Μία εικόνα, άπειρες λέξεις

ΞΕΚΙΝΗΣΑ πρόσφατα να βλέπω το Τ2 Trainspotting. Και λέω ξεκίνησα, γιατί μόλις είδα το συγκεκριμένο πλάνο, κοκάλωσα. Κυριολεκτικά.

Ένα καρέ, ένας φωτισμός, μια σκιά, μια ατάκα και ειπώθηκαν όλα, για το πριν, το τώρα και το μετά. Για την απουσία της.

(Πώς, αλήθεια, το κάνεις αυτό σε ένα βιβλίο; Πώς;)

Advertisements

Για τον ντελιβερά…

ΔΟΥΛΕΨΑ δυο χρόνια ντελιβεράς. Αυτό όμως ήταν πριν περίπου 20 χρόνια. Ήταν Νοέμβριος του 1997 όταν έπιασα δουλειά στην Pizza-Hut. Ο πρώτος συνάδελφος που με υποδέχτηκε μού είπε μόνο ένα «τη χειρότερη εποχή διάλεξες, φίλε». Και κατάλαβα τι εννοούσε, όταν το ίδιο βράδυ έγινε κατακλυσμός. Όσο προετοιμασμένος και να είσαι, τα νερά μετά από ώρα στη βροχή, περνάνε τη χιλιοφορεμένη νιτσεράδα. Δεν έβλεπα τίποτα με το κλειστό και θολωμένο κράνος, τα χέρια και τα πόδια μου είχαν παγώσει και ήξερα πως αυτό δεν έχει τελειωμό. Δεν είναι ότι τρως μια βροχή και μετά πας σπίτι να αλλάξεις. Απλώς τρως βροχή. Συνεχώς. Για ώρες. Γιατί, όσο πιο πολλή βροχή, τόσο πιο πολλή δουλειά. Αν είναι και καμιά μεγάλη γιορτή μαζί ή κανένας αγώνας, ακόμα περισσότερη.

Με τον πρώτο μου μισθό αγόρασα δική μου νιτσεράδα (μια πράσινη απ’ το Praktiker, ακόμα την έχω) και γαλότσες. Θυμάμαι ακόμα και τώρα το γέλιο που έριξα στην επόμενη βροχή! Γελούσα! Αλήθεια, γελούσα από χαρά. Κορόιδευα τη βροχή και φώναζα «Βρέξε τώρα όσο θες ρε!». Αλλά η βροχή ήταν μόνο ένα από τα θέματα. Χαλάζι, αέρας, παγωνιά, χιόνια το χειμώνα, καύσωνας το καλοκαίρι, κυνηγητά από σκυλιά, υποτιμητικές συμπεριφορές… και όλα αυτά προσπαθώντας συνεχώς να είσαι όλο και πιο γρήγορος και αποτελεσματικός, να πας όσο πιο πολλές παραγγελίες, να βγάλεις πιο πολλά φιλοδωρήματα, μιας και – μη γελιόμαστε- τα λεφτά μας ουσιαστικά από κει προέρχονταν. Και βέβαια ήταν και τα ατυχήματα. Όλοι μας είχαμε τρακάρει. Όλοι. Όλοι. Άλλοι πιο λίγες φορές, άλλοι περισσότερες. Άλλοι τη γλίτωσαν με μερικούς μώλωπες και γρατζουνιές και άλλοι με σπασμένα πόδια και κεφάλια. Είχαμε και γνωστούς μας που δε γλίτωσαν…

Είναι πάρα πολύ δύσκολη, πιεστική και επικίνδυνη δουλειά, ειδικά αν σκεφτείς πόσες ώρες και υπό ποιες συνθήκες καλείται συνήθως ο ντελιβεράς να δουλέψει. Γι’ αυτό, αν και έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε που σταμάτησα το 1999, έχω ακόμα αρκετούς φίλους από εκείνη την περίοδο. Κι άμα δω τυχαία κάποιον στο δρόμο, δε λέμε απλώς ένα “γεια”, αλλά αγκαλιαζόμαστε. Γιατί, αλήθεια, περάσαμε πολλά μαζί.

Εμείς όμως τουλάχιστον τα περάσαμε. Ας βοηθήσουμε τα τωρινά παιδιά να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες. Δεν ξέρω πώς. Όπως μπορεί ο καθένας. Ας ενώσουμε τη φωνή μας με τη δική τους. Ας δώσουμε στην τελική αν μπορούμε και κανένα φιλοδώρημα παραπάνω.

Πώς άσπρισες έτσι;

ΟΤΑΝ με το ένα μου μάτι πρωτοείδα το φως του μάταιου τούτου κόσμου, κατάλαβα αμέσως πως οι γονείς μου σκέφτηκαν πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να με αφήσουν εκεί που είμαι και να εξαφανιστούν. Κάτι στο βλέμμα της μάνας μου ή ίσως του πατέρα μου… Δε θυμάμαι, πάνε και χρόνια από τότε. Βέβαια, για να τους δώσω και λίγο δίκιο, πρέπει να σας μιλήσω για την εμφάνισή μου ως νεογέννητο. Είχα πολλά και σγουρά μαλλιά, τρίχες και στα δύο μάγουλα, το ένα μάτι μου ήταν κλειστό, τα αυτιά μου ήταν -και είναι- λίγο σαν του Ντάμπο, ενώ για «κερασάκι», είχα έναν ολόμαυρο κώλο. Ναι, καλά διαβάσατε. Μαύρο κώλο. Κατάμαυρο. Πίσσα.

Οι γιατροί προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους γονείς μου, αλλά πού να το καταφέρουν. Η γιαγιά μου δεν ήθελε καν να με πάρει αγκαλιά. Μαρτυρίες αναφέρουν πως κορδώθηκε και είπε κατά λέξη: «Ήνταν πον’ τούτον;» Η παιδίατρος που ήρθε την επόμενη μέρα, τους είπε να μην ανησυχούν. «Δεν είναι ότι θα μεγαλώσει και θα γίνει κύκνος», συνέχισε, «αλλά να, μια νύφη θα βρείτε να τον παντρέψετε. Οι τρίχες στα μάγουλα θα πέσουν, το βλέφαρο θα ανοίξει, κι αν είστε θρησκευάμενοι, τώρα ήρθε η ώρα να προσευχηθείτε να μη μεγαλώσουν άλλο τ’ αυτιά του παιδιού. Όσο για τον μαύρο κώλο, θα απλωθεί», κατέληξε. «Τι θα απλωθεί;» ρώτησε η μάνα μου με αγωνία. «Η μελανίνη. Είναι όλη συσσωρευμένη εκεί και σιγά-σιγά θα απλωθεί», τους απάντησε. «Ο Δωρής σας θα γίνει μαυρής». Ευτυχώς είχε δίκιο σε όλα η παιδίατρος. Ή καλύτερα, σχεδόν σε όλα: Η μελανίνη απλώθηκε μεν, αλλά όχι εντελώς. Δεν μπορώ να δω καλά τον κώλο μου αν ακόμα είναι πιο μαύρος, αλλά θα στοιχημάτιζα πως είναι. Αλλιώς δεν ξέρω πώς να εξηγήσω αυτό που παθαίνω τα καλοκαίρια.

Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, κάθε Σεπτέμβρη που άρχιζαν τα σχολεία και επιστρέφαμε από τις διακοπές, με το που με έβλεπαν οι φίλοι μου μου έλεγαν, «Πόπο ρε φίλε! Πώς μαύρισες έτσι;» Οκέι, προφανώς κι όλοι είχαμε μαυρίσει. Άλλοι λίγο, άλλοι πιο πολύ. Μόνο που εγώ η αλήθεια είναι πως είχα κάψει το φιλμ. Κανείς δεν μπορούσε να με φτάσει σε μαύρισμα. Εγώ και οι Κενυάτες, το ένα και το αυτό. Περίμενα τέλος χειμώνα – αρχές άνοιξης, για να μαζευτεί πίσω η μελανίνη μου. Να μείνω εκτός έντονου ήλιου για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα δηλαδή, ώστε να μου φύγει λίγο η μαυρίλα. Και μετά, με τους πρώτους ανοιξιάτικους ήλιους, πάλι τα ίδια. Θυμάμαι ένα παιδί είχε έρθει πρώτη χρονιά στο σχολείο μας και με ρώτησε σε κάποια φάση αν κάνω σκι. «Από πού κι ως πού, σκι;» τον ρώτησα. «Επειδή κι εγώ μαυρίζω όποτε πάω για σκι», μου εξήγησε «ξέρεις, απ’ τις αντανακλάσεις του ήλιου στο χιόνι…»

Φοιτητής πια, ανέβαινα χαράματα Θεσσαλονίκη με την κλινάμαξα. Έξι η ώρα το πρωί φτάνω κατάκοπος έξω από το σπίτι μου. Ξαφνικά μια γυναίκα μου κλείνει τον δρόμο. «Τι πουλάς;» μου λέει. Όπως κάθε ετοιμόλογος άνθρωπος, όλα τα ωραία που θα μπορούσα να της απαντήσω, τα σκέφτηκα πολύ αργότερα. Εκείνη την ώρα, σήκωσα απλώς το βλέμμα. «Ορίστε;» κατάφερα και ψέλλισα. «Τι πουλάς;» μου ξαναλέει και μου δείχνει το σακ-βουαγιάζ που είχα στην πλάτη. «Αλήθεια τώρα; Με ρωτάς αν πουλάω κάτι;» τη ρώτησα. Με κοίταξε σαν να ήμουν τρελός, σήκωσε το χέρι, έκανε μια κίνηση σαν να διώχνει μύγες πάνω απ’ το φαγητό και προχώρησε. Εγώ έμεινα δυο λεπτά ακόμα στον δρόμο και μετά μπήκα στο σπίτι μου, όπου άρχισα να την «ταπώνω» σε αλεπάλληλους εσωτερικούς διαλόγους.

Μεγάλωσα, βρήκα και νύφη με τη μυωπία και με όλα της. Έμεινε έγκυος. Λίγο πριν γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος, για να μην τρομάξει την έπιασα και της είπα τον καημό μου. Ήθελα να μην ανησυχεί που το παιδί θα βγει μαύρο. Δεν χρειαζόταν να επαναληφθούν οι δραματικές σκηνές με τα δικά μου γεννητούρια. «Το μαύρο πάντα υπερισχύει», της είπα με τη σιγουριά που ο Δαρβίνος μιλούσε για τη φυσική επιλογή. Και εμφανίστηκε ο Αντρέας με σταρένια επιδερμίδα και καστανοκόκκινα μαλλιά (Μια φίλη που μας επισκέφτηκε στο μαιευτήριο θυμάμαι, μου είχε πει να μεγαλώσω το παιδί σαν να είναι δικό μου). Περίπου δυο χρόνια μετά, περιμένουμε την άφιξη του Γιάννη. Ίδια κουβέντα. «Αγγελική, την πρώτη φορά δεν έπιασε, αλλά να είσαι σίγουρη πως δεύτερη φορά δεν παίζει να ξαναγίνει…» Κι εμφανίζεται ο Γιάννης με ολόιδια χρώματα όπως ο αδελφός του. Τι έγινε; σκέφτηκα. Πάει το μαύρο μου, ξέφτισε; Πέρασ’ η μπογιά μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ επειδή τα παιδιά δεν πήραν από μένα και βγήκαν όμορφα ή αν έπρεπε να κλάψω για τη δεύτερη συνεχόμενη ταπεινωτική μου ήττα.

Ώσπου πριν δυο εβδομάδες μαζευτήκαμε σε ένα μπαράκι καμιά δεκαριά φίλοι απ’ το σχολείο. Ψιλο-ριγιούνιον τύπου. Όλοι συμμαθητές. Μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά άργησα λίγο να πάω κι έτσι ήταν ήδη αρκετοί εκεί. Μπήκα μέσα χαμογελαστός. «Πόπο ρε φίλε! Πώς άσπρισες έτσι;» μου είπε μόλις με είδε ο Βενέτος. Εγώ, ρε φίλε; Εγώ; Ακούν καλά τ’ αυτιά μου; σκέφτηκα προς στιγμήν.

Και μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για τα μαλλιά μου…

Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν

img_20170114_223906_594

ΟΤΑΝ ήμουν μητσής, μια που τες καλλίτερες μέρες μου ήταν όταν την Μεγάλην Εβδομάδαν η μάμμα τζιαι η αρφή μου επήαινναν εις την εκκλησίαν. Εγώ ήμουν πολλά μητσής για να πάω μαζίν τους. Ήταν να τους ποφκάλω, ελαλούσασιν. Οπόταν εκάθουμουν εις το σπίτιν με τον παπάν μου (που εβαρκέτουν πολλά να πάει αλλά εντρέπετουν αλόπως να το πει). Εν τζιαι είχαμεν τάμπλετ, οξά υπολογιστές που έχουσιν τωρά. Πολλά λλίοι είχασην έχρωμην τηλεόρασην, τζιαι είχαμεν μόνον έναν κανάλιν, το ΡΙΚ, που έπαιζεν εκκλησίαν. Στο σπίτιν μας τζιαμαί στον Στρόβολον -που τωρά νομίζω εμεγάλωσεν τζιαι έγινεν κοτζιάμου πολυκατοικία- στο χολ, δίπλα που το γραφείον του παπά μου, ήταν τζιαι το πικάπ. Εν αθθυμούμαι μάρκαν, αλλά ήταν ποτζείνον που έβαλλες 33, 45 ή 78 στροφές τζιαι έβαλλες τζιαι τζιείνους τους μητσικουρήδες τους δίσκους.

Ο παπάς μου, με του που έφευκαν οι κορούες, έβαλλεν έναν μητσικουρήν δίσκον του Τζο Ντασέν στο πικάπ τζιαι μετά επήαιννεν στην κουζίναν τζιαι έβαλλεν μας μεζέν: λλίον χαλλούμιν, λούντζαν ή σσιρομέριν, καμιάν τομάταν τζιαι ψωμίν. Έβαλλεν τζι έναν ουίσκιν για τζιείνον τζιαι λλίην σέβεναπ αραιωμένην για μέναν τζιαι εκάμναμεν πάρτιν. Εκαθούμαστιν χαμέ, πάνω στο χαλούιν, μπροστά που το πικάπ, ακούαμεν μουσικήν, ετρώαμεν, ετζουγκρίζαμεν τα ποτήρκα μας τζιαι εχορέφκαμεν τζιόλας. Όι καλό! Τζιαι μετά που λλίην ώραν, έρκουνταν στο σπίτιν οι κορούες τζιαι εθωρούσαν μας να διασκεδάζουμεν τζιαι πάω στοίχημαν ότι εζηλεύκασιν.

Εθυμήθηκα σήμερα τούτην την ιστορίαν, που ένη ξέρω καν αν έγινεν έτσι ακριβώς, αλλά ε θα ρωτήσω. Αρέσκει μου που την αθθυμούμαι έτσι. Επίσης, ένη ξέρω γιατί με έπιασεν πόψε ειδικά τούτη η νοσταλγία. Ίσως επειδή θκιεβάζω κάθε μέρα για τις συνομιλίες στην Γενεύην. Ζω τριανταπέντε χρόνια στην Αθήναν τζιαι ακόμα καρτερώ να λυθεί το Κυπριακόν. Εμεγάλωσα με το Δεν Ξεχνώ. Έχω έναν τάμαν που τότε που εγεννήθηκα το εβδομηντατέσσερα για να πάω στο Βαρώσιν. Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν, για ούλλους μας, τζιαι για τζιείνους που επάλεψαν, τζιαι για τζιείνους που επολέμησαν, τζιαι για τζιείνους που εσκοτώθηκαν, μα κυρίως για τζιείνους που εν ακόμα ζωντανοί. Για μας τζιαι τα παιθκιά μας.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γρηγόρην που μου έστειλεν τωρά την φωτογραφίαν του εν λόγω πικάπ μας. Έσιει το φυλαγμένον εις το σπίτιν του. Γράφει τζιαι την μάρκαν τελικά…

Το χρονικό της ψεσινής μη-βράβευσής μου

Έμαθα ότι ήμουν υποψήφιος και χάρηκα πολύ. Χάρηκα σαν να το είχα ήδη πάρει.

Και μετά σκέφτηκα και γιατί να μην το πάρω κιόλας αφού έφτασα ως εδώ.

Και χθες πήγαμε στη βράβευση και όσοι έπαιρναν βραβείο έβγαζαν λόγο.

Και λέω καλύτερα να μην το πάρω, γιατί φοβάμαι να βγάλω λόγο.

Και μετά είδα κι έναν που το πήρε και απλώς είπε “ευχαριστώ”.

Και λέω ωραία, έπιασε το ρέικι, ας το πάρω τότε.

Και μετά δεν το πήρα.

Και χαμογέλασα. Αλήθεια.

Και ήπιαμε ένα ποτό με την Αγγελική, τη Νατάσα και τον Στέφανο.

Και είπαμε “σιγά το βραβείο”, αλλά δεν το εννοούσαμε.

Και μετά μιλήσαμε για άλλα πολλά που τα εννοούσαμε.

Και όταν πήγαμε σπίτι, πήρα τον μεγάλο μου γιο αγκαλιά και είδαμε τον Παναθηναϊκό.

Και έχασε ο Παναθηναϊκός, αλλά εγώ εξακολουθούσα να έχω τον γιο μου αγκαλιά.

Μαραθώνιος 2015… κομπλέ!

ΝΑΙ, τερμάτισα και ήταν περίπου όπως το περίμενα. Βγήκα λίγο εκτός χρονικού στόχου, τερματίζοντας σε 04:42:40, αλλά γι’ αυτό τους λένε στόχους: Άλλοτε τους πετυχαίνεις, άλλοτε όχι.

Τον βασικό μου όμως στόχο τον πέτυχα…

?????????????

Αφού έκλεισα φέτος τα 41, είπα να πάω για τα 42… χιλιόμετρα!

ΓΕΝΙΚΑ τρέχω*. Υπερβολικά, για την οικογένεια μου, πολύ, για κάποιους φίλους, ελάχιστα, για άλλους πιο «επαγγελματίες», αρκετά πάντως, για μένα. Κάθε δρομέας -λένε- ο οποίος σέβεται τον εαυτό του πρέπει να τρέξει και έναν μαραθώνιο κάποια στιγμή στη ζωή του. Ε, αυτή η στιγμή λοιπόν έφτασε για μένα. Έκλεισα φέτος τα 41 και όπως προχωρώ αναπόφευκτα για τα 42 έτη σε αυτή τη γη, σκέφτηκα πως είναι σημαδιακό (καλά, μην πιστεύετε και ό,τι γράφω). Θα πάω για τα 42 (και κάτι ψιλούλια) χιλιόμετρα σε αυτή τη γη, στον κλασικό, αυθεντικό, ορίτζιναλ και όπως αλλιώς τον λένε, Μαραθώνιο της Αθήνας, σε ένα μήνα από σήμερα, στις 8 Νοεμβρίου.

Δεν έχω σκοπό να γράψω ούτε για την προετοιμασία, ούτε για την προπόνηση, ούτε και μετά να περιγράψω την εμπειρία μου από τον αγώνα. Όλα αυτά τα έχουν ήδη γράψει πολλοί και καλύτερα από μένα. Θα σας πω μόνο τι νιώθω αυτές τις μέρες, τώρα που πλησιάζει ο καιρός. Ξέρω λοιπόν πως δεν είναι η απόσταση μου. Μου φαίνεται τεράστια. Τόση, που και με τη μηχανή να μου λέγανε να την κάνω, θα την απέφευγα με μια καλή δικαιολογία του τύπου πού να τρέχεις τώρα… Έχω βαρεθεί μόνο στην ιδέα. Θα πάω όμως. Και θα τα καταφέρω. Θα τερματίσω αξιοπρεπώς εκεί στις 4 ώρες και 30-35 λεπτά. Έτσι λέω τουλάχιστον. Αυτός είναι ο στόχος και δεν είναι του χαρακτήρα μου οι κωλοτούμπες. Πιστεύω επίσης πως δε θα το ξαναδοκιμάσω. Θέλω όμως να προσπαθήσω να το χαρώ. Ελπίζω να δω αρκετές γνώριμες φάτσες κατά μήκος της διαδρομής και αυτό που πραγματικά περιμένω πώς και πώς είναι λίγο πριν τον τερματισμό, να δω το χαμόγελο της Αγγελικής και να πάρω από το χέρι τον Ανδρέα και τον Γιάννη για να τερματίσουμε παρέα. Αυτοί είναι η δύναμη μου.

20150825_105455

*80-90 χιλιόμετρα το μήνα.

Τοιχόσφαιρο

20150606_130538

ΤΟ ομολογώ: Βαριόμουνα σήμερα να παίξω με τα παιδιά. Και ήταν κι εκείνο το ούζο το καζανιστό από τη Χίο που μου είχε φέρει ο κουμπάρος μου ο Στέφανος, που το είδα στα κλεφτά να μου κλείνει το μάτι. Θυμήθηκα λοιπόν ένα παιχνίδι που μου είχε πει ο κουμπάρος μου ο Φίλιππος (ούτε Κύπριος να ήμουνα με τόσους κουμπάρους!) το προσάρμοσα λίγο και έτσι προέκυψε το παρακάτω:

Χρειάζεστε: 3 μεγάλα πλαστικά πιάτα, 1 μαρκαδόρο, λίγο μπλου τακ ή θερμοκόλλα, 1 μπάλα, 1 τοίχο, 1 χαρτί, 1 μολύβι ή στυλό.

Οδηγίες: Γράφετε στο κέντρο του κάθε πιάτου με μεγάλα γράμματα τους αριθμούς 1, 2, 3 αντίστοιχα. Βάζετε λίγο μπλου τακ ή θερμοκόλλα πίσω από το κάθε πιάτο και το κολλάτε στον τοίχο. Για μικρά παιδιά, καλύτερα το πιάτο με τον αριθμό “3” να το βάλετε χαμηλά, ώστε να το πετυχαίνουν πιο εύκολα.

20150606_130431 (Small)Παιχνίδι: Κάνετε πρωτάθλημα με 10 σουτ για τον καθένα. Αναλόγως του ποιο πιάτο βρίσκετε (γι΄αυτό τα θέλαμε πλαστικά, για να ακούγεται ο ήχος), στην κάθε βολή γράφετε και τον αριθμό του πιάτου. Αυτός που στο τέλος έχει το μεγαλύτερο άθροισμα κερδίζει. Οι άλλοι που έχασαν θα θέλουν τη ρεβάνς, οπότε επαναλαμβάνετε κατά βούληση (όχι τη δική σας απαραίτητα).

Ηλικίες: 1-99 ετών. Καλύτερα όμως να μην παίξετε στο ίδιο πρωτάθλημα μαζί με τα παιδιά σας. Μπορεί να απογοητευτείτε, πιστέψτε με!

Συμβουλή εκ των υστέρων: Διαλέξτε τοίχο που φτάνει μέχρι το ταβάνι και όχι τοιχάκι, εκτός αν θέλετε να παίξετε και τα γνωστά “σκαλάκια”. 🙂

BayNOTwatch

DSC_1563ΤΟ Σάββατο που μας πέρασε είχαμε πάει οικογενειακά στη θάλασσα. Φεύγοντας πλέον και αφού ντυθήκαμε όλοι, συνειδητοποιώ πως μας έλειπε το ένα από τα δύο νεροπίστολα και δε θα άντεχα την γκρίνια του να έχουμε μόνο ένα νεροπίστολο και -το κυριότερο- ποιανού θα ήταν αυτό. Σκεφτόμενος τους τσακωμούς των αγοριών για το μοναδικό νεροπίστολο, ευτυχώς κοιτάζω και το βλέπω λίγο μακρύτερα, εκεί που έσκαγε το κυματάκι. Όπως σηκώνομαι και προχωρώ, πιάνει το μάτι μου τυχαία μια μπάλα που ξέφυγε από τα χεράκια μιας παρέας τεσσάρων πιτσιρικάδων και έπεσε στη θάλασσα. Ένα μικρός μπαίνει για να την πιάσει. Τον παρακολουθώ. Την αρπάζει ενώ το νερό του είναι στο στήθος. Γυρνάει να επιστρέψει και το νερό του είναι στο λαιμό. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο, εξαφανίζεται. Ένα απαλό κυματάκι τον σκέπασε και το παιδάκι έμεινε από κάτω, βυθίζοντας τα χέρια του ασυναίσθητα για να σπρώξει το νερό να σηκωθεί. Απόλυτη ησυχία. Η μπαλίτσα επιτέλους ελεύθερη, συνέχισε ξανά την πορεία της προς το άγνωστο. Τα άλλα τρία παιδάκια συνέχιζαν να παίζουν με κουβαδάκια και πετρούλες. Οι γονείς τους -δύο ζευγάρια- ήταν κοντά, στα τέσσερα περίπου μέτρα και έπιναν τον καφέ τους. Σηκώθηκαν έντρομοι όταν με είδαν με βρεγμένα ρούχα να βγαίνω από τη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τον σοκαρισμένο μικρό.

Είναι η τρίτη φορά που μου συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, ευτυχώς και αυτή με αίσιο τέλος. Την πρώτη φορά ήταν η βαφτιστήρα μου που σκόνταψε και έπεσε με το πρόσωπο στην άκρη της παραλίας, σε πέντε εκατοστά νερό. Την κοιτούσαμε με τον πατέρα της και περιμέναμε να σηκωθεί. Δεν σηκωνόταν. Το παιδάκι πνιγόταν με καλυμμένο μόνο το πρόσωπο από νερό. Δεν φώναζε, ούτε κούναγε χέρια-πόδια, όπως βλέπουμε στην τηλεόραση. Όσοι λοιπόν πηγαίνετε με μικρά παιδιά στις θάλασσες, μην παρασύρεστε. Όσο πιθανό είναι να τα σώσει η Πάμελα Άντερσον, άλλο τόσο είναι να κουνάνε τα χέρια και να φωνάζουν “βοήθεια” την ώρα που πνίγονται. Ό,τι κι αν κάνετε, ένα μάτι πάντα στα παιδιά σας.

Σημείωση: Εννοείται πως μάζεψα ΚΑΙ την μπάλα του πιτσιρικά ΚΑΙ το νεροπίστολο των δικών μου. Διαφορετικά ακόμα θα άκουγα την γκρίνια ΟΛΟΝΩΝ τους…

 

 

 

41

16563161531_3b337064df_zΜΟΥ αρέσουν τα γενέθλια μου. Η γιορτινή αυτή μέρα που είναι ολόδικη μου. Δεν έχω γιορτή και έτσι είναι η μοναδική μέρα του χρόνου που δέχομαι ευχές. Μου αρέσουν γενικά όλες οι γιορτές, μου φτιάχνουν τη διάθεση, δε με καταπιέζουν, αντίθετα με ωθούν όντως να το παλέψω, έστω και αν αισθάνομαι στα κάτω μου. Αλλά ακόμα και τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και την Ανάσταση, υπάρχουν οι ώρες καμπής, το μεταίχμιο που ανταλλάσσεις ευχές, και υπάρχουν και οι ώρες σκέτης αναμονής ή προσμονής. Στα γενέθλια γιορτάζω 24 ώρες. Περιμένω το προηγούμενο βράδυ η ώρα να δείξει 0:00, να με φιλήσει η Αγγελική και μετά να κοιμηθώ βλέποντας άλογα σε λιβάδια να τρέχουν και χελώνες να συνουσιάζονται βογκώντας. Περιμένω να πάει 7:00 και να έρθει πρώτος ο Αντρέας να με αγκαλιάσει και να μου πει «Χρόνια πολλά Μπαμπά μου!» Να πάει 7:25 και να πάω στο κρεβάτι του Γιάννη, να τον ξυπνήσω και να τον ρωτήσω «Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;» και να μου πει αγκαλιάζοντας με «Ναι Μπάμπη μου. Η γιοτή σου!» «Γενέθλια ρε!» θα του πω. Περιμένω να με πάρουν τηλέφωνο οι φίλοι μου, ο γονείς και η αδελφή μου. Να πάρω δώρα. Να διαβάσω χαρούμενα email, μηνύματα και να δω όλες τις ευχές στο Facebook από κόσμο που δεν έχω γνωρίσει ποτέ. Και μετά να ετοιμαστώ να γιορτάσω. Γιορτάζω κάθε χρόνο. Ξέρω, μεγάλωσα. Ίσως σταματήσω, δεν ξέρω, κάθε χρόνο το σκέφτομαι, πως τώρα είναι η σειρά των παιδιών. Οι περισσότεροι φίλοι μου έτσι λένε. Ίσως δεν έχουν άδικο.

Όμως φέτος τέρμα τα αλογάκια και οι χελωνίτσες. Φέτος είδα εφιάλτες το προηγούμενο βράδυ. Είδα πολλούς και αγχωτικούς, είδα κόσμο να με αποφεύγει και να με προσπερνά. Είδα τα κόμπλεξ και τη ματαιοδοξία μου. Είδα παιδιά που δεν γιόρτασαν ποτέ τους τίποτα. Είδα μια μάνα να κλαίει χωρίς δάκρυα. Άπλωσα το χέρι να τη χαϊδέψω… Και μετά με ξύπνησε ο Αντρέας με μια αγκαλιά και σκέφτηκα στιγμιαία πως ίσως δεν είδα μόνο εφιάλτες, πως ίσως είδα κι εσένα να μου μιλάς γλυκά. Πως ίσως όλα αυτά κάτι σημαίνουν, αλλά πως πιθανότατα δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Και μπόρεσα και σηκώθηκα. Γιατί σήμερα γιορτάζω. Η μέρα είναι ολόδικη μου και δε θα μου την πάρει κανείς.