Τρεις όροφοι – Εσκόλ Νεβό

ΤΡΕΙΣ όροφοι, τρία διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία, τρία δράματα, τρεις ιστορίες γραμμένες σε δεύτερο πρόσωπο. Ο Αρνόν, που προσπαθεί να δικαιολογηθεί στον φίλο του για τους λόγους που τον ώθησαν  να στείλει στο νοσοκομείο τον ηλικιωμένο γείτονά του, επειδή ήταν σίγουρος (!) πως κακοποιούσε την μεγάλη του κόρη, η “χήρα” Χάνι, με τον άντρα της που συνεχώς λείπει σε επαγγελματικά ταξίδια και η οποία γράφει γράμμα στην κολλητή φίλη της για να της πει για τον κυνηγημένο απ’ όλους κουνιάδο της, που βρήκε κρυψώνα στο σπίτι της (ή μήπως το φαντάστηκε;) και τέλος η Ντβόρα, που απευθύνεται στον νεκρό άντρα της, ηχογραφόντας μηνύματα στον αυτόματο τηλεφωνητή του σπιτιού τους, προσπαθώντας να του μιλήσει για το νέο ξεκίνημα στη ζωή της, τη γνωριμία της με τον Αβνέρ και το πώς την κατάφερε να του πει για τον γιο της, τον Αντάρ, να του αποκαλύψει το γιατί δεν έχουν εδώ και χρόνια καμία επαφή και να του περιγράψει την τραγική σκηνή που έπρεπε να μείνει για πάντα και από όλους, κρυφή…

 

Εξαιρετική αφήγηση, η κάθε ιστορία πιο δυνατή από την άλλη, με αποκορύφωμα την τελευταία, την ιστορία της πρώην δικαστίνας Ντβόρα. Ο τρόπος που ξεδιπλώνεται το -πάντοτε- οικογενειακό δράμα είναι μοναδικός.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.

Advertisements

Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

Το πρωτάκι – Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

πρωτακιΤΟ πρωτάκι μας εξιστορεί τις περιπέτειες ενός πολύ έξυπνου εξάχρονου αγοριού, μέσα από τα μάτια του ίδιου του πρωταγωνιστή. Είναι γραμμένο από έναν παιδοψυχίατρο και αν μη τι άλλο προσεγγίζει πολύ καλά τις αγωνίες που αντιμετωπίσαμε όλοι μας ως παιδιά ή ακόμα και που βλέπουμε τώρα στα δικά μας.

Η ιστορία ξεκινάει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην πρώτη δημοτικού και την προσπάθειά του φίλου μας να κρύψει από τη δασκάλα του πως ήδη ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Στην τάξη γνωρίζει τη Στελλίτσα, την οποία από την πρώτη στιγμή ξέρει πως θα την παντρευτεί και βεβαίως τον αντίζηλό του, τον Παναγιώτη. Στη συνέχεια μας μιλάει για τη μητέρα του που δεν μπορεί να πει το «ρο» (όπως και η Στελλίτσα!) και για τα πρώτα του ερωτικά ξυπνήματα γι’ αυτήν, για τον πατέρα του που θαυμάζει, για τον παππού του που του λέει όλο ιστορίες και βεβαίως για τη φιλία του με τον Μαξ, το ιδιαίτερο παιδί στην τάξη του, το παιδί που δεν μιλάει σε κανέναν και κάθεται συνεχώς μόνο του.

 (…) Ο Παναγιώτης είναι δεύτερος στα άριστα και πρώτος στα γκολ. Είναι άμπαλος αλλά το παιδί είναι ανώμαλο! Ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλα τα παιδιά στην τάξη, σπρώχνει και βάζει γκολ συνέχεια! Με κεφαλιές! Στα παιδιά, μου είπε ο παππούς μου, θα έπρεπε να απαγορεύονται οι κεφαλιές μέχρι τα δώδεκα για να μην παθαίνει ο εγκέφαλος. Αν έχουν!

Ίσως ο εγκέφαλος του Παναγιώτη να έπαθε κάτι, γιατί προχθές προσπάθησε να δώσει το αυτοκόλλητό του στη Στελλίτσα μου! Η σκηνή έγινε μπροστά στα μάτια μου, σαν τελευταία φάση στην παράταση πριν από το σφύριγμα. Ο Παναγιώτης, σαν σέντερ-φορ, βρέθηκε μόνος απέναντι από το τέρμα, τετ-α-τετ με τη Στελλίτσα˙ όλη η τάξη κρατούσε την αναπνοή της, εγώ σκέφτηκα να πεταχτώ και να τον κλαδέψω και ας πάρω κόκκινη και εξάμηνη αποβολή απ’ όλες τις διοργανώσεις! Αλλά η Στελλίτσα έκανε έξοδο. Του «τσίμπησε» απαλά το αυτοκόλλητο και μ’ ένα υπέροχο βολέ το πέταξε στην ομάδα των κοριτσιών.

Παναγιώτης – Στελλίτσα: 0-1.

Όταν μεγαλώσω θα την παντρευτώ.

Τον Παναγιώτη θα τον σκοτώσω πριν παντρευτώ. Ίσως και πριν μεγαλώσω. (…)

Σίγουρα ενδιαφέρουσα η γραφή και η ιδέα να είναι σε πρώτο πρόσωπο γραμμένο με τη φωνή του μικρού. Η μόνη μου ένσταση είναι πως επειδή έχω παιδιά σε αυτές τις ηλικίες και προφανώς έχω γνωρίσει και αρκετούς συμμαθητές τους -από πολύ έξυπνα παιδιά μέχρι και στο φάσμα του αυτισμού- σε κάποια σημεία ο Αλεξανδρίδης σαν να ξεχνούσε πως έπρεπε να μιλάει το εξάχρονο και μιλούσε ο ίδιος. Για παράδειγμα, έχει μια σκηνή που περιγράφει ο μικρός ένα όνειρό του:

(…) Τα φυτά με αγγίζουν και είναι βελούδινα. Και το δέρμα μου μαλακώνει. Μυρίζει βαριά αλλά όμορφα. Ο αέρας πήζει και γίνεται νερό. Βουτιά τη νύχτα στον ωκεανό. Σκαρφαλώνω στις ακτίνες του ήλιου για να βγω στην επιφάνεια. Ανάδυση με άπνοια. (…)

Μόλις διάβασα το «ανάδυση με άπνοια», με έχασε. Ευτυχώς το παραπάνω δεν έγινε πολλές φορές. Απλώς σε αυτά τα σημεία δεν μπορούσα να νιώσω πως τα λέει το παιδί. Εκτός αυτών των λίγων παραγράφων όμως, το βρήκα πολύ καλό. Είναι πολύ μικρό και διαβάζεται ευχάριστα μέσα σε μια μέρα.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7/10

 

Η λευκή κουρτίνα – Δημήτρης Γράψας

grapsas-kourtinaΗ λευκή κουρτίνα είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, ενός τριανταδυάχρονου Φυσικού με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπως μαθαίνουμε από το βιογραφικό του. Αν και ο εκδοτικός οίκος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, στα δικά μου μάτια πιο πολύ σαν νουβέλα μοιάζει με τις σχεδόν 120 σελίδες του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που διαβάζεται εύκολα σε 1-2 μέρες στην ξαπλώστρα μιας παραλίας. (Καλά, και σε ψάθα γίνεται…)

Ο ήρωας μας είναι ο Χ., ο οποίος ξυπνάει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν αναγνωρίζει. Θυμάται πως το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έως πολύ αργά σε ένα μπαρ, είχε μεθύσει, είχε τσακωθεί με την κοπέλα του την Κλαίρη και μετά δεν θυμάται και πολλά. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί όσα πιο πολλά γεγονότα της χθεσινής νύχτας, για να καταλάβει γιατί βρέθηκε σε ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του, συνειδητοποιεί πως είναι κλειδωμένος στο δωμάτιο αυτό και δεν έχει κανέναν τρόπο να βγει έξω. Εκτός ίσως αν του άνοιγε κάποιος, κάποιος που μόλις άνοιξε ένα φως έξω από το δωμάτιο…

 (…) Στην αρχή  της δεύτερης επανάληψης, σκέφτηκε ότι πάντα όταν ένιωθε πως έφτανε μια σημαντική στιγμή, είχε την τάση να κόβει τον χρόνο σε κομμάτια, όσο το δυνατόν στοιχειώδη. Στη μέση της, συμπλήρωσε ότι συνήθως αυτό δεν του έβγαινε σε καλό. Δεν ολοκλήρωσε τη δεύτερη περιστροφή, αλλά σταμάτησε το κεφάλι του παράλληλα με τον δεξιό του ώμο και άνοιξε τα μάτια του. Ο τρόμος μου του διαπέρασε το κορμί τον τίναξε πίσω.

Αυτό που αντίκρισε έκανε τα πόδια του να σπρώξουν το πάτωμα και να τον πετάξουν με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά. Βρέθηκε πεσμένος χάμω, με την καρέκλα πάνω του. Την έκανε πέρα και μπουσούλησε δυο σπιθαμές προς την πόρτα.

Κάποιος, άγνωστο ποιος και εξίσου άγνωστο γιατί, την είχε ανοίξει. Κι από το ξύλινο πάτωμα με τις τάβλες που ‘ταν ασύμμετρα κολλημένες μεταξύ τους, ο Χ. την κοίταζε ορθάνοικτη ακριβώς μπροστά του. (…)

Καλογραμμένο και γρήγορο, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος. Μέσα από την περιπέτεια του Χ., βλέπουμε σχεδόν όλες τις αγωνίες της γενιάς των τριαντάρηδων καθώς και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Προσωπικά θα ήθελα ένα πιο δυνατό τέλος. Έχω την αίσθηση πως ίσως ο Γράψας σαν να κατάλαβε πως κέρδιζε το ματς και βιάστηκε να το λήξει. Περιμένοντας το επόμενό του λοιπόν…

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6,5/10

Σημείωση: Πιο πάνω που έγραψα «της γενιάς των τριαντάρηδων», στην αρχή είχα γράψει «της γενιάς μας» αλλά δυο αγόρια που με τραβούσαν να φύγω από τον υπολογιστή για να παίξουν αυτά και ταυτόχρονα μια ρυτίδα που σχηματίστηκε λίγο κάτω απ’ το δεξί μου μάτι, μου θύμισαν πως εδώ και δύο χρόνια ανήκω στην γενιά των σαραντάρηδων γαμώτο!

Η Ενοχή της Αθωότητας – Ιωάννα Μπουραζοπούλου

ενοχήΣΤΗΝ παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε το Δεκέμβριο που μας πέρασε στην Αθήνα, κάποια στιγμή στις χαιρετούρες έρχεται ο Δημήτρης ο Ποσάντζης από τον Καστανιώτη και μου λέει «Είδες ποια καθόταν δίπλα μου; Η Ιωάννα η Μπουραζοπούλου. Την ξέρεις ε;» «Ναι, ναι, βέβαια» είπα εγώ, που ούτε το όνομα της δε θυμόμουν την άλλη μέρα για να την ψάξω στην Google… Και μετά ντράπηκα. Και που δεν την ήξερα και -ακολούθως- που δεν της μίλησα (εντάξει, και για το ψεματάκι που είπα στον Ποσάντζη ντράπηκα λίγο, το ομολογώ!)

Από την Google έμαθα λοιπόν πως η Μπουραζοπούλου έγινε ευρέως (αλλά όχι σε μένα λέμε!) γνωστή για το μυθιστόρημα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, το οποίο βραβεύτηκε το 2008 με το Athens Prize for Literature του περιοδικού δε(κατα), ένα βιβλίο που η Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013. Επίσης, πριν λίγους μήνες πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Ουράνη, για την Κοιλάδα της λάσπης, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Ο δράκος της Πρέσπας. Κι εγώ να μην την έχω ακούσει! Ίσως τελικά να έχω μια μικρή δικαιολογία που δεν την γνώριζα, επειδή όχι μόνο δεν διάβαζα καθόλου λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά ούτε καν σε σειρές ή ταινίες δεν με έλκει το αντικείμενο. Να φανταστείτε τον Hodor προχθές τον έμαθα, που γέμισε το διαδίκτυο με το “Hold the door” meme και μου έσπασε τα νεύρα!

Πριν ένα μήνα περίπου όμως, όλα άλλαξαν. Ήταν η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και είχα την τιμή να βρεθώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη μαζί με πολλούς συγγραφείς, μεταξύ αυτών και την Μπουραζοπούλου. Ήθελα πολύ να βρω κάτι να της πω, αλλά… ντρεπόμουν. Βλέποντας την να φεύγει, το μόνο που κατάφερα να της πω είναι αν θυμάται που είχε έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου μου και πόσο χάρηκα γι’ αυτό και αυτή μου απάντησε πως θυμάται πολύ καλά τη συγκεκριμένη παρουσίαση και θέλει πολύ να βρει χρόνο να διαβάσει το βιβλίο μου! Ωχ, σκέφτηκα. Εδώ είμαστε. Πιάνω την Ισμήνη την Κουρούπη από το χέρι και της λέω να μου προτείνει ένα βιβλίο της να το διαβάσω. Ντροπή (μου) πια! Και προς έκπληξη μου, αντί να μου δώσει  τη γυναίκα του Λωτ, μου έδωσε αυτό εδώ…

Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου ο Θάνατος είναι πλέον το αδιαφιλονίκητο αγαθό. Η ήπειρος είναι χωρισμένη σε εννιά κάστες επαγγελματιών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε πολλές συντεχνίες. Δύο ασυνήθιστοι φίλοι, ο Ιωσήφ Εράλης, ένας καλλιτέχνης, μπαρμπέρης των φυλακισμένων, και ο Πελαργός, ένας διανοούμενος, εκφωνητής επικήδειων, αναλαμβάνουν μια περίεργη αποστολή: Να οδηγήσουν με ένα όχημα-κάλπη έναν εξ ορισμού αθώο κρατούμενο μέσα από τις εννέα πόλεις-κέντρα των καστών, όπου κάθε λίγα χιλιόμετρα θα πρέπει να σταματούν για να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει θετικά, αν θέλει να αθωωθεί ο κρατούμενος.

(…) Παίζοντας σκάκι τα ήσυχα απογεύματα, σπούδαζαν ο ένας τον άλλο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Ο Πελαργός άρχισε να βρίσκει ευχάριστη τη λακωνικότητα του καλλιτέχνη, που οι λέξεις του ήταν ακριβείς και μετρημένες, ενώ πρόσεξε ότι η γλώσσα του σώματός του είναι πολύ πιο αναλυτική από το λόγο του. Το «ναι» διαβαθμιζόταν από απλή κατάφαση σε θερμή πρόσκληση ανάλογα με την κίνηση του  κεφαλιού ή το άνοιγμα των ώμων, ενώ το «όχι» κλιμακωνόταν από αδιαφορία σε απόρθητη άρνηση καθώς άλλαζε η θέση των χεριών και της πλάτης. Γνώριζε, φυσικά, πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δεν είχε εκτιμήσει μέχρι σήμερα την ευφράδεια τούτου του σάρκινου εκφραστικού μέσου, που αποκάλυπτε τόσο καθαρά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Ιωσήφ, ώστε ο μεσήλικας νόμιζε ότι μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο με την κοιλιά ή με την γάμπα του. (…)

Κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα του κρατουμένου, παρά μόνο αυτός που τον επέλεξε και που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Αν έστω και ένας επαγγελματίας (μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο κρατούμενος) ψηφίσει να αθωωθεί, τότε αθωώνεται και σταματάει το οδοιπορικό. Αν κανείς δεν ψηφίσει την αθώωση του, ο κρατούμενος θα θανατωθεί. Και ενώ στα μάτια των δύο φίλων οδηγών φαντάζει απίθανο να ξεκινήσει καν αυτό το ταξίδι, μιας και πιστεύουν πως τουλάχιστον ο ίδιος ο κρατούμενος θα ψηφίσει θετικά, το ταξίδι όχι μόνο ξεκινά, αλλά και συνεχίζεται χωρίς κανείς επαγγελματίας να θέλει να το διακόψει. Ούτε καν οι ίδιοι…

(…) Περπατούσαν στοιχισμένοι εφ’ ενός ζυγού, όπως όλα τα χρόνια της φιλίας τους και η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν τόσο χαρακτηριστική, ώστε μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει μόνο από τις φιγούρες τους. Ο διανοούμενος, που φλυαρούσε ακατάπαυστα, βάδιζε πίσω από το σιωπηλό καλλιτέχνη, γέρνοντας ψηλοκρεμαστά από πάνω του. Το στενόμακρο σώμα του σχημάτιζε μια λεπτή παρένθεση, που έκλεινε στην κοιλότητά της τον κατά πολύ μικρόσωμό του Ιωσήφ, ο οποίος ένιωθε ότι συνοδεύεται από ένα θορυβώδες ηχείο, σαν χταπόδι που σέρνει το βουερό θαλάμι του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόταν θαλπωρή, περιβαλλόμενος από την προστατευτική παρένθεση του λελεκήσιου σώματος, ο μεγάλος διασκελισμός του οποίου τον υποχρέωνε ν’ ανοίγει κι αυτός το βήμα του. Έτσι η Διανόηση ακολουθούσε την Τέχνη και ταυτόχρονα την εξωθούσε σε βηματισμό, όπως ο τιμονιέρης που κάθεται στο πίσω μέρος της βάρκας και, παρόλο που δεν προκαλεί την κίνηση, μπορεί να ισχυριστεί ότι την καθοδηγεί. (…)

Νομίζω πως διαβάζοντας την ιστορία, μεγάλη μου έκπληξη ήταν -εκτός από τις θαυμάσιες εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό μου, αναπλάθοντας τέλεια την φουτουριστική Ευρώπη- η συνειδητοποίηση πως ακόμα και σε μια τέτοια φανταστική ιστορία, η συνέπεια, η συνοχή και η πληρότητα πρέπει να είναι ίδιες όπως και σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είχα τη (λανθασμένη) εντύπωση πως μία βασική διαφορά του αστυνομικού με τη φανταστική λογοτεχνία είναι το γεγονός πως στο αστυνομικό η πλοκή δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά και ούτε μπορείς να «κλέψεις» τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας από μηχανής Θεούς. Το ίδιο συμβαίνει όμως κι εδώ. Αφού φτιάχνεις έναν νέο κόσμο, οφείλεις αυτό το νέο κόσμο να τον φτιάξεις πλήρη και ολοκληρωμένο. Να ορίσεις χαρακτήρες, κανόνες, νόμους, πολιτεύματα και συνθήκες, βάσει των οποίων θα γράψεις την ιστορία σου και να μην μπορείς να παρεκκλίνεις.

Ενδιαφέρον είχε που ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου χτίζεται σε γερά θεμέλια η σχέση των δύο φίλων, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε σταδιακά να αλλάζει το κλίμα και σιγά-σιγά να απομακρύνονται με τα όσα συμβαίνουν στην κάθε πόλη. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εξαιρετική μα πάνω απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες. Δωρεάν σεμινάριο για show don’t tell! Μα «δείτε»:

(…) Η κουρά έπρεπε να σχηματιστεί ανεξαρτήτως μεγέθους τριχοφυΐας και οι χαλκουργοί αυτής της πόλης ήταν εκπληκτικοί μάστορες. Έφτιαχναν λάμες πιο λεπτές από χαρτί, καστανοκόκκινες σαν φθινοπωρινά φύλλα και τόσο αριστοτεχνικά ακονισμένες, που κόβανε ακόμη και την ανάμνηση της τρίχας σε κεφάλι φαλακρού. (…)

🙂

Η ιστορία είναι εντελώς αλληγορική, με συνεχή φιλοσοφικά, γεωπολιτικά και ιστορικά ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να μη μείνει μόνο σε αυτό που διαβάζει. Μου άρεσε αναπάντεχα πολύ. Θα διαβάσω και τη γυναίκα του Λωτ τώρα!

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10

Σημείωση: Κάπου διάβασα πως είναι και μηχανόβια η Μπουραζοπούλου. Πρέπει να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας…

Η ζήλια είναι μαχαιριά – Ιερώνυμος Λύκαρης

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ σε μια κηδεία, ο ήρωάς μας -που αν δεν κάνω λάθος το όνομά του δεν αναφέρεται σε καμία στιγμή στο κείμενο- συναντά την Κέλλυ, μια τραγουδίστρια με την οποία ήταν τσιμπημένος σε ένα σκυλάδικο που εργαζόταν και ο ίδιος ως τσεκαδόρος και ταμίας, τον καιρό που ήταν φοιτητής. Η Κέλλυ τον αναγνωρίζει και αισθανόμενη την παρουσία του ως κάποιο θεϊκό σημάδι, αποφασίζει να του διηγηθεί την ιστορία της, στο καφενείο του νεκροταφείου.

(…) Με προσπέρασε χωρίς να στρέψει την κεφαλή της. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν διαγώνια για  κλάσματα του δευτερολέπτου. Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε οικεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τη μνήμη μου την κέντρισε κυρίως η αύρα του γιασεμιού που άφησε πίσω της. Αστραπιαία, το παζλ της μορφής της πήρε σάρκα και οστά. Ήταν η Κέλλυ, η πολλά υποσχόμενη μούσα του λαϊκού συνθέτη Κανέλλου Κανάκη (ή Καν-Καν), με την οποία κάποτε υπήρξα πλατωνικά τσιμπημένος. Το επώνυμό της δεν το θυμόμουν, ίσως να μην το είχα μάθει και ποτέ. Την είχα γνωρίσει όταν δούλευα τσεκαδόρος και ταμίας στο Κανόνι, το σκυλάδικο πολυτελείας του Καν-Καν, στην αρχή της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Είχα βρει τη δουλειά από αγγελία. Ο Καν-Καν με δοκίμασε για μια βδομάδα και είδε ότι έκοβε το μάτι μου. Γρήγορα η διαίσθησή του τον έπεισε ότι ένας ξεμαλλιασμένος φοιτητής της Νομικής, που ντυνόταν με στρατιωτικό τζάκετ και τζιν αμερικάνικο, πήγαινε στις αντιχουντικές διαδηλώσεις και καταλήψεις και με κάθε ευκαιρία άνοιγε συγκεκαλυμμένες πολιτικές συζητήσεις με τα κορίτσια του μαγαζιού, τα γκαρσόνια και το προσωπικό της κουζίνας, δεν υπήρχε καμία περίπτωση  να τον κλέψει. Έτσι, από τον πρώτο μήνα κιόλας,  μου έδωσε μισθό τραπεζοϋπαλλήλου της εποχής, με πλήρη ασφάλιση ΙΚΑ.  (…)

Σε πάρα πολλές συνεχόμενες σελίδες γραμμένες στο β’ πρόσωπο, η Κέλλυ εξιστορεί στον ήρωά μας το τι έγινε αφότου ο ίδιος έφυγε από το μαγαζί. Και ενώ ξεκινάει στην αρχή ως μια ερωτική ιστορία μεταξύ της ιδίας και του ιδιοκτήτη του σκυλάδικου και πρώτου ονόματος, του Καν-Καν, καταλήγει σε μια ιστορία ζήλειας, μίσους και – τελικά – εγκλήματος.

(…) «Δεν αντιλέγω, άτιμο πράγμα η ζήλια. Μ’ ανάγκαζε να ξευτιλίζομαι και την ίδια στιγμή να με μισώ, να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη, να θέλω να με φτύσω. Ένιωθα, να, εδώ, βαθιά, γύρω γύρω απ’ την καρδιά μου, έναν κόμπο να μεγαλώνει και να μικραίνει και ξαφνικά να με πνίγει, να μη μ’ αφήνει να πάρω μια κανονική ανάσα, να με μουδιάζει πατόκορφα. Από την αγωνία που μ’ έπιανε, μ’ ανέβαινε η ψυχή στο στόμα. Άλλες φορές μια έξαψη με φούντωνε και μ’ έκαιγε, μέσα έξω, με παρέλυε, μέχρι που έπεφτα λιπόθυμη. Τρέλα, παιδάκι μου, σκέτη τρέλα. Ακόμα και τώρα που τα θυμάμαι και σ’ τα λέω, να, δες την τρίχα μου πώς έχει σηκωθεί… (…)

Το βιβλίο είναι πολύ καλογραμμένο και με ένα ιδιαίτερο στυλ, που με κάνει να αναζητήσω και άλλα του Λύκαρη. Καταρχάς το εύρημα που ο ήρωας ουσιαστικά κάθεται όλη την ώρα και ακούει μια ιστορία είναι εντυπωσιακό και καθόλου βαρετό. Μετά, οι χαρακτήρες είναι ένας κι ένας: η ζηλιάρα ερωμένη Κέλλυ, ο Μπαρμπουτζής λαϊκός συνθέτης Καν-Καν, ο Βραζιλιάνος, τσιγγάνος, πρώην νταλικέρης, μπράβος, νταβατζής και συνένοχος της Κέλλυς, η Μαρκησία πρώην φίλη και νυν αντικείμενο ζήλιας της Κέλλυς, η Γιαγιά, ο γκέι σπιούνος του Καν-Καν, ο Πάπιας, η Σάσα Κάψα, ο Ουρανός, ο Καρούμπαλος και ο Πελέκης, όλοι τους  σκιαγραφημένοι εκπληκτικά.

(…) Στο σημείο αυτό μας πλησίασε πάλι η σερβιτόρα με την ξενική προσφορά. Χωρίς να ρωτήσει, άφησε στο τραπέζι μας δυο σακουλάκια κόλλυβα και είπε:

«Αυτό είναι το τελευταίο μνημόσυνο. Μετά κλείσουμε».

«Ευχαριστούμε πολύ. Φεύγουμε κι εμείς…» της απάντησα εγώ.

Η Κέλλυ δεν της έδωσε σημασία. Με ένα αβέβαιο υπαινικτικό χαμόγελο, κοίταξε ψηλά, υπό λοξή γωνία, συννέφιασε και μονολόγησε:

«Μερικές φορές, για να κάνεις το καλό, ζητάς βοήθεια από το κακό. Αχ, Παρθένα Παναγιά μου. Όλοι μας στην κόλαση θα πάμε, κι ο Κύριος, δικαίως, θα μας τσουρουφλίσει. Όσο νωρίτερα μας πάρει, τόσο λιγότερο θα αμαρτήσουμε». (…)

Αν κάτι δε μου άρεσε, είναι ίσως οι τελευταίες σελίδες που ο ήρωας προσπαθεί να βάλει σε κάποια τάξη όλα όσα άκουσε από την Κέλλυ, καθώς και να τα αξιολογήσει, κατά πόσο είναι αληθινά δηλαδή όλα αυτά που άκουσε. Προσωπικά θα μου άρεσε να τέλειωνε το βιβλίο εκεί που τέλειωσε και η αφήγηση της Κέλλυς. Συνολικά όμως είναι πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετημένη η πλοκή, οι διάλογοι είναι πολύ αληθινοί και δεν μπορείς να το αφήσεις εύκολα από τα χέρια σου.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία: 7/10

Σημείωση: Για να γράψεις αστυνομικό χρειάζεσαι ένα έγκλημα, αλλά το ανάποδο δεν είναι απαραίτητο. Έτσι η ιστορία είναι μεν νουάρ λόγω ατμόσφαιρας και εγκλήματος, αλλά δεν είναι αστυνομική.

Το ημερολόγιο ενός δειλού – Βασίλης Παπαθεοδώρου

δειλοςΜΕ ρωτάνε συχνά πώς συνδυάζω τα αστυνομικά με τα παιδικά βιβλία, τις δύο δηλαδή διακριτές κατηγορίες βιβλίων που έχω στο blog. Η απάντηση είναι απλή: Τα αστυνομικά τα διαβάζω επειδή μου αρέσουν, ενώ τα παιδικά τα διαβάζω γιατί αρέσουν στα παιδιά μου και επειδή όσο είναι μικρά οφείλω να επιλέγω τα αναγνώσματά τους, διαβάζω παιδικά για να ξέρω ποια να τους προτείνω.

Στα βιβλία για πιο μικρά παιδιά, κυρίως με ενδιαφέρουν ιστορίες ευφάνταστες που καταρρίπτουν και λίγο τα στερεότυπα ενώ στα εφηβικά, πάω και ένα βήμα παραπέρα: Ψάχνω βιβλία με τις κατευθύνσεις και τα ερεθίσματα που δίνω κι εγώ στα παιδιά μου. Το ημερολόγιο ενός δειλού -επιπλέον όλων των παραπάνω- κατάφερε να κρατήσει και το ενδιαφέρον μου αμείωτο. Δεν το διάβαζα δηλαδή μόνο για να δω αν μου αρέσει να το διαβάσουν κάποια στιγμή τα παιδιά μου και αν συμφωνώ με αυτά που λέει, αλλά τελικά μου άρεσε και ως ιστορία και ως γραφή και μου κράτησε το ενδιαφέρον έως το τέλος. Κυριολεκτικά ως το τέλος. 😉

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο κεντρικά πρόσωπα σε μια ιστορία bullying, τον Θοδωρή (το θύμα) και τον Νίκο (τον θύτη). Τα δυο παιδιά ήταν συμμαθητές στη Β’ γυμνασίου στην Αθήνα, όπου ο Νίκος και η παρέα του είχαν κάνει τη ζωή του Θοδωρή πολύ δύσκολη. Πέντε χρόνια μετά, τα δύο παιδιά βρίσκονται σε ένα σουπερμάρκετ στην Πάτρα και οι αναμνήσεις ξυπνούν…

(…) Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές τρέχω στις τουαλέτες του ορόφου, στο τέλος σχεδόν του διαδρόμου. Κλειδώνομαι και προσπαθώ ν’ ακούσω αν έχουν κατέβει όλοι. Τότε μόνο αποφασίζω να κατέβω κι εγώ, τουλάχιστον να μη χάσω όλο το διάλειμμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ έχουν πιάσει τα κλάματα εκεί μέσα. Όταν είμαι πολύ φορτισμένος από κάτι που συνέβη στην τάξη, μια προσβολή, ένα πείραγμα μπροστά σε άλλους, μια γόμα που θα με πετύχει στο κεφάλι και θ’ ακούσω γελάκια. Μετά πάω και πλένω το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να μη δείχνω κλαμένος. Άλλες φορές κρατάω την αναπνοή μου, αν τυχόν μπουν κάποια άλλα άτομα στις τουαλέτες. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο αθόρυβος γίνεται μέχρι να σιγουρευτώ πως δεν είναι αυτοί. Τότε μόνο θα τολμήσω να ξεκλειδώσω και να βγω. Αυτό που συνέβη όμως προχτές είναι κάτι που δε θα ξεχάσω, που με φοβίζει για μέρες ακόμα. (…)

Το μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως η ιστορία είναι γραμμένη σε α’ πρόσωπο και μιλάνε εναλλάξ και ο Θοδωρής και ο Νίκος. Εκτός από τη συνηθισμένη σκοπιά του θύματος δηλαδή, έχουμε πλέον και το πώς νιώθει για όλα αυτά και ο θύτης. Η συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει στο μυαλό του θύτη είναι τραγική και δυστυχώς αληθινή: Όσο το θύμα bullying αναλώνεται στο τι έπαθε ή τι άλλο μπορεί να πάθει στο μέλλον από τον θύτη, άλλο τόσο ο θύτης δεν ασχολείται με το θύμα. Ο Θοδωρής όλη μέρα ασχολείται με το τι του έκανε ο Νίκος και πώς θα τον αποφύγει, ενώ ο Νίκος δεν αναφέρει καθόλου το όνομα του Θοδωρή. Ο Θοδωρής τρέμει τη στιγμή που θα συναντήσει το Νίκο και ο Νίκος δεν ανατρέχει σε κανένα από τα σκηνικά τα οποία στιγματίζουν τον Θοδωρή. Οι καθοριστικές στιγμές στη ζωή μας λοιπόν, αφορούν συνήθως μόνο τη δική μας ζωή. Για τους άλλους οι ίδιες στιγμές μπορεί να είναι από αδιάφορες έως απλώς μια καθημερινότητα, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το bullying. Ενδιαφέρον επίσης έχουν και οι συμμαθητές, οι δεύτεροι ρόλοι, που άλλοι συμμετέχουν απρόθυμα στα βασανιστήρια -aka πλάκες– και άλλοι απλώς δεν κάνουν τίποτα και αισθάνονται εντάξει με τον εαυτό τους, ρόλοι που όλοι έχουμε δει ή ακόμη και έχουμε παίξει στο παρελθόν.

(…) Χα, χα,ναι, όντως είμαι κωλόπαιδο, αλλά αρέσω τι να κάνω; Ειδικά τα κορίτσια θέλουν τον άλλον να είναι κωλόπαιδο. Να σου μιλάνε και να τις φτύνεις, κι αν τελικά τους πεις κι  ένα «γεια», να νομίζουν πως σου έχουν την υποχρέωση. Σου λένε, δεν μπορεί, αυτό το κωλόπαιδο θα έχει φοβερή ψυχή, οι καταστάσεις τον έκαναν έτσι. Και θέλουν ν’ αποδείξουν ότι είσαι καρδούλα κατά βάθος. Και προσπαθούν να σε αλλάξουν, να σου βγάλουν, και καλά, τον καλύτερό σου εαυτό. Παπάρια. Καταρχάς τον ρώτησαν τον άλλον αν θέλει ν’ αλλάξει; Και γιατί δηλαδή να μην τις αλλάξει αυτός; Και άντε και καταφέρνουν με τα πολλά να τον αλλάξουν – τον κάνουν δηλαδή σκατά σαν τις μούρες τους· μετά τον κλάνουν ψάχνοντας για το επόμενο θύμα. Τις ξέρω καλά αυτές, ψέμα και μόνο ψέμα θέλουν. (…)

Για το bullying έχουν γραφτεί εκτός από βιβλία και αρκετά άρθρα. Πριν μερικούς μήνες είχα γράψει κι εγώ ένα σχετικό άρθρο σε αυτό εδώ το blog, με αφορμή κάποια γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο του γιου μου, τα οποία μου θύμισαν τα δικά μου σχολικά χρόνια. Το άρθρο το διάβασαν οι γονείς και η αδελφή μου και με ρώτησαν ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ; Γιατί δεν τους είπα τίποτα τότε; Γιατί το έκρυψα τόσα χρόνια; Δεν έχω κάποια καλή απάντηση. Ίσως γιατί ντρεπόμουνα; Ντρεπόμουνα πως ήμουν κάποιος που αφήνω να με κοροϊδεύουν και να με χτυπούν; Ίσως γιατί φοβόμουν μην το μάθει ο κόσμος; Το συζητήσουν με φίλους ή συγγενείς και βγει παραέξω; Δεν ξέρω. Γεγονός είναι πως αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και στα πιο πολλά παιδιά-θύματα, όπως και στον Θοδωρή της ιστορίας μας. Τα παιδιά συνήθως δε μιλούν, σημάδια όμως πάντα υπάρχουν, αρκεί λοιπόν να «ανοίξουμε τα μάτια» μας εμείς οι γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και να τα δούμε.

Παιδιά να το διαβάσετε και αμέσως μετά να το δώσετε και στους γονείς σας. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! – Βασίλης Παπαθεοδώρου

nai_virginia_yparxei_agios_vasilisΠΡΙΝ κανένα μήνα είχα πάει σε μια εκδήλωση σε ένα βιβλιοπωλείο και κάθισα σε ένα τραπεζάκι πίσω-πίσω μαζί με κάποιους φίλους. Λίγο αργότερα έρχεται ένας χαμογελαστός ψαρομάλλης που κάτι μου θύμιζε το πρόσωπό του και κάθισε μαζί μας. «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» τον ρώτησε κάποιος; «Όχι», απάντησε ο Βασίλης. «Γεια σου Δώρο, είμαι ο Βασίλης», μου είπε και μου έδωσε το χέρι. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, ο Βασίλης των βραβείων, κοινώς, ο συγγραφέας που μάλλον έχει πιο πολλά βραβεία παρά εκδόσεις! Εκείνη την ώρα, ένας φίλος που είχε σηκωθεί να παραγγείλει κάτι, έρχεται στο τραπέζι να κάτσει και βλέποντας το Βασίλη αφού τον χαιρέτησε, τον ρωτάει «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» Γελάμε και οι δύο και πριν προλάβουμε να εξηγήσουμε, καταφθάνει άλλη μια φίλη στο τραπέζι. Φιλιόμαστε, χαιρετάει όλο τον κόσμο και ξαφνικά γυρνάει προς τον Βασίλη και τον ρωτάει, «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» 🙂

Αυτή η… επιμονή στη γνωριμία μας  νομίζω πως μας επηρέασε καταλυτικά και τους δυο και έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα καταφέραμε με τον Βασίλη όχι μόνο να ανταλλάξουμε κάποια μηνύματα, αλλά και να μάθουμε ουσιαστικά πράγματα ο ένας για τον άλλο, αφού να φανταστείτε μέχρι και σε εφιάλτη κατόρθωσα να τον δω αλλά αυτό θα σας το πω σε άλλο ποστ. Σε αυτό θα σας μιλήσω για ένα από τα βιβλία του που κάπως μας αφορά εμάς τους δύο. Ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τον Βασίλη και τον Δώρο, ή αν θέλετε τον Αϊ-Βασίλη και το δώρο που έχει για κάθε παιδί.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το βιβλίο μας λέει την ιστορία της Βιρτζίνια Ο’ Χάνλον από τη Νέα Υόρκη όπου το 1897 και σε ηλικία οκτώ χρονών, αποφασίζει να στείλει ένα γράμμα στην εφημερίδα Σαν, την πιο αξιόπιστη της εποχής, ρωτώντας αν υπάρχει Αϊ-Βασίλης. Το δίλημμα για τον αρχισυντάκτη Φράνσις Τσερτς ήταν μεγάλο. Δεν ήθελε ούτε να γράψει κάτι που τυχόν θα μπορούσε να απογοητεύσει χιλιάδες παιδιά, ούτε όμως και να κινδυνεύσει και η αξιοπιστία της εφημερίδας του.

(…) Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! Υπάρχει όπως σίγουρα υπάρχουν η αγάπη, η γενναιοδωρία, η στοργή κι η τρυφερότητα, που ξέρεις ότι σε περιστοιχίζουν και δίνουν στη ζωή σου ομορφιά και χαρά. Αλίμονο! Πόσο ζοφερός θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε ο Αϊ-Βασίλης. Θα ήταν τόσο ζοφερός, όσο αν δεν υπήρχαν Βιρτζίνιες. Γιατί τότε δε θα υπήρχε ούτε κι η αγνή πίστη των παιδιών, η ποίηση, η φαντασία, που κάνουν υποφερτή τη ζωή μας. Δε θα λαμβάναμε χαρά παρά μόνο μέσω των πέντε αισθήσεων. Το φως με το οποίο η παιδικότητα γεμίζει τον κόσμο θα έσβηνε. (…)

Το γράμμα της Βιρτζίνια, όπως και η απάντηση του Τσερτς, βοήθησαν πολλά παιδάκια να καταλάβουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Έτσι και το βιβλίο του Παπαθεοδώρου, το οποίο ουσιαστικά μας εξιστορεί κάποια στιγμιότυπα της ζωής της Βιρτζίνια σε διάφορες παραμονές Χριστουγέννων, αποτελεί ένα δώρο προς τα παιδιά αλλά και προς τους γονείς, γιατί τους θυμίζει πως το μεγαλύτερο δώρο του Αϊ-Βασίλη είναι η πίστη σε κάτι αθώο και αγνό, δηλαδή σε κάτι παιδικό, χωρίς όμως την έννοια της αφέλειας όπως έχουμε καταλήξει εμείς οι μεγάλοι να υπονοούμε. Σε κάθε τέτοιο στιγμιότυπο ο Παπαθεοδώρου διόλου τυχαία επιλέγει να ασχοληθεί με καίρια ζητήματα, που δυστυχώς εκατό χρόνια μετά, είναι ακόμα παρόντα στις μέρες μας. Μιλάει για τον ρατσισμό, τους νταήδες, την φτώχια, την κρίση, τον πόλεμο και μας θυμίζει πως κυρίως στις δύσκολες συνθήκες είναι που οφείλουμε να θωρακίζουμε τα παιδιά μας, να τα βοηθάμε να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να μην ξεχνάμε πως… είναι και πρέπει να παραμείνουν παιδιά.

Κατάλληλο για παιδιά άνω των 8 ετών και για όλους όσους έχουν ξεχάσει την εποχή που πίστευαν στον Αϊ-Βασίλη. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7,5/10

 

Το πρόσωπο και το προσωπείο – Χεσούς Δίας

20150910_133945ΞΕΚΙΝΗΣΑ καπάκι στις διακοπές να διαβάζω άλλο ένα αστυνομικό, αλλά μου έπεσε βαρύ. Ευτυχώς μια μέρα πριν, η Αγγελική είχε τελειώσει το δικό της βιβλίο και έτσι άρχισα να διαβάζω αυτό το μικρό διαμαντάκι.

Βρισκόμαστε στην Κούβα, τη δεκαετία του ’90. Ένας σκηνοθέτης γνωστός ως «Η Αρκούδα» ξεκινάει το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας με πέντε πρωταγωνιστές: τον εαυτό του, τη γυναίκα του Οφηλία και τρεις νέους ηθοποιούς, τον Μάριο, τη Μάιρα και την Άννα. Η ιστορία είναι γραμμένη από πέντε οπτικές γωνίες και ξετυλίγεται μέσα από τον κάθε ήρωα, μιας και ανά μερικές σελίδες αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει. Αυτό πιστεύω πως είναι και το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου, γιατί έτσι ο αναγνώστης ζει την ιστορία, την βιώνει και την κατανοεί πλήρως, χωρίς το τέχνασμα του «παντογνώστη αφηγητή».

(…) Ναι, η εικόνα εκείνη ήταν ένα κόσμημα, η ανάμνησή της μου επέτρεψε να καταπιώ την πικρή σκόνη του χαπιού με τη βεβαιότητα ότι αιτία της κακής μου κατάστασης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο φόβος. Για να τον ξορκίσω, απαρίθμησα τους πέντε μου ήρωες και τα αντίστοιχα ρητά τους, σαν να ήταν τα δάχτυλα του χεριού. Η Ίρις, ο δείκτης, διεκδικώ· η Ελένα, ο μέσος, υπερασπίζω· ο Ορέστης, ο παράμεσος, κρύβω· η Λυδία, το μικρό δάχτυλο, ψάχνω· κι ο Φερνάντο, ένας αντίχειρας με τόσο φόβο για το μέλλον ώστε ήταν ικανός να τους καταλάβει όλους, κατανοώ. Ήταν σαν παραμύθι για ενήλικες, κι εγώ τους είχα στο χέρι, στην παλάμη του οποίου, όταν βγήκα από το νοσοκομείο, υπήρχε διάστικτη η λέξη «αμφιβολία». (…)

Εντυπωσιακός ο τρόπος που μπλέκονται οι ζωές την πρωταγωνιστών με τους ήρωες που ενσαρκώνουν -των πρόσωπων με των προσωπείων- είτε για να μπουν στο πετσί του ρόλου, είτε γιατί θα ήθελαν να μοιάζουν με αυτούς ή και -τις περισσότερες φορές- γιατί έχουν όντως κοινά οι ζωές τους, κάποιες τομές οι οποίες τους δίνουν και την ευκαιρία να δώσουν έτσι την ερμηνεία της ζωής τους. Εκτός από το παραπάνω μπλέξιμο, παράλληλα μπλέκονται και οι ζωές των πέντε ηθοποιών, σε σημείο που πλέον όμως διακινδυνεύεται το αν θα ολοκληρωθεί ποτέ η ίδια η ταινία…

(…) Όταν ακούστηκε το χτύπημα της κλακέτας, ξανάρχισα να περπατάω λέγοντας μέσα μου ότι η Ίρις είχε έρθει να ζητήσει τη συνενοχή του Φερνάντο. Μόνο που κατά βάθος θα ζητούσε κάτι περισσότερο, κάτι που ούτε ο Φερνάντο ούτε ο Θεός μπορούσαν να της δώσουν. Ένα άλλοθι, που θα της επέτρεπε να σβήσει το μερίδιο της ευθύνης της για το θάνατο του Ομάρ. Το έψαχνε απ΄τη στιγμή που έμαθε την τραγωδία από το στόμα της Ελένα, κι όταν δεν το βρήκε, έγινε επιθετική απέναντι στον Ορέστη. Εκείνος είχε κρύψει την αλήθεια από τη μητέρα του, είχε ρίξει στη φωτιά τα ρούχα, τα ενθύμια, τις φωτογραφίες του αδερφού του, θαρρείς κι έτσι θα μπορούσε να κάψει και την ανάμνησή του. (…)

Πάρα πολύ ενδιαφέρον και για τους βιβλιόφιλους αλλά και τους κινηματογραφόφιλους. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!

(…) Η Οφηλία έφταιγε για τα νεύρα μου, με είχε ταπεινώσει. Δεν είχε σημασία, τώρα ήμουν αναγκασμένος ν’ ανακτήσω την ηρεμία μου. Θα ‘ρχόταν η στιγμή να μάθει ότι οι τρόποι εκδίκησης σ’ αυτό τον κόσμο είναι τόσοι πολλοί όσοι και τα πλάνα μιας ταινίας. (…)

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Στο μάτι του ταύρου

ANTONIADIS_MATI TAYROU-exof (Large) (Mobile)Κυκλοφόρησε λοιπόν! Το πρώτο μου βιβλίο είναι γεγονός. Τι άλλο να γράψω; Ό,τι είχα να πω, το έγραψα εκεί! Είμαι χαρούμενος και τραγουδώ μαζί με την Πωλίνα…