Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

Advertisements

Το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου – Γκαστόν Λερού

kitrino domatioΕΙΧΑ διαβάσει αρκετά για το συγκεκριμένο βιβλίο. Άλλωστε ο Λερού έγραψε και το περιβόητο Φάντασμα της Όπερας, οπότε περίμενα πολλά. Ίσως τελικά, πάρα πολλά 😉

Ο καθηγητής Στάνγκερσον και η κόρη του είχαν μόλις ολοκληρώσει μια δύσκολη μέρα επιστημονικών πειραμάτων στον τομέα της Ραδιολογίας, γύρω από τη θεωρία του καθηγητή για τη Διάσπαση της Ύλης, μια θεωρία που θα γκρέμιζε τα θεμέλια της κρατούσας επιστήμης. Η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της όταν ξαφνικά άρχισαν να ακούγονται από μέσα κραυγές, ήχοι πάλης και πυροβολισμοί. Η πόρτα του δωματίου της ήταν κλειδωμένη και έτσι ο πατέρας της και ένας υπηρέτης δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Όταν με πολύ κόπο τελικά τα κατάφεραν, βρήκαν την κόρη του καθηγητή πεσμένη στο πάτωμα σοβαρά τραυματισμένη. Κανείς άλλος δεν ήταν στο δωμάτιο, καμία άλλη έξοδος δεν υπήρχε και το μόνο παράθυρο του δωματίου ήταν ασφαλισμένο από μέσα.

Το βιβλίο ξεκινάει με τον Σενκλέρ ένα νεαρό δικηγόρο, ο οποίος με αφορμή την επίλυση του μυστηρίου του κίτρινου δωματίου, αποφασίζει να μας μιλήσει για τον φίλο του, Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, έναν δημοσιογράφο μόλις δεκαοκτώ χρονών, ο οποίος και έλυσε τον γρίφο. Η εξιστόρηση ουσιαστικά ξεκινά από τη μέρα που ο Ρουλεταμπίλ μπαίνει στο δωμάτιο του Σενκλέρ με την εφημερίδα που έγραφε για το έγκλημα στα χέρια και του ζήτησε να πάνε μαζί στο Σατό ντι Γκλαντιέ, στον Πύργο του καθηγητή Στάνγκερσον, να δουν από κοντά το Κίτρινο Δωμάτιο…

(…) «Πρέπει να κάνουμε μια βόλτα», είπε ο Ρουλεταμπίλ, «για να καταλάβεις καλύτερα τι συνέβη. Πιστεύω πως έχω ανακαλύψει αυτό που όλοι ψάχνουν: τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης δραπέτευσε από το Κίτρινο Δωμάτιο  δίχως συνεργό και δίχως τη βοήθεια της δεσποινίδας Στάγκερσον. Όσο όμως δεν είμαι βέβαιος για την ταυτότητα του επίδοξου δολοφόνου, δεν μπορώ να αποκαλύψω τη θεωρία που επεξεργάζομαι. Μπορώ μονάχα να πω ότι πιστεύω ότι είναι και σωστή και αρκετά απλή… Όσο  για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτό το μέρος πριν από τρεις νύχτες, όπως προείπα, οφείλω να τονίσω καταρχάς ότι με απασχολούσε επί ένα μερόνυχτο. Ξεπερνά κάθε φαντασία. Και η θεωρία στην οποία κατέληξα για το περιστατικό είναι τόσο παράλογη, που θα προτιμούσα το γεγονός να μείνει ανεξήγητο». (…)

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, απλώς το βρήκα ελαφρώς ξεπερασμένο, όπως μου συνέβηκε και πρόσφατα όταν πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι. Δύσκολα μπορεί -πλέον- να σταθεί ως βιβλίο αναφοράς.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6/10

 

Το Κάστρο – Βαγγέλης Γιαννίσης

to_kastroΠΡΙΝ λίγες μέρες έγινε η κεντρική παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Γιαννίση, όπου είχα τη χαρά να γνωρίσω επιτέλους τον συγγραφέα από κοντά, μιας και μέχρι τότε είχαμε μόνο ανταλλάξει μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πήρα το βιβλίο, αλλά δεν ξεκίνησα να το διαβάζω, μέχρις ότου ένα απόγευμα λαμβάνω ένα μήνυμα από τον Γιαννίση πως θέλει να μιλήσω για το βιβλίο του σε μια ερχόμενη παρουσίαση. Αγχώθηκα. Δεν το είχα ξανακάνει και σίγουρα υπήρχε μια πρόκληση. Αλλά η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν το αν το βιβλίο θα είναι όντως καλό, γιατί αν όχι, δε θα μπορούσα να πω καλά λόγια. Του απαντώ να μου δώσει μια μέρα χρόνο να το σκεφτώ. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να σκεφτώ. Να προλάβω να διαβάσω ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ήθελα. Έκατσα λοιπόν το βράδυ να το διαβάσω και τελικά… ζήλεψα. Το επόμενο πρωί του απάντησα με σιγουριά: “Let’s do it!”

(…) Δεν θα πονέσει.

Η αναπνοή του σταμάτησε και η καρδιά του φρέναρε απότομα. Θεέ μου, τι ηρεμία… Κάποιος που πίστευε σε παράξενα φαινόμενα ίσως έλεγε ότι ο χρόνος στον περιορισμένο χώρο του δωματίου είχε σταματήσει. Suspended animation. Η ζωή είχε σταματήσει σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν από τον θάνατό του και θα έμενε έτσι παγωμένη αιώνια. Δεν θα ζούσε, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Αισθάνθηκε την ανάγκη να χαμογελάσει, να πανηγυρίσει γι’ αυτή την ελάχιστη νίκη του, αλλά φοβήθηκε ότι, αν κινηθεί, όλα θα τεθούν ξανά σε λειτουργία.

Δεν θα πονέσει.

Η επαφή της καυτής κάννης με το δέρμα του μετώπου του έκανε τον χρόνο να επιστρέψει στην κανονική ροή του. Σε μια τελευταία στιγμή καθαρής σκέψης, αναρωτήθηκε αν θα καταφέρει να ακούσει τον ήχο του πυροβολισμού, αν η ταχύτητα του ήχου είναι γρηγορότερη από τον θάνατο, και ίσως, εάν είχε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου παραπάνω, να μπορούσε να διακρίνει αν  ο ήχος που άκουσε ήταν ο πυροβολισμός ή κάποιο μηχανάκι που περνούσε απέξω.  Ωστόσο ο χρόνος του είχε  τελειώσει. (…)

Πάμε να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο. Καταρχάς αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Μίσος, τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να το κάνει. Το Κάστρο είναι η συνέχεια, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας που γράφει ο Γιαννίσης και θα άξιζε να έχετε διαβάσει το πρώτο. Τα καλό της υπόθεσης είναι πως δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε αυτό. Δηλαδή κι εγώ που ξέχασα εντελώς την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου με το Κάστρο. Γενική αίσθηση είναι πως αν και μου άρεσε πολύ το Μίσος, το Κάστρο το βάζω ένα σκαλί πιο πάνω. Στο θέμα των χαρακτήρων έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Ενώ πριν δηλαδή, τον Άντερς –τον κεντρικό ήρωα και επιθεωρητή της αστυνομίας- τον γούσταρα σαν χαρακτήρα, σε αυτό το βιβλίο αυτόματα ταυτίστηκα, μπήκα πιο πολύ στο πετσί του. Και οι ιστορίες όμως είναι πιο δεμένες και δεν είναι οι πολλές μικρές που θα μπορούσαν να σε αποπροσανατολίσουν. Υπάρχει η κεντρική ιστορία, αυτή που διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο δηλαδή, κάποιου που μπήκε σε ένα εμπορικό και σκότωσε εφτά άτομα και μετά από λίγες μέρες αυτοκτόνησε, αλλά και μια δεύτερη ιστορία, των εσωτερικών υποθέσεων διαφθοράς της αστυνομίας, η οποία δεν υστερεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος. Συνεχώς πάμε από τη μία ιστορία στην άλλη και βεβαίως στο τέλος ανακαλύπτουμε πώς συνδέονται.

(…) Σε μια επικίνδυνη κατάσταση, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ένας: ο χρόνος. Η εμπειρία του Άντερς τον δίδασκε πως στις περισσότερες περιπτώσεις τα περιθώρια σωτηρίας κυμαίνονται από πέντε μέχρι δέκα δευτερόλεπτα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει μέσα σε αυτό το διάστημα να επεξεργαστεί τα δεδομένα που παίρνει από τις πέντε αισθήσεις του και να δώσει τις κατάλληλες εντολές στους μυς, προκειμένου το σώμα να εκτελέσει τις κινήσεις που θα του επιτρέψουν να βγει από τη δύσκολη θέση. Αν ο χρόνος αντίδρασης είναι λιγότερος από τέσσερα δευτερόλεπτα, υπάρχει σοβαρή ελπίδα – σχεδόν βεβαιότητα. Στο σινεμά, το πρόβλημα της επεξεργασίας των δεκάδων λεπτομερειών έχει λυθεί με την τεχνική του slow motion. Ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή που ο Άντερς άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του Σίμον Λίνκβιστ, ευχήθηκε με κάποιον τρόπο αυτή η τεχνική να ίσχυε και για τη ζωή. Αρχικά άκουσε έναν κρότο, τον οποίο γρήγορα συσχέτισε με το πεσμένο σκαμπό, έπειτα από ένα γρήγορο σκανάρισμα της σκηνής, Έπειτα είδε το σώμα του Λίνκβιστ να κρέμεται από το σκοινί.

Που να πάρει. (…)

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε δύο σημεία που με έκαναν να ζηλέψω τον Γιαννίση. Καταρχάς η γλώσσα του. Είναι η γλώσσα που χαίρομαι να διαβάζω. Απλή και χωρίς επιτήδευση. Ακούγεται ίσως φυσικό και εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο, όμως σας βεβαιώ πως δεν είναι. Πάρα πολλοί συγγραφείς (για παράδειγμα δείτε εδώ) ίσως με το άγχος του να μην επαναλαμβάνονται και θεωρώντας πως έτσι θα καταφέρουν να κερδίσουν τους αναγνώστες τους, αρχίσουν να περιγράφουν σκηνές σαν ιστορίες του Βαρώνου Μυντχάουζεν! Ο Γιαννίσης από την άλλη ξέρει πότε να δώσει έμφαση στην περιγραφή, ακριβώς για να μπούμε στην ιστορία και στον αντίποδα ξέρει πότε να είναι γρήγορος και κοφτός, για να νιώσουμε την ένταση της στιγμής. Δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι οι τεχνικές του. Χρησιμοποιεί βασικά δύο τεχνικές, τη λεγόμενη cliffhanger και τη Show don’t tell. Η πρώτη είναι αυτή η αίσθηση στο τέλος ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου πως ο ήρωας κρέμεται από τον γκρεμό, μην ξέροντας αν θα σωθεί ή όχι. Την χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και μάλιστα δεν συνεχίζει την ιστορία στην αμέσως επόμενη παράγραφο, επίτηδες, για να τον τσιγκλήσει ακόμα περισσότερο. Η δεύτερη τεχνική είναι το να δείχνεις στον αναγνώστη παρά να του λες. Να τον κάνεις να βλέπει εικόνες ή να νιώθει συναισθήματα -όχι σε όλους ίδια!- παρά να του περιγράφεις εσύ τα δικά σου. Για παράδειγμα, άλλο είναι να πεις «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένας πολύ όμορφος ξανθός νέος» και άλλο είναι το «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένα παλικάρι ίδιος ο Μπραντ Πιτ (ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) στα νιάτα του!» Ξέρετε, αυτές και οι δύο δεν είναι τίποτα κρυφές τεχνικές. Όλοι -και αν όχι όλοι, οι πιο πολλοί συγγραφείς- τις γνωρίζουν. Μάλιστα το cliffhanger λέγεται πως το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το θέμα είναι ποιοι μπορούν να τις υλοποιήσουν σε τόσο ψηλό επίπεδο, όσο ο Γιαννίσης.

(…) Οι πνεύμονες του συσπάστηκαν,  οδηγώντας σε έναν επίμονο βήχα. Σε έναν επίπονο βήχα. Αισθάνθηκε το δωμάτιο να αδειάζει από αέρα. Όχι, ο αέρας εξακολουθούσε να γεμίζει τον χώρο· ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να τον αναπνεύσει. Άφησε τον αναπτήρα και το αλουμινόχαρτο να πέσουν στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος, προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Δύο αόρατα χέρια έσφιγγαν με δύναμη τον λαιμό του. Τουνελοειδής όραση. Έπεσε στο πλάι ανοιγοκλείνοντας το στόμα και με το σώμα του να συσπάται, σαν ψάρι στη στεριά. Το οξυγόνο δεν θα έφτανε ποτέ ξανά στο αίμα του Η ζαλάδα γέμιζε ορμητικά το κεφάλι του και το τούνελ άρχισε να κλείνει. Προτού το σκοτάδι τον τυλίξει, κατάφερε να δει για τελευταία φορά ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του στο σακουλάκι. Το σακουλάκι που δεν ήταν ζίπλοκ. Αν και οι Σομαλοί χρησιμοποιούσαν τέτοιου είδους σακουλάκια, έτσι ώστε να μη χάνεται ούτε κόκκος  μεθαμφεταμίνης. Αλλά το μυαλό του, μέσα στην αχλή του επερχόμενου θανάτου, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν όντως είχε αγοράσει τη μεθ σε τέτοιο σακουλάκι ή αν… Αλλά δεν είχε σημασία πια. Δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ ξανά την αγαπημένη του.

Αγαπημένη μου.

Σκοτάδι. (…)

Ο Γιαννίσης έχει ήδη γράψει δύο βιβλία, τελειώνει το τρίτο, είμαι σίγουρος πως σκέφτεται ήδη το τέταρτο, έχει κάνει πάρα πολλές μεταφράσεις και γενικά η ζωή του είναι μέσα στα βιβλία. Όταν λοιπόν μεγαλώσω και φτάσω στην ηλικία του -σε μείον δεκαπέντε χρόνια δηλαδή!- ελπίζω να καταφέρω να γράφω με την ίδια συνέπεια και την ίδια μαεστρία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10

* Να σας πω πως έχει μέσα ένα πολύ δυνατό soundtrack που θα ικανοποιήσει όλα τα γούστα, από Depeche Mode, Bee Gees, Beethoven μέχρι και Belinda Carlisle!

 

 

 

 

 

 

Σκοτεινή Τετάρτη – Νίκι Φρεντς

ΑΡΓΗΣΑ λίγο να ξεκινήσω τη σειρά βιβλίων του ζευγαριού (στη ζωή και τη συγγραφή) Νίκι Φρεντς και όχι μόνο αυτό, την έπιασα και από τη μέση. Ξεκινάω λοιπόν από την Τετάρτη, έχοντας την Πέμπτη στο ράφι να περιμένει και πιθανότατα την Παρασκευή για πιο μετά.

Ηρωίδα μας η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν η οποία έχει μόλις αναρρώσει από την προηγούμενη της περιπέτεια που παραλίγο να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή. Δεν έχει σκοπό να αρχίσει να εργάζεται και πάλι, αλλά χωρίς να το θέλει μπλέκεται ταυτόχρονα σε δύο ιστορίες: Στην εξιχνίαση του φριχτού θανάτου της Ρουθ Λένοξ, νοικοκυράς με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία και μητέρας τριών παιδιών, καθώς και στην αναζήτηση ενός κοριτσιού που είχε αναφέρει μέσω φίλων της μια περίεργη ιστορία σε σχέση με τον πατέρα της που την έβαζε να του κουρεύει τα μαλλιά. Για κάποιο λόγο αυτή η δεύτερη ιστορία την παρασύρει όλο και πιο πολύ σε κάτι άγνωστο απ’ το οποίο όμως δεν μπορεί να κάνει πίσω, παρ’ όλα τα εμπόδια που συναντά.

(…) «Κάνεις ακόμη θεραπεία;»

«Μόνο μερικά τσεκάπ», είπε η Φρίντα. «Από καιρό σε καιρό».

«Ήταν το πιο φριχτό, φριχτό πράγμα», συνέχισε η Ολίβια. «Στην αρχή νόμισα πως θα σε χάναμε. Ξέρεις, πριν από δύο βράδια είδα έναν εφιάλτη πάλι για όλα εκείνα. Ξύπνησα και έκλαιγα. Έκλαιγα στην κυριολεξία».

«Νομίζω ότι είναι χειρότερο για τους άλλους γύρω μου απ’ ό,τι ήταν για μένα».

«Θα πήγαινα στοίχημα πως αυτό δεν μπορεί να ισχύει», είπε η Ολίβια. «Λένε όμως ότι όταν σου συμβαίνουν πράγματα που είναι στ’ αλήθεια φριχτά, τότε παύεις να τα αισθάνεσαι σαν πραγματικά και τα νιώθεις πια σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο».

«Όχι», είπε σιγανά η Φρίντα. «Το ένιωθα σαν κάτι που συνέβαινε σ’ εμένα».  (…)

Ο Κάρλσον, ο ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση της Λένοξ, ζητά τη βοήθεια της Φρίντα, αν και ξέρει πως ακόμη δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Επίσης, του έχει ζητήσει –ή καλύτερα διατάξει!- ο διοικητής του, να συνεργάζεται πλέον με άλλον ψυχολόγο στις αστυνομικές υποθέσεις. Ο Κάρλσον όμως εμπιστεύεται μόνο τη Φρίντα.

(…) Η Φρίντα πήγε και στάθηκε στο παράθυρο που κοιτούσε στον κήπο. Γύρω από το δέντρο με τα φρούτα υπήρχε πλήθος λουλουδιών, και σε ένα κομμάτι που το έλουζε ο ήλιος καθόταν μια γάτα.

«Δεν υπάρχει εδώ μέσα τίποτα που εκείνη να μην ήθελε να δουν οι άλλοι», είπε τελικά.

«Τι εννοείς;»

«Πάντοτε λέω πως κανενός η ζωή δεν θα άντεχε το φως των προβολέων σε κάθε της γωνίτσα».

«Όμως;»

«Όμως, απ’ όλα όσα μου λες και απ όλα όσα είδα και μόνη μου, η δική της ζωή φαίνεται να ήταν απόλυτα έτοιμη για το φως των προβολέων, δεν νομίζεις; Σαν αυτό το σπίτι να ήταν μια σκηνή».

«Μια σκηνή για ποιο πράγμα;»

«Για το ανέβασμα του έργου “πόσο καλή είμαι”».

«Υποτίθεται πως εγώ ήμουν ο κυνικός. Θέλεις να πεις ότι πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο καλός;»

«Είμαι θεραπεύτρια, Κάρλσον. Ασφαλώς και το πιστεύω αυτό. Πού είναι λοιπόν τα μυστικά της Ρουθ Λένοξ;» (…)

Η Φρίντα χωρίς να το επιδιώκει, γνωρίζει αλλά και συνδέεται με τα τρία παιδιά της Λένοξ. Η ανιψιά της είναι φίλη με τον μεγάλο γιο της Λένοξ. Προσπαθεί να τα βοηθήσει, παράλληλα με το να ορθοποδήσει με τη δικιά της ζωή. Ο φίλος της ο Σάντι την περιμένει άλλωστε στην Αμερική. Η Φρίντα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Είναι χαμένη. Αισθάνεται μπουχτισμένη με όλα. Σκέφτεται να χωρίσει με τον Σάντι και να τα παρατήσει όλα. Όμως… αυτή η ιστορία που έμαθε για το κορίτσι που έκοβε τα μαλλιά του πατέρα της, την ενοχλεί. Την ενοχλεί τόσο που την κινητοποιεί και της θυμίζει πως ό,τι και να κάνει, πάνω απ’ όλα η ζωή της είναι αφιερωμένη στο να βοηθάει αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει αυτό το κορίτσι, γιατί καταλαβαίνει πως χρειάζεται τη βοήθεια της.

(…) Στράφηκε μακριά του και τυλίχτηκε ολόκληρη με το σκέπασμα έτσι που δεν μπορούσε πια να δει παρά το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Είδε το στηθόδεσμο της κρεμασμένο στη μια άκρη του κρεβατιού. Τη σκέφτηκε να τον φορά το πρωί της προηγούμενης μέρας και μετά να τον βγάζει το βράδυ που πέρασε. Ένιωσε μια παρόρμηση να χωθεί πάλι στο κρεβάτι και να τραβήξει επάνω του το σκέπασμα και να τα πει όλα στη Σάντρα, να της εξηγήσει τι αισθανόταν, για ποιο λόγο όλο αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους ήταν λάθος, για ποιο λόγο δεν ήταν κατάλληλοι ο ένας για τον άλλο και γιατί εκείνος δεν ήταν κατάλληλος για καμία. Αλλά αυτό δεν θα ήταν δίκαιο για τη Σάντρα. Της είχε ήδη κάνει αρκετά.

Βγήκε έξω, στον ήσυχο δρόμο. Υπήρχε ένα μακρινό βουητό από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, όμως αυτό που κυρίως ακουγόταν ήταν το τραγούδι των πουλιών παντού γύρω του, κι αυτό που έβλεπε ήταν ένας γαλανός ουρανός και η πρώτη λιακάδα της ημέρας. Όλα έμοιαζαν να είναι λάθος. Θα έπρεπε να βρέχει και να κάνει κρύο και ο ουρανός να είναι γκρίζος. (…)

Κλασικό αστυνομικό θρίλερ που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους. Ναι, είναι και αυτό ογκώδες 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία: 7/10

Η Κόκκινη Μαρία – Κυριάκος Αθανασιάδης

κοκκινηΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΣ την περίοδο απεξάρτησης από τα αστυνομικά, έπιασα για δεύτερη φορά στα χέρια μου την Κόκκινη Μαρία. Και λέω δεύτερη, γιατί είχα προσπαθήσει ξανά πριν από μερικούς μήνες, αλλά δεν τα κατάφερα. Η γραφή του δεν μου είχε ταιριάξει καθόλου. Εν τω μεταξύ όμως το διάβασε η Αγγελική αλλά και η Τίνα –αν θυμάμαι καλά- και τους άρεσε πολύ. Όταν σκεφτόμουν τι να διαβάσω μετά τον Χεσούς Δίας, η Αγγελική μου είπε να το δοκιμάσω ξανά και πως θα μου αρέσει. Δυστυχώς με έπεισε…

Είμαι 100% σίγουρος πως κάτι δεν κατάλαβα. Καταρχάς δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβα την ιστορία, αλλά θα προσπαθήσω να σας πω τι κατάλαβα: Ήρωας μας ο Άρης, ένας έφηβος, ο οποίος ενώ είναι στο αυτοκίνητο με τον πατέρα του παραμονές Χριστουγέννων, βλέπει σε κάτι φανάρια ένα κορίτσι –τη Ζένια όπως μαθαίνουμε μετά- και διαισθάνεται πως χρειάζεται να σωθεί. Προσπαθεί να πείσει τον πατέρα του να πάνε και να την πάρουν μαζί στο σπίτι τους –σχεδόν να την απαγάγουν- και μάλιστα γρήγορα, πριν την πάρουν οι κακοί. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το κυνηγητό ανάμεσα στους κατοίκους της Στεριάς και του Νησιού…

(…) «Ζούμε στις στοές», είπε ο Στη Μέση Του Ξέφωτου. «Άλλες είναι παλιές. Άλλες σύγχρονες. Άλλες πολύ παλιές. Και στις αρχαίες κατακόμβες. Και σε όλο το δίκτυο του υπονόμου, αν εξαιρέσεις τα μέρη που είναι πνιγμένα όλο το χρόνο στα νερά. Και σε κομμάτια του Ηλεκτρικού που εγκαταλείφτηκαν. Και σε χώρους του Μετρό που δεν εγκαταλείφτηκαν, που είναι ολοκαίνουριοι. Αλλά δεν μας βλέπει κανείς… Είμαστε από πάντα εδώ. Και θα μείνουμε για πάντα. Κινούμαστε ταχύτατα. Ανεβαίνουμε πάνω, στη Στεριά, για να κλέψουμε. Διασχίζουμε την πόλη υπόγεια, και μπορούμε να βρεθούμε οπουδήποτε, οποτεδήποτε: είμαστε οργανωμένοι. Σπουδάζουμε, διασκεδάζουμε, δουλεύουμε. Είμαστε μέχρι δεκάξι χρονών. Είμαστε όλοι παιδιά. Ναι: παιδιά με πληγές. Είμαστε ένα έθνος φτιαγμένο από όλες τις εθνικότητες. Είμαστε πληγές, κι αυτό εδώ» -έδειξε γύρω του, αλλά ήταν σαν να έδειχνε τα πάντα- «είναι το χάδι μας και τα φιλιά μας. Είμαστε το Νησί». (…)

Η ίδια η ιστορία ίσως δεν έχει τόση σημασία. Προφανώς οι εικόνες και τα συναισθήματα είναι που έκαναν πάρα πολύ κόσμο να αγαπήσει αυτό το βιβλίο. Διαβάζω παντού μόνο καλά λόγια και δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ το ότι δεν αντιλήφθηκα καθόλου ούτε τι λέει, ούτε καν σε ποιους απευθύνεται αυτό το βιβλίο. Θα έλεγα πως απευθύνεται μάλλον σε έφηβους και μάλιστα με ιδιαίτερες ευαισθησίες, αλλά βλέποντας τόσο κόσμο, όλων των ηλικιών να μιλάνε εκθειαστικά, μάλλον και εδώ έκανα λάθος. Ο λόγος που δεν μπόρεσα ποτέ να μπω στο κλίμα, πιθανολογώ πως είναι η χρήση του τρίτου προσώπου. Ενώ δηλαδή χρησιμοποιεί έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο γραφής, με πολλές επαναλήψεις των ίδιων λέξεων, τεράστιες προτάσεις και -σε πολλά σημεία- έναν σχεδόν παιδικό τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, για μένα έπρεπε αυτά να ειπωθούν σε πρώτο πρόσωπο. Δεν μου ταιριάζει καθόλου να διαβάζω ένα παντογνώστη αφηγητή που είναι… παιδί! Αυτό το βιβλίο έπρεπε να γραφτεί σε πρώτο πρόσωπο. Θα απογειωνόταν.

 (…) Έπεσε προς τα πίσω, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του στο πάτωμα μα δεν έδωσε σημασία, άκουσε τον πατέρα του να φωνάζει το όνομά του μα δεν έδωσε σημασία, και γύρισε απότομα και μπουσούλησε σαν μωρό, κι αισθάνθηκε ένα χέρι να του αρπάζει τον ώμο μα του ξεγλίστρησε, και κατάφερε να σηκωθεί στα πόδια του, και μπλέχτηκε σ’ ένα τραπεζάκι με φωτογραφίες, και ξεμπλέχτηκε, και ξανασηκώθηκε, κι έκανε δυο βήματα, κι εκείνο το  χέρι πάλι τον έπιασε από τον ώμο, και το απέφυγε ξανά, και τον έπιασε πάλι, και το ξαναπέφυγε, κι έτρεξε στο χολ, και άρπαξε το μπουφάν του από την κρεμάστρα με το ‘να χέρι και τα παπούτσια του με το άλλο, και άνοιξε την πόρτα και χάθηκε έξω στο κρύο, έξω στην πόλη, έξω, έξω, για να τη βρει. (…)

Είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο, μόλις 180 σελίδες και με αραιή γραφή που διαβάζεται πολύ γρήγορα. Δεν μπορώ προσωπικά να το προτείνω σε κανέναν, αλλά διαβάζοντας και ακούγοντας και δικούς μου ανθρώπους να λένε τόσο καλά λόγια, υποχρεούμαι να του βάλω κακή βαθμολογία μεν, αλλά και παράλληλα να σας ζητήσω διαβάζοντας το να με διαψεύσετε.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 5,5/10

 

Ο Πίτερ Παν πρέπει να πεθάνει – Τζον Βέρντον

Ο πίτερ παν πρέπει να πεθάνειΑΥΤΟ είναι το δεύτερο βιβλίο του Βέρντον που διαβάζω. Το πρώτο μου είχε αρέσει πάρα πολύ, βρήκα τον κεντρικό του γρίφο εξαιρετικό και έτσι με χαρά και ανυπομονησία ξεκίνησα τώρα και αυτό.

Ήρωας μας και πάλι ο συνταξιοδοτημένος πρώην αστυνομικός Ντέιβ Γκάρνεϊ. Ο Τζακ Χάρντγουικ, πρώην πλέον κι αυτός αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, που έχασε τη δουλειά του βοηθώντας τον Γκάρνεϊ σε μια παλαιότερη υπόθεση, ζητάει τώρα τη βοήθεια και την εμπειρία του Γκάρνεϊ, να αποδείξουν μαζί πως άδικα κρίθηκε ένοχη για το φόνο του συζύγου της, η πελάτισσα του, Κέι Σπόλτερ. Ο Γκάρνεϊ στην αρχή έχει τις αμφιβολίες του, αλλά αφού πηγαίνει στη φυλακή για να συνομιλήσει μαζί της, αποφασίζει τελικά να εμπλακεί στην υπόθεση. Ο σύζυγος της Κέι ήταν ο Καρλ Σπόλτερ, ανερχόμενος πολιτικός, ο οποίος δολοφονήθηκε από κάποιον ακροβολιστή, την ώρα της κηδείας της μητέρας του. Όλα τα στοιχεία είναι εναντίον της Κέι, η δημοσίως γνωστή εξωσυζυγική της ζωή, τα μαθήματα σκοποβολής, τα χρήματα που κληρονόμησε. Κι όμως, υπάρχουν πάρα πολλά που δεν «δένουν», σημάδια που αγνοήθηκαν ή παραποιήθηκαν από τον αστυνόμο που ανέλαβε την υπόθεση, τον Μικ Κλέμπερ. Και ο Γκάρνεϊ είναι σίγουρος για την αθωότητα της Κέι. Μένει μόνο να το αποδείξει.

(…) Ο Κόσμος της έννομης τάξης, όπως και η φυλακή, αλλάζει όποιον άνθρωπο περάσει χρόνο στη δουλειά. Αυτό το κάνει καλλιεργώντας κάποια χαρακτηριστικά: το σκεπτικισμό, τον υπολογιστικό νου, τον απομονωτισμό και την τραχύτητα. Τα γνωρίσματα αυτά μπορούν να αναπτυχθούν παράλληλα με τάσεις καλοπροαίρετες ή κακοήθεις, ανάλογα με τον χαρακτήρα του ατόμου – τον θεμελιώδη προσανατολισμό της ψυχής του. Ο ένας μπάτσος μπορεί να καταλήξει πεπειραμένος στους τρόπους της πιάτσας, πιστός στους συναδέλφους του και θαρραλέος αποφασισμένος να κάνει καλά τη δουλειά του ακόμα και κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κι ο άλλος μπορεί να καταλήξει φαρμακερά κυνικός, επικριτικός και απάνθρωπος – αποφασισμένος να εκδικηθεί τον κόσμο για τα προβλήματα που του προξενούσε. Ο Γκάρνεϊ υπέθετε ότι το βλέμμα του Μικ Κλέμπερ καθώς πλησίαζε το παγκάκι, τον τοποθετούσε σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία.  (…)

Οι έρευνες τους οδηγούν στον περιβόητο δολοφόνο Πέτρο Πανίκο, γνωστό και ως Πίτερ Παν. Μαθαίνουν πως ο μικρόσωμος Πίτερ Παν, αναλαμβάνει μόνο δύσκολες και ανέφικτες για άλλους δουλειές, πράγμα που τους δυσκολεύει ως προς τα κίνητρα αυτού που τον έβαλε να το κάνει. Και όσο πιο κοντά πλησιάζουν στην ταυτότητα του, τόσο ο θάνατος τους πλησιάζει. Φριχτά εγκλήματα και δολοφονίες ατόμων που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην υπόθεση, δεν πτοούν τον Γκάρνεϊ, ο οποίος για άλλη μια φορά, όπως του είπε η γυναίκα του Μάντλιν, έλκεται από το μοιραίο.

 (…) «Ρώτησα τον Ντένις γι’ αυτό το πουλί», είπε.

«Ποιο πουλί;»

«Αυτό το παράξενο που ακούμε καμιά φορά όταν σουρουπώνει. Το έχουν ακούσει κι ο Ντένις με την Ντίρντρι, και το τσέκαρε στο Συμβούλιο Προστασίας Ορεινής Πανίδας. Του είπαν ότι είναι ένα σπάνιο είδος περιστεριού που ενδημεί μόνο στη βόρεια Νέα Υόρκη και σε μέρη της Νέας Αγγλίας, και μόνο πάνω από ένα ορισμένο υψόμετρο. Οι αυτόχθονες Αμερικανοί της περιοχής το θεωρούσαν ιερό. Το πνεύμα που Μιλά με τους Νεκρούς, έτσι το έλεγαν. Οι σαμάνοι ερμήνευαν τις κραυγές του. Καμιά φορά ήταν κατηγορίες, κι άλλοτε μηνύματα συγχώρεσης».

Ο Γκάρνεϊ αναρωτήθηκε για το συνειρμό που είχε οδηγήσει τη Μάντλιν στην ιστορία για το πένθιμο περιστέρι. Καμιά φορά ενώ νόμιζε πως είχε αλλάξει θέμα, διαπίστωνε ότι εξακολουθούσε να μιλά για το ίδιο πράγμα. (…)

Αρκετά καλογραμμένο και αυτό το βιβλίο, αλλά όχι τόσο δυνατό όσο το άλλο. Ο Βέρντον ξέρει σίγουρα να γράφει καλά. Οι χαρακτήρες του πάντα είναι ξεκάθαροι, έντονοι και όχι απλώς σκιαγραφημένοι. Διαβάζοντας τους διαλόγους, ξέρεις κάθε φορά ποιος είπε τι, χωρίς τα «είπε ο τάδε». Οι εκφράσεις και το λεξιλόγιο είναι σε κάθε ήρωα διαφορετικά, όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Μου έλειψε πάντως ο ισχυρός γρίφος.

(…) Παρόλο που είχε καταλάβει όσα έβλεπε να συμβαίνουν, ήξερε πως μέρος της αντίληψης αυτής βασιζόταν σε όσα γνώριζε ήδη. Ο Γκάρνεϊ είχε προ πολλού αποδεχτεί μια σημαντική αρχή που αφορούσε τη διαισθητική γνώση: δεν σκεφτόμαστε ό,τι σκεφτόμαστε επειδή βλέπουμε αυτό που βλέπουμε – αλλά βλέπουμε ό,τι βλέπουμε επειδή σκεφτόμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Οι προειλημμένες αντιλήψεις μπορούν εύκολα να υπερκαλύψουν τα οπτικά δεδομένα – ακόμα και να μας κάνουν να βλέπουμε πράγματα που δεν υπάρχουν. (…)

Τέλος, ένα σχόλιο για την μετάφραση του Κορτώ: Στις πρώτες σελίδες, διάβαζα Κορτώ και όχι Βέρντον. Ευτυχώς αυτό κάποια στιγμή ανεπαίσθητα είτε απαλύνθηκε είτε το συνήθισα. Σε κάθε περίπτωση γρήγορα το ξέχασα και ασχολήθηκα με την ίδια την ιστορία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6,5/10

Τομέας Δώδεκα – Γουίλιαμ Ράιαν

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ πως έχει γράψει και άλλα βιβλία ο Ράιαν με ήρωα τον Κόρολεφ τα οποία δεν έχω παρουσιάσει (άρα και δεν έχω διαβάσει) όμως κάτι με τράβηξε σε αυτό. Ίσως το εξώφυλλο ή ο τίτλος. Δεν θυμάμαι. Αυτό που ξέρω είναι πως έψαχνα να διαβάσω κάτι τις γιορτές και μου «έκατσε» το συγκεκριμένο. Μπορεί να ευθύνεται και το έντονο κόκκινο Χριστουγεννιάτικο χρώμα του βιβλίου. Γεγονός είναι πως δεν απογοητεύτηκα. Το αντίθετο μάλιστα.

Βρισκόμαστε στη Μόσχα του Στάλιν, το 1937. Ήρωας μας ο αστυνόμος Κόρολεφ, ο οποίος φιλοξενεί τον δωδεκάχρονο γιό του Γιούρι για μια εβδομάδα. Η πρώην γυναίκα του Ζένια, τον παρακάλεσε να τον κρατήσει λίγο μαζί του, χωρίς να του εξηγεί το λόγο. Κι αυτός το έκανε. Είχε άλλωστε καιρό να τον δει, σχεδόν έναν χρόνο. Ο Κόρολεφ είχε πάρει άδεια, για να μπορέσει να του αφοσιωθεί, αλλά η δολοφονία του καθηγητή Αζάροφ, Διευθυντή του Ινστιτούτου Αζάροφ, του άλλαξε τα σχέδια. Η δολοφονία έγινε στο σπίτι του Αζάροφ, στον Οίκο της Αρχηγίας, τον τόπο κατοικίας στρατηγών, αξιωματούχων και ανώτερων μελών του Κόμματος. Δεν μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση ο οποιοσδήποτε αστυνομικός. Μόνο ο Κόρολεφ. Ευτυχώς θα ήταν μαζί του και η αρχιφύλαξ (sic) Σλίβκα.

(…) Η Σλίβκα ανοιγόκλεισε βιαστικά τα μάτια της μια-δυο φορές και ύστερα έβγαλε ένα τσιγάρο από τη μια της τσέπη και ένα σπίρτο από την άλλη. Έτριψε το σπίρτο στον τοίχο του κτιρίου και άναψε το τσιγάρο της.

«Στην υπόθεση Αζάροφ», είπε με φωνή που ήταν σαν να ανήγγειλε στον κόσμο ότι η μοίρα της ήταν μαύρη και ζοφερή.

«Ακόμα ένας από τους συναδέλφους του καθηγητή κατάφερε να βρεθεί δολοφονημένος. Κι εμείς πρέπει να χειριστούμε δύο έρευνες – και θα δουλεύουμε απευθείας για λογαριασμό της Κρατικής Ασφάλειας».

«Λοιπόν», είπε η Σλίβκα, βγάζοντας από το στόμα της τον καπνό, «η ζωή δεν είναι μόνο περίπατος σε ένα λιβάδι. Κι ακόμα κι αν ήταν, θα έπρεπε να ξέρουμε ότι καμιά φορά υπάρχουν λάσπες που θα τις πατήσουμε και μετά πρέπει να τις προσπεράσουμε».

Κούνησε το κεφάλι της με σημασία, λες κι αυτό που μόλις είπε ήταν αρκετό. Ο Κόρολεφ κατάλαβε ότι ένα διστακτικό χαμόγελο κρεμόταν στην άκρη των χειλιών του την ώρα που έμπαιναν στο κτίριο. Δεν γινόταν να είναι τόσο χάλια τα πράγματα, αφού τώρα θα είχε κοντά του τη Σβίλκα να του φυλάει τα νώτα. (…)

Οι έρευνες προχωρούν με δυσκολία, μιας και κάποιοι από την κρατική ασφάλεια έχουν φροντίσει να «καθαρίσουν» τον χώρο πριν ο Κόρολεφ προλάβει να βρει στοιχεία. Στο ινστιτούτο γίνονταν κάποιες περίεργες έρευνες πάνω σε ανθρώπους και παιδιά, αλλά κανείς δεν ήξερε περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Κόρολεφ ήταν σίγουρος πως ο φόνος σχετιζόταν με τις έρευνες αυτές αλλά ξαφνικά τον ενημερώνουν πως αποσύρεται από την υπόθεση και την αναλαμβάνει η Κρατική Ασφάλεια. Αποφασίζει έτσι ο Κόρολεφ να πάει με τον γιο του στην ντάτσα (το εξοχικό) του φίλου του και διάσημου συγγραφέα Μπάμπελ, μιας και ο τελευταίος θα έλειπε για ένα μήνα στο νότο. Εκεί τον επισκέπτονται δύο τσεκιστές (μέλη της ΝιΚαΒεΝτε, πρόδρομου της ΚαΓκεΜπε) και τον ενημερώνουν πως πρέπει να παρουσιαστεί στα κεντρικά. Πηγαίνοντας στο υπνοδωμάτιο να ενημερώσει τον γιο του σχετικά, αντιλαμβάνεται πως ο μικρός έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Ελπίζοντας πως ο γιος του θα επέστρεφε στο σπίτι του στη Μόσχα, ο Κόρολεφ πηγαίνει στην Ασφάλεια, στον Τομέα Πέντε, όπου ο Συνταγματάρχης Ροντίνοφ τον ενημερώνει πως έγινε ένας ακόμη φόνος, αυτός του αναπληρωτή διευθυντή του Ινστιτούτου Αζάροφ, του καθηγητή Στάνγκε και πως πρέπει να αναλάβει και πάλι την έρευνα για το θάνατο των δύο καθηγητών, με προσωρινή απόσπαση στην ΝιΚαΒεΝτε. Τον ενημερώνει παράλληλα πως την έρευνα πριν την είχε ο συνταγματάρχης Ζάιτσεφ, υπεύθυνος ενός άλλου τομέα της Ασφάλειας, του Τομέα Δώδεκα, ο οποίος εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τις δύο δολοφονίες.

(…) Ο Κόρολεφ αναστέναξε – είχε αποσπαστεί προσωρινά στη ΝιΚαΒεΝτέ, δίχως να του έχουν αφήσει και πολλά περιθώρια επιλογής, και τώρα, σαν να μην του έφταναν όλα αυτά, έκαναν και έρευνες εις βάρος του.

«Νιώθω λες και είμαι μπάλα ποδοσφαίρου που την κλοτσούν εδώ κι εκεί μέσα στο γήπεδο».

Εξαιρετική η παρομοίωση», συμφώνησε ο Ντουμπίνκιν. «Μόνο που η μια ομάδα θέλει να σε ξεφουσκώσει, ενώ η άλλη θέλει να σε κρατήσει μέσα στο παιχνίδι και να σε χρησιμοποιήσει για να πετύχει κάποιο τέρμα. Ποια ομάδα ελπίζεις ότι θα νικήσει;»

«Χριστέ μου», είπε ο Κόρολεφ.

«Άσ’ τον αυτόν, αυτός δεν παίζει. Δεν είναι καν διαιτητής, διαιτητής είναι ο Γιεζόφ. Πρέπει να είμαστε σαφείς – αν δεν έχουμε κάποιο θετικό αποτέλεσμα στις έρευνές μας, τα πράγματα δεν θα πάνε καλά. Ούτε για σένα, ούτε για την αρχιφύλακα Σλίβκα και ενδεχομένως ούτε για μένα. (…)

Ο Κόρολεφ αντιμετωπίζει συνεχώς διλήμματα αλλά ξέρει πως πάνω απ’ όλα είναι πατέρας που έχει ως σκοπό ζωής να προστατέψει το γιο του. Υπό το πρίσμα αυτό, αφήνεται να εκβιαστεί και να αποδεχτεί δεδομένα που ως χαρακτήρας κανονικά δεν θα άντεχε. Τα υπομένει όλα, γιατί έχει έναν και μόνο στόχο. Να βρει τον γιό του ζωντανό και… απείραχτο.

(…) Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε τα παιδιά που έπαιζαν στο μικρό πάρκο, και αμέσως μετά την προσοχή του τράβηξε ο ανελέητος θυμός που είδε να καθρεφτίζεται στο είδωλό του, το οποίο αντικατοπτριζόταν στο τζάμι. Έβγαλε τα τσιγάρα του από την τσέπη του και άναψε ένα σκεπτόμενος την όλη κατάσταση από την αρχή, κι όταν τελείωσε, έσβησε τη γόπα πάνω στο τζάμι και μετά άνοιξε το παράθυρο και την πέταξε έξω. Ήταν κάτι που παρέπεμπε σε άνθρωπο ακαλλιέργητο, σε αγροίκο καλύτερα. Αλλά μόλις είχε διαβάσει τι είχαν σκαρώσει άνθρωποι καλλιεργημένοι στο όνομα της επιστήμης! Ίσως το να είσαι ακαλλιέργητος να μην ήταν και τόσο κακό τελικά, φτάνει να ξέρεις να διακρίνεις το σωστό από το λάθος. Μπορεί αυτό να φαινόταν σαν «ηθική της μπουρζουαζίας» στα μάτια ενός αχρείου όπως ο καθηγητής, αλλά κατά τη γνώμη του Κόρολεφ το να ξέρεις να ξεχωρίζεις το σωστό από το λάθος διέκρινε τους ανθρώπους από τα ζώα. (…)

Πολύ καλή αναπαράσταση της εποχής του τυραννικού καθεστώτος του Στάλιν με εξαιρετική ατμόσφαιρα. Ένα μυθιστόρημα γραμμένο με αφορμή αληθινά πειράματα που έγιναν σε ενήλικες και παιδιά στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του ’30. Γιεζόφ, Μπάμπελ και Καμίνσι είναι υπαρκτά πρόσωπα που δίνουν την απαραίτητη ιστορική αληθοφάνεια. Διαβάστε το!

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10

 

 

Το Στίγμα – Τσέβυ Στίβενς

Το ΣτίγμαΠΑΛΙΑ περίμενα τις διακοπές για να διαβάσω 3-4 βιβλία κολλητά. Να είμαι στην ξαπλώστρα κάτω από την ομπρέλα ή καλύτερα κάτω από κανένα αρμυρίκι και να διαβάζω με τις ώρες. Τα τελευταία χρόνια –μετά τη γέννηση των παιδιών εννοώ- παίρνω μαζί μόνο το βιβλίο που ήδη διαβάζω και αναλόγως άλλο ένα, το οποίο συνήθως δεν τελειώνω καν. Φέτος πήρα ευτυχώς μαζί μου το Στίγμα που ήδη διάβαζα και δυστυχώς και τον εκατοντάχρονο, για τον οποίο θα σας μιλήσω σχετικά σε επόμενο post.

Ηρωίδα μας η Σάρα, μια μαμά στα 33 της, χωρισμένη, με ένα κοριτσάκι 6 χρονών. Μεγάλωσε σε μια θετή οικογένεια με την αγάπη της μάνας και την σκληράδα του πατέρα της και ετοιμάζεται επιτέλους να ξαναφτιάξει τη ζωή της, σχεδιάζοντας τον επικείμενο γάμο της με τον Έβαν, το νέο της σύντροφο. Διαβάζοντας τυχαία ένα άρθρο στο διαδίκτυο σχετικά με υιοθεσίες και αναζήτηση των βιολογικών γονιών, αποφασίζει να ψάξει να βρει τη βιολογική της μητέρα, να μάθει για το παρελθόν της, τις ρίζες της, να προσπαθήσει να καταλάβει γιατί δεν την ήθελε και βεβαίως… ποιος είναι ο πατέρας της.

Όταν τελικά καταφέρνει να την βρει, η μητέρα της τη διώχνει αποφεύγοντας να της πει λεπτομέρειες για το παρελθόν και της λέει να μην την ενοχλήσει πότε ξανά. Μην μπορώντας να εξηγήσει τη συμπεριφορά της ψάχνει να βρει πληροφορίες στο διαδίκτυο, αλλά και εκεί υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία γι’ αυτήν. Αποφασίζει τελικά να βάλει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ να ερευνήσει το θέμα και έτσι μαθαίνει κάτι που θα της αλλάξει όλη τη ζωή και που εξηγεί το γιατί δόθηκε για υιοθεσία: Ο πατέρας της είναι ένας ασύλληπτος κατά συρροή δολοφόνος και η μητέρα της, το μοναδικό επιζών θύμα που κατάφερε να του ξεφύγει, άλλαξε όνομα και κρύφτηκε για να μην μπορέσει ποτέ να την βρει. Η ίδια είναι ένα λάθος, ένα παιδί που δεν έπρεπε να γεννηθεί, το αποτέλεσμα ενός βιασμού.

(…) Συγκρίνω θεωρίες και επιχειρήματα – ψυχοπάθεια, γενετική ανωμαλία, χημική ανισορροπία, δυσλειτουργική παιδική ηλικία; Κρατάω αμέτρητες σελίδες σημειώσεων και όταν τελικά με παίρνει ο ύπνος αποκαμωμένη, βλέπω εφιάλτες με γυναίκες που πηδούν από βατήρες καταδύσεων αλλά πέφτουν πάνω σε οδοστρώματα ή τρέχουν πάνω σε ατελείωτες εκτάσεις διάσπαρτες με σπασμένα γυαλιά. Ακούω τις κραυγές τους. Τις ακούω να ικετεύουν, αλλά ικετεύουν εμένα να σταματήσω να τις κυνηγάω. Στα όνειρα μου, τρέχουν να ξεφύγουν από εμένα. (…)

Αποφασίζει να συζητήσει το θέμα με τον αρραβωνιαστικό της τον Έβαν αλλά και με τη Λόρεν, τη μεγαλύτερη από τις δύο θετές αδελφές της. Στη Μέλανι, την άλλη αδελφή της δε θέλει να πει τίποτα, αλλά ούτε και στους γονείς της. Δεν αισθάνεται έτοιμη, δεν ξέρει πως θα το πάρουν, πως θα αντιδράσουν αν μάθουν πως όχι μόνο αναζήτησε, αλλά έμαθε ποια είναι η πραγματική μητέρα της και –κυρίως!- ο πατέρας της. Κάπως όμως η ιστορία αυτή διαρρέει σε μια τοπική ιστοσελίδα όπου σε ένα άρθρο της αναφέρεται πως βρέθηκε η μόνη επιζώσα του λεγόμενου Δολοφόνου των Κατασκηνώσεων και πως η Σάρα είναι η κόρη της. Η ίδια και η οικογένεια της είναι πλέον σε κίνδυνο. Είναι σίγουρη πως ο πατέρας της θα ψάξει να την βρει.

(…) Αποχαιρετίστηκα με τον Έβαν, μετά έπλυνα το πρόσωπο μου με κρύο νερό και ευχήθηκα να μην παρατηρήσει η Άλι τα πρησμένα μάτια μου. Κούρνιασα μαζί της στο κρεβάτι με τον Μους στα πόδια μας, χάιδεψα τα μαλλιά της και τη γαργάλησα απαλά στην πλάτη. Τότε σκέφτηκα μια άλλη μάνα, κάπου εκεί έξω, που μόλις είχε πληροφορηθεί πως η κόρη της είχε εξαφανιστεί. Αναρωτήθηκα πώς την ηρεμούσε για να τη βάλει για ύπνο όταν ήταν μικρή. Αναρωτήθηκα τι να σκεφτόταν άραγε αυτή η γυναίκα αν ήξερε πως η κόρη της χάθηκε επειδή εγώ είχα το κινητό μου στη δόνηση. (…)

Ένα αστυνομικό θρίλερ γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο, με ένα έξυπνο τέχνασμα που βάζει τη Σάρα να εξιστορεί όλα όσα συμβαίνουν στην ψυχοθεραπεύτρια της. Έχει σαπένς, έχει κλιμάκωση, έχει ανατροπές. Στα αρνητικά θα έβαζα το μέγεθος. Το βρήκα μεγάλο χωρίς λόγο. Νομίζω πως εύκολα έκοβα καμιά εκατοστή σελίδες. Και τέλος έχει το γνωστό –για μένα- θέμα της μετάφρασης του τίτλου. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι Never Knowing. Ποιός ο λόγος να γίνει Το Στίγμα; Γιατί να προϊδεάσει τον αναγνώστη περί του άγχους της ηρωίδας αν έχει το στίγμα του δολοφόνου, όπως ο πατέρας της;

Α, μην ξεχάσω να σας πω! Είναι ίσως η πρώτη φορά (ή τουλάχιστον η πρώτη που θυμάμαι) που βρήκα «τον δολοφόνο» εγκαίρως 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10

 

 

 

Το Μίσος – Βαγγέλης Γιαννίσης

Το ΜίσοςΜΟΛΙΣ τέλειωσα το πρώτο βιβλίο του Γιαννίση και μπορώ -εντελώς εμπιστευτικά- να σας πληροφορήσω πως… θα υπάρξει και συνέχεια.  Ως λάτρης του Λάρσον, του Νέσμπο, αλλά και κατ’ επέκταση του Όλσεν, της Λέκμπεργ και του Λαπίντους, χάρηκα ιδιαίτερα που βρήκα έναν έλληνα συγγραφέα να γράφει σε παρόμοιο στυλ, βάζοντας όμως την προσωπική του σφραγίδα και δημιουργώντας έτσι τη νεοσύστατη (!) ελληνο-σκανδιναβική σχολή!

Ήρωας μας ο Άντερς Οικονομίδης, ένας ελληνικής καταγωγής επιθεωρητής που ζει και εργάζεται στο Έρεμπρο της Σουηδίας. Όταν η αστυνομία ανακαλύπτει το κεφάλι μιας γυναίκας ανάμεσα σε ρίζες και κλαδιά στο χώμα, ο Οικονομίδης αναλαμβάνει να βρει το δολοφόνο, ψάχνοντας καταρχάς για το υπόλοιπο σώμα και ταυτοποιώντας το θύμα, με τη βοήθεια του επικεφαλής του εγκληματολογικού Γιούσι Αλεξάντερσον.

(…) Ο Άντερς Οικονομίδης τσιμπολόγησε ανόρεχτα την άνοστη σαλάτα μαρούλι που είχε αγοράσει από την καντίνα του τμήματος. Παρατηρούσε σιωπηλός μια παρέα ενστόλων που καθόταν στην αριστερή γωνιά της καφετέριας. Ο ένας από τους άντρες έλεγε μια ιστορία για την τελευταία φορά που πήγε για ψάρεμα στις λίμνες της Φινλανδίας, το προηγούμενο καλοκαίρι. Ο Άντερς εντόπισε τουλάχιστον πέντε ανακρίβειες στην ιστορία του, που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός όχι μόνο δεν είχε ψαρέψει ποτέ του, αλλά και ότι είχε δει τη Φινλανδία μόνο από καρτ ποστάλ. Ιστορίες για ψάρεμα και αλήθεια είναι δυο πράγματα που δεν μπορούν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση. (…)

Το ρολόι τσέπης που ανακαλύπτουν στο στόμα της γυναίκας, θα τους οδηγήσει σε μια αντίστοιχη ιστορία φόνων στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ομάδα τους προστίθεται η αρχιφύλακας Μαρία Φρέντρικσεν και ο έμπειρος ψυχολόγος από τη Στοκχόλμη, Κρίστερ Μπγέρλινγκ. Εν τω μεταξύ, οι θάνατοι γυναικών συνεχίζονται…

(…) Έκλεισαν το τηλέφωνο και ο Μπγέρλινγκ έγειρε στο καροτσάκι του, με το βλέμμα εστιασμένο στην οθόνη του λάπτοπ της Αϊσέ Ονάν. Έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του για να βγάλει ένα από τα παυσίπονα που του είχε χορηγήσει ο γιατρός που περιποιήθηκε το τραύμα του. Το έκλεισε στη χούφτα του και προσπάθησε να συγκεντρώσει όλες τις αισθήσεις του πάνω του. Αισθάνθηκε το βάρος, την υφή και το σχήμα του πριν το ακουμπήσει στην επιφάνεια της γλώσσας του. Η γεύση του ήταν πικρή. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον πόνο που τρυπούσε το δεξί του αυτί, μέχρι που αυτός εξαφανίστηκε τελείως. (…)

Διαβάζεται εύκολα και σε κρατάει σε αγωνία, που σημαίνει για μένα πως ο Γιαννίσης: α) χτίζει μια πλοκή με σαφήνεια και συνέπεια και β) καταφέρνει να εμβαθύνει αρκετά στους χαρακτήρες των ηρώων του. Εμφανείς οι κοινωνικές προεκτάσεις (η κρίση και ο ρατσισμός είναι συνεχώς εκεί) που δείχνει αν μη τι άλλο πως ο συγγραφέας αποσκοπεί σε κάτι παραπάνω από το να μας ψυχαγωγήσει απλώς. Ακόμα, στη βασική πλοκή μπλέκονται και κάποιες παράλληλες ιστορίες σε σχέση με συναδέλφους του Οικονομίδη καθώς και με παλιές υποθέσεις του που βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια, οι οποίες όμως δεν ολοκληρώνονται. Να, είδατε! Αφού σας το είχα πει από την αρχή: Να περιμένετε οσονούπω τη νέα περιπέτεια του Οικονομίδη!

 (…) Ο Άντερς πάλεψε προκειμένου να μην αφήσει έναν αναστεναγμό να ξεφύγει από το στήθος του. Η μάρτυρας τους, η μοναδική τους μάρτυρας, είχε μια κρίση πανικού προ των πυλών. Μπορούσε να δει τη φλέβα στο λαιμό της να πάλλεται μανιασμένα, καθώς και τους πρώτους κόμπους ιδρώτα στις ρίζες των μαλλιών της. Οι κλειδώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει, καθώς είχε σφίξει τα χέρια της σε γροθιές, σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου. Στιγμές σαν κι αυτές, όπου η ένταση ξεχειλίζει, αισθανόταν ότι θα μπορούσε να πουλήσει και την ψυχή του στο διάβολο για μία και μόνο τζούρα από τα ελαφριά Davidoff με την απαλή γεύση, που δεν έγδερναν σαδιστικά τον οισοφάγο. (…)

Τέλος, κάτι που μου έκανε εντύπωση (εκτός βιβλίου πλέον) είναι πως ο Γιαννίσης έχει δώσει και κοινωνική ζωή στον ήρωα του, δημιουργώντας γι’ αυτόν σελίδες σε Facebook και Twitter. Ομολογώ πως στην αρχή με ξένισε και το θεώρησα τουλάχιστον περιττό, μιας και έχει δικές του σελίδες ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά όταν μπήκα και διάβασα τις σχετικές αναρτήσεις, κατάλαβα το λόγο ύπαρξης τους: Ο Οικονομίδης έχει τη δική του άποψη για τη ζωή, η οποία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτήν του Γιαννίση. Έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα και όσα συμβαίνουν στον κόσμο επιδρούν σε αυτόν σε άλλο βαθμό. Σκέφτομαι πως ήταν ένας τρόπος λοιπόν για τον Γιαννίση, να δώσει επιτέλους φωνή στο Alter Ego του.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10

 

 

 

Υπόθεση Laurus – Λώρη Κέζα

Υπόθεση LaurusΠΡΙΝ μερικούς μήνες, η Λώρη Κέζα ήταν στο βιβλιοπωλείο «Ευριπίδης» στο Χαλάνδρι για να υπογράψει το νέο της βιβλίο και να γνωρίσει τους μικρούς φίλους που το αγόρασαν. Μου το ανέφερε η Κοραλία και σκέφτηκα να περάσω και για να γνωρίζω την ίδια από κοντά -μιας και μιλούσαμε μέχρι τότε μόνο ηλεκτρονικά- αλλά και για να γνωρίσω και τη συγγραφέα.

Τη Λώρη Κέζα την ήξερα και δεν την ήξερα. Δηλαδή την ήξερα ως αρθρογράφο στο βήμα, αλλά δεν την παρακολουθούσα. Κακώς, θα μου πείτε. Κακώς σκέφτηκα κι εγώ από τη μία, αλλά και καλώς από την άλλη. Καλώς, γιατί έγραψε ένα άρθρο για την Κύπρο το οποίο όταν το διάβασα στην αρχή θύμωσα, μετά στεναχωρήθηκα και μετά ξανά-θύμωσα, οπότε μάλλον καλύτερα που δεν το είχα διαβάσει πριν την γνωρίσω. Το ίδιο το άρθρο δεν είναι της παρούσης, άλλωστε όποιος θέλει μπορεί να το αναζητήσει στο διαδίκτυο και να το διαβάσει. Μου προέκυψε όμως το εξής θέμα:

Πρέπει να μας επηρεάζει ο βίος κάποιου, στην κριτική ενός έργου του;

Ξέρω, είναι ένα πολύ γνωστό ζήτημα που αφορά εν γένει τα δημόσια πρόσωπα και έχει διχάσει αρκετό κόσμο. Θυμηθείτε για παράδειγμα την πιο κλασική και διαχρονική ποδοσφαιρική κόντρα μεταξύ του καλού παιδιού Πελέ και του αλήτη Μαραντόνα. Όλοι θα ήθελαν να είναι ο Μαραντόνα αλλά ο γιος τους να ήταν ο Πελέ :-). Η απάντηση μου λοιπόν στο ζήτημα είναι: «Κατά περίπτωση». Δεν μπορεί να υπάρξει σαφής απάντηση. Υπάρχουν όρια για τον καθένα μας, όρια τα οποία όταν ξεπεραστούν παύει πλέον ο άλλος να έχει για μας την οποιαδήποτε σημασία. Τον απομονώνουμε, τον ξεχνάμε, δεν υπάρχει πουθενά, πως το λένε. Τα όρια αυτά δεν τα ξεπέρασε για μένα η Κέζα. Διάβασα το βιβλίο της και θέλω σήμερα να σας μιλήσω γι’ αυτό.

Ηρωίδα μας η Ρόζα Δελλατόλα. Η Ρόζα ζούσε μέχρι πρότινος με τους γονείς της -Φραγκίσκο και Καρμέλα- και τον αδελφό της Μάνθο στην Αθήνα, αλλά δεν άντεξαν άλλο τη ζωή στην πόλη και θέλησαν να ζήσουν στην εξοχή, στην όμορφη Τήνο. Ο Φραγκίσκος άνοιξε ένα Γραφείο Τελετών σε ένα χωριό στα Λουτρά, το οποίο όμως δεν πήγαινε και πολύ καλά μιας και ο κόσμος εκεί δεν πεθαίνει πολύ συχνά. Μια μέρα, ο Τζώρτζης Μαρκουίζος ο κτηνίατρος, προτείνει στον Φραγκίσκο να αλλάξει επάγγελμα και να πάει στη Σχολή Ουρσουλίνων -ένα παλιό οικοτροφείο που βρίσκεται στο χωριό- και να προτείνει στις καλόγριες να του το δώσουν για να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο. Πριν καν προλάβει ο Φραγκίσκος να ανοίξει το στόμα του, η ηγουμένη Ζοζεφίνα του προτείνει να στείλει εκεί τη Ρόζα ως μαθήτρια, γιατί αλλιώς θα πρέπει να το κλείσουν και να φύγουν, το Βατικανό δε θα το θεωρεί σχολείο πλέον. Την άλλη μέρα ο Δήμαρχος Λορέντζος Πρελορέντζος επισκέπτεται το σπίτι του Φραγκίσκου και του λέει πως η Ρόζα δεν πρέπει να πάει στη Σχολή και οι καλόγριες πρέπει να φύγουν, γιατί η εταιρεία Laurus θα έφτιαχνε εργοστάσιο ρεύματος στα Λουτρά και χρειάζονταν τα κτίρια για να εγκαταστήσουν συσσωρευτές ενέργειας και άλλα μηχανήματα καθώς και τουρμπίνες σε όλο το κτήμα. Τουρμπίνες που μελέτες έδειξαν πως δεν πρέπει να μπουν, γιατί σκοτώνουν τα περιστέρια…

(…) Με τον ίδιο τρόπο ενώνονται τα κατώγια. Οι πέτρινοι τοίχοι είναι τόσο φαρδείς που ένα παιδί με τα χέρια ανοιχτά δεν φτάνει για να μετρήσει το πάχος τους. Τα παλιά σπίτια λοιπόν ενώνονταν με κοινές πόρτες. Έτσι, αν έρχονταν πειρατές, οι ντόπιοι μπορούσαν να φύγουν μακριά χωρίς να βγουν στο δρόμο. Οι πιο δυνατοί άντρες διάλεγαν την πιο χαμηλή πόρτα και παραμόνευαν από πίσω, έχοντας υψωμένο το σπαθί τους. Οι πειρατές έσκυβαν για να περάσουν και το σπαθί, που περίμενε από επάνω, τους έκοβε το κεφάλι.

Όλα αυτά η Ρόζα τα είχε ακούσει χίλιες φορές, αλλά της άρεσε να τα ακούει από τη δασκάλα της, που είχε μιαν ελαφρά ξενική προφορά. Τα παιδιά από την Αθήνα είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα των πειρατών και έψαξαν να βρουν στο κατώι της κυρίας Ντεζαμπρέ το χαμηλό πορτάκι των αποκεφαλισμών. Βρήκαν ένα που ταίριαζε σε όσα είχαν φανταστεί και μπήκαν στο μικρό δωμάτιο. Ίσα ίσα χωρούσαν στο ύψος. Ήταν μια μικρή αποθήκη με στρώματα και ψάθες για τη θάλασσα, βατραχοπέδιλα και μάσκες. (…)

Λώρη-αφιέρωσηΕίναι μια όμορφη νουβέλα που απευθύνεται σε έφηβους ηλικίας 8-12 ετών. Η Κέζα μέσα από τα «κατορθώματα» της Ρόζας της, μας μαθαίνει επιπλέον πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ιστορία του νησιού. Νομίζω πως θα αρέσει πολύ στο εφηβικό κοινό που σίγουρα θα περιμένει τη συνέχεια των περιπετειών της σκανδαλιάρας Ρόζας.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10