Η λευκή κουρτίνα – Δημήτρης Γράψας

grapsas-kourtinaΗ λευκή κουρτίνα είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, ενός τριανταδυάχρονου Φυσικού με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπως μαθαίνουμε από το βιογραφικό του. Αν και ο εκδοτικός οίκος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, στα δικά μου μάτια πιο πολύ σαν νουβέλα μοιάζει με τις σχεδόν 120 σελίδες του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που διαβάζεται εύκολα σε 1-2 μέρες στην ξαπλώστρα μιας παραλίας. (Καλά, και σε ψάθα γίνεται…)

Ο ήρωας μας είναι ο Χ., ο οποίος ξυπνάει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν αναγνωρίζει. Θυμάται πως το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έως πολύ αργά σε ένα μπαρ, είχε μεθύσει, είχε τσακωθεί με την κοπέλα του την Κλαίρη και μετά δεν θυμάται και πολλά. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί όσα πιο πολλά γεγονότα της χθεσινής νύχτας, για να καταλάβει γιατί βρέθηκε σε ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του, συνειδητοποιεί πως είναι κλειδωμένος στο δωμάτιο αυτό και δεν έχει κανέναν τρόπο να βγει έξω. Εκτός ίσως αν του άνοιγε κάποιος, κάποιος που μόλις άνοιξε ένα φως έξω από το δωμάτιο…

 (…) Στην αρχή  της δεύτερης επανάληψης, σκέφτηκε ότι πάντα όταν ένιωθε πως έφτανε μια σημαντική στιγμή, είχε την τάση να κόβει τον χρόνο σε κομμάτια, όσο το δυνατόν στοιχειώδη. Στη μέση της, συμπλήρωσε ότι συνήθως αυτό δεν του έβγαινε σε καλό. Δεν ολοκλήρωσε τη δεύτερη περιστροφή, αλλά σταμάτησε το κεφάλι του παράλληλα με τον δεξιό του ώμο και άνοιξε τα μάτια του. Ο τρόμος μου του διαπέρασε το κορμί τον τίναξε πίσω.

Αυτό που αντίκρισε έκανε τα πόδια του να σπρώξουν το πάτωμα και να τον πετάξουν με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά. Βρέθηκε πεσμένος χάμω, με την καρέκλα πάνω του. Την έκανε πέρα και μπουσούλησε δυο σπιθαμές προς την πόρτα.

Κάποιος, άγνωστο ποιος και εξίσου άγνωστο γιατί, την είχε ανοίξει. Κι από το ξύλινο πάτωμα με τις τάβλες που ‘ταν ασύμμετρα κολλημένες μεταξύ τους, ο Χ. την κοίταζε ορθάνοικτη ακριβώς μπροστά του. (…)

Καλογραμμένο και γρήγορο, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος. Μέσα από την περιπέτεια του Χ., βλέπουμε σχεδόν όλες τις αγωνίες της γενιάς των τριαντάρηδων καθώς και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Προσωπικά θα ήθελα ένα πιο δυνατό τέλος. Έχω την αίσθηση πως ίσως ο Γράψας σαν να κατάλαβε πως κέρδιζε το ματς και βιάστηκε να το λήξει. Περιμένοντας το επόμενό του λοιπόν…

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6,5/10

Σημείωση: Πιο πάνω που έγραψα «της γενιάς των τριαντάρηδων», στην αρχή είχα γράψει «της γενιάς μας» αλλά δυο αγόρια που με τραβούσαν να φύγω από τον υπολογιστή για να παίξουν αυτά και ταυτόχρονα μια ρυτίδα που σχηματίστηκε λίγο κάτω απ’ το δεξί μου μάτι, μου θύμισαν πως εδώ και δύο χρόνια ανήκω στην γενιά των σαραντάρηδων γαμώτο!

Advertisements