Το ζουμί του πετεινού – Γιάννης Μακριδάκης

Το ζουμί του πετεινούΑΠΟΦΑΣΙΣΑ να κάνω ένα μικρό διάλειμμα από τα αστυνομικά και έτσι πήρα το δεύτερο βιβλίο του Μακριδάκη από τα τέσσερα που σας έλεγα πως μου είχε δώσει ο κουμπάρος μου ο Στέφανος να διαβάσω για να μπορώ να λέω πως έχω γράψει και κάτι (sic)

Ήρωας μας ο Παναγής, που ζει στο μούρκι του παππού του στο Λειμώνα μαζί με τη γυναίκα του Θεοδοσία και την κόρη τους. Η ζωή του ήταν όπως ακριβώς την είχε σχεδιάσει και ονειρευτεί, εκτός ίσως από το ότι δεν κατάφερε να κάνει γιο να του αφήσει το μούρκι, αλλά ήδη το έχει αφήσει πίσω του αυτό. Αφού έπεισε τη γυναίκα του να πάνε να ζήσουν μακριά από την πόλη λέγοντας της (αλήθεια) πως θα ζούνε καλύτερα εκεί, θα σφάζουν πετεινούς και ρίφια και θα φιλοξενούν συνέχεια συγγενείς και φίλους στο χωριό, πλέον δεν μπορεί να σκοτώσει ζωντανό με τα ίδια του τα χέρια αλλά ούτε και τη Θεοδοσία αφήνει να το κάνει. Και αν καμιά φορά άμα είναι κανείς άρρωστος σφάξει αυτή κανέναν πετεινό να πιούνε το ζουμί του, τσακώνονται και δεν της μιλάει για καιρό. Τον αγαπημένο του πετεινό βρήκε και αυτή να σφάξει;

Πλέον έχει αφήσει τα κτήματα, έχει γίνει κάπελας και ζει λέγοντας ιστορίες στις παρέες που πίνουν πιο πολύ. Παρατηρεί ποια παρέα κατεβάζει το ρακί πιο γρήγορα, παίρνει ένα πεσκέσι και τους το πάει τραβώντας μια καρέκλα να κάτσει μαζί τους. Όλοι τον ξέρουν και διασκεδάζουν με τις ιστορίες του, είτε για τα παλιά τα χρόνια και πως ονόμασε την ταβέρνα «Ο Παράδεισος του Μιχαήλου» όπως έλεγαν τον παππού του, είτε για τότε που φώναξε τον σπερματοχύτη να τον βοηθήσει με την αγελάδα του ή για την ιστορία με τον κούκλο που τον κορόιδεψε και αναγκάστηκε να τον σφάξει.

(…) εσύ το μόνο που θες εκεί είναι ένα φουρνάκι να κάμομε, και δίπλα έναν κρουνό να τηγανίζεις πατάτα και κολοκύθι και μελιτζάνα· το καλοκαίρι σαν που θα τα κόβεις, κλαπ, στο τηγάνι, έκανε και παύση και πήρε ένα ύφος σα να φιλοσοφεί· ρε ξέρεις τι είναι να πάρεις να φας μέσα απ’ τον κήπο σου, να πας να μαζέψεις τα κηπουρικά σου και να κάτσεις να φας; Υπάρχει πιο ευλογία Θεού; (…)

Όλα όμως αλλάζουν όταν μπαίνει μια παρέα τριών φίλων, άγνωστων του οι οποίοι δείχνουν πολύ προσηλωμένοι και συγκεντρωμένοι στις δικές τους κουβέντες. Όταν πήγε να κάτσει κοντά τους για να πει τα δικά του, αυτοί μάλλον δυσανασχέτησαν, γιατί ήθελαν να συνεχίσουν τη δική τους ιστορία για την κρίση και για την απόλυση του φίλου τους. Η κρίση. Αυτή η λέξη κάτι έκανε στον Παναγή. Μόλις άρχισε λοιπόν η δική του κρίση…

(…) αυτός ο ποταμός χυνότανε από τα σωθικά του κείνη τη βραδιά ώσπου έγινε το κακό, σταμάτησε για ν’ ανάψει τσιγάρο κι εκείνη την ώρα έπιασε τα’ αυτί του την κουβέντα που τον εκόρωσε· τι ανεργία και ξανεργία ρε τσαμπουνάτε στον κόσμο, για έλα ρε μες το μούρκι να δεις τι θα πει δουλειά, εδώ μόνο ο ακαμάτης κάθεται, όλοι οι άλλοι δουλεύουνε ρε, εμάθατε να καθούσαστε μες τις πολιτείες και να εισπράττετε τόσα χρόνια γι’ αυτό μιλείτε για χρέη μόνο, γρεβαντωμένοι, ε γρεβαντωμένοι και θέτε τώρα να ξεπουλήσετε και τη χώρα για να ξεχρεώσετε, πάλι για να μη δουλέψετε, για να φάτε τα έτοιμα, αυτά που άφηκαν πίσω τους οι παλιοί (…)

Ο Μακριδάκης έγραψε μια νουβέλα μόλις 90 σελίδων, ευκολοδιάβαστη μέσα σε λίγη ώρα, με συνεχή λόγο και ελάχιστες τελείες. Καταφέρνει πολύ γρήγορα με τον γνωστό δικό του τρόπο και χρησιμοποιώντας όπως πάντα την τοπική διάλεχτο της Χίου -που από όσο έμαθα από τον Στέφανο την χρησιμοποιεί και στον προφορικό του λόγο- να μας μεταφέρει τη δική του σκοπιά για την κρίση και πως (ίσως) θα έπρεπε να την αντιμετωπίσουμε.

Εκδόσεις Εστία. Βαθμολογία 7/10

 

Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου – Γιάννης Μακριδάκης

i-dexia-tsepi-tou-rasouΟ δις κουμπάρος μου Στέφανος, πρώην καπετάνιος που τον έπιασαν και πειρατές -άμα τον πετύχετε, πείτε του να σας πει την σχετική ιστορία- έχει τέσσερις αγάπες: Τη χώρα του τη Χίο, τον σκύλο μας τον Κούκη, τη βαφτιστήρα μου Άννα και τη γυναίκα-του-κουμπάρα-μου Νατάσα (η σειρά είναι τυχαία… αλλά μπορεί και όχι). Ο κάπταν Στέφανος λοιπόν, που έχει ξενιτευτεί στα Λονδίνα, μου παραπονιέται πως γράφω συνεχώς για βιβλία, αλλά δεν αναφέρω τη Χίο. Έτσι μια μέρα μου έφερε τέσσερα βιβλία και μου είπε «ωραία όλα αυτά που γράφεις, αλλά άμα δεν γράψεις για το Μακριδάκη, δεν έχεις γράψει τίποτα». Τι να κάνω κι εγώ, άνθρωπος είμαι, επηρεάστηκα…

Ήρωας μας ο Βικέντιος, ο τελευταίος μοναχός της Παναγιάς τ’ Ακρωτηριού, ενός μοναστηριού στα βορινά του νησιού. Τη μέρα που πεθαίνει ο αρχιεπίσκοπος, γεννάει η σκυλίτσα του Σίσσυ τρία κουταβάκια, αλλά πεθαίνει στη γέννα. Έτσι χάνεται και η τελευταία συντροφιά του, η αγάπη του, ο λόγος που δεν έχει τρελαθεί ολομόναχος εκεί μέσα. Δεν αντέχει να είναι άλλο μόνος. Δεν συγχωρεί το γέροντα που έδιωξε σιγά-σιγά όλους τους μοναχούς. Η κακή του τύχη τον θέλει πάλι μόνο του, να προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή έστω και ένα κουταβάκι, να αναστήσει το διάδοχο της Σίσσυς, να έχει και πάλι μια συντροφιά. Χωρίς να μετανιώνει που έγινε μοναχός, ανατρέχει συχνά στο παρελθόν και θυμάται καλές και κακές στιγμές της ζωής του. Θυμάται ξανά όταν του την πρωτόφερε ο Μάρκος, χωριανός που τον βοηθούσε και στις δουλειές, και μαζί θυμάται τα νιάτα του, όταν παιδάκι ακόμη έκανε λειτουργίες μόνος του στο σπίτι και όταν μετά δεκαεφτά χρονών παλληκάρι πήγε στο μοναστήρι και γνώρισε τον σκληρό γέροντα…

Διαβάζω πως ο συγγραφέας είναι Μαθηματικός και όπως έχω ξαναπεί, αυτό με επηρέασε a priori θετικά. Όντως όμως τελικά διάβασα μια γλυκιά ιστορία γραμμένη στην τοπική διάλεχτο, με συνεχή πηγαινέλα μεταξύ των δύο θανάτων και την οδύνη του Βικέντιου, όχι για το χαμό του Αρχιεπίσκοπου αλλά για το χαμό της Σκυλίτσας του.

Μια σημειολογική νουβέλα, για μοναχούς και… μονάχους!

(…) Κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος, έφτανε η ώρα του ποσταλιού, όταν ο Μάρκος του έφερε τη μικρή σκυλίτσα. Την καλοδέχτηκε και την ονομάτισε αμέσως Σίσσυ. Ήταν τ’ όνομα του μόνου κοριτσιού που ήξερε, που κάτι είχε σκιρτήσει μέσα του για κείνο προτού αφιερωθεί στον Θεό, που θα μπορούσε να το ‘χε φιλήσει μια μέρα της πρώιμης νιότης του και να’ ξερε τώρα κι αυτός τι γεύση έχουνε τα χείλη του σατανά (…)

Εκδόσεις Εστία. Βαθμολογία 7/10