Η ομάδα της, με επικεφαλής τον αστυνόμο Άλεξ Ρεστ, έχει αναλάβει την εξιχνίαση ενός εγκλήματος που συνέβηκε πριν δύο περίπου χρόνια, όταν εξαφανίστηκε ένα νεαρό κορίτσι, η Ρεμπέκα Τρόλε. Δεν υπήρχαν ελπίδες να την βρουν ζωντανή, αλλά τίποτα δεν τους προετοίμαζε γι’ αυτό που θα έβρισκαν, το διαμελισμένο της πτώμα χωρίς καν κεφάλι! Την αναγνώρισε ο Άλεξ από ένα προσωπικό αντικείμενό της που βρέθηκε μαζί, μιας και ήταν αυτός που είχε αναλάβει την υπόθεση αυτή πριν δύο χρόνια. Η υπόθεση γρήγορα περιπλέκεται όταν στην ίδια περιοχή βρίσκεται ακόμα ένα πτώμα, το οποίο δεν είναι το ίδιο εύκολο να αναγνωριστεί, αφού είναι θαμμένο εκεί μερικές δεκαετίες…

(…) Λίγες αυταπάτες στην ιστορία του κόσμου έχουν επικρατήσει περισσότερο από την ιδέα ότι μπορείς να αναπληρώσεις με κάποιον τρόπο σε επόμενο στάδιο το ότι δεν ασχολείσαι με τα παιδιά σου όταν είναι μικρά. Όταν ο Άλεξ βρέθηκε αντιμέτωπος με το φρικτό καθήκον να θάψει τη γυναίκα του, τη μητέρα των παιδιών του, του έγινε ξεκάθαρο ποιος γονιός από τους δύο ήταν πραγματικά κοντά στα παιδιά. Ο γιος του είχε έρθει από τη Νότια Αμερική το καλοκαίρι και είχε μείνει στο πλευρό της μητέρας του μέχρι το τέλος. Σε κάθε χειρονομία του, σε κάθε λέξη του, ο Άλεξ αναγνώριζε τη Λένα. Τον εαυτό του δεν τον είδε ποτέ πουθενά. (…)

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω βιβλίο -και μάλιστα τόσο μεγάλο- που να με κρατάει συνεχώς σε αγωνία. Η πλοκή χτίζεται βήμα-βήμα και ομολογώ πως όχι μόνο δε με κούρασε, αλλά κάπου στεναχωρήθηκα όταν μερικές σελίδες πριν το τέλος είχα καταλάβει πως δεν έχει άλλες ανατροπές. Το μεγαλύτερο όμως ατού του βιβλίου είναι ο τρόπος και το βάθος που έχει αναλύσει η Όλσον τον κάθε χαρακτήρα. Με τόσα που έμαθα για τον καθένα, αισθάνθηκα ως να ήμουν μέλος της οικογένειας τους. Μπράβο της!

(…) Τι είδες, Γίμι;

Έφτανε να μιλήσει κανείς δύο λεπτά με τον Γίμι για να καταλάβει ότι δεν είχε μυαλό ενήλικα. Κι όμως, κάποιος είχε αισθανθεί να απειλείται από τον Γίμι, σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον απαγάγει. Η αγωνία του Πιέντερ έγινε καθαρός τρόμος. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας έτσι όπως καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Ένιωθε σίγουρος ότι ο Γίμι δεν είχε χαθεί απλώς, αλλά ότι τον είχε απομακρύνει, χωρίς τη θέλησή του, κάποιος που ήθελε να τον βγάλει από τη μέση. Κάποιος που είχε ήδη διαπράξει αρκετούς φόνους και δεν θα δίσταζε να σκοτώσει ξανά. Ο Πιέντερ ήθελε να κλάψει. Έπρεπε να συνέλθει. Αμέσως. Δεν έπρεπε να σκέφτεται ότι είχε χάσει τη μάχη, δεν έπρεπε να εγκαταλείψει. Όχι ακόμη. Έπρεπε να γυρίσει στα κεντρικά της αστυνομίας και να προσπαθήσει να καταλάβει πώς συνδεόταν η εξαφάνιση του αδερφού του με όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση ή για φαγητό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να βρουν τον Γίμι. (…)

8ράκι όλο δικό του! 🙂

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8/10

 

Δεν μπορεί να είναι αλήθεια – Άνε Χολτ

χολτΕΙΝΑΙ το πρώτο βιβλίο της Χολτ – της μητέρας της νορβηγικής αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως την αποκάλεσε ο Νέσμπο- που διαβάζω. Ένα από τα κλασικά ογκώδη βιβλία σταοποία αρέσκονται οι Σκανδιναβοί κυρίως συγγραφείς, βιβλία που μου βαραίνουν το χέρι και με κουράζουν. Για να δούμε…

Ήρωες μας το ζευγάρι αστυνομικών, Ίνγκβαρ Στούμπο και Ίνγκερ Γιουχάνε Βικ, οι οποίοι βρίσκονται σε άδεια, επειδή η Βικ μόλις γέννησε το πρώτο τους παιδί. Η Βικ έχει άλλο ένα παιδί από προηγούμενο γάμο, ένα κοριτσάκι με αρκετές δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού. Βρισκόμαστε στο Όσλο. Μια δημοφιλής νορβηγίδα τηλεοπτική σταρ, που κάνει μια εκπομπή σαν το πάμε πακέτο, ενώνοντας χαμένες οικογένειες, βρίσκεται νεκρή στο σπίτι της με τη γλώσσα κομμένη και χωρισμένη στα δύο. Ο Στούμπο αναλαμβάνει απρόθυμα την υπόθεση, όταν και ένα δεύτερο θύμα, μια ανερχόμενη πολιτικός με το Κοράνι χωμένο στον κόλπο της, βρίσκεται σταυρωμένη στην κρεβατοκάμαρα της. Η Βικ είναι πρώην προφάιλερ του FBI. Θέλει να ξεχάσει όμως εκείνη την περίοδο της ζωής της, λόγω του τότε προϊστάμενου της με τον οποίο υπήρχε και ειδύλλιο. Ο Στούμπο όμως χρειάζεται τη βοήθεια της. Θέλει να τον βοηθήσει να καταλάβουν αν οι δύο φόνοι συνδέονται ή όχι. Όταν και ένα τρίτο θύμα έρχεται να προστεθεί, η Βικ συνειδητοποιεί πως υπάρχει ένα μοτίβο που συνδέει τους φόνους, ένα μοτίβο που την αφορά προσωπικά…

(…) «Αν επρόκειτο να φανταστείς τον χειρότερο… τον πιο φριχτό κατά συρροήν δολοφόνο… Να τον πιάσεις, εννοώ. Αν ήταν να κάνεις το προφίλ του τέλειου κατά συρροήν δολοφόνου, πώς θα ήταν;»

«Εσείς οι δύο δεν έχετε ήδη αρκετά προβλήματα με τους αληθινούς εγκληματίες;» είπε εκείνη και έγειρε πάνω από τον πάγκο.

«Προχώρα» χαμογέλασε ο Ίνγκβαρ. «Πες του. Πες πώς θα ήταν».

Το κερί στο περβάζι του παραθύρου κόντευε να τελειώσει. Τσιτσίριζε δυνατά. Αποκαΐδια πετιόντουσαν γύρω, μπροστά από την αντανάκλαση στο σκοτεινό τζάμι. Η Ίνγκερ Γιουχάνε έβγαλε ένα καινούργιο κερί, το έβαλε στο κηροπήγιο και άναψε το φιτίλι. Στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα και κοίταζε τη φλόγα.

«Θα ήταν γυναίκα» είπε αργά. «Μόνο και μόνο επειδή φανταζόμαστε πως είναι άντρας. Μας είναι δύσκολο να φανταστούμε το κακό να ενσαρκώνεται με σχήμα γυναίκας. Παράξενο. Η ιστορία μας έχει σίγουρα δείξει πως και οι γυναίκες μπορούν να είναι κακές». (…)

Το διαφορετικό σε σχέση με τα πιο πολλά αστυνομικά, είναι πως από πολύ νωρίς γνωρίζει ο αναγνώστης ποιος -ή ποια καλύτερα- είναι η δολοφόνος. Από την αρχή της ιστορίας παρεμβάλλονται σκέψεις της δολοφόνου και πλέον προς το τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε και το όνομα της και την σχέση της με τους ήρωες. Οπότε αναμένουμε σε αυτές τις τελευταίες σελίδες -τι άλλο!- από μιαν ανατροπή. 🙂

(…) Τώρα γίνομαι κακός, σκέφτηκε και έβγαλε ένα μεγάλο πούρο με την αλουμινένια θήκη του από το τσεπάκι στο στήθος του. Τιμωρώ αυτόν για τη δική μου απογοήτευση. Για τι πράγμα είμαι απογοητευμένος όμως; Επειδή μου είπε ψέματα; Επειδή είχε μυστικά; Όλοι ψεύδονται και όλοι έχουν μυστικά. Κανένας δεν έχει μια ζωή που κυλάει χωρίς ντροπή, χωρίς λάθη και λεκέδες. Δεν τον τιμωρώ για ανηθικότητα, έχω δει και έχω καταλάβει πολλά σχετικά μ’ αυτό. Είμαι απογοητευμένος γιατί εξαπατήθηκα. Για μια φορά αποφάσισα να είμαι εύπιστος. Η επαγγελματική ζωή μου εξαρτάται από τα ψέματα και τις απάτες των άλλων, τη δειλία και την προδοσία. Όμως υπήρχε κάτι σ’ αυτόν τον νεαρό, σ’ αυτόν τον ανώριμο άντρα, κάτι αθώο και αληθινό. Έκανα λάθος και γι΄αυτό τον τιμωρώ. (…)

Καλό λοιπόν, χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο. Θα το προτιμούσα λίγο μικρότερο (και αυτό).

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 6,5/10

 

Κάρμεν – Κάριν Φόσουμ

ΔΕΝ είχα ξαναδιαβάσει βιβλίο της Νορβηγίδας Φόσουμ. Έχει σίγουρα μια ιδιαίτερη γραφή και νομίζω πρέπει να αναζητήσω το βραβευμένο της, Βουβή κραυγή.

Ήρωας μας ο επιθεωρητής Σέγερ και ο συνεργάτης του Σκάρε, οι οποίοι ερευνούν το θάνατο ενός μωρού δεκάξι μηνών, του Τόμι, ο οποίος βρέθηκε στο βυθό μιας λίμνης. Οι γονείς του, δύο πολύ νέοι γονείς, η Κάρμεν και ο Νικολάι, συντετριμμένοι υποστηρίζουν πως τους ξέφυγε από την προσοχή για λίγα λεπτά και μπουσουλώντας κατηφόρισε στη λίμνη όπου και πνίγηκε. Τα πράγματα περιπλέκονται όμως όταν ο Σέγερ μαθαίνει πως το μωρό είχε σύνδρομο Ντάουν και πως η Κάρμεν δεν το ήθελε…

(…) Ο Φρανκ σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ο Σέγερ στο καθιστικό άκουγε το πλατάγιασμα της γλώσσας καθώς ο σκύλος έπινε νερό, είχε κάτι το καθησυχαστικό αυτός ο ήχος. Το ουίσκι του ζέσταινε τα σωθικά και τον ηρεμούσε. Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι συχνά εθίζονται στο αλκοόλ, σκεφτόταν, σε βοηθάει σε πολλά πράγματα. Να αντιμετωπίσεις τον πόνο, την ατυχία και τη θλίψη, την ανησυχία και το άγχος, όλες τις αναποδιές και τις δυσκολίες. Το αλκοόλ κυλούσε στο αίμα του, τον ζέσταινε και τον παρηγορούσε. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε κάτω την πόλη που αγαπούσε. Το ποτάμι μου τη διέσχιζε με τις γέφυρές του, το όμορφα φωτισμένο εργοστάσιο ζυθοποιίας, τη μεγαλοπρεπή εκκλησία. Και το πολυσύχναστο λιμάνι, εκεί όπου αποβιβάζονταν τα αυτοκίνητα που έρχονταν από το εξωτερικό και κυλούσαν στους δρόμους της Νορβηγίας, Honda και Toyota και Mercedes, σε μια ατέλειωτη σειρά. Τα τρένα μπαινόβγαιναν στον σταθμό και πάντα κάποιο πλοίο έπλεε στο ποτάμι με αναμμένους προβολείς. Άφησε το ποτήρι του στον πάγκο της κουζίνας και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Βούρτσισε τα δόντια του και έπεσε στο κρεβάτι. Ο Φρανκ τον ακολούθησε αλαφροπατώντας και ξάπλωσε στο χαλάκι του στο πλάι του κρεβατιού, όπως συνήθιζε, και έμειναν και οι δυο ξύπνιοι για τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά. Μετά γλίστρησαν σε έναν ελαφρύ και έπειτα σε έναν βαθύ και ήρεμο ύπνο. (…)

Η ιστορία έχει το εξής χαρακτηριστικό: Ενώ όλα κυλούν αργά, μένεις προσκολλημένος στην πλοκή λες και παρακολουθείς ταινία δράσης. Μου φάνηκε πολύ περίεργο που το ένιωθα αυτό διαβάζοντας το.  Η Φόσουμ ασχολείται πολύ με τους ίδιους τους χαρακτήρες, την προσωπική τους ζωή, τα αισθήματά τους, τις έννοιες τους και δεν το κάνει εις βάρος της πλοκής. Δηλαδή έχει ολόκληρα κεφάλαια που δεν γίνεται απολύτως τίποτα όσον αφορά στην πλοκή και όμως δεν έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις απλώς σάλτσες. Αυτό το θεωρώ εξαιρετικό πλεονέκτημα. Οικοδομεί σιγά-σιγά το περιβάλλον, τις συνθήκες, για να δεχτεί ο αναγνώστης ως φυσικό επακόλουθο τη λύση.

Στα αρνητικά, θα έλεγα πρώτο, πως μου φάνηκαν πολύ ώριμοι οι διάλογοι μεταξύ της Κάρμεν και του Νικολάι, πράγμα που με ξένισε για δύο εικοσάχρονα παιδιά και δεύτερο, πως η ιστορία δεν έχει τη μεγάλη ανατροπή. Έχει μερικά τουίστ, δηλαδή μικρές-μικρές ανατροπές εδώ και κει (και βεβαίως στο τέλος), αλλά όχι αυτή τη μεγάλη ανατροπή που θα περίμενε ένας ίσως πιο ψαγμένος αναγνώστης.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 6,5/10

 

Η τριλογία της Νέας Υόρκης – Πολ Όστερ

ΕΝΑ από τα δύο βιβλία που κατόρθωσα να διαβάσω σε αυτές τις διακοπές. Μου έδωσε το βιβλίο η Χαρά πριν μερικούς μήνες. Μου λέει διάβασέ το, είναι λίγο περίεργο αστυνομικό. Η λέξη περίεργο είναι μια λέξη κλειδί. Όταν πεις σε κάποιον πως είναι κάτι περίεργο, διαφορετικό από ό,τι έχεις διαβάσει μέχρι τώρα, τον τσιγκλάς. Καταρχάς για μένα δεν είναι καν αστυνομικό, γι’ αυτό και δεν το κατατάσσω σε αυτή την κατηγορία στο blog μου. Δεν έχει εγκλήματα, έχει υποψίες εγκλημάτων. Είναι ένα βιβλίο που αποτελείται από τρεις σχετικά μικρές ιστορίες που κάπως μπλέκονται. Όχι ξεκάθαρα, ούτε πρέπει να έχεις διαβάσει τη μία για να καταλάβεις την άλλη. Απλώς υπάρχουν κάποιες κοινές αναφορές κυρίως σε ονόματα ηρώων ή πόλεων. Εκδόθηκαν σε διάστημα δύο ετών σαν ξεχωριστά βιβλία το διάστημα ‘85-‘86 και τώρα τις έχω στα χέρια μου με τη μορφή τριλογίας. Ξεκινάμε:

Γυάλινη Πόλη

Ένας συγγραφέας αστυνομικών, ο οποίος γράφει χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο τις ιστορίες του alter ego ήρωα-ντετέκτιβ του, σηκώνει το τηλέφωνο που χτυπάει μέσα στη νύχτα και προσποιούμενος τον συγγραφέα Πολ Όστερ, αναλαμβάνει μια υπόθεση παρακολούθησης. Μπερδευτήκατε;

(…) Ό,τι του άρεσε σ’ αυτά τα βιβλία ήταν η αίσθηση πληρότητας και οικονομίας που μετέδιδαν. Σε μια καλή ιστορία μυστηρίου τίποτα δεν πάει χαμένο, κάθε πρόταση, κάθε λέξη έχει σημασία. Αλλά και ασήμαντη να είναι, έχει δική της βαρύτητα. Ο κόσμος του βιβλίου παίρνει ζωή, κοχλάζει με πιθανότητες, με μυστικά και αντιθέσεις. Εφόσον ό,τι φαίνεται ή λέγεται, ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία, μπορεί να σχετίζεται με την έκβαση της ιστορίας, τίποτα δεν πρέπει να παραμελείται. Τα πάντα γίνονται ουσία, το κέντρο του βιβλίου μεταβάλλεται με κάθε γεγονός που το ωθεί προς τα εμπρός. Το κέντρο, επομένως, βρίσκεται παντού και καμιά περιφέρεια δεν μπορεί να χαραχτεί έως ότου το βιβλίο φτάσει στο τέλος του. (…)

Φαντάσματα

Ο Μπλου, ντετέκτιβ που έχει αναλάβει πλέον το γραφείο του Μπράουν, αναλαμβάνει από τον Γουάιτ να παρακολουθεί τον Μπλακ. Ο Μπλου ανατρέχει σε υποθέσεις παλιές, όπως του Γκρέι που έγινε τελικά Γκριν αλλά και του Ρέντμαν, ενώ θα διαβάσει και για μια ιστορία θα τον στοιχειώσει, αυτή του δολοφονημένου παιδιού που είχε αναλάβει ο ανακριτής Γκολντ… (Χάνουν λίγο τα ονόματα στο μεταφρασμένο κείμενο, αλλά πιάνετε το νόημα).

(…) Οι χαμένες ευκαιρίες όμως αποτελούν μέρος της ζωής στον ίδιο βαθμό με τις κερδισμένες ευκαιρίες, και μια ιστορία δεν μπορεί να βασίζεται σε ό,τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Πετώντας αηδιασμένος πέρα το βιβλίο, ο Μπλου φορά το πανωφόρι του –επειδή τώρα είναι φθινόπωρο- και βγαίνει για να πάρει λίγο αέρα. Μετά βίας αντιλαμβάνεται ότι είναι η αρχή του τέλους. Επειδή αν κάτι αρχίσει να συμβαίνει, άπαξ και συμβεί, τίποτα πια δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.  (…)

Το κλειδωμένο δωμάτιο

Ο ήρωας μας -ένας σχετικά γνωστός αρθογράφος που δεν έχει όνομα- αναλαμβάνει να επιμεληθεί και να βρει εκδότη των έργων του καλύτερού του φίλου, Φάνσοου, τον οποίο έχει όμως πολλά χρόνια να δει. Τον παρακάλεσε γι’ αυτό η σύζυγος του Φάνσοου, Σόφι, η οποία είχε υποσχεθεί στον άντρα της πως αν ποτέ του συνέβαινε κάτι, αυτή θα έψαχνε να βρει τον ήρωα μας και θα τον έπειθε να το κάνει. Όμως ο Φάνσοου δεν έχει πραγματικά χαθεί…

(…) «Μετά βρέθηκα κάπου στο Νέο Μεξικό. Μια μέρα πήγα να φάω σε ένα μαγαζί που βρέθηκε στο δρόμο μου, και κάποιος είχε αφήσει πάνω στον πάγκο μια εφημερίδα. Την πήρα και τη διάβασα. Εκεί ανακάλυψα ότι εκδόθηκε το βιβλίο μου».

«Σε εξέπληξε αυτό;»

«Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτήν ακριβώς τη λέξη».

«Τότε τι;»

«Δεν ξέρω. Θύμωσα, νομίζω. Οργίστηκα».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Θύμωσα επειδή το βιβλίο ήταν σκουπίδια».

«Οι συγγραφείς ποτέ δεν ξέρουν πώς να κρίνουν τη δουλειά τους».

«Όχι, το βιβλίο ήταν σκουπίδια, πίστεψέ με. Όλα όσα έκανα ήταν σκουπίδια».

«Τότε γιατί δεν τα κατέστρεψες;»

«Ήμουν υπερβολικά προσκολλημένος σ’ αυτά. Αυτό όμως δεν έχει νόημα. Ένα μωρό είναι προσκολλημένο στα κακά του, αλλά κανείς δεν σκοτίζεται γι’ αυτό. Είναι αυστηρά δική του δουλειά». (…)

Όλες οι ιστορίες είναι ένα συνεχές υπαρξιακό παιχνίδι αναζήτησης ταυτοτήτων. Σε κάθε μια, ενώ στην αρχή ξεκινάμε με τον ήρωα να αναζητεί και να παρακολουθεί κάποιον άλλον, στην πορεία δεν είμαστε σίγουροι για το ποιος κυνηγάει ποιον τελικά. Ο θύτης είτε γίνεται είτε αισθάνεται θύμα και σταδιακά οι ρόλοι αλλάζουν. Αξίζει να το διαβάσετε ακριβώς για να δείτε πως ξετυλίγεται αυτό το κρυφτούλι σκύλου-γάτας (και ενίοτε ποντικού). Νομίζω πως η τελευταία ιστορία είναι και η καλύτερη. Δικαίως ο Όστερ έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση όταν τριάντα χρόνια πριν εξέδωσε αυτά τα βιβλία.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8/10

 

Το Δείπνο – Χέρμαν Κοχ

ΣΥΝΗΘΩΣ διαβάζω τα βράδια στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ και όταν τελειώσω ένα βιβλίο, την επόμενη μέρα γράφω ένα post και το παρουσιάζω. Το δείπνο όμως το τελείωσα την Κυριακή το βράδυ, την Κυριακή δηλαδή των εκλογών. Τη Δευτέρα το πρωί όλος ο κόσμος σε Ελλάδα και Ευρώπη διάβαζε για τα κατορθώματα του Τσίπρα. Έτσι κι εγώ. Ούτε ήθελα να γράψω για βιβλίο, ούτε και να διαβάσω άλλες ειδήσεις εκτός από πολιτικές. Περίμενα λοιπόν να περάσουν λίγες μέρες και τώρα που βλέπω πως κι εγώ σιγά-σιγά άρχισα να ενδιαφέρομαι για άλλα πράγματα πιο… καλλιτεχνικά, σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα του. Άσε που είναι και επίκαιρο τελικά γιατί ένας βασικός ήρωας της ιστορίας είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας!

Ήρωας μας ο Πάουλ, πρώην καθηγητής ιστορίας σε σχολείο στην Ολλανδία. Ο Πάουλ είναι παντρεμένος με την Κλερ και έχουν μαζί ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, τον Μισέλ. Ο Πάουλ και η Κλερ είναι καλεσμένοι σε δείπνο από τον αδελφό του Σερζ Λόμαν και τη γυναίκα του Μπαμπέτ. Ο Σερζ είναι ο αρχηγός της αντιπολίτευσης και -βάσει των δημοσκοπήσεων- ο επόμενος πρωθυπουργός της Ολλανδίας στις εκλογές που επίκεινται. Με την Μπαμπέτ έχουν και αυτοί δύο αγόρια περίπου στην ίδια ηλικία με τον Μισέλ. Ο Πάουλ δεν έχει κέφι να πάει στο δείπνο αυτό και ήδη από την πρώτη στιγμή που συναντιούνται, υπάρχει ένταση.

(…) Δεν είχα όρεξη να φάω στο εστιατόριο. Ποτέ δεν έχω. Ένα κλεισμένο ραντεβού για το άμεσο μέλλον είναι ο προθάλαμος της κόλασης, η ίδια η βραδιά είναι η κόλαση. Κι αρχίζει ήδη το πρωί, μπροστά στον καθρέφτη: τι θα φορέσεις κι αν θα ξυριστείς ή όχι. Αφού με το καθετί κάτι δηλώνεις, είτε σκισμένο και λεκιασμένο τζιν διαλέξεις, είτε καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Αν μείνεις μια μέρα αξύριστος, βαριόσουν να ξυριστείς. Αν μείνεις δύο, αναπόφευκτα θα σε ρωτήσουν αν πρόκειται για καινούργιο λουκ. Αν μείνεις τρεις και παραπάνω, απέχεις ένα βήμα μόλις από την ολική κατάρρευση. «Είσαι καλά; Δεν πιστεύω να είσαι άρρωστος;» Ό,τι κι αν κάνεις, ελεύθερος δεν είσαι. Ακόμα κι αν ξυριστείς, δεν είσαι ελεύθερος. Γιατί και με το ξύρισμα κάτι δηλώνεις. Προφανώς θεώρησες την αποψινή βραδιά τόσο σημαντική που ξυρίστηκες – βλέπεις τους άλλους να σκέφτονται. Κατά βάθος, με το ξύρισμα το σκορ είναι ήδη 1-0 εις βάρος σου.  (…)

Όσο προχωράει η νύχτα, η ένταση μεταξύ των ζευγαριών κορυφώνεται και παράλληλα αποκαλύπτεται ο πραγματικός λόγος που τους κάλεσε ο Σερζ: Να συζητήσουν για το πώς θα αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι τα παιδιά τους εμφανίζονται σε βίντεο δημοφιλούς εκπομπής της τηλεόρασης όπου κακομεταχειρίζονται και εντέλει πυρπολούν μια άστεγη μπροστά από ένα ΑΤΜ. Τα πρόσωπα των παιδιών τους δεν αναγνωρίζονται, αλλά αυτοί ως γονείς ξέρουν πολύ καλά την αλήθεια και τώρα καλούνται να αποφασίσουν: Θα σπρώξουν τα παιδιά τους στη δικαιοσύνη με άμεσες συνέπειες στη ζωή των ίδιων των παιδιών, αλλά και έμμεσες στη δική τους, με κυριότερη τον αντίκτυπο στην πολιτική ζωή του Σερζ; Ή θα αποσιωπήσουν το γεγονός και θα ζήσουν στο ψέμα και το άγχος των αποκαλύψεων από οποιονδήποτε στο μέλλον; Ηθικά θα άντεχαν κάτι τέτοιο;

(…) Προς μεγάλη μου απογοήτευση, ωστόσο, η Μπαμπέτ δεν είπε τίποτα. Την έβλεπες σχεδόν να καταπίνει με δυσκολία το αναμφίβολα δολοφονικό της σχόλιο για τον φελλό. Πάντως κάτι είχε συμβεί που αναπτέρωσε τις ελπίδες μου ότι ίσως αργότερα μέσα στο βράδυ να γινόταν η έκρηξη που ευχόμουν. Ήταν σαν το πιστόλι στο θέατρο: όταν κάποιος κραδαίνει ένα πιστόλι στην πρώτη πράξη του έργου, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι κάποιος θα το χρησιμοποιήσει πριν πέσει η αυλαία. Αυτός είναι ο νόμος του δράματος: ο ίδιος νόμος που προστάζει να μην εμφανίζονται πιστόλια αν δεν πρόκειται να πυροβολήσουν κανέναν. (…)

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται ουσιαστικά γύρω από το δείπνο, με τα κεφάλαια να μας σερβίρονται με την ίδια σειρά όπως και τα πιάτα στο τραπέζι. Περίμενα κάθε βράδυ να διαβάσω τη συνέχεια και αντί για πυτζάμες ήθελα να βάλω τα καλά μου και να κάτσω κι εγώ στο τραπέζι μαζί τους! Το όλο στήσιμο και οι διάλογοι σχεδόν παραπέμπουν σε θεατρικό παρά σε μυθιστόρημα. Ήδη γίνεται ταινία απ’ ότι διάβασα, αλλά θα μου άρεσε πολύ να το έβλεπα ανεβασμένο σε μια αθηναϊκή θεατρική σκηνή.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10

Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι – Ευγένιος Τριβιζάς

to pontikakiΕΝΑ καλοκαίρι πριν από πολλά πολλά πολλά χρόνια (ας πούμε είκοσι στρογγυλά) έψαχνα για καμιά δουλειά να βγάλω έξτρα χαρτζιλίκι ενόψει των Αυγουστιάτικων διακοπών που κανονίζαμε με την παρέα μου. Σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη τότε στο δεύτερο ή τρίτο έτος Μαθηματικός και μόλις είχα κατέβει στην Αθήνα. Με πήρε λοιπόν η φίλη μου η Παυλίνα και μου λέει για ένα φίλο της εγκληματολόγο που είναι και συγγραφέας παιδικών μυθιστορημάτων, τον Ευγένιο Τριβιζά. «Ποιος; Αυτός που έγραψε την Φρουτοπία;», της λέω. «Ναι, αυτός», μου απαντά. Μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο και ήθελε άμεσα κάποιον να κάτσει δυο-τρεις μέρες να σφραγίσει τα εσώφυλλα με την σφραγίδα γνησιότητας του συγγραφέα. Ε, όπως καταλαβαίνετε ήμουν ο άνθρωπος του.

Μετά την εξοντωτική αυτή δουλειά (ναι, γελάτε, αλλά από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να δουλέψω ποτέ σε γραφείο να βάζω σφραγίδες) η Παυλίνα με πήγε στο σπίτι του Τριβιζά -που αν θυμάμαι καλά ήταν κάπου  στην Πλάκα- για να τον γνωρίσω και να με πληρώσει. Και έγινε πάνω-κάτω η εξής στιχομυθία:

-Ευγένιε, από δω ο φίλος μου ο Δώρος

-Δώρο χάρηκα, είμαι ο Ευγένιος. Σε ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες. Για πες μου τι κάνεις; Σπουδάζεις;

-Ναι, σπουδάζω Μαθηματικός στη Θεσσαλονίκη

Και θυμάμαι ακόμα την εντύπωση που έκανε στον Τριβιζά αυτή μου η δήλωση. Γύρισε στην Παυλίνα και της λέει:

-Παυλίνα, ο Δώρος είναι… Μαθηματικός!

Και μετά γύρισε σε μένα ξανά και μου λέει:

-Έλα, πες μου για τα μαθηματικά…

Ήταν τρομερό! Ήμουν εντυπωσιασμένος που γνώριζα το διάσημο Ευγένιο Τριβιζά και αυτός είχε εντυπωσιαστεί που ήμουν (οκ, θα γινόμουν) Μαθηματικός!

Πάνε λοιπόν περίπου είκοσι χρόνια από τότε. Ο Τριβιζάς είναι ακόμα πιο διάσημος έχοντας γράψει καμιά 150αριά βιβλία για παιδιά και εγώ, ενώ πήρα το πτυχίο Μαθηματικών, ουσιαστικά δεν έγινα ποτέ μου Μαθηματικός. Κατόρθωσα όμως άλλα πράγματα, όπως π.χ. να σας γράφω για όλα αυτά που μου συνέβησαν και μπορώ να πω πως νιώθω τόσο μα τόσο μα τόσο χαρούμενος 🙂

Σήμερα λοιπόν θα σας πω για το βιβλίο που διάβασα στον Αντρέα και το Γιάννη πριν πάνε για ύπνο. Ήταν και οι δύο πάνω μου, ένας στο κάθε γόνατο και άκουγαν με προσοχή. Μου αρέσει όταν τους διαβάζω να αλλάζω φωνές αναλόγως τον ήρωα, αν π.χ. έχει στρατιωτάκι αμέσως κάνω πιο κοφτή τη φωνή, αν έχει κοριτσάκι πιο γλυκιά, αν έχει ποντικάκι (από τις αγαπημένες μου φωνές) πιο τσιριχτή κ.ο.κ. Ήταν λοιπόν ένας ποντικούλης, ο Τρωκτικούλης. Είχε μια μανία που λέτε να θέλει να πιάσει έστω και ένα αστεράκι. Τόσο μεγάλη εντύπωση του έκαναν όπως τα έβλεπε τα βράδια πάνω στον ουρανό. Παρακαλούσε τον παππού του να τον σηκώσει ψηλά να τα φτάσει κι αυτός του έλεγε πως δεν μπορεί, είναι πολύ πολύ ψηλά, κανείς δεν τα φτάνει. Μια μέρα, ένα χριστουγεννιάτικο έλατο «ξεφύτρωσε» στο σαλόνι του σπιτιού που έμεναν και στην κορυφή του είχε ένα λαμπρό αστέρι. Ήταν πλέον σίγουρος. Ήξερε πως ήταν η ευκαιρία του…

(…) Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε ένα ναυτάκι.

-Γεια σου, ποντικάκι, του είπε το ναυτάκι. Για πού το ‘βαλες;

-Πάω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι.

-Αστεράκι; Ποιος ο λόγος ν’ αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; είπε το ναυτάκι. Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ πολύ, μα πάρα πολύ καλύτερο.

-Τι;

-Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε, λοιπόν, εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι, θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη μου ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό: εκατό ροζ ρουμπίνια και χίλια πράσινα σμαράγδια! Θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

-Δε θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις, ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

-Τι θέλεις;

-Ν’ αγγίξω ένα αστεράκι. Πως το λένε, ρε παιδιά; Θέλω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι! Ένα αστεράκι! Δε θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πώς το λένε; Ένα αστεράκι! (…)

Πολύ γλυκό, με ωραία νοήματα όπως πάντα και με τα υπέροχα σκίτσα του Στίβεν Γουέστ. Το συστήνω για κάθε παιδάκι.

Εκδόσεις Μεταίχμιο (και ελληνικά γράμματα). Βαθμολογία 8/10

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο – Άλκη Ζέη

με μολύβι φάμπερΕΧΟΥΝ πολύ ενδιαφέρον οι συμπτώσεις. Πριν λίγες μέρες είχα τη χαρά να βρίσκομαι σπίτι των γονιών μου ανάμεσα σε μια παρέα φίλων τους, λογοτεχνών και ηθοποιών. Από παιδί θυμάμαι, τέτοιες συναθροίσεις ήταν δεδομένες, συχνές και πολυπληθείς κι έτσι τώρα που βρέθηκα μετά από καιρό σε κάτι αντίστοιχο στην αρχή χάρηκα μετά νοστάλγησα αλλά περισσότερο αισθάνθηκα απλώς ευγνωμοσύνη. Μεταξύ άλλων στους παρευρισκόμενους ήταν και η Άλκη Ζέη! Η σύμπτωση: Διάβαζα αυτή την περίοδο το τελευταίο της αυτοβιογραφικό βιβλίο. Το πήρα λοιπόν μαζί μου και πήγα.

(…) Το βράδυ έβλεπα εφιάλτη πως στο μαγαζί του μπαμπά της Λίντας είχαν κατεβάσει τους κρυστάλλινους πολυελαίους που κρεμόντανε στο ταβάνι και τους είχανε σκορπίσει στον δρόμο και η οδός Σταδίου είχε γεμίσει κρύσταλλα κι έμοιαζε σαν να είχε χιονίσει κι εγώ περπατούσα με το νυχτικό ξυπόλυτη και τα κρύσταλλα μου τρυπούσαν τα πόδια. Ξύπνησα τρομαγμένη, η καρδιά μου χτυπούσε να σπάσει. Πήγα και χώθηκα στο κρεβάτι της Λενούλας, μα όλο μου έδινε κλωτσιές και μύριζε σουτζουκάκια. Ξαναγύρισα στο κρεβάτι μου και σκέφτηκα έναν βράχο γεμάτο πεταλίδες στη μέση της θάλασσας –αυτό μου το είχε μάθει ο παππούς- και με ξαναπήρε ο ύπνος. (…)

Το διάβασε πρώτα η Αγγελική και θυμάμαι όταν τη ρώτησα πως της φάνηκε, μου απάντησε «πολύ γλυκό!». Αλήθεια, διαβάζοντας το χαμογελάς συνεχώς. Η ιστορία ξεκινάει από τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και φτάνει μέχρι το γάμο της το 1945. Τα μετέπειτα χρόνια άλλωστε -όπως μας λέει και η ίδια- τα έχει ήδη περιγράψει στην «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα». Μας μιλάει για την οικογένεια της, τους γονείς της, την αγαπημένη της αδελφή Λενούλα, τους Θείους της Πλάτωνα και Διδώ Σωτηρίου, την πανταχού παρούσα Ζωρζ Σαρή, τον έρωτα της Λενούλας Νίκο Γκάτσο και βέβαια την γνωριμία με τον άντρα της, Γιώργο Σεβαστίκογλου.

(…) Τα κορίτσια παίζανε με ενθουσιασμό. Η Λένα ξεσάλωσε κυριολεκτικά κι εγώ καθόμουνα πίσω από το παραβάν και από μια τρύπα που είχαμε κάνει στο πανί έβλεπα το κοινό. Είδα τη Λενούλα που κοίταζε κάπου κι είχε ανοίξει δυο πήχες το στόμα της. Κατάλαβα, κοίταζε τον Γκάτσο. Ύστερα πρόσεξα πως σ’ όλη την παράσταση κι ο Γκάτσος δεν έπαιρνε τα μάτια από πάνω της. Όχι, δεν πρόσεξα τι έκανε ο φίλος του Μάριου που τον λέγανε Γιώργο Σεβαστίκογλου.(…)

Μεταφέρει όλα όσα θυμάται από την εποχή αυτή, τα πρώτα χρόνια στη Σάμο μακριά από την οικογένεια της, με τον παππού τη γιαγιά και τους πολλούς θείους της, τα σχολικά χρόνια, τα πρώτα της γραπτά («Το Κουτοκούλι μας προέκυψε συγγραφέας», που λέει και η Λενούλα), τα γράμματα που έγραφε για να στείλουν στους αγαπημένους τους η Θοδώρα και οι φιληνάδες της (sic) αλλά και τον Κλούβιο, τον πρώτο της ήρωα στο κουκλοθέατρο του σχολείου της. Προσπαθεί να θυμηθεί το όνομα μιας φίλης της από άλλο σχολείο που έπαιζε τον Οδυσσέα και σκάει που δεν το θυμάται. Πίνει τον καφέ της στον Λουμίδη παρέα με τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Πλωρίτη και τον Εμπειρίκο, μας λέει για το πώς ένιωσε όταν γνώρισε τον Κουν και είδε το σπίτι που ζούσε και πως κατάφερνε να απομονώνει το τι συνέβαινε γύρω του και να μιλάει μόνο για θέατρο. Θυμάται τη Λαμπέτη, τον Μποστ, τον Χατζιδάκι, τον Βεάκη, τον Αξελό, τη Μελίνα, αλλά και τον πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο, την ΕΠΟΝ και –τη μόνη περίοδο που θα ήθελε να μην είχε ζήσει- τα Δεκεμβριανά.

Μια ζωή να την κάνεις βιβλίο!

(…) Το κορίτσι μια στιγμή τα έχασε μα γρήγορα άρχισε να το παίζει κυρία. Τους έβαλε να καθίσουν στον καναπέ, κάθισε κι εκείνη σε μια καρέκλα, έβαλε σαν μεγάλη το ένα πόδι πάνω στο άλλο και καμάρωνε τις γόβες της. Είχε κάτι ατέλειωτα μακριά πόδια. Ο κύριος της πρόσφερε τσιγάρο και της το άναψε. Εκείνη στην αρχή ξερόβηξε, μα ύστερα κάπνιζε σαν μεγάλη και πετούσε τη στάχτη σ’ ένα τασάκι. Δεν πρόσεχα τι έλεγε το ζευγάρι, μα κοίταζα με θαυμασμό αυτό το κορίτσι που κινιότανε με τόσο αέρα και τόση χάρη και σταύρωνε και ξανασταύρωνε τα πόδια.

Στο διάλειμμα που άναψαν τα φώτα είδα το πρόγραμμα. Το κορίτσι που έπαιζε την υπηρετριούλα το λέγανε Μελίνα Μερκούρη. Μελίνα, δεν είχα ξανακούσει τέτοιο όνομα, ούτε αρχαίο.. (…)

Ξανά λοιπόν στο πατρικό μου. Παίρνω το βιβλίο και κάποια στιγμή λίγο πριν φάμε την πλησίασα και της ζήτησα να μου το υπογράψει.

«Βεβαίως», μου λέει, «αλλά… πως λένε την όμορφη γυναίκα σου;»

Και έτσι αφιέρωσε το βιβλίο της και στους δυο μας 🙂

alki-2

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10

Η λεοπάρδαλη – Τζο Νέσμπο

η λεοπάρδαληΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ξανά Νέσμπο! Βρήκα τυχαία το βιβλίο παρατημένο δίπλα στο τηλέφωνο στο σπίτι των κουμπάρων μου Κλεάρχου και Φιλίτσας στο Σχινιά. Από τότε που έφτιαξαν το σπίτι τους εδώ και 2 χρόνια, πάμε ένα ΣΚ και μένουμε μαζί τους, κάνουμε μια ανασκόπηση της σεζόν που μόλις πέρασε και συζητάμε για τα σχέδια της επόμενης. Πρέπει να διάβαζα θυμάμαι τότε ένα βιβλίο της Γυόκο Ογκάουα, όταν έβρισκα χρόνο μεταξύ μπάνιου στη θάλασσα, παιχνιδιών με τα παιδιά, κοινωνικοπολιτικών συζητήσεων (!) και ευρωμπάσκετ με μπύρες και σουβλάκια. Μόλις είδα το εξώφυλλο με τη λεοπάρδαλη και το φάντασμα με το λευκό φόρεμα, νομίζω πως άκουσα μια φωνούλα να μου λέει ψιθυριστά «…άσε την κουλτούρα και πιάσε με στα χέρια, παίξε ξανά με αυτά που ξέρεις…» και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη το δανείστηκα (!) για όταν θα έβρισκα λίγο χρόνο. Ίσως να την είχε ξεχάσει η Φιλίτσα αυτή τη λεπτομέρεια εδώ που τα λέμε… Ελπίζω να το είχε διαβάσει τουλάχιστον.

Ήρωας μας ποιος άλλος, ο περιβόητος Χάρι Χόλε. Στιγματισμένος ψυχικά και σωματικά μετά την ιστορία με τον Χιονάνθρωπο, βρίσκεται στο Χονγκ Κονγκ χαμένος μέσα στα ναρκωτικά και τις ιπποδρομίες. Τον ανακαλύπτει η Κάγια Σούλνες, συνάδελφος του από το Ανθρωποκτονιών. Την έβαλε να τον βρει ο Γκούναρ Χάγκεν, ο διευθυντής του τμήματος, γιατί έχουν ήδη δύο θύματα γυναικών και υποψιάζονται πως έχουν και πάλι να κάνουν με ένα νέο κατά συρροή δολοφόνο. Ο μόνος που έχει την εμπειρία για να τον βρει και να τον σταματήσει είναι ο Χόλε. Ανένδοτος στην αρχή, στο άκουσμα του επερχόμενου θανάτου του πατέρα του, αποφασίζει να επιστρέψει στο Όσλο.

(…) Περίμενε μέχρι ν’ ακούσει το τρίξιμο των τροχών πάνω στα χαλίκια. Πριν προλάβει να ξεκλειδώσει και να μπει μέσα, το αυτοκίνητο είχε εξαφανιστεί. Άναψε τα φώτα και παρέμεινε ακίνητος καθώς η πόρτα γλίστρησε κι έκλεισε πίσω του. Η μυρωδιά, η ησυχία, το φως που έπεφτε στο ντουλάπι με τα μπουφάν, τα πάντα του μιλούσαν· ήταν λες και βυθιζόταν στις αναμνήσεις του. Κι αυτές τον αγκάλιασαν, τον ζέσταναν. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο λαιμό του. Έβγαλε το παλτό του και κλότσησε μακριά τα παπούτσια του. Άρχισε να περπατάει. Από δωμάτιο σε δωμάτιο, Με το πόστερ των Clash, εκείνο όπου ο τραγουδιστής είναι έτοιμος να κάνει κομμάτια την κιθάρα του στο πάτωμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ρούφηξε τη μυρωδιά του παλιού του στρώματος. Κι ύστερα ξέσπασε σε κλάματα. (…)

Στο Όσλο τα πράγματα έχουν λίγο αλλάξει. Η Ρακέλ και ο Όλεγκ έχουν εξαφανιστεί προσπαθώντας να φτιάξουν τη ζωή τους μετά τα συμβάντα. Ο πατέρας του πεθαίνει. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης θέλει να συγχωνεύσει το τμήμα των ανθρωποκτονιών με την Κρίπος- την εθνική υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών- της οποίας διευθυντής είναι ο Μίκαελ Μπέλμαν που είναι και ο επικρατέστερος νέος διευθυντής του συγχωνευμένου τμήματος. Ο Χάγκεν αποφασίζει να δώσει στον Χάρι το ελεύθερο να οργανώσει μια μικρή ομάδα ερευνών, που θα δρα μυστικά και ανεξάρτητα από την Κρίπος.

(…) Η μπάλα είχε διασταλεί και είχε σφηνώσει στο στόμα της, πιέζοντας το από μέσα προς τα έξω. Αλλά όσο κι αν άνοιγε εκείνη τα σαγόνια της, η πίεση παρέμενε αναλλοίωτη. Αυτός την παρατηρούσε προσηλωμένος, μ’ ένα ύφος που φανέρωνε μεγάλη προσοχή, σαν οδοντίατρος που εξετάζει αν τα σιδεράκια που τοποθέτησε κάθονταν σωστά πάνω στα δόντια. Ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης.(…)

Το έκτο βιβλίο της σειράς είναι πραγματικά πολύ μεγάλο σε έκταση, σχεδόν 800 σελίδες. Έχει όλα τα καλά στοιχεία με τις γνωστές (πλέον) ανατροπές αλλά και πολύ χώρο για να πλάσει ακόμα βαθύτερα τους χαρακτήρες του. Μου άρεσε σχεδόν εξίσου όπως τα υπόλοιπα της σειράς, αν και νομίζω πως η Νέμεσις (ως το πρώτο που διάβασα με ήρωα τον Χάρι Χόλε) αλλά και ο Χιονάνθρωπος είναι τα καλύτερα του. Περιμένοντας να διαβάσω τον Φαντομά λοιπόν, αναρωτιέμαι ποιος ηθοποιός θα ενσαρκώσει τον Χόλε στην πρώτη ταινία, που ακούω θα είναι ο Χιονάνθρωπος. Κάποιον σαν τον Ντάνιελ Γκρεγκ σκέφτομαι, όταν διαβάζω για έναν γυμνασμένο, ξανθό, γαλανομάτη, ύψους 1.92. Από τη μια όμως ο Γκρεγκ παίζει ήδη τον Τζέιμς Μποντ και τον Μίκαελ Μπλόμκβιστ, (τον αντίστοιχο ήρωα του Στιγκ Λάρσον), από την άλλη και τον Τζακ Ρίτσερ που ο Λη Τσάιλντ τον είχε σκεφτεί να είναι 1.93 και 113 κιλά, τον ενσάρκωσε ο Τομ Κρουζ των 1.72! Οπότε μπορεί να γίνει και καμιά έκπληξη…

(…) Διάνα ο κύριος Χόλε. Φυσικά, τόσο τετριμμένοι είμαστε όλοι μας. Πιστεύουμε ό,τι θέλουμε να πιστέψουμε. Στους θεούς, γιατί μας απαλύνουν το φόβο του θανάτου. Στην αγάπη, γιατί ενισχύει την έννοια της ζωής. Στα λόγια των παντρεμένων αντρών, γιατί τέτοια λένε όλοι οι παντρεμένοι άντρες. (…)

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7,5/10

Παραμύθια από το τηλέφωνο – Τζιάνι Ροντάρι

παραμύθια από το τηλέφωνοΟΤΑΝ ήμουν παιδάκι, εκεί γύρω στα πέντε-έξι, έπρεπε το βράδυ για να κοιμηθώ ο παπάς μου να κάθεται δίπλα μου και να μου λέει ιστορίες. Έμενε δίπλα μου αρκετή ώρα και μόλις τυχόν δοκίμαζε να φύγει σιγά-σιγά και διακριτικά, αμέσως άνοιγα τα μάτια και του έλεγα πως δεν κοιμάμαι, να γυρίσει πίσω – κατάσταση που βιώνω απαράλλακτη κι εγώ τώρα με τα δικά μου παιδιά.

Ένα βράδυ έφερε μαζί του αυτό το βιβλίο. Δεν έχω ιδέα που το βρήκε, εκ των υστέρων πιστεύω πως η μάμμα μου θα του το έδωσε. Μου είπε λοιπόν πως ο Κος Μπιάνκι από το Βαρέζε της Ιταλίας (ουάου! Της Ιταλίας!) ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και χρειαζόταν να λείπει από το σπίτι για δουλειές έξι μέρες την εβδομάδα και έτσι δεν μπορούσε τα βράδια να είναι κοντά στην κορούλα του. Της μικρής της άρεσαν οι ιστορίες και η μαμά της είχε πει όλες όσες ήξερε και από τρεις φορές μάλιστα, οπότε κάθε Κυριακή που γυρνούσε για λίγες ώρες στο σπίτι, τον έπιανε η κορούλα του και του έλεγε: «Μπαμπά μην ξεχάσεις κάθε βράδυ να με παίρνεις τηλέφωνο να μου λες μια ιστορία». Έτσι, κάθε βράδυ στις εννιά την έπαιρνε τηλέφωνο απ’ όπου και αν βρισκόταν και της έλεγε ένα παραμυθάκι μικρό (γιατί τα υπεραστικά τηλέφωνα κοστίζουν!) για να κοιμάται ήσυχη. Αυτό το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του λοιπόν είχε συγκεντρωμένες όλες αυτές τις ιστορίες (67 τον αριθμό παρακαλώ!) που έλεγε ο Κος Μπιάνκι στο παιδάκι του όταν έλειπε και συμφωνήσαμε πως θα κάναμε κι εμείς το ίδιο. Θα μου διάβαζε κάθε βράδυ μόνο μια τέτοια ιστορία και μετά… ύπνο!

(…) Πήρε μολύβι και χαρτί κι έκανε το λογαριασμό της ζημιάς που προκαλούσαν τα παιδιά του Μπούστο Αρσίτζιο, σπάζοντας τόσα ωραία και χρήσιμα πράγματα μ’ αυτόν τον τρόπο. Βγήκε ένας φοβερός αριθμός: Χιλιάντα, πολλάντα, δεκατέσσερα και τριάντα τρία.

-Με τα μισά απ’ αυτά, – απόδειξε ο λογιστής Γκαμπερόνι – μπορούμε να φτιάξουμε ένα μέγαρο για σπάσιμο και να υποχρεώσουμε τα παιδιά να το κάνουν κομμάτια: αν δε γιατρευτούν και μ’ αυτό το σύστημα, δε θα γιατρευτούν ποτέ.

Η πρόταση έγινε αποδεκτή, και το μέγαρο χτίστηκε στο πι και φι. Ήταν εφτά πατώματα ψηλό, είχε ενενήντα εννιά δωμάτια, κάθε δωμάτιο ήταν γεμάτο από έπιπλα και κάθε έπιπλο κατάγιομο από  σκεύη και μπιμπλό, χωρίς να λογαριάσουμε τους καθρέφτες και τις βρύσες. Την ημέρα των εγκαινίων δώσανε σ’ όλα τα παιδιά από ένα σφυρί και μ’ ένα νεύμα του δημάρχου οι πόρτες του μεγάρου για σπάσιμο άνοιξαν διάπλατα. (…)

Μπορεί να μη θυμάμαι αν και πώς λειτούργησε όλο αυτό στο να κοιμάμαι πιο γρήγορα ως παιδί (απ’ όσο μου λένε, δεν…) αλλά θυμάμαι πώς περίμενα να έρθει αυτή η ώρα κάθε βράδυ. Σχεδόν βίωνα την ίδια χαρά του παιδιού στο βιβλίο. Ένιωθα να είμαι εγώ αυτό το παιδάκι και ρουφούσα κάθε λέξη του παραμυθιού. Ίσως είναι από τις πιο έντονες παιδικές μου αναμνήσεις. Ζούσα μέσα στις ιστορίες του.

Δεν είχα ασχοληθεί ξανά έκτοτε με το βιβλίο. Πριν κάποια χρόνια όταν πρωτο-μείναμε με την Αγγελική μαζί και πριν καν παντρευτούμε, μου εκμυστηρεύτηκε χαριτολογώντας ένα βράδυ πως θα της άρεσε να της έλεγα καμιά ιστορία πριν κοιμηθεί. Αμέσως συνειρμικά θυμήθηκα το βιβλίο αυτό και το αναζήτησα. Συγκινήθηκα όταν το πήρα ξανά στα χέρια μου στην ίδια έκδοση (Τεκμήριο) που είχα και τότε. Η Αγγελική δυστυχώς κοιμότανε συνήθως πριν καν τελειώσει η κάθε ιστορία και έτσι το βιβλίο μπήκε σύντομα στο ράφι. Όταν μετά από κάποια χρόνια κάναμε παιδιά, βρήκε ξανά τη θέση που του ταιριάζει στις καρδιές πλέον των παιδιών μου. Πολύ πρόσφατα δε, όταν καθαρίσαμε την αποθήκη στο πατρικό μου, βρήκα ξανά και το αυθεντικό βιβλίο. Ο Τζιάνι Ροντάρι έγραψε αυτό το βιβλίο το 1962 και παρόλαυτα οι ιστορίες και σήμερα που τις διαβάζω είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καθόλου κοινότυπες.

Εκδόσεις Τεκμήριο (και εκδόσεις Μεταίχμιο). Βαθμολογία 8/10

Ο ιεροκήρυκας – Καμίλα Λέκμπεργ

Ο ιεροκήρυκαςΣΥΝΕΠΗΣ σε σχέση με ότι είχα γράψει στο πρώτο βιβλίο της Λέκμπεργ που διάβασα -την παγωμένη πριγκίπισσα– αποφάσισα να διαβάσω το δεύτερο βιβλίο της στις πρώτες μου διακοπές για φέτος στον Άγιο Ηλία Πύργου, για να με δροσίζει η παγωμένη Φιελμπάκα κάτω από την Ομπρέλα και τη ζέστη. Μόνο που… άλλαξε η εποχή και διαδραματίζεται καλοκαίρι, με πολλή ζέστη και υγρασία! 🙂

Ήρωες μας και πάλι η Έρικα Φαλκ, συγγραφέας και ο Πάτρικ Χέντστρομ, αστυνομικός και παιδικός φίλος της Έρικα. Πλέον οι δυο τους ζουν μαζί και περιμένουν το πρώτο τους παιδί από ώρα σε ώρα. Η τοποθεσία όπως σε κάθε βιβλίο της Λέκμπεργ είναι η Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι βόρεια του Γέτεμποργκ. Ένα παιδάκι ανακαλύπτει τυχαία στη Χαράδρα του Βασιλιά το πτώμα μια γυναίκας. Όταν οι αστυνομικοί φθάνουν στο χώρο, ανακαλύπτουν με τρόμο πως κάτω από το πτώμα υπάρχουν και δύο σκελετοί. Ψάχνοντας ο Πάτρικ και η ομάδα του, πιστεύουν πως πρόκειται για τα πτώματα δύο κοριτσιών που εξαφανίστηκαν τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα.

(…) Το χέρι συνέχισε να κινείται κατά μήκος του κορμιού της, κι εκείνη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Για ένα δευτερόλεπτο πέρασε από το μυαλό της η σκέψη ν’ αντισταθεί στον απρόσωπο ξένο. Η σκέψη αυτή όμως εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε εμφανιστεί. Το σκοτάδι την κατάπινε ολάκερη, και η δύναμη στο χέρι που τη χάιδευε διαπερνούσε το δέρμα της, τα νεύρα της, την ψυχή της. Η υποταγή ήταν η μοναδική επιλογή της· αυτό το είχε συνειδητοποιήσει με τρόμο.

Όταν το χέρι άφησε τα χάδια και άρχισε να πιέζει, να στρίβει, να τραβάει και να εξαρθρώνει τα μέλη της, τίποτα δεν της δημιουργούσε πλέον έκπληξη. Κατά κάποιον τρόπο, καλωσόρισε τον πόνο. Της ήταν πιο εύκολο να χειριστεί τον πόνο που της ήταν γνώριμος παρά τον τρόμο της αναμονής στο άγνωστο. (…)

Κάποια στιγμή όλα τα ίχνη οδηγούν στην οικογένεια Χουλτ και σε ένα μπλεγμένο κουβάρι σχετικά με τους δεσμούς και τις ισορροπίες μεταξύ των μελών της. Ο Εφραίμ Χουλτ, πάστορας της Ελεύθερης Εκκλησίας, γνωστός και ως Ιεροκήρυκας, ήταν διάσημος για τα θαύματα του. Μαζί του με την ίδια «σωτήρια» δύναμη και οι δύο γιοι του, ο Γιοχάνες και ο Γκάμπριελ. Ο Εφραίμ έχει πλέον πεθάνει και ο Γιοχάνες έχει αυτοκτονήσει εδώ και πολλά χρόνια, λίγο καιρό αφότου κατηγορείται από την αστυνομία πως απήγαγε και βίασε το 1979 ένα νεαρό κορίτσι, μετά από την μαρτυρία του ίδιου του του αδελφού πως λίγο πριν είδε την κοπέλα μαζί με τον Γιοχάνες στο αυτοκίνητο του. Πλέον ζει μόνο ο Γκάμπριελ καθώς και οι γυναίκες και τα παιδιά των δύο αδελφών. Η ζωή όμως δεν ήταν το ίδιο καλή με τις οικογένειες των δύο αδελφών, μιας και μετά την αυτοκτονία του Γιοχάνες, όλα άλλαξαν…

Εξίσου καλό με το πρώτο, στο ίδιο στυλ, μου προκάλεσε προοδευτική «έλξη». Στην αρχή ίσως κάπως αδιάφορο και σε χαλαρούς ρυθμούς, μα όσο προχωράει και μαθαίνουμε όλο και περισσότερα για την οικογένεια Χουλτ, γίνεται και πιο ενδιαφέρον.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10