διπλή παγίδα – Γουίλιαμ Λάντεϋ

διπλή παγίδαΑΛΛΙΩΣ παρουσιάζεις ένα βιβλίο όταν ακόμα το διαβάζεις και αλλιώς μόλις έχεις τελειώσει την ανάγνωση του. Πες πως μόλις γνώρισες μια κοπέλα. Μπορεί να σου φάνηκε αδιάφορη στην αρχή ή -στον αντίποδα- απολύτως ερωτεύσιμη. Στην πορεία μπορεί να μη θες να την ξαναδείς ή ακόμα και να καταλήξεις να την παντρευτείς. Άσε που κάποιες φορές αυτό γίνεται χιαστί στις παραπάνω περιπτώσεις!

Έτσι και με τα βιβλία. Υπάρχουν βιβλία που σε εντυπωσιάζουν στην αρχή αλλά σε ξενερώνουν στην πορεία και αντίθετα υπάρχουν βιβλία που ξεκινούν κάπως υποτονικά και μετά σου τραβούν το ενδιαφέρον. Αν έγραφα για το «Διπλή Παγίδα» στην αρχή, μάλλον θα αποθάρρυνα κάποιον από το να το διαβάσει.

Ήρωας μας ο Μπεν Τρούμαν, νέος και εντελώς άπειρος διοικητής της αστυνομίας στην μικρή επαρχιακή πόλη του Βερσάιγ. Ο Μπεν είναι κοντά στα σαράντα, γιος πρώην αρχηγού της αστυνομίας, που παράτησε σπουδές στην Ιστορία για να είναι κοντά στη μάνα του που έπασχε από Αλτσχάιμερ. Τώρα μετά από τον χαμό της, δεν έχει να αντιμετωπίσει τίποτα σοβαρό στην καθημερινότητα του, ώσπου μια μέρα σε μια περιπολία του σε ένα εξοχικό σπίτι της περιοχής, ανακαλύπτει το πτώμα ενός εισαγγελέα από τη Βοστόνη.

(…) Όταν είσαι κουρασμένος, είναι εύκολο να κάνεις μια συνηθισμένη σκέψη και να νομίσεις ότι σκέφτηκες κάτι βαθύ. Είναι ένα τέχνασμα του κουρασμένου μυαλού μας που εξηγεί γιατί μας έρχονται τόσες συνταρακτικές ιδέες στις τρεις η ώρα τη νύχτα και γιατί νιώθουμε μια τέτοια εξαίσια, βασανιστική ικανοποίηση όταν προσπαθούμε να τις θυμηθούμε πάλι το πρωί. Είναι μια ευχάριστη αυταπάτη να θεωρείς ότι έχεις κάνει μια βαθιά και διεισδυτική σκέψη, κι έτσι κουρασμένος όπως ήμουν εκείνο το βράδυ, νόμισα ότι κατάλαβα την κατάσταση. (…)

Στις έρευνες του συναντά τον Κέλι, συνταξιούχο αστυνομικό, έμπειρο σε ανθρωποκτονίες και μαζί αποφασίσουν να ταξιδέψουν μέχρι το Μίσσιον Φλατς της Βοστόνης (Σημείωση: Mission Flats είναι ο τίτλος του βιβλίου στο πρωτότυπο) για να ξεδιαλύνουν τον γρίφο. Εκεί γνωρίζει και την Κάρολαϊν, εισαγγελέα και κόρη του Κέλι. Τα στοιχεία δείχνουν πως ο νεκρός εισαγγελέας ερευνούσε μια παλιά δολοφονία αστυνομικού όπου ο βασικός ύποπτος ήταν ένας έμπορος ναρκωτικών, αρχηγός της περιβόητης τοπικής συμμορίας Μίσσιον Πόσι.

(…) Ο Κέλι κοίταξε το σπίτι. «Ιδού το πρώτο σου μάθημα, λοιπόν. Υπάρχουν μόνο έξι κίνητρα για φόνο: θυμός, φόβος, απληστία, ζήλια, επιθυμία, εκδίκηση. Η πρώτη σου δουλειά είναι απλώς να βρεις ποιο ταιριάζει στην υπόθεση σου. Δεν υπάρχει φόνος χωρίς κίνητρο. Ακόμη και οι ψυχοπαθείς έχουν ένα κίνητρο που αυτοί το βρίσκουν λογικό. Όλοι οι φόνοι έχουν ένα κίνητρο», είπε ο Κέλι. «Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας».(…)

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του Λάντεϋ που διαβάζω. Θα το χαρακτήριζα πιο κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα έναντι της Υπόθεσης Jacob που ήταν μια ιστορία πιο εσωτερική, που έπαιζε πιο πολύ με τους χαρακτήρες και τη διάβρωση τους στον χρόνο. Στην αρχή αισθάνθηκα πως διάβαζα μια απλή ιστορία χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Μπεν με εκνεύριζε που ήταν τόσο άσχετος, τόσο άπειρος. Στην πορεία όμως όλοι οι χαρακτήρες -αλλά κυρίως ο Μπεν- ωριμάζουν. Στη Βοστόνη η ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και ειδικά όταν οι καταστάσεις αλλά και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μπλέκονται ανάμεσα τους, με ένα συνεχές μπρος-πίσω μεταξύ παλιάς και νέας δολοφονίας,  το ενδιαφέρον μου έγινε ακόμα πιο μεγάλο.

(…) Το απλό γεγονός της παρουσίας του Τσάρλι έμοιαζε να την μαλακώνει. Όχι τον τρόπο της τόσο πολύ, γιατί ήταν και πάλι αυστηρή με τον Τσάρλι και αιχμηρή μαζί μου. Όχι, η αλλαγή ήταν περισσότερο σωματική. Μια χαλάρωση γύρω από τα μάτια και το στόμα, ένα ελάχιστο, σχεδόν αδιόρατο μαλάκωμα των χαρακτηριστικών της που μεταμόρφωνε μια απλώς ελκυστική γυναίκα σε μια γυναίκα σχεδόν υπέροχη. Σίγουρα είναι ένδειξη προχωρημένης ηλικίας όταν ένας άντρας βρίσκει ότι η μητρότητα κολακεύει μια γυναίκα, αλλά έτσι ήταν. (…)

Και βέβαια έχουμε και το θέμα με τη διπλή παγίδα… Έχω ξαναγράψει πως καθόλου δε μου αρέσουν οι ελεύθερες μεταφράσεις των τίτλων. Όπως και στις ταινίες. Θυμάστε το “The Shawshank Redemption” με τον Τιμ Ρόμπινς και τον Μόργκαν Φρήμαν που μεταφράστηκε ως «Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέϊγουρθ»; Για ποιο λόγο να αποκαλύψεις τoν τρόπο απόδρασης; Έτσι και εδώ. Ο συγγραφέας -ίσως μαζί και με τον εκδότη- είχαν καταλήξει για διάφορους λόγους στον τίτλο “Mission Flats”, του ονόματος της πόλης που διαδραματίζονται τα βασικά γεγονότα. Καταρχάς, γιατί να μη σεβαστείς τη θέληση του συγγραφέα; Για ποιο λόγο να… ενημερωθεί ο αναγνώστης πως επίκειται μια κάποια διπλή παγίδα; Γιατί να την περιμένει και να την αναζητά;

Ευτυχώς δηλαδή που δεν πρόκειται με τίποτα να πάει ο νους του στο τι πρόκειται να συμβεί 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

Υπόθεση Jacob – Γουίλιαμ Λάντεϋ

Υπόθεση JacobΓΙΑ κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν είχα μέχρι σήμερα διαβάσει και παρουσιάσει κάποιο βιβλίο των εκδόσεων Διόπτρα. Αυτό το κενό παρατήρησε μια μέρα η Κοραλία διαβάζοντας το blog μου και μου πρότεινε -αν ήθελα- να μου στείλει να διαβάσω μερικά βιβλία της σειράς των αστυνομικών τους. Νομίζω πως η απάντηση μου ήταν προφανής.

Ήρωας μας ο Άντριου (ή Άντι) Μπάρμπερ, δικηγόρος, πρώην α’ βοηθός εισαγγελέα στο Νιούτον της Βοστόνης. Ξεκινάει το πρώτο κεφάλαιο με μια σκηνή από δικαστήριο όπου ο Άντριου είναι στη θέση του μάρτυρα και τον εξετάζει ο Λάτζουντις, ο νυν α’ βοηθός εισαγγελέα και πρώην προστατευόμενος του Άντριου. Από τα χείλη του τελευταίου μαθαίνουμε πως ένα παιδί βρέθηκε δολοφονημένο με τρεις μαχαιριές στο στήθος. Αποφασίζει να αναλάβει προσωπικά την υπόθεση και προσανατολίζεται σε έναν συγκεκριμένο δολοφόνο, όταν ξαφνικά όλα αλλάζουν αφού ενοχοποιείται ο γιος του ο Τζέικομπ. Ταυτοποιήθηκε το αίμα του πάνω στο μπλουζάκι του δολοφονημένου.

(…) Η παιδική μου ηλικία τελείωσε εκείνο το καλοκαίρι. Έμαθα τη λέξη φόνος. Ωστόσο, δεν είναι αρκετό να σου πουν μια λέξη τέτοιας βαρύτητας. Θα πρέπει να τη βιώσεις, να την κουβαλάς μαζί σου. Θα πρέπει να στριφογυρίζεις διαρκώς γύρω της, να τη βλέπεις από αλλιώτικες γωνίες, διαφορετικές ώρες της ημέρας, κάτω από διάφορα φώτα, μέχρι να καταλάβεις, μέχρι να το εμπεδώσεις. (…)

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε α’ πρόσωπο, οπότε συνεχώς το μόνο που διαβάζουμε είναι οι σκέψεις αλλά και η υποκειμενική –αναπόφευκτα- σκοπιά του Άντι για την υπόθεση. Ο Λάτζουντις τον ανακρίνει και τον προτρέπει να εξιστορήσει με το δικό του τρόπο τα γεγονότα, πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη δίκη, οπότε καταλαβαίνουμε πως κάπως έχει λήξει το όλο θέμα, αλλά σαφώς δεν ξέρουμε πως. Ο Άντι λοιπόν αρχίζει να μιλάει και να παραθέτει τα δεδομένα στους ενόρκους και έτσι κι εμείς μαθαίνουμε το πώς άλλαξαν οι ισορροπίες στην οικογένεια τους και κυρίως πως επηρέασε αυτό τη γυναίκα του Λόρι, η οποία άρχισε να έχει τις αμφιβολίες της για το γιο τους, σε αντίθεση με τον Άντριου που ποτέ δεν πίστεψε (δεν επέτρεψε στον εαυτό του να αμφιβάλει γι’ αυτό ούτε στιγμή!) πως θα μπορούσε ο γιος τους να είναι ένοχος.

(…) Σαν παιδί, πίστευα πάντα πως υπήρχε κάτι δραματικό στο ότι ήμουν ο Άντι Μπάρμπερ, όμως η εμπειρία του να είσαι η Λόρι Γκολντ θα πρέπει να κουβαλούσε μυστικά και θλίψη. Θα παρέμενε πάντα ένα μυστήριο, όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Όσο κι αν προσπάθησα να διεισδύσω στον πυρήνα της ύπαρξης της, με τα λόγια, τα φιλιά, τον έρωτά μου, το μόνο που κατάφερα ήταν να τη γνωρίσω λιγάκι μόνο. Το παραδέχομαι πως ήταν μια παιδιάστικη επιθυμία –ποτέ δεν μπορείς να μάθεις καλά κάποιον που αξίζει να τον γνωρίσεις και ποτέ δεν μπορείς να κατακτήσεις πλήρως κάποιον που αξίζει να κατακτηθεί- αλλά στην τελική, ήμαστε παιδιά τότε. (…)

Σημαντικό στοιχείο στην όλη υπόθεση, το λεγόμενο κληρονομικό γονίδιο. Γεννιόμαστε ή γινόμαστε δολοφόνοι; Ο Άντριου κατάγεται από μια οικογένεια δολοφόνων. Ο πατέρας και παππούς του ήταν δολοφόνοι και μάλιστα ο πατέρας του ήταν ακόμα στη φυλακή. Το στοιχείο αυτό το είχε αποκρύψει από τη γυναίκα του, γιατί δεν ήθελε να πάει τίποτα στραβά στη σχέση τους όταν την πρωτογνώρισε και μετά απλώς το απώθησε από τη μνήμη του, όπως απώθησε και τον ίδιο του τον πατέρα. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική τεκμηρίωση για την κληρονομικότητα δολοφονικών ενστίκτων, αλλά είναι κάτι που οφείλει πλέον να εξετάσει, μιας και ξέρει πως ο Λάτζουντις θα το φέρει στην επιφάνεια. Και αποφασίζει να πάει στη φυλακή, να επισκεφθεί τον πατέρα του που έχει να δει από μικρό παιδί.

(…) Δίπλα μου καθόταν ο Τζέικομπ, αυτός ο γρίφος που είχαμε φτιάξει με τη Λόρι. Το μέγεθος του, η ομοιότητα του σε μένα, η πιθανότητα μεγαλώνοντας να μου μοιάσει ακόμα περισσότερο, όλα αυτά με διέλυαν. Όλοι οι πατεράδες έχουν έρθει αντιμέτωποι μ’ εκείνη την άβολη στιγμή που κοιτάζεις το παιδί σου και βλέπεις ένα παράξενο, διαστρεβλωμένο αντίγραφο του εαυτού σου. Είναι λες και για λίγο οι ταυτότητες σας συμπίπτουν. Βλέπεις μια άποψη, μια αντανάκλαση του παιδιού που κρύβεις μέσα σου, να παίρνει σάρκα και οστά. Είναι όπως εσύ, αλλά όχι εσύ, γνώριμος μαζί και ξένος. Σαν να κάνεις μια νέα αρχή, ένα καινούριο ξεκίνημα. Και ταυτόχρονα είναι τόσο άγνωστος όσο οι άνθρωποι που προσπερνάς στην καθημερινότητα σου. Χαμένος στις σκέψεις μου, με το χέρι μου περασμένο στην πλάτη της καρέκλας του, τον άγγιξα στον ώμο. (…)

Το πολύ ενδιαφέρον του βιβλίου και που το κάνει ξεχωριστό είναι που βλέπουμε το πώς αλλάζει η ζωή της οικογένειας του Τζέικομπ ασχέτως του αν είναι ένοχος ή όχι τελικά. Ο στιγματισμός του ως βασικός ύποπτος δολοφονίας και η αντιμετώπιση του από την κοινωνία, το περιβάλλον αλλά και την οικογένεια του, είναι ίσως το ίδιο διαβρωτικός με το να είναι πράγματι ένοχος.

Για το τέλος δε, δεν έχω κάτι να πω. Καλύτερα να το ανακαλύψετε μόνοι σας 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10