Το ημερολόγιο ενός δειλού – Βασίλης Παπαθεοδώρου

δειλοςΜΕ ρωτάνε συχνά πώς συνδυάζω τα αστυνομικά με τα παιδικά βιβλία, τις δύο δηλαδή διακριτές κατηγορίες βιβλίων που έχω στο blog. Η απάντηση είναι απλή: Τα αστυνομικά τα διαβάζω επειδή μου αρέσουν, ενώ τα παιδικά τα διαβάζω γιατί αρέσουν στα παιδιά μου και επειδή όσο είναι μικρά οφείλω να επιλέγω τα αναγνώσματά τους, διαβάζω παιδικά για να ξέρω ποια να τους προτείνω.

Στα βιβλία για πιο μικρά παιδιά, κυρίως με ενδιαφέρουν ιστορίες ευφάνταστες που καταρρίπτουν και λίγο τα στερεότυπα ενώ στα εφηβικά, πάω και ένα βήμα παραπέρα: Ψάχνω βιβλία με τις κατευθύνσεις και τα ερεθίσματα που δίνω κι εγώ στα παιδιά μου. Το ημερολόγιο ενός δειλού -επιπλέον όλων των παραπάνω- κατάφερε να κρατήσει και το ενδιαφέρον μου αμείωτο. Δεν το διάβαζα δηλαδή μόνο για να δω αν μου αρέσει να το διαβάσουν κάποια στιγμή τα παιδιά μου και αν συμφωνώ με αυτά που λέει, αλλά τελικά μου άρεσε και ως ιστορία και ως γραφή και μου κράτησε το ενδιαφέρον έως το τέλος. Κυριολεκτικά ως το τέλος. 😉

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο κεντρικά πρόσωπα σε μια ιστορία bullying, τον Θοδωρή (το θύμα) και τον Νίκο (τον θύτη). Τα δυο παιδιά ήταν συμμαθητές στη Β’ γυμνασίου στην Αθήνα, όπου ο Νίκος και η παρέα του είχαν κάνει τη ζωή του Θοδωρή πολύ δύσκολη. Πέντε χρόνια μετά, τα δύο παιδιά βρίσκονται σε ένα σουπερμάρκετ στην Πάτρα και οι αναμνήσεις ξυπνούν…

(…) Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές τρέχω στις τουαλέτες του ορόφου, στο τέλος σχεδόν του διαδρόμου. Κλειδώνομαι και προσπαθώ ν’ ακούσω αν έχουν κατέβει όλοι. Τότε μόνο αποφασίζω να κατέβω κι εγώ, τουλάχιστον να μη χάσω όλο το διάλειμμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ έχουν πιάσει τα κλάματα εκεί μέσα. Όταν είμαι πολύ φορτισμένος από κάτι που συνέβη στην τάξη, μια προσβολή, ένα πείραγμα μπροστά σε άλλους, μια γόμα που θα με πετύχει στο κεφάλι και θ’ ακούσω γελάκια. Μετά πάω και πλένω το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να μη δείχνω κλαμένος. Άλλες φορές κρατάω την αναπνοή μου, αν τυχόν μπουν κάποια άλλα άτομα στις τουαλέτες. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο αθόρυβος γίνεται μέχρι να σιγουρευτώ πως δεν είναι αυτοί. Τότε μόνο θα τολμήσω να ξεκλειδώσω και να βγω. Αυτό που συνέβη όμως προχτές είναι κάτι που δε θα ξεχάσω, που με φοβίζει για μέρες ακόμα. (…)

Το μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως η ιστορία είναι γραμμένη σε α’ πρόσωπο και μιλάνε εναλλάξ και ο Θοδωρής και ο Νίκος. Εκτός από τη συνηθισμένη σκοπιά του θύματος δηλαδή, έχουμε πλέον και το πώς νιώθει για όλα αυτά και ο θύτης. Η συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει στο μυαλό του θύτη είναι τραγική και δυστυχώς αληθινή: Όσο το θύμα bullying αναλώνεται στο τι έπαθε ή τι άλλο μπορεί να πάθει στο μέλλον από τον θύτη, άλλο τόσο ο θύτης δεν ασχολείται με το θύμα. Ο Θοδωρής όλη μέρα ασχολείται με το τι του έκανε ο Νίκος και πώς θα τον αποφύγει, ενώ ο Νίκος δεν αναφέρει καθόλου το όνομα του Θοδωρή. Ο Θοδωρής τρέμει τη στιγμή που θα συναντήσει το Νίκο και ο Νίκος δεν ανατρέχει σε κανένα από τα σκηνικά τα οποία στιγματίζουν τον Θοδωρή. Οι καθοριστικές στιγμές στη ζωή μας λοιπόν, αφορούν συνήθως μόνο τη δική μας ζωή. Για τους άλλους οι ίδιες στιγμές μπορεί να είναι από αδιάφορες έως απλώς μια καθημερινότητα, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το bullying. Ενδιαφέρον επίσης έχουν και οι συμμαθητές, οι δεύτεροι ρόλοι, που άλλοι συμμετέχουν απρόθυμα στα βασανιστήρια -aka πλάκες– και άλλοι απλώς δεν κάνουν τίποτα και αισθάνονται εντάξει με τον εαυτό τους, ρόλοι που όλοι έχουμε δει ή ακόμη και έχουμε παίξει στο παρελθόν.

(…) Χα, χα,ναι, όντως είμαι κωλόπαιδο, αλλά αρέσω τι να κάνω; Ειδικά τα κορίτσια θέλουν τον άλλον να είναι κωλόπαιδο. Να σου μιλάνε και να τις φτύνεις, κι αν τελικά τους πεις κι  ένα «γεια», να νομίζουν πως σου έχουν την υποχρέωση. Σου λένε, δεν μπορεί, αυτό το κωλόπαιδο θα έχει φοβερή ψυχή, οι καταστάσεις τον έκαναν έτσι. Και θέλουν ν’ αποδείξουν ότι είσαι καρδούλα κατά βάθος. Και προσπαθούν να σε αλλάξουν, να σου βγάλουν, και καλά, τον καλύτερό σου εαυτό. Παπάρια. Καταρχάς τον ρώτησαν τον άλλον αν θέλει ν’ αλλάξει; Και γιατί δηλαδή να μην τις αλλάξει αυτός; Και άντε και καταφέρνουν με τα πολλά να τον αλλάξουν – τον κάνουν δηλαδή σκατά σαν τις μούρες τους· μετά τον κλάνουν ψάχνοντας για το επόμενο θύμα. Τις ξέρω καλά αυτές, ψέμα και μόνο ψέμα θέλουν. (…)

Για το bullying έχουν γραφτεί εκτός από βιβλία και αρκετά άρθρα. Πριν μερικούς μήνες είχα γράψει κι εγώ ένα σχετικό άρθρο σε αυτό εδώ το blog, με αφορμή κάποια γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο του γιου μου, τα οποία μου θύμισαν τα δικά μου σχολικά χρόνια. Το άρθρο το διάβασαν οι γονείς και η αδελφή μου και με ρώτησαν ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ; Γιατί δεν τους είπα τίποτα τότε; Γιατί το έκρυψα τόσα χρόνια; Δεν έχω κάποια καλή απάντηση. Ίσως γιατί ντρεπόμουνα; Ντρεπόμουνα πως ήμουν κάποιος που αφήνω να με κοροϊδεύουν και να με χτυπούν; Ίσως γιατί φοβόμουν μην το μάθει ο κόσμος; Το συζητήσουν με φίλους ή συγγενείς και βγει παραέξω; Δεν ξέρω. Γεγονός είναι πως αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και στα πιο πολλά παιδιά-θύματα, όπως και στον Θοδωρή της ιστορίας μας. Τα παιδιά συνήθως δε μιλούν, σημάδια όμως πάντα υπάρχουν, αρκεί λοιπόν να «ανοίξουμε τα μάτια» μας εμείς οι γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και να τα δούμε.

Παιδιά να το διαβάσετε και αμέσως μετά να το δώσετε και στους γονείς σας. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Advertisements

Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! – Βασίλης Παπαθεοδώρου

nai_virginia_yparxei_agios_vasilisΠΡΙΝ κανένα μήνα είχα πάει σε μια εκδήλωση σε ένα βιβλιοπωλείο και κάθισα σε ένα τραπεζάκι πίσω-πίσω μαζί με κάποιους φίλους. Λίγο αργότερα έρχεται ένας χαμογελαστός ψαρομάλλης που κάτι μου θύμιζε το πρόσωπό του και κάθισε μαζί μας. «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» τον ρώτησε κάποιος; «Όχι», απάντησε ο Βασίλης. «Γεια σου Δώρο, είμαι ο Βασίλης», μου είπε και μου έδωσε το χέρι. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, ο Βασίλης των βραβείων, κοινώς, ο συγγραφέας που μάλλον έχει πιο πολλά βραβεία παρά εκδόσεις! Εκείνη την ώρα, ένας φίλος που είχε σηκωθεί να παραγγείλει κάτι, έρχεται στο τραπέζι να κάτσει και βλέποντας το Βασίλη αφού τον χαιρέτησε, τον ρωτάει «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» Γελάμε και οι δύο και πριν προλάβουμε να εξηγήσουμε, καταφθάνει άλλη μια φίλη στο τραπέζι. Φιλιόμαστε, χαιρετάει όλο τον κόσμο και ξαφνικά γυρνάει προς τον Βασίλη και τον ρωτάει, «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» 🙂

Αυτή η… επιμονή στη γνωριμία μας  νομίζω πως μας επηρέασε καταλυτικά και τους δυο και έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα καταφέραμε με τον Βασίλη όχι μόνο να ανταλλάξουμε κάποια μηνύματα, αλλά και να μάθουμε ουσιαστικά πράγματα ο ένας για τον άλλο, αφού να φανταστείτε μέχρι και σε εφιάλτη κατόρθωσα να τον δω αλλά αυτό θα σας το πω σε άλλο ποστ. Σε αυτό θα σας μιλήσω για ένα από τα βιβλία του που κάπως μας αφορά εμάς τους δύο. Ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τον Βασίλη και τον Δώρο, ή αν θέλετε τον Αϊ-Βασίλη και το δώρο που έχει για κάθε παιδί.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το βιβλίο μας λέει την ιστορία της Βιρτζίνια Ο’ Χάνλον από τη Νέα Υόρκη όπου το 1897 και σε ηλικία οκτώ χρονών, αποφασίζει να στείλει ένα γράμμα στην εφημερίδα Σαν, την πιο αξιόπιστη της εποχής, ρωτώντας αν υπάρχει Αϊ-Βασίλης. Το δίλημμα για τον αρχισυντάκτη Φράνσις Τσερτς ήταν μεγάλο. Δεν ήθελε ούτε να γράψει κάτι που τυχόν θα μπορούσε να απογοητεύσει χιλιάδες παιδιά, ούτε όμως και να κινδυνεύσει και η αξιοπιστία της εφημερίδας του.

(…) Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! Υπάρχει όπως σίγουρα υπάρχουν η αγάπη, η γενναιοδωρία, η στοργή κι η τρυφερότητα, που ξέρεις ότι σε περιστοιχίζουν και δίνουν στη ζωή σου ομορφιά και χαρά. Αλίμονο! Πόσο ζοφερός θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε ο Αϊ-Βασίλης. Θα ήταν τόσο ζοφερός, όσο αν δεν υπήρχαν Βιρτζίνιες. Γιατί τότε δε θα υπήρχε ούτε κι η αγνή πίστη των παιδιών, η ποίηση, η φαντασία, που κάνουν υποφερτή τη ζωή μας. Δε θα λαμβάναμε χαρά παρά μόνο μέσω των πέντε αισθήσεων. Το φως με το οποίο η παιδικότητα γεμίζει τον κόσμο θα έσβηνε. (…)

Το γράμμα της Βιρτζίνια, όπως και η απάντηση του Τσερτς, βοήθησαν πολλά παιδάκια να καταλάβουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Έτσι και το βιβλίο του Παπαθεοδώρου, το οποίο ουσιαστικά μας εξιστορεί κάποια στιγμιότυπα της ζωής της Βιρτζίνια σε διάφορες παραμονές Χριστουγέννων, αποτελεί ένα δώρο προς τα παιδιά αλλά και προς τους γονείς, γιατί τους θυμίζει πως το μεγαλύτερο δώρο του Αϊ-Βασίλη είναι η πίστη σε κάτι αθώο και αγνό, δηλαδή σε κάτι παιδικό, χωρίς όμως την έννοια της αφέλειας όπως έχουμε καταλήξει εμείς οι μεγάλοι να υπονοούμε. Σε κάθε τέτοιο στιγμιότυπο ο Παπαθεοδώρου διόλου τυχαία επιλέγει να ασχοληθεί με καίρια ζητήματα, που δυστυχώς εκατό χρόνια μετά, είναι ακόμα παρόντα στις μέρες μας. Μιλάει για τον ρατσισμό, τους νταήδες, την φτώχια, την κρίση, τον πόλεμο και μας θυμίζει πως κυρίως στις δύσκολες συνθήκες είναι που οφείλουμε να θωρακίζουμε τα παιδιά μας, να τα βοηθάμε να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να μην ξεχνάμε πως… είναι και πρέπει να παραμείνουν παιδιά.

Κατάλληλο για παιδιά άνω των 8 ετών και για όλους όσους έχουν ξεχάσει την εποχή που πίστευαν στον Αϊ-Βασίλη. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7,5/10