Το καρφί

BulletΟΤΑΝ το κατάλαβα ήταν αργά, πολύ αργά. Δεν υπήρχε πλέον χρόνος. Δεν ξέρω καν αν πρόλαβα να το συνειδητοποιήσω δηλαδή, γιατί η σφαίρα βυθιζόταν ήδη στο μέτωπο μου, μην γνωρίζοντας σε ποιο σημείο του εγκεφάλου μου θα προσκρούσει.

Ακολουθώντας τις οδηγίες της, έφτασα στο λιμάνι λίγο πριν τις έξι το πρωί. Ήταν τέλος Σεπτέμβρη, δεν είχε καλά καλά ξημερώσει και έκανε ψύχρα. Θυμάμαι σαν τώρα τη γιαγιά μου να λέει τέτοια εποχή πως «το καλοκαίρι είχε μόλις πάει να ξυπνήσει το φθινόπωρο». Δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο ο γέρος καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε προς τη θάλασσα. Δε φαινόταν να κρατάει κάτι στα χέρια. Η τσάντα βρισκόταν στο χώμα δίπλα του, τακτοποιημένη, παραλληλισμένη με τα πόδια του. Τον είχα συναντήσει άλλη μια φορά στο ταξίδι που κάναμε όλοι μαζί πριν από περίπου έξι μήνες. Και τότε είχε την ίδια τσάντα, αλλά την κρατούσε –ανακαλώ- σφιχτά με τα δυο του χέρια στο στήθος.

Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του δίχως να ανταλλάξουμε κουβέντα. Έδειχνε ακόμα πιο γερασμένος από την τελευταία φορά. Ισχνός, το σακάκι του κρεμόταν στους ώμους, τα μάγουλα του κοίλα. Και τότε γύρισε και με κοίταξε. Μόλις συνάντησε τη ματιά μου, τα κατάλαβε όλα. Την ψεσινή ηδονή, την αμαρτία, την αγάπη μου για κείνη, το αδιέξοδο, το αναπόφευκτο τέλος. Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Κάθε δάκρυ και μια αποκάλυψη.

Έκανε να φύγει μα σαν κάτι να τον τράβηξε πίσω. Κοίταξε την τσάντα, την πήρε στα χέρια, την άνοιξε για να σιγουρευτεί, την έκλεισε ξανά και μου την έδωσε. «Θα την χρειαστείς», μου είπε. Όταν σηκώθηκε ξανά έδειχνε πλέον αποφασισμένος. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Άλλωστε δεν είχε κάτι άλλο να δει. Κρατούσα  την τσάντα του στα χέρια μου και τον παρακολουθούσα να φεύγει προσπαθώντας να καταλάβω πως φτάσαμε ως εδώ.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού. Είχα ζητήσει μια μέρα άδεια και έτσι αναχωρούσα με το πλοίο για ένα τριήμερο ξεκούρασης. Δεν είχα παρέα αλλά πάντα έβρισκα. Την είδα στο κατάστρωμα να προσπαθεί ψαχουλεύοντας στην τσάντα της να βρει αναπτήρα για να ανάψει το τσιγάρο της. Αν και δεν κάπνιζα, είχα συνήθως μαζί μου έναν. Της πρόσφερα τη φωτιά μέσα στη χούφτα μου κλεισμένη. Με το ένα της χέρι κράταγε το τσιγάρο και με το άλλο έπιασε το δικό μου. Ένιωσα το αίμα μου να κυλάει και μια ζέστη που απλώθηκε γρήγορα σε όλο μου το κορμί.

Με γνώρισε στην παρέα της. Όλοι ήταν σχεδόν στην ηλικία μου εκτός από εκείνον. Έδειχνε τόσο μεγάλος που στην αρχή νόμιζα πως ήταν ο πατέρας κάποιου. Ενσωματώθηκα γρήγορα και έτσι πλέον πήγαινα μαζί τους παντού. Μου ξεκαθάρισε από την αρχή πως είναι μαζί του αλλά δεν είναι ερωτευμένη, γύρευε κάτι άλλο, κάτι πιο δυνατό. Είχε προσπαθήσει και άλλες φορές να ξεφύγει αλλά με κάποιο τρόπο αυτός τη δέσμευε. Μάλλον την τρομοκρατούσε. Τις επόμενες μέρες μου εκμυστηρεύτηκε την αλήθεια.

Ήταν και οι δυο τους δάσκαλοι. Αυτός είχε μόλις στις αρχές του σχολικού έτους μετατεθεί στο ίδιο σχολείο ως ο νέος διευθυντής. Στην αρχή της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε, που την έκανε να του μιλάει ώρες και να του ανοίγει την ψυχή της. Άργησε να καταλάβει πως αυτή ήταν η δουλειά του. Ήταν ένας από τους «ανακριτές». Στην τσάντα του δεν κουβαλούσε βιβλία ή ρούχα, αλλά μονάχα ένα όπλο και η μετάθεση του και η γνωριμία τους αποδείχτηκε καθόλου τυχαία. Την χρησιμοποιούσε ως πληροφοριοδότη με αντάλλαγμα τη ζωή της. Βλέπονταν συνήθως αργά το βράδυ σπίτι της. Του έδινε πληροφορίες, έκαναν σεξ, κοιμόντουσαν και πριν το χάραμα αυτός έφευγε. Ένα βράδυ της χάρισε ένα μενταγιόν από κεχριμπάρι. Μέσα του είχε ένα έντομο, μια αράχνη που τυλίχτηκε μέσα του και – αναπόφευκτα- βρήκε το θάνατο. Της είπε να το φοράει πάντα για να θυμάται πως δεν μπορεί να του ξεφύγει ποτέ.

Μου είπε πως δεν αντέχει άλλο αυτό που κάνει. Πρέπει άμεσα κάτι να αλλάξει. Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω, χωρίς να ξέρω πως. Της είπα απλώς «είμαι μαζί σου».

Όταν επιστρέψαμε από το ταξίδι, αν και είχαμε ο καθένας τη ζωή και τις υποχρεώσεις του, σιγά-σιγά και όσο περνούσε ο καιρός βρισκόμασταν όλο και πιο συχνά. Μιλάγαμε πολύ, για τα πάντα. Για την πολιτική, την κοινωνία, τα θέλω και τα όνειρα μας. Βλέπαμε σε ένα κοινό μέλλον. Τρώγαμε μαζί το απογευματάκι, κάναμε έρωτα συνήθως σπίτι μου και μετά έφευγε για το δικό της για να τον συναντήσει. Ένα βράδυ πριν φύγει μου είπε το σχέδιο της.  Τον είχε παρακολουθήσει από μακριά δυο-τρεις φορές που έφευγε από το σπίτι της. Ακολουθούσε ανελλιπώς την ίδια διαδρομή. Πήγαινε στο λιμάνι και καθόταν σε ένα παγκάκι περιμένοντας το «σύνδεσμο» του. Πάντα πήγαινε μισή ώρα νωρίτερα από το ραντεβού και καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα κοιτώντας απλώς τη θάλασσα. Με παρακάλεσε να πάω εγώ να τον συναντήσω το επόμενο πρωί στο λιμάνι. Αυτή θα είχε πάρει το όπλο μέσα από την τσάντα του και θα το είχε κρύψει κάπου, την ώρα που αυτός πήγαινε το πρωί στο μπάνιο για να ετοιμαστεί να φύγει. Το είχε σκεφτεί πολλές φορές, αλλά η ίδια δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Θα με έπαιρνε στο κινητό μόλις έφευγε το πρωί, να περάσω να μου δώσει το όπλο. «Και τί θα βάλεις μέσα στην τσάντα; Δε θα καταλάβει πως είναι πιο ελαφριά;», της είπα. «Κάτι θα βρω…», μου απάντησε.

Και τώρα τον έβλεπα που προχωρούσε στον δρόμο μπροστά μου. Απομακρυνόταν με αργά βήματα λες και ήξερε πως δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να μου ξεφύγει. Από περιέργεια άνοιξα την τσάντα. Μέσα υπήρχε μόνο το κεχριμπαρένιο μενταγιόν της. Το έπιασα στα χέρια και είδα πως ήταν πολύ ελαφρύ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην το είχε καταλάβει. Εκτός… Και τότε μέσα σε μια στιγμή τα αντιλήφθηκα όλα. Πως εγώ ήμουν η «αράχνη». Εγώ ήμουν αυτός που δε θα ξέφευγε ποτέ. Εγώ είχα εγκλωβιστεί μέχρι θανάτου. Εγώ κάρφωνα τους φίλους μου σε αυτήν μιλώντας της δήθεν αδιάφορα για τα καθημερινά γεγονότα της ζωής μου. Εγώ ήμουν το «καρφί» που τώρα πια δεν είχαν ανάγκη. Έβγαλα το όπλο από την εσωτερική τσέπη, απασφάλισα και τον στόχευσα στην πλάτη.

Και τότε την είδα.

(Σημείωση: Το παραπάνω γράφτηκε για το διαγωνισμό διηγήματος “ΛόγωΤέχνης 2013” )

Έχω μια δυσκολία

100_6294…Για έναν καλό μικρό μου φίλο

ΕΧΩ μια δυσκολία. Με τους ανθρώπους. Όλοι γύρω μου ασχολούνται συνεχώς με ασήμαντα πράγματα. Και τα παιδιά το ίδιο. Δεν ενοχλώ κανέναν, θέλω απλώς να με αφήσουν να είμαι εγώ. Μου αρέσει το σχολείο. Έχει ωραία χρώματα. Έρχομαι εδώ από το πρωί κάθε μέρα σχεδόν και φεύγω το μεσημέρι. Μόνο τα σαββατοκύριακα είμαι όλη μέρα με τους γονείς και τα αδέλφια μου. Τους αγαπώ. Πολύ. Δεν είμαι σίγουρος πως το έχουν καταλάβει. Ίσως νομίζουν πως τους έχω ανάγκη, μα δεν είναι αυτό. Είναι οι ήρωες μου.

Δε με ενδιαφέρει το φαγητό ιδιαίτερα. Εκτός από τα πατατάκια, που δεν είναι φαγητό, είναι πατατάκια και τα λατρεύω! Όταν πεινάω πίνω το γάλα μου στο μπιμπερό. Τουαλέτα βαριέμαι να πάω. Άλλωστε δε μου αρέσει να μιλάω και πολύ και έτσι μέχρι να το πω θα είχα ήδη λερωθεί, γι’ αυτό και ακόμη φοράω πάνες. Μια χαρά βολικές είναι, λέω να τις κρατήσω για καιρό ακόμα. Μου αρέσουν οι οθόνες επαφής. Ο μπαμπάς μου μου έχει χαρίσει το αγαπημένο του tablet. Έχουμε το ίδιο τώρα. Του μοιάζω πολύ. Είναι και αυτός έξυπνος όπως εγώ αν και είμαι λίγο πιο γρήγορος στα παιχνίδια που παίζω. Ίσως αν έπαιζε πιο συχνά, να μπορούσε να με φτάσει. Καθόμαστε μαζί δίπλα δίπλα και παίζουμε ο καθένας στο δικό του. Πόσο μου αρέσουν αυτές οι στιγμές! Θα του το πω κάποια στιγμή…

Στο σχολείο έχω συνοδό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί έχω μόνο εγώ συνοδό. Νομίζω πως όλα τα παιδάκια στην τάξη μου χρειάζονται συνοδό. Η δασκάλα δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα. Φωνάζουν, κλαίνε, γκρινιάζουν, τσακώνονται για τα παιχνίδια. Καλή μου φαίνεται η δασκάλα μου. Δε μου μιλάει και πολύ. Συνήθως έχει εκείνο το βλέμμα που έχουν οι μεγάλοι όταν με βλέπουν. Μια συγκατάβαση. Γιατί άραγε; Στην αρχή δε με ήθελαν στο σχολείο. Δεν είμαι σίγουρος γιατί. Είμαι διαφορετικός έλεγαν, τα άλλα παιδιά θα έχουν πρόβλημα, οι γονείς τους θα έχουν πρόβλημα. Διαφορετικός είμαι, είναι αλήθεια. Όλοι μας δεν είμαστε; Αυτό δεν είναι το ωραίο; Η μαμά μου όμως επέμενε να με δεχτούν και έφερε ένα χαρτί που μόλις το διάβασε η διευθύντρια, το πρόσωπο της έγινε όπως όλα τα χρώματα του σχολείου. Στην αρχή άσπρο, μετά ροζ, μετά κόκκινο, μετά μπλε και στο τέλος κίτρινο. Ήταν πολύ όμορφη!

Την επόμενη μέρα πήγα κανονικά σχολείο. Μια μέρα άργησε να έρθει η συνοδός μου. Τα παιδιά φώναζαν, τσίριζαν, τα αυτιά μου δεν άντεξαν, το μυαλό μου πήγε να σπάσει. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν, έκλεινα τα αυτιά μου. Ένα παιδί τσίριζε μέσα στο αυτί μου. Το δάγκωσα. Νομίζω πως κατάλαβε το λάθος του, γιατί σταμάτησε να τσιρίζει και έφυγε κλαίγοντας. Δε θα το ξανακάνει τώρα ελπίζω. Την επόμενη μέρα η μαμά μου ήταν στεναχωρημένη. Κάτι της είπε η δασκάλα μου. Της έδωσε ένα χαρτί να διαβάσει, παρόμοιο με εκείνο που είχε δώσει κι αυτή στη διευθύντρια. Η μαμά μου όμως δεν άλλαξε χρώματα. Δεν χρειάζεται να το κάνει για να γίνει πιο όμορφη. Είναι ήδη η πιο όμορφη μαμά του κόσμου!

Είναι φορές που νιώθω μόνος ενώ έχει τόσο κόσμο γύρω μου. Θέλω να τους πλησιάσω αλλά δεν ξέρω πως. Νιώθω πως κανείς δε με καταλαβαίνει. Δε ζητάω πολλά. Θέλω να υπάρχει φαγητό και ας πίνω μόνο γάλα. Θέλω να έχω παιχνίδια και ας παίζω πιο πολύ με ένα κουτάλι. Θέλω να έχει κλόουν σε πάρτι και ας μην του δίνω σημασία. Θέλω κεράκια στην τούρτα μου και ας μην τα σβήνω. Θέλω να πηγαίνω στο σχολείο με τα άλλα παιδιά και ας μην κάνουμε παρέα.

Θέλω να έχω τις ίδιες ευκαιρίες με όλους και ας μην τις αξιοποιήσω. Ίσως κάποια στιγμή να το κάνω. Θέλω απλώς να είμαι εγώ. Μπορώ;

211212

211212-barcodeΑΡΓΗΣΑ λίγο, αλλά το κατάλαβα. Στην αρχή τίποτα δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Μετά το παρατήρησα και άρχισα να το ψάχνω παραπάνω. Ναι, είχα δίκαιο. Το Τέλος πλησιάζει…

Ξυπνώντας σήμερα το πρωί, χωρίς λόγο έπεσε το μάτι μου στο barcode των κορν φλέικς μου. 211212 και 211212 έγραφε στις δύο εξάδες. Τότε δεν έδωσα σημασία, απλώς μου φάνηκε περίεργο πως επαναλαμβάνεται η ακολουθία των αριθμών. Άρπαξα ένα χυμό από το ψυγείο και κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο. Μπήκα μέσα, έβαλα μπρος, άφησα στη θέση του συνοδηγού το τσαντάκι μου και το χυμό και αφού έβαλα μπρος τη μηχανή, άνοιξα ραδιόφωνο. Όλοι οι σταθμοί είχαν αφιέρωμα στην προφητεία. Τι βαρετό, σκέφτηκα. Μια μέρα είναι, θα περάσει.

Έβαλα με τα πολλά το τρίτο πρόγραμμα που είχε κλασική μουσική και επειδή δεν είχε και τόση κίνηση – το ξέρεις, πάντα έφευγα αργά για τη δουλειά, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο- αφέθηκα στις μελωδίες του Βιβάλντι και στις 4 εποχές του. Νομίζω πως άκουγα την Άνοιξη, όταν έπεσε το μάτι μου στο barcode του χυμού. Στη θέση των δύο εξάδων και πάλι το 211212. Σταμάτησα το αυτοκίνητο σε ένα περίπτερο και έπιασα να ψάχνω όλα τα barcode. Όλες οι συσκευασίες ακολουθούσαν το ίδιο μοτίβο.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα ξανά στο σπίτι. Έψαξα όλες τις συσκευασίες, όλες το ίδιο. Ήταν απλώς παντού. Η σημερινή ημερομηνία ήταν γραμμένη ξανά και ξανά χαράσσοντας το αποτύπωμα της όπου μπορούσε. Καφκικός όπως πάντα, πήρα τηλέφωνο στη δουλειά και είπα πως παραιτούμαι. Όταν με ρώτησαν γιατί απάντησα ξερά γιατί όχι και το έκλεισα.

Κοίταξα το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που λόγω υποχρεώσεων (sic) ήταν ακόμη στο κουτί του. Το άνοιξα, έστησα προσεκτικά τη βάση και με ευλάβεια άνοιγα τα φύλα σε κάθε ψεύτικο κλαράκι του, λες και όντως θα αναζητούσε τη φωτοσύνθεση για να αναπνεύσει. Μετά έβαλα ένα-ένα τα στολίδια, που αγοράζαμε σε κάθε ταξίδι μας. Παρίσι, Μιλάνο, Βαρκελώνη, Βερολίνο, Πράγα, Λονδίνο. Προσπάθησα να θυμηθώ ποιο είχαμε αγοράσει από πού, αλλά απέτυχα.

Σου γράφω αυτό το γράμμα ξέροντας πως ποτέ δε θα το διαβάσεις. Ξαπλώνω στον καναπέ τώρα. Θα σκεπαστώ και θα σε σκέφτομαι μέχρι το Τέλος. Επιτέλους αυτό πλησιάζει…

Νέα Δεδομένα

taverna2ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, μετά από πολλά χρόνια διακοπές! Χωρίς όρους, χωρίς πρέπει, χωρίς τηλέφωνα. Μπορούσες αν ήθελες ακόμη να βρεις ξεχασμένους προορισμούς, νησάκια στη μέση του πουθενά με μηδενική ανταπόκριση από τα γύρω νησιά. Έφτασα εδώ μόλις σήμερα το πρωί. Δε δυσκολεύτηκα να βρω κάπου να μείνω, δεν είχα άλλωστε απαιτήσεις πέραν των καθαρών σεντονιών και του ντους. Το τηλέφωνο δεν είχε σήμα (το ήξερα αυτό από πριν) και έτσι το έκλεισα και το φύλαξα στη βαλίτσα. Έβαλα το μαγιό μου και βγήκα για μια πρωινή εξερεύνηση τρέχοντας, όπως συνήθιζα να κάνω όταν ήμουν παιδί. Απλωμένα εσώρουχα και μαγιό, γιαγιάδες να με χαιρετούν, παιδάκια να παίζουν, ήλιος να καίει και λευκό που τυφλώνει.

Κουρασμένος πλέον και γεμάτος από εικόνες, πήρα τη συντομότερη (μάλλον!) διαδρομή για την παραλία. Έβγαλα την μπλούζα και τα παπούτσια μου και βούτηξα στα δροσερά νερά. Κολύμπησα παράλληλα με την στεριά 15-20 λεπτά και σταμάτησα όταν ένιωσα το στομάχι μου να γουργουρίζει και την καρδιά μου να σφυροκοπάει. Βγήκα έξω και σκέφτηκα να γυρίσω πίσω να πάρω τα πράγματα μου αλλά κάτι με σταμάτησε και με έκανε να γυρίσω από την άλλη.

Προχώρησα παρασυρμένος από τη μυρωδιά. Κάθισα στο τραπέζι που ήταν πάνω στην άμμο. Ζήτησα αθερίνα, πατάτες τηγανιτές, μια χωριάτικη και την πιο κρύα μπύρα που έχει το μαγαζί. Μετά από το πρωινό τρέξιμο και το κολύμπι, τι καλύτερο από τη συντροφιά μιας καλής ταβερνούλας! Μόνος κατά τα άλλα. Μετά από πολύ καιρό, ξανά μόνος. Είχα βάλει στόχο να κάνω τόσα πράγματα, όλα όσα νόμιζα πως η Λίνα μου είχε απαγορέψει, μα τελικά δεν έκανα τίποτα, γιατί συνειδητοποίησα -αργά όπως πάντα!- πως δεν έφταιγε εκείνη, αλλά εγώ. Και πώς να χωρίσεις με το «εγώ» σου άραγε;

Ήρθε μισή φραντζόλα ψωμί στα κάρβουνα με λαδάκι και ρίγανη και μια κανάτα δροσερό νερό με παγάκια. Δεν τα παρήγγειλα ποτέ και όμως τα περίμενα με λαχτάρα. Τι ωραίο πράγμα τελικά τα δεδομένα! Δροσίστηκα με ένα ποτήρι νερό -για να μην κατεβάσω μονορούφι την μπύρα που θα ερχόταν- και κοίταξα τη θάλασσα άλλη μια φορά πριν πάρω το βιβλίο μου στα χέρια.

“Χάρη”, ακούω μια φωνή, “Χάρη, εσύ;” Απίστευτο! Η Ελευθερία! Κινούμενες εικόνες ξεπήδησαν από το πουθενά και μέσα σε 20’’ –τόσα χρειάστηκε για να φτάσει στο τραπέζι μου- είχα ήδη δει καρέ-καρέ το trailer της ταινίας που θα ακολουθούσε. Μελαχρινή όπως τη θυμόμουν, όμορφη με την εξ ορισμού έννοια της λέξης και όχι με την επικρατούσα.

“Τι κάνεις εσύ εδώ;” μου λέει με αυτό το ανέμελο ύφος λες και τα λέγαμε και χθες. “Διακοπές μετά από πολύ καιρό”, απάντησα στο ίδιο ύφος. “Ο Δημήτρης, δεν είναι μαζί σου;” είπα κοιτώντας δήθεν αδιάφορα δεξιά-αριστερά. “Που τον θυμήθηκες αυτόν; Πάει αυτός. Μαθαίνω πως είναι κάπου σε κάποιο εμιράτο και επιβλέπει ένα έργο. Εσύ; Η… Λίνα, αν θυμάμαι καλά το όνομα;” μου απαντάει. “Να σε κεράσω μια μπύρα; Μην στέκεσαι όρθια…”της λέω.

Εκείνη την ώρα έφτασε και η παραγγελία μου. Έπιασα ένα ποτήρι από το δίπλα τραπέζι και χωρίς να περιμένω απάντηση της το γέμισα. Έβαλα και σε μένα και τσουγκρίσαμε. “Στα νέα δεδομένα!”, της είπα, “Σε αυτά θα πιούμε”.

“Στα νέα δεδομένα λοιπόν!”, μου απαντάει και μου χαμογέλασε.

No Exit

NOΖΕΣΤΗ. Όχι αυτή η αφόρητη των 40 βαθμών, αλλά αυτή των 30, που σε ξεγελάει και νομίζεις πως ίσως αντέχεις και χωρίς κλιματισμό. Έβαλα το σακάκι μου και μπήκα μέσα. Ήταν όλοι εκεί. Όλα τα μάτια στραμμένα, περίμεναν εμένα. Χαιρέτησα. Υπήρχε μια θέση κενή, προχώρησα, κάποιος έβηξε, κανείς δε γύρισε να τον κοιτάξει, όλοι σαν να κρέμονταν από μένα… Κάθισα. Κοίταξα το ρολόι, είχα ακόμη λίγη ώρα στη διάθεση μου. Έπρεπε να περιμένω.

Έβγαλα από την τσάντα το σημειωματάριο και το στυλό μου. Δεν είχα σημειώσει τίποτα περισσότερο από την ώρα που το είχα μάθει. Το άνοιξα παρόλαυτά και έκανα πως κάτι κοιτούσα. Άρχισα να ιδρώνω. Έβγαλα το σακάκι. Κοίταξα γύρω μου, τα μάτια ακόμη πάνω μου. Αισθάνθηκα για λίγο σαν ηθοποιός θεάτρου. Κάθε μου κίνηση και ένα νόημα, κάθε μου λέξη και μια φυγή. Συνειρμικά σε θυμήθηκα. Στην Επίδαυρο σε είδα τελευταία φορά. Με κοίταξες (Με νόημα; Ποτέ δεν έμαθα…), χαμογέλασες και κάτι του ψιθύρισες. Αμέσως σηκώθηκε, σε τράβηξε κοντά του και εσύ τον αγκάλιασες. Είδα στον καρπό σου το ρολόι που σου είχα αγοράσει…

Ρολόι! Είναι ώρα! Νοήματα από το βοηθό, ανοίγω το σημειωματάριο μου, 5,4,3,2, (σιωπή):

«Κυρίες και Κύριοι, τα αποτελέσματα των exit poll δεν επεφύλασσαν εκπλήξεις…»

Μαρία

feather-tattoo-on-bellyΜΕ πλησίασε… Ψηλός, γεροδεμένος, βλέμμα σταθερό, κατευθείαν στον στόχο:
– Πού πονάς;
– Παντού
Σιωπή… Μια ανάσα, δυο ανάσες… πάμε ξανά:
– Κάπου σε ξέρω… Έχεις ξανάρθει εδώ;
– Δε θυμάμαι… μπορεί, ίσως πιο παλιά…
Πώς να του πω; Από πού ν’ αρχίσω; Θεέ μου… Γιατί αυτός; Γιατί τώρα;
– Βγάλε την μπλούζα σου
– Δυο ερωτήσεις και μια πρόστυχη προσταγή, δεν είναι τρόπος αυτός να ξεκινήσει μια σχέση…
– Τί είπες;
– Τρίτη ερώτηση…
Γελάμε… όπως παλιά… θυμήθηκε άραγε; Βγάζω την μπλούζα μου και περιμένω, σίγουρη πλέον… Κοιτάει, βλέμμα σταθερό, κατευθείαν στον στόχο, παγώνει… Μια ανάσα, δυο ανάσες, τρεις…
– Δεν χρειάζεται να το κοιτάς περισσότερο, αυτό είναι, το δικό μας…
– …Πάμε να φύγουμε…
– Να πάμε πού;
– Κάπου, οπουδήποτε, όχι εδώ!

Στο αυτοκίνητο με ρώτησε αυτό που φοβόμουν, το «Γιατί», γιατί εκείνο, γιατί το άλλο, γιατί έφυγα, γιατί τον άφησα, γιατί έτσι, γιατί γύρισα… Δε μου έμειναν ανάσες:
– Γύρισα αγάπη μου!

1η Επιστολή: Για σένα…

(Το πρώτο μου πόνημα, γραμμένο το 1991. Μην του πολυ-δώσετε σημασία… Όλοι μας γράψαμε κάτι αντίστοιχο σε αυτή την ηλικία. Μπήκε για προσωπικούς/συναισθηματικούς λόγους.)

Μην πηγαίνεις εκεί που δε θες. Τρέξε. Μείνε. Μην φεύγεις ακόμη. Μίλα μου. Λυπάσαι, μα δεν πρέπει, γιατί εγώ είμαι εδώ και θα μείνω για πάντα κοντά σου. Την προηγούμενη φορά δεν τα είχα καταφέρει αλλά τώρα που ξέρεις, που ξέρω… ίσως. Βλέπεις εμείς οι 2 ζούμε, ενώ οι άλλοι… Η αγάπη μας είναι ελπιδοφόρα. Μαντατοφόρα. Κρίμα που η μέρα δε λέει να τελειώσει για να μπορέσω να κλειστώ κι εγώ στο καβούκι μου, στο κουτούκι μου, στη γλάστρα μου. Τα πράγματα δεν πάνε καλά, καθόλου καλά. Ίσα-ίσα που πάνε καλύτερα για όλους… τους άλλους, τους νεκρούς τους φίλους μου που έχουν ήδη πεθάνει φορώντας τα χρώματα του ήλιου, της αυγής, του πολέμου, της θάλασσας, των άστρων, του κύκνου και των αμπελιών. Τραγουδήστε λοιπόν, υμνείστε τη διαφθορά της αγάπης που τόσο γρήγορα, σαν το φως, κατάφερε να μας ναρκώσει, για να κυριεύσει τα κρυστάλλινα μυαλά μας, δαμάζοντας πρώτα το ίδιο ΜΟΥ το κορμί. Μην πηγαίνεις εκεί που δε θες. Τρέξε. Μείνε. Όλα έχουν τελειώσει. Κι η καρδιά μου είναι πάλι δική σου, σαν τη σιωπή σου.

Απρίλιος 1991