Η αφιέρωση – Αντώνης Γκόλτσος

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω βιβλίο Έλληνα συγγραφέα και να με εντυπωσιάσει τόσο ευχάριστα η γλώσσα του. Όταν γράφει κάποιος ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στην απλή, καθημερινή γλώσσα και στην επιτηδευμένη. Συνήθως δε, συμβαίνει το δεύτερο, στην προσπάθεια του συγγραφέα να μην κατηγορηθεί ότι δεν ξέρει να γράφει λογοτεχνία. Πρέπει όμως να βρει τη χρυσή τομή, να είναι απλός αλλά όχι απλοϊκός και από την άλλη να μην παρασυρθεί, να μη γίνει φιγουρατζής και να αραδιάσει απλόχερα τα άπειρα συνώνυμα, τα δυσεύρετα επιρρήματα και τα δυσνόητα επίθετα που μας χάρισε η γλώσσα μας. Ίσως η λύση είναι το να είσαι αυθεντικός και νομίζω πως -από το λίγο που τον ξέρω- ο Γκόλτσος γράφει όσο όμορφα κι ευγενικά μιλάει.

Ήρωάς μας ο Αλκιβιάδης Πικρός, τριανταπεντάρης συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο οποίος ανακαλύπτει σε ένα βιβλίο ποίησης του πατέρα του, Πύρρου, μια αφιέρωση από κάποιαν Μάιρα Καλάρη. Ο Αλκιβιάδης έχει χάσει τη μητέρα του, Φιλιώ, μόλις λίγους μήνες μετά τη γέννησή του ενώ, εννιά χρόνια μετά, χάνει και τον πατέρα του σε αυτοκινητικό, οπότε βλέπει την αναζήτηση της Καλάρη ως μια ευκαιρία να μάθει περισσότερα για την ιστορία της οικογένειάς του, μιας και ο θείος του Αλκιβιάδη, ο Αλέξανδρος, αδελφός του πατέρα του που ανέλαβε να τον μεγαλώσει μετά τον χαμό του Πύρρου, για κάποιο λόγο αποφεύγει να του πει όλα όσα έγιναν περίπου τριανταπέντε χρόνια πριν, όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε από κάποιον κοντά στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Κάποιον ο οποίος είχε πριν λίγο καιρό σκοτώσει άλλες δύο γυναίκες… Σύμμαχος του Αλκιβιάδη στην αναζήτηση της αλήθειας, η κοπέλα του, Δήμητρα, φοιτήτρια που σπουδάζει στο Παρίσι…

(…) Η φωνή της ακούστηκε απροσδόκητα κουρασμένη. Τον έψαχνε, λέει, στο τηλέφωνο, το κινητό του συνεχώς κλειστό. Ανησύχησε. Δεν ήξερε κάποιον να τον ξέρει, ποτέ δεν έκανε τόσες μέρες να της μιλήσει, «νόμιζα ότι τέλειωσε», ότι αυτό ήταν όλο, ότι ήταν γραμμένο να κρατήσει έναν χρόνο ακριβώς και πως «αν το ήξερα, θα φρόντιζα να το ζήσω όπως το ζουν αυτοί που ξέρουν ότι δεν υπάρχει αύριο» -λες και το ζούσε διαφορετικά- και πως «αν σκέφτεσαι να συνεχίσεις να μου συμπεριφέρεσαι έτσι, να ξέρεις ότι αυτό δεν θα περάσει εύκολα και ότι δεν θα σε σώσει η απόσταση» -ο τόνος εδώ να αρχίσει να ανεβαίνει- και ότι θα πήδαγε στο πρώτο αεροπλάνο και ότι θα έτρεχε να τον βρει στην Αθήνα ή «στο όποιο κωλομέρος θα βρισκόσουν» και ότι θα τον έβαζε να της διαβάσει «ό,τι νομίζεις ότι γράφεις» (έτσι, επί λέξει) και «για να κρίνω εγώ» πώς αυτός πέρναγε τα βράδια του και αν αυτά που έγραφε άξιζαν τη σιωπή του και την απόσταση -ο τόνος εδώ να αρχίσει να πέφτει- και ότι «με ξέχασες» και ότι «το Παρίσι είναι πάντα εδώ» και ότι «σε περιμένω να με δεις στο φως του βορρά», όπως της είχε υποσχεθεί, και γιατί «εγώ, στα είκοσί μου, έχω μπέσα» και ότι κακώς εκείνη εξελάμβανε -ναι, «εξελάμβανε», έτσι με την εσωτερική αύξηση- τα υπονοούμενά του για υποσχέσεις και τις υποσχέσεις του για όρκο, κι εκείνος να ψελλίζει δικαιολογίες που ο ίδιος ήθελε, εξηγήσεις, και να ανανεώνει την υπόσχεσή του για το ταξίδι του Παρισιού, για να του ψιθυρίσει τότε εκείνη -αλήθεια, πώς μπορεί να ακούγεται κάποιος τόσο δραματικός- τα λόγια της Εσκενάζυ «…αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ, τα παραμύθια σου τ’ ανθίστηκα πια τώρα. Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα», και για να κλείσει εκείνη τη γραμμή απότομα, κι αυτός να ακουμπήσει αφηρημένα το κινητό του στο τραπέζι, υπέρβαρος, ναι, ήταν βέβαιος, από το βάρος των τύψεων. (…)

Έτσι. Με μιαν ανάσα. Ένας χείμαρρος χωρίς τελείες, ώστε τελειώνοντας την παράγραφο να νιώθεις κι εσύ ερωτευμένος, όσο αυτοί.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8,5/10

Advertisements