Το Κάστρο – Βαγγέλης Γιαννίσης

to_kastroΠΡΙΝ λίγες μέρες έγινε η κεντρική παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Γιαννίση, όπου είχα τη χαρά να γνωρίσω επιτέλους τον συγγραφέα από κοντά, μιας και μέχρι τότε είχαμε μόνο ανταλλάξει μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πήρα το βιβλίο, αλλά δεν ξεκίνησα να το διαβάζω, μέχρις ότου ένα απόγευμα λαμβάνω ένα μήνυμα από τον Γιαννίση πως θέλει να μιλήσω για το βιβλίο του σε μια ερχόμενη παρουσίαση. Αγχώθηκα. Δεν το είχα ξανακάνει και σίγουρα υπήρχε μια πρόκληση. Αλλά η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν το αν το βιβλίο θα είναι όντως καλό, γιατί αν όχι, δε θα μπορούσα να πω καλά λόγια. Του απαντώ να μου δώσει μια μέρα χρόνο να το σκεφτώ. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να σκεφτώ. Να προλάβω να διαβάσω ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ήθελα. Έκατσα λοιπόν το βράδυ να το διαβάσω και τελικά… ζήλεψα. Το επόμενο πρωί του απάντησα με σιγουριά: “Let’s do it!”

(…) Δεν θα πονέσει.

Η αναπνοή του σταμάτησε και η καρδιά του φρέναρε απότομα. Θεέ μου, τι ηρεμία… Κάποιος που πίστευε σε παράξενα φαινόμενα ίσως έλεγε ότι ο χρόνος στον περιορισμένο χώρο του δωματίου είχε σταματήσει. Suspended animation. Η ζωή είχε σταματήσει σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν από τον θάνατό του και θα έμενε έτσι παγωμένη αιώνια. Δεν θα ζούσε, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Αισθάνθηκε την ανάγκη να χαμογελάσει, να πανηγυρίσει γι’ αυτή την ελάχιστη νίκη του, αλλά φοβήθηκε ότι, αν κινηθεί, όλα θα τεθούν ξανά σε λειτουργία.

Δεν θα πονέσει.

Η επαφή της καυτής κάννης με το δέρμα του μετώπου του έκανε τον χρόνο να επιστρέψει στην κανονική ροή του. Σε μια τελευταία στιγμή καθαρής σκέψης, αναρωτήθηκε αν θα καταφέρει να ακούσει τον ήχο του πυροβολισμού, αν η ταχύτητα του ήχου είναι γρηγορότερη από τον θάνατο, και ίσως, εάν είχε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου παραπάνω, να μπορούσε να διακρίνει αν  ο ήχος που άκουσε ήταν ο πυροβολισμός ή κάποιο μηχανάκι που περνούσε απέξω.  Ωστόσο ο χρόνος του είχε  τελειώσει. (…)

Πάμε να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο. Καταρχάς αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Μίσος, τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να το κάνει. Το Κάστρο είναι η συνέχεια, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας που γράφει ο Γιαννίσης και θα άξιζε να έχετε διαβάσει το πρώτο. Τα καλό της υπόθεσης είναι πως δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε αυτό. Δηλαδή κι εγώ που ξέχασα εντελώς την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου με το Κάστρο. Γενική αίσθηση είναι πως αν και μου άρεσε πολύ το Μίσος, το Κάστρο το βάζω ένα σκαλί πιο πάνω. Στο θέμα των χαρακτήρων έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Ενώ πριν δηλαδή, τον Άντερς –τον κεντρικό ήρωα και επιθεωρητή της αστυνομίας- τον γούσταρα σαν χαρακτήρα, σε αυτό το βιβλίο αυτόματα ταυτίστηκα, μπήκα πιο πολύ στο πετσί του. Και οι ιστορίες όμως είναι πιο δεμένες και δεν είναι οι πολλές μικρές που θα μπορούσαν να σε αποπροσανατολίσουν. Υπάρχει η κεντρική ιστορία, αυτή που διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο δηλαδή, κάποιου που μπήκε σε ένα εμπορικό και σκότωσε εφτά άτομα και μετά από λίγες μέρες αυτοκτόνησε, αλλά και μια δεύτερη ιστορία, των εσωτερικών υποθέσεων διαφθοράς της αστυνομίας, η οποία δεν υστερεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος. Συνεχώς πάμε από τη μία ιστορία στην άλλη και βεβαίως στο τέλος ανακαλύπτουμε πώς συνδέονται.

(…) Σε μια επικίνδυνη κατάσταση, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ένας: ο χρόνος. Η εμπειρία του Άντερς τον δίδασκε πως στις περισσότερες περιπτώσεις τα περιθώρια σωτηρίας κυμαίνονται από πέντε μέχρι δέκα δευτερόλεπτα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει μέσα σε αυτό το διάστημα να επεξεργαστεί τα δεδομένα που παίρνει από τις πέντε αισθήσεις του και να δώσει τις κατάλληλες εντολές στους μυς, προκειμένου το σώμα να εκτελέσει τις κινήσεις που θα του επιτρέψουν να βγει από τη δύσκολη θέση. Αν ο χρόνος αντίδρασης είναι λιγότερος από τέσσερα δευτερόλεπτα, υπάρχει σοβαρή ελπίδα – σχεδόν βεβαιότητα. Στο σινεμά, το πρόβλημα της επεξεργασίας των δεκάδων λεπτομερειών έχει λυθεί με την τεχνική του slow motion. Ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή που ο Άντερς άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του Σίμον Λίνκβιστ, ευχήθηκε με κάποιον τρόπο αυτή η τεχνική να ίσχυε και για τη ζωή. Αρχικά άκουσε έναν κρότο, τον οποίο γρήγορα συσχέτισε με το πεσμένο σκαμπό, έπειτα από ένα γρήγορο σκανάρισμα της σκηνής, Έπειτα είδε το σώμα του Λίνκβιστ να κρέμεται από το σκοινί.

Που να πάρει. (…)

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε δύο σημεία που με έκαναν να ζηλέψω τον Γιαννίση. Καταρχάς η γλώσσα του. Είναι η γλώσσα που χαίρομαι να διαβάζω. Απλή και χωρίς επιτήδευση. Ακούγεται ίσως φυσικό και εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο, όμως σας βεβαιώ πως δεν είναι. Πάρα πολλοί συγγραφείς (για παράδειγμα δείτε εδώ) ίσως με το άγχος του να μην επαναλαμβάνονται και θεωρώντας πως έτσι θα καταφέρουν να κερδίσουν τους αναγνώστες τους, αρχίσουν να περιγράφουν σκηνές σαν ιστορίες του Βαρώνου Μυντχάουζεν! Ο Γιαννίσης από την άλλη ξέρει πότε να δώσει έμφαση στην περιγραφή, ακριβώς για να μπούμε στην ιστορία και στον αντίποδα ξέρει πότε να είναι γρήγορος και κοφτός, για να νιώσουμε την ένταση της στιγμής. Δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι οι τεχνικές του. Χρησιμοποιεί βασικά δύο τεχνικές, τη λεγόμενη cliffhanger και τη Show don’t tell. Η πρώτη είναι αυτή η αίσθηση στο τέλος ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου πως ο ήρωας κρέμεται από τον γκρεμό, μην ξέροντας αν θα σωθεί ή όχι. Την χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και μάλιστα δεν συνεχίζει την ιστορία στην αμέσως επόμενη παράγραφο, επίτηδες, για να τον τσιγκλήσει ακόμα περισσότερο. Η δεύτερη τεχνική είναι το να δείχνεις στον αναγνώστη παρά να του λες. Να τον κάνεις να βλέπει εικόνες ή να νιώθει συναισθήματα -όχι σε όλους ίδια!- παρά να του περιγράφεις εσύ τα δικά σου. Για παράδειγμα, άλλο είναι να πεις «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένας πολύ όμορφος ξανθός νέος» και άλλο είναι το «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένα παλικάρι ίδιος ο Μπραντ Πιτ (ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) στα νιάτα του!» Ξέρετε, αυτές και οι δύο δεν είναι τίποτα κρυφές τεχνικές. Όλοι -και αν όχι όλοι, οι πιο πολλοί συγγραφείς- τις γνωρίζουν. Μάλιστα το cliffhanger λέγεται πως το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το θέμα είναι ποιοι μπορούν να τις υλοποιήσουν σε τόσο ψηλό επίπεδο, όσο ο Γιαννίσης.

(…) Οι πνεύμονες του συσπάστηκαν,  οδηγώντας σε έναν επίμονο βήχα. Σε έναν επίπονο βήχα. Αισθάνθηκε το δωμάτιο να αδειάζει από αέρα. Όχι, ο αέρας εξακολουθούσε να γεμίζει τον χώρο· ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να τον αναπνεύσει. Άφησε τον αναπτήρα και το αλουμινόχαρτο να πέσουν στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος, προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Δύο αόρατα χέρια έσφιγγαν με δύναμη τον λαιμό του. Τουνελοειδής όραση. Έπεσε στο πλάι ανοιγοκλείνοντας το στόμα και με το σώμα του να συσπάται, σαν ψάρι στη στεριά. Το οξυγόνο δεν θα έφτανε ποτέ ξανά στο αίμα του Η ζαλάδα γέμιζε ορμητικά το κεφάλι του και το τούνελ άρχισε να κλείνει. Προτού το σκοτάδι τον τυλίξει, κατάφερε να δει για τελευταία φορά ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του στο σακουλάκι. Το σακουλάκι που δεν ήταν ζίπλοκ. Αν και οι Σομαλοί χρησιμοποιούσαν τέτοιου είδους σακουλάκια, έτσι ώστε να μη χάνεται ούτε κόκκος  μεθαμφεταμίνης. Αλλά το μυαλό του, μέσα στην αχλή του επερχόμενου θανάτου, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν όντως είχε αγοράσει τη μεθ σε τέτοιο σακουλάκι ή αν… Αλλά δεν είχε σημασία πια. Δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ ξανά την αγαπημένη του.

Αγαπημένη μου.

Σκοτάδι. (…)

Ο Γιαννίσης έχει ήδη γράψει δύο βιβλία, τελειώνει το τρίτο, είμαι σίγουρος πως σκέφτεται ήδη το τέταρτο, έχει κάνει πάρα πολλές μεταφράσεις και γενικά η ζωή του είναι μέσα στα βιβλία. Όταν λοιπόν μεγαλώσω και φτάσω στην ηλικία του -σε μείον δεκαπέντε χρόνια δηλαδή!- ελπίζω να καταφέρω να γράφω με την ίδια συνέπεια και την ίδια μαεστρία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10

* Να σας πω πως έχει μέσα ένα πολύ δυνατό soundtrack που θα ικανοποιήσει όλα τα γούστα, από Depeche Mode, Bee Gees, Beethoven μέχρι και Belinda Carlisle!

 

 

 

 

 

 

Το Μίσος – Βαγγέλης Γιαννίσης

Το ΜίσοςΜΟΛΙΣ τέλειωσα το πρώτο βιβλίο του Γιαννίση και μπορώ -εντελώς εμπιστευτικά- να σας πληροφορήσω πως… θα υπάρξει και συνέχεια.  Ως λάτρης του Λάρσον, του Νέσμπο, αλλά και κατ’ επέκταση του Όλσεν, της Λέκμπεργ και του Λαπίντους, χάρηκα ιδιαίτερα που βρήκα έναν έλληνα συγγραφέα να γράφει σε παρόμοιο στυλ, βάζοντας όμως την προσωπική του σφραγίδα και δημιουργώντας έτσι τη νεοσύστατη (!) ελληνο-σκανδιναβική σχολή!

Ήρωας μας ο Άντερς Οικονομίδης, ένας ελληνικής καταγωγής επιθεωρητής που ζει και εργάζεται στο Έρεμπρο της Σουηδίας. Όταν η αστυνομία ανακαλύπτει το κεφάλι μιας γυναίκας ανάμεσα σε ρίζες και κλαδιά στο χώμα, ο Οικονομίδης αναλαμβάνει να βρει το δολοφόνο, ψάχνοντας καταρχάς για το υπόλοιπο σώμα και ταυτοποιώντας το θύμα, με τη βοήθεια του επικεφαλής του εγκληματολογικού Γιούσι Αλεξάντερσον.

(…) Ο Άντερς Οικονομίδης τσιμπολόγησε ανόρεχτα την άνοστη σαλάτα μαρούλι που είχε αγοράσει από την καντίνα του τμήματος. Παρατηρούσε σιωπηλός μια παρέα ενστόλων που καθόταν στην αριστερή γωνιά της καφετέριας. Ο ένας από τους άντρες έλεγε μια ιστορία για την τελευταία φορά που πήγε για ψάρεμα στις λίμνες της Φινλανδίας, το προηγούμενο καλοκαίρι. Ο Άντερς εντόπισε τουλάχιστον πέντε ανακρίβειες στην ιστορία του, που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός όχι μόνο δεν είχε ψαρέψει ποτέ του, αλλά και ότι είχε δει τη Φινλανδία μόνο από καρτ ποστάλ. Ιστορίες για ψάρεμα και αλήθεια είναι δυο πράγματα που δεν μπορούν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση. (…)

Το ρολόι τσέπης που ανακαλύπτουν στο στόμα της γυναίκας, θα τους οδηγήσει σε μια αντίστοιχη ιστορία φόνων στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ομάδα τους προστίθεται η αρχιφύλακας Μαρία Φρέντρικσεν και ο έμπειρος ψυχολόγος από τη Στοκχόλμη, Κρίστερ Μπγέρλινγκ. Εν τω μεταξύ, οι θάνατοι γυναικών συνεχίζονται…

(…) Έκλεισαν το τηλέφωνο και ο Μπγέρλινγκ έγειρε στο καροτσάκι του, με το βλέμμα εστιασμένο στην οθόνη του λάπτοπ της Αϊσέ Ονάν. Έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του για να βγάλει ένα από τα παυσίπονα που του είχε χορηγήσει ο γιατρός που περιποιήθηκε το τραύμα του. Το έκλεισε στη χούφτα του και προσπάθησε να συγκεντρώσει όλες τις αισθήσεις του πάνω του. Αισθάνθηκε το βάρος, την υφή και το σχήμα του πριν το ακουμπήσει στην επιφάνεια της γλώσσας του. Η γεύση του ήταν πικρή. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον πόνο που τρυπούσε το δεξί του αυτί, μέχρι που αυτός εξαφανίστηκε τελείως. (…)

Διαβάζεται εύκολα και σε κρατάει σε αγωνία, που σημαίνει για μένα πως ο Γιαννίσης: α) χτίζει μια πλοκή με σαφήνεια και συνέπεια και β) καταφέρνει να εμβαθύνει αρκετά στους χαρακτήρες των ηρώων του. Εμφανείς οι κοινωνικές προεκτάσεις (η κρίση και ο ρατσισμός είναι συνεχώς εκεί) που δείχνει αν μη τι άλλο πως ο συγγραφέας αποσκοπεί σε κάτι παραπάνω από το να μας ψυχαγωγήσει απλώς. Ακόμα, στη βασική πλοκή μπλέκονται και κάποιες παράλληλες ιστορίες σε σχέση με συναδέλφους του Οικονομίδη καθώς και με παλιές υποθέσεις του που βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια, οι οποίες όμως δεν ολοκληρώνονται. Να, είδατε! Αφού σας το είχα πει από την αρχή: Να περιμένετε οσονούπω τη νέα περιπέτεια του Οικονομίδη!

 (…) Ο Άντερς πάλεψε προκειμένου να μην αφήσει έναν αναστεναγμό να ξεφύγει από το στήθος του. Η μάρτυρας τους, η μοναδική τους μάρτυρας, είχε μια κρίση πανικού προ των πυλών. Μπορούσε να δει τη φλέβα στο λαιμό της να πάλλεται μανιασμένα, καθώς και τους πρώτους κόμπους ιδρώτα στις ρίζες των μαλλιών της. Οι κλειδώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει, καθώς είχε σφίξει τα χέρια της σε γροθιές, σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου. Στιγμές σαν κι αυτές, όπου η ένταση ξεχειλίζει, αισθανόταν ότι θα μπορούσε να πουλήσει και την ψυχή του στο διάβολο για μία και μόνο τζούρα από τα ελαφριά Davidoff με την απαλή γεύση, που δεν έγδερναν σαδιστικά τον οισοφάγο. (…)

Τέλος, κάτι που μου έκανε εντύπωση (εκτός βιβλίου πλέον) είναι πως ο Γιαννίσης έχει δώσει και κοινωνική ζωή στον ήρωα του, δημιουργώντας γι’ αυτόν σελίδες σε Facebook και Twitter. Ομολογώ πως στην αρχή με ξένισε και το θεώρησα τουλάχιστον περιττό, μιας και έχει δικές του σελίδες ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά όταν μπήκα και διάβασα τις σχετικές αναρτήσεις, κατάλαβα το λόγο ύπαρξης τους: Ο Οικονομίδης έχει τη δική του άποψη για τη ζωή, η οποία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτήν του Γιαννίση. Έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα και όσα συμβαίνουν στον κόσμο επιδρούν σε αυτόν σε άλλο βαθμό. Σκέφτομαι πως ήταν ένας τρόπος λοιπόν για τον Γιαννίση, να δώσει επιτέλους φωνή στο Alter Ego του.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10