Έγκλημα στην Αντίπαρο – Νίκος Φαρούπος

ΠΑΛΙΑ είχα έναν ηθικό κανόνα: Όταν αρχίζω ένα βιβλίο, πρέπει να το τελειώνω. Με τον καιρό όμως -και κυρίως λόγω της μη ύπαρξης χρόνου πλέον- μετά λύπης μου αναγκάστηκα να μην τον τηρώ. Αν το βιβλίο με χαλάσει ή δεν με παρασύρει από τις πρώτες σελίδες, το παρατάω. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Όχι όμως για το συγκεκριμένο.

Ήρωας μας ο αστυνόμος Αντρέας Ρούσσος, ο οποίος μετά από καιρό κατορθώνει να πάει διακοπές στην αγαπημένη του Αντίπαρο. Λαμβάνει όμως ένα τηλεφώνημα από τον προϊστάμενό του το οποίο του ανατρέπει τα δεδομένα. Ενημερώνεται πως
εξαφανίστηκε ο «βασιλιάς του real estate» Κωνσταντίνος Κωστόπουλος. Θεάθηκε να διαπληκτίζεται στο κατάστρωμα του υπερπολυτελούς του γιοτ με έναν άγνωστο άντρα και μετά έπεσε χτυπημένος στην θάλασσα. Έτσι ο Ρούσσος αναλαμβάνει τις έρευνες, με τη βοήθεια και τριών συναδέλφων του από το τοπικό αστυνομικό τμήμα.

(…) Το πανέξυπνο κινητό μου χτύπησε σε στιγμή ακατάλληλη – το κάνει συχνά αυτό. Την ώρα εκείνη την προσοχή μου – όπως και άλλων – είχε τραβήξει ένα όμορφο κατάξανθο ζευγάρι νεαρών Σκανδιναβών, που αντάλλασαν φιλιά με κινηματογραφικό πάθος, περιφρονώντας τα αδιάκριτα ή διακριτικά, πάντως λιγωμένα, βλέμματα των γύρω. Δύο ροζ γλωσσίτσες χόρευαν αισθησιακά ταγκό, περικύκλωναν το έξω ους, έκαναν μια σύντομη στάση στο πτερύγιο, επιδίδονταν στη συνέχεα, σαν μικροσκοπικοί Ινδιάνοι ανιχνευτές, σε γρήγορες εισβολές στον ακουστικό πόρο, μετά αναπηδούσαν ανάμεσα στις λευκές οδοντοστοιχίες σαν ακροβάτες τσίρκου ή περικύκλωναν, απαλά και με χάρη σαν πινέλα ζωγράφων, τα ρόδινα ανοίγματα, ώσπου τέλος τα χείλη βεντούζωναν με αδημονία, σαν μωρά που ήθελαν να βυζάξουν. (…)

Διαβάστε καλά την παραπάνω παράγραφο. Είναι μια ωραία, πολύ περιγραφική παράγραφος. Πραγματικά δημιουργήθηκαν εικόνες στο μυαλό μου. Πού είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι στο ότι είναι στο α’ πρόσωπο. Ένας συγγραφέας με τέτοιες αρετές,  κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γράφει σε γ’ πρόσωπο. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να πειστεί ο αναγνώστης πως ένας αστυνόμος βλέποντας ένα ζευγάρι να φιλιέται, σκέφτηκε όλα αυτά τα πράγματα. Και δυστυχώς αυτό γίνεται συνέχεια στο βιβλίο. Ενώ η ιστορία δείχνει ενδιαφέρουσα, ποτέ δε με άφησε να μπω στο κλίμα, εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Εκτός αυτού, το δεύτερο πράγμα που με έκανε να το αφήσω τελικά, είναι όταν διάβασα ένα ολόκληρο σχεδόν κεφάλαιο (το 4ο) χωρίς καμία φαινομενική τουλάχιστον σχέση με την πλοκή. Δεν ξέρω αν θα έχει μετά -αν και αμφιβάλλω- αλλά σε κάθε περίπτωση, όταν ένας αστυνόμος ήδη έχει αναλάβει μια υπόθεση εξαφάνισης (και μάλλον δολοφονίας), δεν μπορεί να ασχολείται με το ψάρεμα και τα διαφορετικά είδη χταποδιών για τόσες σελίδες! Είναι μια μεγάλη κοιλιά με δόση επίδειξης γνώσεων, εκτός όμως πλοκής και όχι στο πλαίσιο επίλυσης κάποιου γρίφου. Διάβασα μετά ακόμα δύο κεφάλαια, αλλά κάπου εκεί ήταν που το άφησα.

(…) Η ομορφιά είναι η «καλύτερη συστατική επιστολή» και «δώρο θεού», έλεγε ο Αριστοτέλης, ή «φυσική υπεροχή», ισχυριζόταν ο Πλάτων. Ο Καρνεάδης τη θεωρούσε «μοναρχία που δε χρειάζεται σωματοφυλακή», ενώ ο Θεόφραστος διαφωνούσε με όλους, την αποκαλούσε απαξιωτικά «σιωπηλή απάτη», όπως και ο Θεόκριτος «απατηλή λάμψη». Προσωπικά αμφιβάλλω για το αν «θα σώσει τον κόσμο», όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι, ενώ βρίσκομαι πιο κοντά στον Σταντάλ: «Είναι μια υπόσχεση ευτυχίας». Προφανώς εννοούσε για κείνον που μπορεί να τη βλέπει. (…)

Διαβάζω πολύ καλά λόγια για το βιβλίο στο διαδίκτυο και -αν καταλαβαίνω- έχει πάει και πολύ καλά σε πωλήσεις, το οποίο είναι σημαντικό και αξίζει πολλά μπράβο. Προφανώς αυτά τα… “κακά” που γράφω απευθύνονται ίσως στους πιο απαιτητικούς αναγνώστες, αλλά σε κάθε περίπτωση νομίζω πως ένας χαρισματικός συγγραφέας με την ικανότητα να περιγράφει τόσο όμορφα και ρεαλιστικά εικόνες, θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να γράφει στο γ’ πρόσωπο και να μένει μέσα στην πλοκή χωρίς να πλατειάζει, ειδικά όταν γράφει αστυνομικά.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 4/10

To Whom It May Concern: Θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστη και αυτό το blog το έφτιαξα το 2012, πρωτίστως για να γράφω τις σκέψεις μου (που μπορεί να είναι και αρνητικές) για τα βιβλία που διαβάζω, αλλά και για καμιά ιστοριούλα. Δεν έχει αλλάξει κάτι ούτε νιώθω διαφορετικά επειδή εξέδωσα πρόσφατα ένα βιβλίο.

Advertisements

Μοιραία Πράγα – Φίλιπ Κερ

μοιραία πράγαΑΥΤΟ είναι το δεύτερο βιβλίο του Κερ που διαβάζω. Είχα ξεκινήσει με τις Βιολέτες του Μάρτη από την Τριλογία του Βερολίνου, αλλά ομολογώ πως επειδή κατά 99% διαβάζω στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ, κάθε φορά που έλεγα να πιάσω την τριλογία στα χέρια μου, όπως την έβλεπα έτσι ογκώδη και βαριά, την άφηνα και διάλεγα κάτι άλλο. Το περίεργο είναι πως ξέρω πολύ κόσμο που ως επί το πλείστον διαβάζει στο κρεβάτι και ταλαιπωρείται από τα πολύ βαριά βιβλία, οπότε δεν είμαι σίγουρος αν η λογική των εκδοτών και του «εκτυπώνω πιο φτηνά όλα τα βιβλία μαζί» στέκει. Για μένα πάντως υπερισχύει η λογική του «δεν σας αγοράζω πια, τόσο χοντρά που γίνατε».

Ήρωας μας και πάλι ο Μπέρναρντ -ή Μπέρνι- Γκούντερ, αστυνόμος του εγκληματολογικού στο Βερολίνο. Βρισκόμαστε στο 1941. Φθινόπωρο. Ο Γκούντερ μόλις έχει επιστρέψει από τα ανατολικά ξέροντας πως δεν μπορεί πλέον να διαγράψει ή να ξεχάσει όλα όσα έκανε εκεί. Η πορεία του προς την Κόλαση είναι σίγουρη και αδιαπραγμάτευτη. Σε μια υπόθεση δολοφονίας ενός Ολλανδού εργάτη, γνωρίζεται με την Αριάνε, το κορίτσι της γκαρνταρόμπας ενός μπαρ, την οποία και ψιλο-ερωτεύεται. Ξαφνικά ενημερώνεται πως πρέπει να διακόψει τις έρευνες του, γιατί ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, προστάτης του Ράιχ στη Βοημία και Μοραβία, τον καλεί για αδιευκρίνιστο λόγο στο εξοχικό του στην Πράγα. Ο Γκούντερ, μην έχοντας την επιλογή να αρνηθεί την πρόσκληση και την συνύπαρξη του εκεί με αξιωματούχους των Ες Ες και της Γκεστάπο, αποφασίζει να πάρει την Αριάνε κρυφά μαζί του στην Πράγα, για να συναντιόνται όποτε τους δίνεται η ευκαιρία. Ο μυστηριώδης θάνατος όμως του λοχαγού Κούτνερ, τέταρτου υπασπιστή του Χάιντριχ, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού κλειδωμένο από μέσα, αλλάζει όλα τα δεδομένα.

(…) Η έρευνα ενός φόνου το φθινόπωρο του 1941 ήταν σαν να συλλαμβάνεις κάποιον για αλητεία την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Έκανα όμως ό,τι με διέταξαν και άρχισα να προχωρώ στις αναγκαίες κινήσεις που θα έκανε ένας σωστός αστυνομικός. Τι επιλογή είχα εξάλλου; Εκτός των άλλων έτσι κρατούσα το μυαλό μου μακριά απ’ όσα γίνονταν αλλού, στα ανατολικά. Πάνω απ’ όλα κρατούσα το μυαλό μου απασχολημένο και δεν είχα την αίσθηση, που μεγάλωνε συνεχώς, ότι βρίσκομαι στο χειρότερο μέρος του πλανήτη μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω τελικά ότι το χειρότερο μέρος του πλανήτη βρίσκεται μέσα μου. (…)

Όλοι οι αξιωματούχοι των ναζί που βρίσκονται εκεί μαζί του είναι ύποπτοι. Ο Γκούντερ παίρνει το «οκέι» του Χάιντριχ και ξεκινάει τις ανακρίσεις. Οι δολοφόνοι χιλιάδων αθώων, πρέπει τώρα να βρουν άλλοθι για το φόνο ενός συναδέλφου τους. Στην πορεία των ερευνών αντιλαμβάνεται τον πραγματικό λόγο που τον κάλεσε εκεί ο Χάιντριχ και καταλαβαίνει πως τα πράγματα ίσως να είναι λίγο διαφορετικά απ’ ότι φαίνονταν στην αρχή.

(…) Ένα μεγάλο μέρος από τη δουλειά της αστυνομίας είναι η αστυνομία σε αδράνεια, η αστυνομία σε αμηχανία, η αστυνομία στο πρωινό, στο μεσημεριανό, στον καφέ – αν υπάρχει καφές – και πάντοτε η αστυνομία που κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, εφόσον υπάρχει παράθυρο. Και όλα συνοψίζονται στο ίδιο πράγμα: ότι το να είσαι επιθεωρητής έχει κυρίως να κάνει με τη συναλλαγή, την πλήξη και την τεράστια απογοήτευση του να γνωρίζεις πως ποτέ δεν είναι έτσι στα βιβλία και στο σινεμά. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν προτού συμβεί κάτι άλλο. Μερικές φορές είναι άλλα εγκλήματα. Και κάποιες φορές είναι δύσκολο να διακρίνεις τη διαφορά – για παράδειγμα όταν περνάει ένας καινούργιος νόμος ή όταν προάγεται ένας αστυνομικός. Αυτό είναι νομομάθεια με το στιλ των ναζί. (…)

Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου της εποχής. Όλοι σχεδόν οι ήρωες είναι υπαρκτά πρόσωπα. Διπλοί πράκτορες, η αντιστασιακή ομάδα «Τρεις Μάγοι», ο προδότης Χ που δίνει πληροφορίες στους βρετανούς. Και μέσα σε όλα αυτά, οι εξιστορήσεις των ναζί για τις… μετεγκαταστάσεις των εβραίων και για την ανάγκη καθαρότητας της άριας φυλής.

(…) Ο Χάιντριχ συνοφρυώθηκε.

«Αυτό είναι όλο;»

Με μεγάλη μου ευχαρίστηση είδα πως το είπε σαν να είχε απογοητευτεί.

«Τι άλλο μπορεί να είναι; Εμένα δεν μου αρέσουν τα σταυρόλεξα, στρατηγέ. Ούτε τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Εδώ που τα λέμε, δεν τα αντέχω καν. Εγώ… εγώ είμαι ένας απλός αστυνομικός της παλιάς σχολής. Και με περιγράψατε σχετικά εύστοχα λίγο νωρίτερα, όταν είπατε ότι είμαι εκνευριστικά επίμονος. Δεν έχω το δυνατό μυαλό που νομίσατε ότι έχω. Στην εποχή αυτή δεν θα ήξερα τι να το κάνω. Βλέπετε, κύριε, οι περισσότερες δολοφονίες δεν είναι ιδιαίτερα μυστηριώδεις. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι. Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία εξιχνίασης των εγκλημάτων. Δεν υπάρχουν μεγαλειώδεις σκηνές αποκάλυψης. Μόνο μικρά στοιχεία. Κι εδώ είναι που μπαίνω εγώ στη μέση. Πράγματι αν η δουλειά ενός αστυνόμου ήταν τόσο δύσκολη όσο φαίνεται στα βιβλία, τότε δεν θα άφηναν τους αστυνόμους να την κάνουν». (…)

Μου άρεσε περισσότερο από τις Βιολέτες του Μάρτη. Μπήκα πιο γρήγορα στο κλίμα και δεν βγήκα ούτε στιγμή. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι καθηλωτικό. Εξαιρετικός ο κεντρικός ήρωας, απαραίτητο συστατικό σε ένα επιτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 7,5/10

Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές – Πάνος Χριστοδούλου

ο ναβίντΕΙΧΑΜΕ πάει σε μια φίλη τις προάλλες για να παίξουν τα παιδιά μας. Ο μικρός της ο γιος είχε παλιότερα μαθησιακές δυσκολίες, δεν συγκεντρωνόταν εύκολα ή κολλούσε για πολλή ώρα σε μια στιγμή. Πλέον είναι ένα παιδί που δεν καταλαβαίνεις πως είχε ποτέ οποιοδήποτε θέμα. Θυμάται η φίλη μου πως όταν είχαν πρωτοπάει οικογενειακά στο εργοθεραπευτικό κέντρο, τους είχε φανεί απλή και κοινότυπη η μέθοδος που ακολουθούσαν, χρησιμοποιώντας παιχνίδια που παρόμοια έπαιζαν και οι ίδιοι στο σπίτι μαζί του. Για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό παιχνίδι ήταν όταν έβαζαν τον μικρό να ψαρέψει μαγνητικά ψαράκια μέσα από μια τρυπούλα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα. Είχαν αγχωθεί με την πρόοδο του μικρού. Είχαν αμφιβολίες και σκέφτονταν μήπως πάνε στράφι τα λεφτά και ο χρόνος τους.

Πήγε μια μέρα η φίλη μου και ρώτησε λοιπόν: «Μα καλά, αυτό τώρα το παιχνίδι με το ψάρεμα, είναι κάτι που έχει νόημα ή απλώς παίζει το παιδί;». Η απάντηση της εργοθεραπεύτριας ήταν αποστομωτική: «Ξέρετε πόσα πράγματα δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή; Ο γιος σας πρέπει να συγκεντρωθεί και με τα τρία του δάχτυλα να πιάσει το καλαμάκι, να το καθοδηγήσει μέσα από την τρυπούλα, να μαγνητίσει το ψαράκι και μετά να το φέρει στην επιφάνεια χωρίς να το ρίξει χτυπώντας το κάπου. Κάνει τρομερή δουλειά τώρα ο γιος σας». Και όντως έκανε! Παίζοντας απλά παιχνίδια, πράγματα που εκ πρώτης δεν φαίνονταν κάτι το ιδιαίτερο, ο μικρός κατάφερε να καταπολεμήσει 100% όλες του τις δυσκολίες.

Έτσι και με το βιβλίο του Χριστοδούλου. Ο συγγραφέας δεν έγραψε ένα αριστούργημα παιδικής λογοτεχνίας. Όμως, με έναν τρόπο κοινό και μέσα από γεγονότα που παρόμοια τους έχουν ζήσει αρκετά παιδάκια στα σχολεία τους, προσπάθησε να περάσει το μήνυμα του. Εμπνεύστηκε από αληθινές ιστορίες που άκουσε στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και μας είπε την ιστορία του Ναβίντ, μέσα από τις εκθέσεις του Άλκη, ενός τεμπελάκου μαθητή πέμπτης δημοτικού, που το μόνο μάθημα που του αρέσει είναι η έκθεση, γιατί μπορεί να γράφει ότι του έρχεται στο κεφάλι.

(…) Γι’ αυτό κι εγώ θα γίνω καλός άνθρωπος και θα αγωνιστώ για έναν καλό κόσμο, αλλά θα συνεχίσω να προσεύχομαι για τον πατέρα του Ναβίντ και για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ποτέ δεν ξέρεις…(…)

Διαβάζοντας λοιπόν ο γιος μου σε μερικά χρόνια το βιβλίο αυτό, είμαι σίγουρος πως χωρίς να το καταλάβει θα έρθει πιο κοντά στο παιδί που μιλάει σπαστά ελληνικά, είναι λίγο ντροπαλό, ίσως φοβισμένο και συνήθως κάθεται μόνο του. Θα αντιληφθεί πως είναι ένα παιδί από μια χώρα που αγαπά μα μπορεί να τον πλήγωσε, που κι αυτό έχει μαμά και μπαμπά, που έχει όνειρα και φιλοδοξίες και που ίσως η Ελλάδα, δεν τον βοηθάει να τα εκπληρώσει. Είμαι σίγουρος δηλαδή πως θα θέλει να γίνουν φίλοι.

(…) Ο Αλέξανδρος μου είπε ακόμη ότι, όταν προχθές του επιτέθηκαν οι δύο νταήδες, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν ξένοι, γιατί έτσι ξέρει: οι ξένοι είναι εκείνοι που κλέβουν και σκοτώνουν. Και φοβήθηκε! Αλλά φοβήθηκε πιο πολύ, όταν κατάλαβε ότι τελικά οι νταήδες ήταν Έλληνες. Μετά μπήκε στη μέση ο Ναβίντ. Ένας ξένος βοηθούσε έναν Έλληνα που τον λήστευαν δύο άλλοι Έλληνες! Οπότε σκέφτηκε ότι τελικά δεν μπορεί όλοι οι ξένοι να είναι κακοί. (…)

Ο Χριστοδούλου έγραψε ένα βιβλίο για τον ρατσισμό. Για το γεγονός ότι πολλοί από εμάς εκ των προτέρων θεωρούμε τους διαφορετικούς από εμάς κατώτερους και υπεύθυνους για όλα τα κακά. Είμαστε όμως -όπως λέει- όλοι αδέλφια, διαφορετικοί και παράλληλα με τόσα πολλά κοινά. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά ισχύει: Αν θες να πάρεις αγάπη, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δώσεις αγάπη.

(…) Από αυτά που μας είπε ο Ναβίντ καταλάβαμε ότι η χώρα του είναι μακρινή, άγνωστη και διαφορετική από τη δική μας, αλλά οι δύο χώρες έχουν και πολλά κοινά μεταξύ τους. Επίσης, οι άνθρωποι της σε πολλά μοιάζουν με εμάς.

Όταν γύρισα στο σπίτι, τα είπα όλα αυτά στον παππού μου, τον Μιχάλη, και μου είπε αυτός ότι έτσι συμβαίνει παντού, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κάθε χώρα, μου είπε, είναι διαφορετική, γιατί κατοικείται από διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλωστε κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ξεχωριστός. Δεν είμαστε διαφορετικοί μόνο από τους ανθρώπους των άλλων χωρών, αλλά και από τους συμπατριώτες μας. Ακόμη, ούτε με τον αδελφό μας δεν είμαστε ίδιοι. Όμως έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι αδελφός μας. Έτσι, λοιπόν, και με όλους τους ανθρώπους της γης, όσο διαφορετικοί και αν είμαστε, έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι άνθρωποι όπως εμείς, άρα αδέλφια μας. (…)

Ο Χριστοδούλου πέτυχε τον σκοπό του.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 8/10

 

 

Εξηγώντας τα μαθηματικά στις κόρες μου – Ντένι Γκεντζ

εξηγώνταςΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ ο Γκεντζ έγινε πασίγνωστος με το θεώρημα του παπαγάλου, ένα θαυμάσιο μαθηματικό μυθιστόρημα που απευθύνεται κυρίως σε έφηβους. Ενώ λοιπόν σε εκείνο είχε προσπαθήσει να κάνει εμμέσως τα παιδιά-αναγνώστες να αγαπήσουν τα μαθηματικά, εδώ πλέον αποφασίζει μια πιο ευθεία προσέγγιση και με όχημα μια υποτιθέμενη συζήτηση του Ρέι με την κόρη του Λόλα, μας μιλάει γενικά για τα μαθηματικά, ορίζει τις κυριότερες κατευθύνσεις τους, μας μαθαίνει τί είναι το καρούμπαλο των μαθηματικών (!) και μας εξηγεί, γιατί κάποιοι τα φοβόμαστε ενώ κάποιοι άλλοι τα… αγαπάμε 🙂

(…) Άλλο σημαντικό: η «ορατότητα» του τριγώνου! Ένα αυτοκίνητο τρέχει στην ομίχλη, ο οδηγός βλέπει ξαφνικά ένα κόκκινο τρίγωνο στο οδόστρωμα και φρενάρει. Ένα φορτηγό έχει σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Ο οδηγός μόλις απέφυγε το ατύχημα. Τοποθέτησε στο έδαφος ένα τετράγωνο, ένα πεντάγωνο, έναν κύκλο και ένα τρίγωνο και απομακρύνσου. Ποιο απ’ όλα φαίνεται καλύτερα; Για ποιο λόγο η Οδική Ασφάλεια επέλεξε το τρίγωνο ως προειδοποίηση για τον κίνδυνο; Διότι είναι το πιο ευδιάκριτο σχήμα: έχει υποχρεωτικά μια οξεία γωνία, και μια οξεία γωνία σχηματίζει μια «αιχμή». (…)

Καλογραμμένο και αυτό, ίσως όμως κουράσει λίγο τον αναγνώστη που δεν αντέχει καθόλου τα μαθηματικά, ακριβώς λόγω του ότι ξεκινάει από την αρχή μια «μαθηματική» επίθεση. Δεν «κρύβει» κάτι, μιλάει για σαφήνεια, για απόδειξη, για πράγματα που δεν σηκώνουν καμία αμφιβολία. Ή μήπως όχι;

(…) Ούτως ή άλλως, σχεδόν τίποτε δεν είναι αληθές παντού!

–          Και το 2+2=4;

–          Αυτό ισχύει και για το 2+2=4. Στο τριαδικό σύστημα, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γράψουμε 2+2=4. Απλούστατα επειδή το 4 δεν υπάρχει στο τριαδικό σύστημα. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιεί μόνο τρία ψηφία: 0,1 και 2, όπως το δυαδικό χρησιμοποιεί δύο και το δεκαδικό δέκα. Στο τριαδικό 2+2=11! Διότι 2+2=1x3+1, άρα 11. Δεν είναι σαφές; (…)

Οκέι, το παραπάνω το βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον και προκαλώ όλους να μου πουν αν το καταλαβαίνουν, χωρίς κλεψιές από google!

Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το γιατί ο τίτλος μας μιλάει για τις «κόρες» και όχι την «κόρη» του. Στο βιβλίο τουλάχιστον ο ήρωας Ρέι μιλάει με την κόρη του Λόλα. Εκτός αν ο συγγραφέας είχε -λέω είχε επειδή πέθανε δυστυχώς τον Απρίλιο του 2010- κόρες και αφιέρωσε το βιβλίο σε αυτές. Δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα σχετικά, εκτός του ότι και ο πρωτότυπος τίτλος μιλάει για κόρες, οπότε δεν είναι θέμα κακής μετάφρασης.

Τελειώνοντας παραθέτω το παρακάτω, το οποίο για πολλούς από εμάς συνοψίζει κάπως το πως αισθανόμαστε για τα μαθηματικά.

(…) Ένα μεγάλο μέρος της δύναμης των μαθηματικών, αλλά και του ενδιαφέροντος τους, προέρχεται από την ακρίβεια την οποία επιδεικνύουν προκειμένου να ορίσουν τα αντικείμενα, να εδραιώσουν τα αποτελέσματα και να διερευνήσουν τις αποδείξεις που αναπτύσσουν. Αυτή την ακρίβεια, ψυχολογικά, ίσως κάποιοι να μην την αγαπούν.

–          Οπότε;

–          Οπότε δεν θα αγαπήσουν τα μαθηματικά και, βέβαια, δεν θα πεθάνουν απ’ αυτό.

–          Σε τι χρησιμεύουν τα μαθηματικά;

–          Ο έρωτας σε τι χρησιμεύει;

–          Συγκρίνεις τον έρωτα με τα μαθηματικά;

–          Οτιδήποτε σημαντικό πρέπει οπωσδήποτε να «χρησιμεύει»; Τι σημαίνει χρήσιμο;

–          Όμως δεν πηγαίνω στο σχολείο για να μάθω τον έρωτα ή τη φιλία.

–          Αλλά για να μάθεις;

–          Να μάθω, ακριβώς αυτό.

–          Να μάθεις τι;

–          Ό,τι πρόκειται να μου χρησιμεύσει.

–          Και τι πρόκειται να σου χρησιμεύσει;

–          Αυτό οφείλεις να το ξέρεις εσύ.

–          Εσύ όμως τι θα ήθελες να μάθεις, να γνωρίσεις, να κατά-νοήσεις;

–          Θα το σκεφτώ, είπε χαμηλόφωνα η Λόλα. (…)

Παραφράζοντας λοιπόν τον τίτλο της ταινιάρας με την Φράνκα Ποτέντε, θα φώναζα στη Λόλα: Λόλα, σταμάτα για λίγο να τρέχεις και σκέψου! Σκέψου Λόλα, σκέψου! 🙂

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 7/10

 

 

 

 

Η Τριλογία του Βερολίνου – Οι Βιολέτες του Μάρτη – Φίλιπ Κερ

τριλογία του βερολίνουΔΕΝ είχα ξαναδιαβάσει Φίλιπ Κερ. Μου είχε μιλήσει ο Νίκος γι’ αυτόν, διαβάζοντας τις κριτικές μου για τους σκανδιναβούς. Μου είχε πει συγκεκριμένα «Φτάνει με τους Βόρειους Ευρωπαίους εκτός και εάν πρόκειται για την Σάρα Λουντ…», προφανώς για να με πειράξει, μιας και η Δανή ηρωίδα Σάρα, παίρνει σάρκα και οστά από το χέρι Άγγλου συγγραφέα, του Χιούζον*. Στην κουβέντα που κάναμε μετά το σχόλιο του αυτό, προέκυψε και ο Κερ με την τριλογία του. Τα Χριστούγεννα λοιπόν τυχαία η Χαρά μου χάρισε τη Μοιραία Πράγα και σκέφτηκα πως επιτέλους θα διάβαζα κάτι από Κερ. Το αναφέρω όμως τυχαία στο Νίκο και μου απαντάει πως δε γίνεται να ξεκινήσω από το τέλος. Κάθε βιβλίο στη σειρά του. Και έτσι, τί να κάνω; Αναγκάστηκα και ρώτησα τη Χαρά, μήπως και κατά τύχη είχε την τριλογία.

Ω ναι, την είχε! 🙂

οι βιολέτες του ΜάρτηΣήμερα θα σας μιλήσω για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, τις Βιολέτες του Μάρτη. Έτσι λοιπόν ονόμαζαν οι βετεράνοι του κόμματος των Ναζί –οι Alter Kämpfer- όλα τα νέα μέλη, τα μέλη δηλαδή που μπήκαν στο κόμμα από τις 24 Μαρτίου 1933 και μετά, αφότου παραχωρήθηκε στον Χίτλερ όλη η νομοθετική εξουσία από το Ράιχσταγκ και άρχισε η περίοδος που είναι περισσότερο γνωστή ως «Τρίτο Ράιχ». Οι Βιολέτες του Μάρτη -ή αλλιώς Märzveilchen- ήταν τα μέλη που δεν πολύ-πίστευαν στις ναζιστικές αρχές αλλά μπήκαν στο κόμμα όταν ήταν σίγουροι πως θα κυβερνούσε και θέλησαν να επωφεληθούν, μα κυρίως να μην… κακοπέσουν.

(…) Το κυριότερο χαρακτηριστικό της ζωής υπό το καθεστώς του εθνικοσοσιαλισμού είναι η διαφθορά – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η κυβέρνηση έδωσε στοιχεία σχετικά με τη διαφθορά που επικρατούσε σε διάφορα πολιτικά κόμματα την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τη διαφθορά που επικρατεί σήμερα(…)

Βρισκόμαστε στο Ναζιστικό Βερολίνο το 1936, λίγες μέρες πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ήρωας μας ο Μπέρνι Γκούντερ, πρώην αστυνομικός που πλέον εργάζεται ως ιδιωτικός ερευνητής (και όχι ντετέκτιβ όπως διορθώνει και ο ίδιος τους συνομιλητές του!). Ο εκατομμυριούχος Χέρμαν Σιξ τον προσλαμβάνει για να βρει ένα διαμαντένιο κολιέ που του ανήκει και που κλάπηκε από το χρηματοκιβώτιο της κόρης του Γκρέτε, όταν βρέθηκαν η ίδια και ο σύζυγος της Πολ Πφαρ, απανθρακωμένοι.

(…) «Σας ευχαριστώ», είπε με γουργουριστική φωνή. Ακουγόταν ειλικρινά κολακευμένη. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν μπορείς ποτέ να κολακεύσεις αρκετά μια γυναίκα, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς ποτέ να δώσεις αρκετά μπισκότα σ’ ένα σκύλο. (…)

Ο Γκούντερ δε γουστάρει τους Ναζί και είχε έναν πολύ σημαντικό λόγο να φύγει από την αστυνομία, όταν άρχισαν οι εκκαθαρίσεις των αποκαλούμενων αναξιόπιστων αξιωματικών. Το μόνο που θέλει πλέον είναι να κάνει καλά τη δουλειά του και να βγάλει όσα πιο πολλά χρήματα μπορεί. Γι’ αυτό και δεν αρνείται να αναλάβει παράλληλα μια δεύτερη υπόθεση που προέκυψε ερευνώντας την πρώτη, την εξαφάνιση ενός Πρώσου ατζέντη έργων τέχνης, του Γκέρχαρντ Φον Γκρις, ο οποίος έχει κάποιες επικίνδυνες σχέσεις με ξεχωριστά άτομα του ναζιστικού καθεστώτος.

(…) Απ’ ότι φαίνεται, είχα όρεξη να σκοτώσω. Συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών· ο δολοφόνος προθερμαίνεται για το κύριο έγκλημα με το να βγάζει απ’ τη μέση μερικά αθώα θύματα, όπως κατοικίδια ζώα. (…)

Η όλη ιστορία και πλοκή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έχω μόνο μια βασική ένσταση που δεν είμαι σίγουρος 100% αν είναι θέμα πρωτότυπης γραφής ή μετάφρασης, άλλα τείνω να πιστεύω το πρώτο. Ο Κερ χρησιμοποιεί συνεχώς παρομοιώσεις. Συνεχώς όμως. Το αποτέλεσμα αυτής της υπερβολής ήταν να… γελάω και τελικά να βγαίνω εκτός κλίματος. Δείτε ένα παράδειγμα και θα καταλάβετε:

(…) Η θυρωρός ήταν μια πόρνη τόσο σπασμένη, που λες και την είχαν πετάξει από ψηλά μέσα σε κάποιο λατομείο. Τα μαλλιά της ήταν τόσο φυσικά όσο και το βήμα της χήνας στις ναζιστικές παρελάσεις. Τα χείλη της έμοιαζαν με συνδετήρα και σίγουρα φορούσε γάντι του μποξ την ώρα που τα έβαφε με το κατακκόκινο κραγιόν, ενώ τα στήθη της θύμιζαν ζευγάρι άλογα ζεμένα σε κάρο στο τέλος μιας κοπιαστικής μέρας. Μπορεί να είχε ακόμα πελάτες, αλλά ήταν πιθανότερο να δω Εβραίο στην ουρά κρεοπωλείου, να περιμένει να αγοράσει χοιρινό. (…)

Οκ, καταλάβαμε, ήταν μια γριά πουτάνα. 😉

Εγώ πάντως θα κρατήσω το παρακάτω ως συμβουλή, δεχόμενος εξ ορισμού πως ένα στυλό είναι σίγουρα πιο επικίνδυνο από ένα αναψυκτικό…

(…) Συμφωνίες γίνονται μόνο με άτομα που, όταν σε συναντούν, το πιο επικίνδυνο πράγμα που κρατούν στο χέρι τους είναι ένα αναψυκτικό. (…)

 Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 6,5/10 (Αν δεν είχε όλες αυτές τις παρομοιώσεις, θα του έβαζα σίγουρα καλύτερη βαθμολογία).

* Updated: Ο Νίκος με ενημέρωσε πως ο Χιούζον έγραψε το βιβλίο μετά τη σειρά, της οποίας το σενάριο είχε γράψει ο Δανός Søren Sveistrup