Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν

img_20170114_223906_594ΟΤΑΝ ήμουν μητσής, μια που τες καλλίτερες μέρες μου ήταν όταν την Μεγάλην Εβδομάδαν η μάμμα τζιαι η αρφή μου επήαινναν εις την εκκλησίαν. Εγώ ήμουν πολλά μητσής για να πάω μαζίν τους. Ήταν να τους ποφκάλω, ελαλούσασιν. Οπόταν εκάθουμουν εις το σπίτιν με τον παπάν μου (που εβαρκέτουν πολλά να πάει αλλά εντρέπετουν αλόπως να το πει). Εν τζιαι είχαμεν τάμπλετ, οξά υπολογιστές που έχουσιν τωρά. Πολλά λλίοι είχασην έχρωμην τηλεόρασην, τζιαι είχαμεν μόνον έναν κανάλιν, το ΡΙΚ, που έπαιζεν εκκλησίαν. Στο σπίτιν μας τζιαμαί στον Στρόβολον -που τωρά νομίζω εμεγάλωσεν τζιαι έγινεν κοτζιάμου πολυκατοικία- στο χολ, δίπλα που το γραφείον του παπά μου, ήταν τζιαι το πικάπ. Εν αθθυμούμαι μάρκαν, αλλά ήταν ποτζείνον που έβαλλες 33, 45 ή 78 στροφές τζιαι έβαλλες τζιαι τζιείνους τους μητσικουρήδες τους δίσκους.

Ο παπάς μου, με του που έφευκαν οι κορούες, έβαλλεν έναν μητσικουρήν δίσκον του Τζο Ντασέν στο πικάπ τζιαι μετά επήαιννεν στην κουζίναν τζιαι έβαλλεν μας μεζέν: λλίον χαλλούμιν, λούντζαν ή σσιρομέριν, καμιάν τομάταν τζιαι ψωμίν. Έβαλλεν τζι έναν ουίσκιν για τζιείνον τζιαι λλίην σέβεναπ αραιωμένην για μέναν τζιαι εκάμναμεν πάρτιν. Εκαθούμαστιν χαμέ, πάνω στο χαλούιν, μπροστά που το πικάπ, ακούαμεν μουσικήν, ετρώαμεν, ετζουγκρίζαμεν τα ποτήρκα μας τζιαι εχορέφκαμεν τζιόλας. Όι καλό! Τζιαι μετά που λλίην ώραν, έρκουνταν στο σπίτιν οι κορούες τζιαι εθωρούσαν μας να διασκεδάζουμεν τζιαι πάω στοίχημαν ότι εζηλεύκασιν.

Εθυμήθηκα σήμερα τούτην την ιστορίαν, που ένη ξέρω καν αν έγινεν έτσι ακριβώς, αλλά ε θα ρωτήσω. Αρέσκει μου που την αθθυμούμαι έτσι. Επίσης, ένη ξέρω γιατί με έπιασεν πόψε ειδικά τούτη η νοσταλγία. Ίσως επειδή θκιεβάζω κάθε μέρα για τις συνομιλίες στην Γενεύην. Ζω τριανταπέντε χρόνια στην Αθήναν τζιαι ακόμα καρτερώ να λυθεί το Κυπριακόν. Εμεγάλωσα με το Δεν Ξεχνώ. Έχω έναν τάμαν που τότε που εγεννήθηκα το εβδομηντατέσσερα για να πάω στο Βαρώσιν. Εν ο τζιαιρός για μιαν λύσιν, για ούλλους μας, τζιαι για τζιείνους που επάλεψαν, τζιαι για τζιείνους που επολέμησαν, τζιαι για τζιείνους που εσκοτώθηκαν, μα κυρίως για τζιείνους που εν ακόμα ζωντανοί. Για μας τζιαι τα παιθκιά μας.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γρηγόρην που μου έστειλεν τωρά την φωτογραφίαν του εν λόγω πικάπ μας. Έσιει το φυλαγμένον εις το σπίτιν του. Γράφει τζιαι την μάρκαν τελικά…

Το χρονικό της ψεσινής μη-βράβευσής μου

Έμαθα ότι ήμουν υποψήφιος και χάρηκα πολύ. Χάρηκα σαν να το είχα ήδη πάρει.

Και μετά σκέφτηκα και γιατί να μην το πάρω κιόλας αφού έφτασα ως εδώ.

Και χθες πήγαμε στη βράβευση και όσοι έπαιρναν βραβείο έβγαζαν λόγο.

Και λέω καλύτερα να μην το πάρω, γιατί φοβάμαι να βγάλω λόγο.

Και μετά είδα κι έναν που το πήρε και απλώς είπε “ευχαριστώ”.

Και λέω ωραία, έπιασε το ρέικι, ας το πάρω τότε.

Και μετά δεν το πήρα.

Και χαμογέλασα. Αλήθεια.

Και ήπιαμε ένα ποτό με την Αγγελική, τη Νατάσα και τον Στέφανο.

Και είπαμε “σιγά το βραβείο”, αλλά δεν το εννοούσαμε.

Και μετά μιλήσαμε για άλλα πολλά που τα εννοούσαμε.

Και όταν πήγαμε σπίτι, πήρα τον μεγάλο μου γιο αγκαλιά και είδαμε τον Παναθηναϊκό.

Και έχασε ο Παναθηναϊκός, αλλά εγώ εξακολουθούσα να έχω τον γιο μου αγκαλιά.

Μαραθώνιος 2015… κομπλέ!

ΝΑΙ, τερμάτισα και ήταν περίπου όπως το περίμενα. Βγήκα λίγο εκτός χρονικού στόχου, τερματίζοντας σε 04:42:40, αλλά γι’ αυτό τους λένε στόχους: Άλλοτε τους πετυχαίνεις, άλλοτε όχι.

Τον βασικό μου όμως στόχο τον πέτυχα…

?????????????

Αφού έκλεισα φέτος τα 41, είπα να πάω για τα 42… χιλιόμετρα!

ΓΕΝΙΚΑ τρέχω*. Υπερβολικά, για την οικογένεια μου, πολύ, για κάποιους φίλους, ελάχιστα, για άλλους πιο «επαγγελματίες», αρκετά πάντως, για μένα. Κάθε δρομέας -λένε- ο οποίος σέβεται τον εαυτό του πρέπει να τρέξει και έναν μαραθώνιο κάποια στιγμή στη ζωή του. Ε, αυτή η στιγμή λοιπόν έφτασε για μένα. Έκλεισα φέτος τα 41 και όπως προχωρώ αναπόφευκτα για τα 42 έτη σε αυτή τη γη, σκέφτηκα πως είναι σημαδιακό (καλά, μην πιστεύετε και ό,τι γράφω). Θα πάω για τα 42 (και κάτι ψιλούλια) χιλιόμετρα σε αυτή τη γη, στον κλασικό, αυθεντικό, ορίτζιναλ και όπως αλλιώς τον λένε, Μαραθώνιο της Αθήνας, σε ένα μήνα από σήμερα, στις 8 Νοεμβρίου.

Δεν έχω σκοπό να γράψω ούτε για την προετοιμασία, ούτε για την προπόνηση, ούτε και μετά να περιγράψω την εμπειρία μου από τον αγώνα. Όλα αυτά τα έχουν ήδη γράψει πολλοί και καλύτερα από μένα. Θα σας πω μόνο τι νιώθω αυτές τις μέρες, τώρα που πλησιάζει ο καιρός. Ξέρω λοιπόν πως δεν είναι η απόσταση μου. Μου φαίνεται τεράστια. Τόση, που και με τη μηχανή να μου λέγανε να την κάνω, θα την απέφευγα με μια καλή δικαιολογία του τύπου πού να τρέχεις τώρα… Έχω βαρεθεί μόνο στην ιδέα. Θα πάω όμως. Και θα τα καταφέρω. Θα τερματίσω αξιοπρεπώς εκεί στις 4 ώρες και 30-35 λεπτά. Έτσι λέω τουλάχιστον. Αυτός είναι ο στόχος και δεν είναι του χαρακτήρα μου οι κωλοτούμπες. Πιστεύω επίσης πως δε θα το ξαναδοκιμάσω. Θέλω όμως να προσπαθήσω να το χαρώ. Ελπίζω να δω αρκετές γνώριμες φάτσες κατά μήκος της διαδρομής και αυτό που πραγματικά περιμένω πώς και πώς είναι λίγο πριν τον τερματισμό, να δω το χαμόγελο της Αγγελικής και να πάρω από το χέρι τον Ανδρέα και τον Γιάννη για να τερματίσουμε παρέα. Αυτοί είναι η δύναμη μου.

20150825_105455

*80-90 χιλιόμετρα το μήνα.

Τοιχόσφαιρο

20150606_130538

ΤΟ ομολογώ: Βαριόμουνα σήμερα να παίξω με τα παιδιά. Και ήταν κι εκείνο το ούζο το καζανιστό από τη Χίο που μου είχε φέρει ο κουμπάρος μου ο Στέφανος, που το είδα στα κλεφτά να μου κλείνει το μάτι. Θυμήθηκα λοιπόν ένα παιχνίδι που μου είχε πει ο κουμπάρος μου ο Φίλιππος (ούτε Κύπριος να ήμουνα με τόσους κουμπάρους!) το προσάρμοσα λίγο και έτσι προέκυψε το παρακάτω:

Χρειάζεστε: 3 μεγάλα πλαστικά πιάτα, 1 μαρκαδόρο, λίγο μπλου τακ ή θερμοκόλλα, 1 μπάλα, 1 τοίχο, 1 χαρτί, 1 μολύβι ή στυλό.

Οδηγίες: Γράφετε στο κέντρο του κάθε πιάτου με μεγάλα γράμματα τους αριθμούς 1, 2, 3 αντίστοιχα. Βάζετε λίγο μπλου τακ ή θερμοκόλλα πίσω από το κάθε πιάτο και το κολλάτε στον τοίχο. Για μικρά παιδιά, καλύτερα το πιάτο με τον αριθμό “3” να το βάλετε χαμηλά, ώστε να το πετυχαίνουν πιο εύκολα.

20150606_130431 (Small)Παιχνίδι: Κάνετε πρωτάθλημα με 10 σουτ για τον καθένα. Αναλόγως του ποιο πιάτο βρίσκετε (γι΄αυτό τα θέλαμε πλαστικά, για να ακούγεται ο ήχος), στην κάθε βολή γράφετε και τον αριθμό του πιάτου. Αυτός που στο τέλος έχει το μεγαλύτερο άθροισμα κερδίζει. Οι άλλοι που έχασαν θα θέλουν τη ρεβάνς, οπότε επαναλαμβάνετε κατά βούληση (όχι τη δική σας απαραίτητα).

Ηλικίες: 1-99 ετών. Καλύτερα όμως να μην παίξετε στο ίδιο πρωτάθλημα μαζί με τα παιδιά σας. Μπορεί να απογοητευτείτε, πιστέψτε με!

Συμβουλή εκ των υστέρων: Διαλέξτε τοίχο που φτάνει μέχρι το ταβάνι και όχι τοιχάκι, εκτός αν θέλετε να παίξετε και τα γνωστά “σκαλάκια”. 🙂

BayNOTwatch

DSC_1563ΤΟ Σάββατο που μας πέρασε είχαμε πάει οικογενειακά στη θάλασσα. Φεύγοντας πλέον και αφού ντυθήκαμε όλοι, συνειδητοποιώ πως μας έλειπε το ένα από τα δύο νεροπίστολα και δε θα άντεχα την γκρίνια του να έχουμε μόνο ένα νεροπίστολο και -το κυριότερο- ποιανού θα ήταν αυτό. Σκεφτόμενος τους τσακωμούς των αγοριών για το μοναδικό νεροπίστολο, ευτυχώς κοιτάζω και το βλέπω λίγο μακρύτερα, εκεί που έσκαγε το κυματάκι. Όπως σηκώνομαι και προχωρώ, πιάνει το μάτι μου τυχαία μια μπάλα που ξέφυγε από τα χεράκια μιας παρέας τεσσάρων πιτσιρικάδων και έπεσε στη θάλασσα. Ένα μικρός μπαίνει για να την πιάσει. Τον παρακολουθώ. Την αρπάζει ενώ το νερό του είναι στο στήθος. Γυρνάει να επιστρέψει και το νερό του είναι στο λαιμό. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο, εξαφανίζεται. Ένα απαλό κυματάκι τον σκέπασε και το παιδάκι έμεινε από κάτω, βυθίζοντας τα χέρια του ασυναίσθητα για να σπρώξει το νερό να σηκωθεί. Απόλυτη ησυχία. Η μπαλίτσα επιτέλους ελεύθερη, συνέχισε ξανά την πορεία της προς το άγνωστο. Τα άλλα τρία παιδάκια συνέχιζαν να παίζουν με κουβαδάκια και πετρούλες. Οι γονείς τους -δύο ζευγάρια- ήταν κοντά, στα τέσσερα περίπου μέτρα και έπιναν τον καφέ τους. Σηκώθηκαν έντρομοι όταν με είδαν με βρεγμένα ρούχα να βγαίνω από τη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τον σοκαρισμένο μικρό.

Είναι η τρίτη φορά που μου συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, ευτυχώς και αυτή με αίσιο τέλος. Την πρώτη φορά ήταν η βαφτιστήρα μου που σκόνταψε και έπεσε με το πρόσωπο στην άκρη της παραλίας, σε πέντε εκατοστά νερό. Την κοιτούσαμε με τον πατέρα της και περιμέναμε να σηκωθεί. Δεν σηκωνόταν. Το παιδάκι πνιγόταν με καλυμμένο μόνο το πρόσωπο από νερό. Δεν φώναζε, ούτε κούναγε χέρια-πόδια, όπως βλέπουμε στην τηλεόραση. Όσοι λοιπόν πηγαίνετε με μικρά παιδιά στις θάλασσες, μην παρασύρεστε. Όσο πιθανό είναι να τα σώσει η Πάμελα Άντερσον, άλλο τόσο είναι να κουνάνε τα χέρια και να φωνάζουν “βοήθεια” την ώρα που πνίγονται. Ό,τι κι αν κάνετε, ένα μάτι πάντα στα παιδιά σας.

Σημείωση: Εννοείται πως μάζεψα ΚΑΙ την μπάλα του πιτσιρικά ΚΑΙ το νεροπίστολο των δικών μου. Διαφορετικά ακόμα θα άκουγα την γκρίνια ΟΛΟΝΩΝ τους…

 

 

 

41

16563161531_3b337064df_zΜΟΥ αρέσουν τα γενέθλια μου. Η γιορτινή αυτή μέρα που είναι ολόδικη μου. Δεν έχω γιορτή και έτσι είναι η μοναδική μέρα του χρόνου που δέχομαι ευχές. Μου αρέσουν γενικά όλες οι γιορτές, μου φτιάχνουν τη διάθεση, δε με καταπιέζουν, αντίθετα με ωθούν όντως να το παλέψω, έστω και αν αισθάνομαι στα κάτω μου. Αλλά ακόμα και τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και την Ανάσταση, υπάρχουν οι ώρες καμπής, το μεταίχμιο που ανταλλάσσεις ευχές, και υπάρχουν και οι ώρες σκέτης αναμονής ή προσμονής. Στα γενέθλια γιορτάζω 24 ώρες. Περιμένω το προηγούμενο βράδυ η ώρα να δείξει 0:00, να με φιλήσει η Αγγελική και μετά να κοιμηθώ βλέποντας άλογα σε λιβάδια να τρέχουν και χελώνες να συνουσιάζονται βογκώντας. Περιμένω να πάει 7:00 και να έρθει πρώτος ο Αντρέας να με αγκαλιάσει και να μου πει «Χρόνια πολλά Μπαμπά μου!» Να πάει 7:25 και να πάω στο κρεβάτι του Γιάννη, να τον ξυπνήσω και να τον ρωτήσω «Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;» και να μου πει αγκαλιάζοντας με «Ναι Μπάμπη μου. Η γιοτή σου!» «Γενέθλια ρε!» θα του πω. Περιμένω να με πάρουν τηλέφωνο οι φίλοι μου, ο γονείς και η αδελφή μου. Να πάρω δώρα. Να διαβάσω χαρούμενα email, μηνύματα και να δω όλες τις ευχές στο Facebook από κόσμο που δεν έχω γνωρίσει ποτέ. Και μετά να ετοιμαστώ να γιορτάσω. Γιορτάζω κάθε χρόνο. Ξέρω, μεγάλωσα. Ίσως σταματήσω, δεν ξέρω, κάθε χρόνο το σκέφτομαι, πως τώρα είναι η σειρά των παιδιών. Οι περισσότεροι φίλοι μου έτσι λένε. Ίσως δεν έχουν άδικο.

Όμως φέτος τέρμα τα αλογάκια και οι χελωνίτσες. Φέτος είδα εφιάλτες το προηγούμενο βράδυ. Είδα πολλούς και αγχωτικούς, είδα κόσμο να με αποφεύγει και να με προσπερνά. Είδα τα κόμπλεξ και τη ματαιοδοξία μου. Είδα παιδιά που δεν γιόρτασαν ποτέ τους τίποτα. Είδα μια μάνα να κλαίει χωρίς δάκρυα. Άπλωσα το χέρι να τη χαϊδέψω… Και μετά με ξύπνησε ο Αντρέας με μια αγκαλιά και σκέφτηκα στιγμιαία πως ίσως δεν είδα μόνο εφιάλτες, πως ίσως είδα κι εσένα να μου μιλάς γλυκά. Πως ίσως όλα αυτά κάτι σημαίνουν, αλλά πως πιθανότατα δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Και μπόρεσα και σηκώθηκα. Γιατί σήμερα γιορτάζω. Η μέρα είναι ολόδικη μου και δε θα μου την πάρει κανείς.

Όταν το bullying δεν υπήρχε…

n740263657_1548486_4320316ΕΙΜΑΙ 7 χρονών και σε ένα διάλειμμα στο σχολείο μου στον Στρόβολο Λευκωσίας, βγάζω να φάω μια σοκολάτα «ζωάκι» της Nestle. Είναι οι αγαπημένες μου. Μια μικρή μπάρα σοκολάτας γάλακτος, χωρισμένη σε δύο ας πούμε κάδρα, που το καθένα απεικόνιζε ένα ζωάκι της ζούγκλας. Έτρωγα πρώτα το γύρω-γύρω και άφηνα για το τέλος το ζωάκι, τρώγοντας το σχεδόν πάντα με τύψεις, που απαλύνονταν από την απόλαυση του λιωσίματος της σοκολάτας στο στόμα μου. Πριν καν προλάβω να ανοίξω το περιτύλιγμα της, με πλησιάζει ο Χ. που είναι 3 χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ένα ψηλό και όμορφο αγόρι που πηγαίνει στην πέμπτη τάξη. Τον ήξερα καλά και μάλιστα παίζαμε μαζί σε αρκετά διαλείμματα. Είναι άλλωστε ξάδελφος του καλύτερου μου φίλου. Μου λέει να του δώσω τη σοκολάτα. Του λέω όχι. Μου χώνει μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι που μου έκοψε κυριολεκτικά την ανάσα. Σωριάζομαι στο χώμα με τη μούρη. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι. Όλα τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν στις τάξεις τους. Σηκώθηκε παντού σκόνη. Το στόμα μου είναι γεμάτο χώμα και πέτρες. Νιώθω ένα χέρι να τραβάει την σοκολάτα από την άψυχη μου παλάμη. Έχω ακόμα χαραγμένη στο μυαλό μου την εικόνα που ακολουθεί, την εικόνα που διαλύεται σιγά-σιγά η σκόνη κι εγώ είμαι ακόμα μόνος μου, πεσμένος στο χώμα. Ψάχνω κάποιον να με βοηθήσει να σηκωθώ αλλά δεν υπάρχει κανείς.

Είμαι 8 χρονών. Μόλις μετακομίσαμε μόνιμα στα Βριλήσσια, στην Αθήνα. Στο σχολείο από την πρώτη μέρα, όλα τα παιδιά ήθελαν να τους μιλάω Κυπριακά για να γελάσουν με την προφορά μου. Ακόμα και χρόνια μετά, όποιος μάθαινε ότι είμαι από την Κύπρο, με έβαζε να του κάνω το ίδιο πράγμα. Μένουμε σε μια πολυκατοικία με πυλωτή και κήπο. Δίπλα μας κολλητά έχουμε μια αντίστοιχη πολυκατοικία και τα απογεύματα μαζευόμαστε όλα τα παιδάκια και παίζουμε. Ο Γ. είναι ένα πολύ δυνατό παιδί στην ηλικία μου. Παίζαμε γενικά καλά, αλλά όλοι ξέραμε πως δεν έπρεπε να τα «βάλουμε» ποτέ μαζί του. Ήταν γνωστό πως ήταν ευέξαπτος. Μια μέρα παίζουμε μπάλα και ο Γ. είναι τερματοφύλακας της αντίπαλης ομάδας. Αν και το ποδόσφαιρο δεν είναι το φόρτε μου (θυμίστε μου μια μέρα να σας περιγράψω τη φορά που έβαλα 10 αυτογκόλ και χάσαμε 11-1, γωνία Κύπρου και Πλαταιών, μπροστά από το Γκιούλιβερ στα Βριλήσσια) κάποια στιγμή και με ένα μαγικό τρόπο, φτάνει η μπάλα στα πόδια μου, σουτάρω και του βάζω γκολ. Επειδή δεν ήταν κάτι που μου συνέβαινε συχνά, πανηγυρίζω έντονα, τρέχοντας γύρω-γύρω και φωνάζοντας. Ο Γ. άρχισε να με κυνηγάει. Με πιάνει και με ρωτάει γιατί τον κοροϊδεύω. Δεν καταλαβαίνω τι λέει. Αρχίζει να μου δίνει αλλεπάλληλες μπουνιές στο στομάχι. Για άλλη μια φορά μου κόπηκε η ανάσα και σωριάζομαι, ευτυχώς στο γρασίδι αυτή τη φορά. Κάποιες μέρες μετά, όπως είμαι στην κουζίνα του σπιτιού μας και κάτι τρώω, ακούω φωνές από την απέναντι πολυκατοικία. Κοιτάζω στον φωτισμένο διάδρομο της διπλανής πολυκατοικίας και βλέπω τον πατέρα του Γ. να τον βάζει στο σπίτι με τις κλωτσιές. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Τον κλωτσούσε, ο Γ. προχωρούσε ένα μέτρο, γύρναγε τσαντισμένος προς τον πατέρα του, ο πατέρας του φώναζε και του έριχνε άλλη μια κλωτσιά που τον έσπρωχνε έτσι άλλο ένα μέτρο και κάποια στιγμή μετά από 5-6 κλωτσιές τον έβαλε στο σπίτι.

Είμαι 12 χρονών. Η παρέα μου με λέει «Αράπη». Όχι όλη την ώρα. Παίζουμε μπάσκετ, γελάμε, βλέπουμε βιντεοκασέτες με τον Τσάκυ Τσαν, χτυπάμε με δεκάρικο γρήγορα τα πλήκτρα του Amstrad 128K για να τρέξει γρηγορότερα ο αθλητής του “Daley Thompson’s Decathlon” αλλά κάθε μέρα, έτσι για πλάκα, με φωνάζουν Αράπη. Ή Μαύρο. Ή Gift κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομα μου και τη λέξη γύφτος. Κι εγώ δε γελάω. Και μουτρώνω. Κάποιες φορές προσπαθώ να μη δείξω πως με πειράζει, μάλλον χωρίς να τα καταφέρνω. Αλλά αυτό δεν τους κάνει να σταματάνε. Και κάθε βράδυ σκέφτομαι γιατί να έχω τόσο σκούρα επιδερμίδα; Γιατί πήρα το χρώμα του μπαμπά μου και όχι της μαμάς μου; Και ζηλεύω όλα τα αγόρια με τις λευκές επιδερμίδες και τα ανοιχτά μαλλιά. Και οι φίλοι μου, πάντα για πλάκα, κόβουν από τα δέντρα κλαριά και μου τα δίνουν να τους κάνω αέρα γιατί έχει ζέστη.

Είμαι 13ων χρονών. Έχω γίνει καλός μαθητής. Καλύτερος από όλους τους φίλους μου οι οποίοι με αποκαλούν πλέον και «Σπασικλάκι».

Είμαι 14ων χρονών. Πάω λύκειο. Είμαι ήδη αρκετά καλός και μεθοδικός μαθητής. Έχω καινούργιους φίλους. Κάποια στιγμή κυκλοφορούν στο σχολείο ιστορίες για το πώς κατάφερα να ξεφύγω από τους Ναζί, αν και ήμουν δεμένος χέρια-πόδια και πεταμένος στο βυθό θάλασσας. Ο μύθος λοιπόν έλεγε πως στριφογύρισα το κεφάλι μου με τρομερή ταχύτητα και τα τεράστια αυτιά μου λειτούργησαν ως προπέλες. Κι εγώ βλέπω στα οικογενειακά άλμπουμ τις φωτογραφίες του παππού μου και θυμώνω. Γιατί να έχω πάρει τα αυτιά του παππού μου; Και όταν κάνω μπάνιο, κοιτάζω στον καθρέφτη, πιέζοντας τα αυτιά μου στο κεφάλι και σκέφτομαι πως θα ήμουν αν δεν είχα τόσο μεγάλα και πεταχτά αυτιά.

Είμαι 15 χρονών. Τα μαθήματα συνεχίζω να τα «πιάνω» εύκολα και πλέον παίζω μπάσκετ στην τοπική ομάδα. Στο λύκειο είναι συμμαθητής μας και ο Α. Ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί με τρομερή μνήμη. Ξέρει όλα τα τηλέφωνα μας, όλες τις πινακίδες των αυτοκινήτων μας και τι γράφουν τα βιβλία μας στην κάθε σελίδα. Και τα παιδιά είναι σκληρά. Είμαστε σκληρά. Πολύ σκληρά. Ο Α. δεν έχει φίλους. Κι εγώ δεν τον κάνω παρέα, γιατί δε θέλω να μπω ξανά στο περιθώριο. Δεν τον κοροϊδεύω, αλλά δεν κάνω και κάτι για να τον προστατεύσω, δεν παίρνω φανερά το μέρος του. Έλεγα κι εγώ ιστορίες πως τον απέφευγα όταν τον έβρισκα στον δρόμο. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν το έκανα. Πάντα του μιλούσα. Πάντα τον άφηνα να μου πει την ιστορία του.

Είμαι 16 χρονών. Μια μέρα μαθαίνω πως αρέσω σε μια κοπέλα από ένα άλλο λύκειο. «Εγώ ο αράπης;» απορώ. Και την ίδια περίοδο, ένας συμμαθητής μου λέει πως αρέσω και σε μια συμμαθήτρια μας. Αυτή άρεσε και σε μένα. Και την πλησιάζω σε ένα πάρτι. Και τη ρωτάω «Και δεν σε πειράζει που είμαι λίγο μαύρος;». «Είσαι μελαχρινός» μου λέει. «Μου θυμίζεις λατίνο εραστή. Οι άλλοι είναι ξανθομπούμπουρες!» Και η ζωή μου αρχίζει να αλλάζει.

Είμαι 17 χρονών. Περνάω στο Πανεπιστήμιο. Αφήνω μακριά μαλλιά που ευτυχώς είναι της μόδας και με εξυπηρετούν αφάνταστα με τα πεταχτά αυτιά μου.

Είμαι 28 χρονών. Μόλις έχω κουρευτεί. Είμαι ήδη κάποιους μήνες με την Αγγελική. Μου λέει μια μέρα «να δω τ’ αυτιά σου». Γυρνάω προφίλ. «Ίσως είναι λίγο μεγάλα, αλλά δεν το είχα παρατηρήσει ποτέ. Αν δεν μου το έλεγαν οι φίλες μου, δε θα το είχα προσέξει». Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά η Αγγελική είναι η γυναίκα της ζωής μου.

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 41. Έχουμε δύο αγόρια με την Αγγελική, τον Ανδρέα και τον Γιάννη. Ο Ανδρέας πάει πρώτη δημοτικού και κάποια πράγματα που αντιμετωπίζει στο σχολείο του δημιουργούν δυσκολίες. Το είδαμε. Το καταλάβαμε. Φαίνεται. Δεν είναι όλα τα παιδιά τα ίδια. Δεν έχουν τις ίδιες άμυνες ούτε διαχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Ο Γιάννης από την άλλη δείχνει πιο δυνατός και δυστυχώς σε κάποιες φάσεις ίσως και επιθετικός. Θυμάμαι ασυναίσθητα όλα αυτά που αντιμετώπισα όταν ήμουν εγώ παιδί, τότε που δεν υπήρχε το bullying ως λέξη. Τότε που δεν ξέραμε τίποτα για τον σωματικό και τον λεκτικό εκφοβισμό. Τα περνούσα όλα μόνος μου. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Όλα αυτά μου δημιούργησαν απίστευτα κόμπλεξ. Ακόμα και τώρα αν ακούσω τη λέξη «Αράπης» ανατριχιάζω. Και χρειάστηκαν πολλά χρόνια και διάφορες συγκυρίες για να βάλω τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Για να αγαπήσω τον εαυτό μου. Για να αποκτήσω αυτοπεποίθηση.

Μετανιώνω μόνο που δεν στάθηκα στον Α. πιο πολύ. Που δεν πήρα φανερά το μέρος του. Που μπροστά σε όλους, ήμουν με το πλήθος. Μετανιώνω. Και αυτό που κάνω τώρα είναι το μόνο που σκέφτηκα πως μπορώ να κάνω για όλα αυτά. Και γι΄αυτά που έζησα και γι’ αυτά που θα ζήσουν τα παιδιά μου. Θέλω να πω στα παιδιά μου πως δεν ήμουν ο πιο δυνατός, ο πιο ψηλός και ο πιο γρήγορος όταν ήμουν παιδί. Δεν ήμουν σούπερ ήρωας. Ήμουν σαν αυτά. Ένα παιδί σαν όλα. Ένα παιδί διαφορετικό απ’ όλα. Μετρίου αναστήματος, αδύνατος, μελαχρινός, με πεταχτά αυτιά. Ένα παιδί που υπέφερε τότε από κάτι που δεν υπήρχε η λέξη για να το εκφράσει και να το πει στους γονείς του.

Ειρήνη

9321668427_a35e82e145_zΤΗΝ Κυριακή που μας πέρασε είχε μετά από καιρό την τέλεια μέρα! Τα παιδιά δεν μαζεύονταν. Ξεκινήσαμε με παιδική χαρά στη γειτονιά, μετά στην πλατεία όπου ο Δήμος είχε οργανώσει μια γιορτή με κλόουν, μάγους, χορευτικά, μαλλί της γριάς, ζωγραφική κ.ο.κ. αλλά κάποια στιγμή ο Αντρέας μούτρωσε. «Τί έγινε;» τον ρώτησα. Δεν απάντησε. Μου γύρισε την πλάτη. «Τί έγινε πάλι; Τί έχασα;», επέμεινα. «Μου είχες υποσχεθεί να πάμε στο Ολυμπιακό στάδιο να παίξουμε μπάλα…» μου είπε ελπίζοντας. «Έλα, πάμε» του είπα. Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του ως διά μαγείας.

Η Αγγελική γύρισε σπίτι να βοηθήσει τη μάνα της που μας είχε τραπέζι κι εγώ πήρα τον Αντρέα και τον Γιάννη, τους έβαλα στο αυτοκίνητο που πάντα έχω μέσα δύο μπάλες –μία για τον καθένα, να μην τσακώνονται- και πήγαμε για καμιά ώρα στο Ολυμπιακό στάδιο. Αφού παίξαμε μπάλα ανάμεσα σε βενζινοκίνητα αυτοκινητάκια που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα και παρακολουθήσαμε έναν αγώνα κρίκετ από μια μεγάλη παρέα ανθρώπων που το χρώμα τους έμοιαζε με το δικό μου –δηλαδή «καφέ», όπως μου διευκρίνισαν τα παιδιά μου όταν τους ρώτησα σχετικά- μαζέψαμε μπάλες, μπουφάν, νερά και προχωρήσαμε προς το αυτοκίνητο. Είχα ανοίξει το πορτ μπαγκάζ και άδειαζα τα χέρια μου όταν άκουσα πίσω μου μια φωνή.

«Συγκνώμη, από ντο πάει για Κηφισιά;»

Γύρισα και είδα μια κοπέλα στα χρώματα μου.

«Η Κηφισιά είναι από δω», της έδειξα.

«Γκια σταθμό τρένου Κηφισιά;»

«Πρέπει να μπεις μέσα από το γήπεδο, να περπατήσεις λίγο, θα ανέβεις εκείνα τα σκαλιά και μετά θα πας προς τα αριστερά»

Την είδα να κοιτάζει προς το γήπεδο και τότε την παρατήρησα. Ήταν πιο μικρή από μένα αλλά ταλαιπωρημένη. Κρατούσε δύο τσάντες στα χέρια και ήταν εμφανώς κουρασμένη. Ίσως της φαίνεται Γολγοθάς, σκέφτηκα.

«Από πού έρχεσαι;»

«Έκασα λεωφορείο και ταξιντζής που πήρα, με άφησε πιο κάτω και είπε πως σταθμός γκια Κηφισιά είναι κοντά. Αλλά περπατάω ώρα…». Σταμάτησε να πάρει ανάσα.

«Θες να έρθεις μαζί μας με το αυτοκίνητο; Να σε πάω στον σταθμό Ηρακλείου;»

Την είδα να το σκέφτεται. Δεν ξέρω αν είχε αμφιβολίες, αλλά υπέθεσα πως μπορεί να φοβόταν να μπει στο αυτοκίνητο ενός ξένου και έτσι της «θύμισα» τα αγόρια. «Έλα Αντρέα, Γιάννη, μπείτε μέσα. Θα πάρουμε μαζί μας και την κυρία. Θα την αφήσουμε στο σταθμό».

«Αλήθεια κύριε; Με πάτε;» μου είπε σχεδόν μην πιστεύοντας πως θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο.

«Μη με λες κύριο σε παρακαλώ. Είμαι ο Δώρος. Πώς σε λένε;»

«Ειρήνη»

«Έλα Ειρήνη, κάθισε»

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και αφού ξεκινήσαμε έκανα τις συστάσεις.

«Ειρήνη, από δω ο Αντρέας και ο Γιάννης. Παιδιά από δω η κυρία Ειρήνη. Θα την πάμε στον σταθμό. Γιάννη, για δείξε τι ζωγράφισες»

«Ειήνη» (με το «ρ» έχουμε μια δυσκολία ακόμα αλλά είμαστε σε καλό δρόμο) «Δες τι ζωγάφισα!» και της έδειξε ένα αληθινό (!) έργο τέχνης σε κόκκινο καμβά.

«Πολύ ωραίο! Εσύ έφτιαξες;»

«Ναι! Μόνος μου!»

«Εσύ δεν έφτιαξες;» γύρισε προς τον Αντρέα.

«Έφτιαξα, αλλά δεν τα έχω μαζί μου. Έφτιαξα μια μάσκα αποκριάτικη!»

«Μπράβο!»

«Στην Κηφισιά θες να πας, σωστά; Όχι στη λεωφόρο Κηφισίας;» την ρώτησα για σιγουριά.

«Do you speak English?»

«Yes, tell me»

«I wanted to go to Kifissia and as I told you I lost the bus, so I had to take a taxi. But the taxi driver left me some kilometers back and he told me that the station was very close»

«Ok. Don’t worry know. In two minutes we will be there»

«Sure this is not a problem for you?»

«Sure. I’m driving you. I’m not carrying you on my shoulders»

Νομίζω την είδα να χαμογελά.

«Sweet kids», μου είπε μετά από λίγο.

«Ναι, ναι το ξέρω, πήραν από τη μάνα τους» είπα στα ελληνικά επειδή μου βγήκε πιο φυσικά.

Και τότε έκλεισε προς στιγμή τα μάτια, γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω και άνοιξε διάπλατα το στόμα, σαν μόλις να βγήκε από την κοιλιά της μάνας της ρουφώντας τον αέρα της πρώτης της ανάσας. Γέλασα κι εγώ, άρχισαν να γελούν και τα παιδιά. Γελούσαμε ακόμη όταν φτάσαμε στο σταθμό.

«Thank you very much. Please tell me your name again. Mr… Dimitri it is?» με ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα. Θυμήθηκε το «Μr» πάλι, σκέφτηκα.

«Δώρος»

«Thank you Doros. I want to remember your name. I want to tell my people that today I met someone in Greece how was kind with me for the first time»

«Please don’t say that…»

«It’s true…»

«I understand, but it hurts»

Έκλεισε την πόρτα, φίλησε δυο φορές την παλάμη της στέλνοντας  φιλιά στα παιδιά και ανέβηκε τα σκαλιά του σταθμού.

 

Καταταγείτε μας έλεγαν! Καταταγείτε!

Πριν και μετά τα παιδιά

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στο σωτήριον έτος 2005. Μόλις έχω μπει στο γραφείο του Γρηγόρη μαζί με την Καρίνα. Είναι μεσημέρι και κάνουμε διάλειμμα για φαγητό, στην εταιρεία που δουλεύαμε όλοι τότε. Οι δύο φίλοι και συνάδελφοι, που ήταν και λίγο μεγαλύτεροι από μένα, είχαν ήδη παιδιά και -δικαίως ή αδίκως- οι συζητήσεις που ξεκινούσαν αφορούσαν ως επί το πλείστον καθημερινές ιστορίες γύρω από αυτά. Εγώ δεν είχα ακόμα παιδιά. Λίγους μήνες πριν είχαμε παντρευτεί με την Αγγελική. Το σπορ αυτό μας ήταν λοιπόν άγνωστο.

Δέκα χρόνια πριν, η κρίση ακόμη δεν είχε χτυπήσει την πόρτα μας -ή τέλος πάντων αν την είχε χτυπήσει, το είχε κάνει πολύ απαλά. Μη και μας ξυπνήσει από το λήθαργο. Ήταν τότε που νιώθαμε κερδώοι, πληρωνόμασταν καλά και ακόμα κάναμε όνειρα για το μέλλον. Θυμάμαι σαν τώρα που σηκώθηκα όρθιος, σχεδόν εκνευρισμένος και τους ρώτησα το εξής: «Αυτό είναι λοιπόν; Αυτό είναι η ζωή; Γι’ αυτό γεννηθήκαμε;». Με κοίταξαν και οι δύο σαν να ήμουν ο Ε.Τ. Υποθέτω πως ακόμα έψαχναν τρόπο να επικοινωνήσουμε στη γλώσσα μου, όταν τους βομβάρδισα με διευκρινιστικές ερωτήσεις: «Αυτό θα κάνετε από δω και πέρα; Θα ζείτε για τα παιδιά σας; Αυτό μου λέτε και μένα; Πως σε λίγο που θα κάνω παιδιά, γι’ αυτά θα μιλάω όλη μέρα; Μόνο μ’ αυτά θα ασχολούμαι; Τι έφαγαν, αν έφαγαν, αν διάβασαν, αν κοιμήθηκαν, αν ξύπνησαν, αν χτύπησαν, αν αρρώστησαν, γιατί άργησαν, με ποιον πήγανε και (στην τελική) γιατί βγήκαν έξω;;; Πως ΕΓΩ τελείωσα; Τέρμα τα θέλω ΜΟΥ; Μέχρι να πεθάνω; This is it?»

Τα είχα πάει καλύτερα. Με κατάλαβαν. Το έβλεπα ξεκάθαρα στη φάτσα τους πως δεν ήμουν πλέον ένας εξωγήινος. Ήμουν απλώς ένα παιδάκι, ένα νεούδι, ένας ψάρακας, ένας λεγεωνάριος που πάει να καταταγεί στον ρωμαϊκό στρατό και περιμένει να φάει τις μπούφλες του από τους Γαλάτες. Μου χαμογέλασαν και οι δύο. Η Καρίνα μάλιστα άφησε τα μαχαιροπήρουνα της και σηκώθηκε. Με αγκάλιασε και μου είπε να καθίσω δίπλα της. «Να του το πω εγώ, μωρέ;» ρώτησε τον Γρηγόρη, γέρνοντας το κεφάλι της ελαφρά κάτω και αριστερά, με τον μοναδικά ναζιάρικο τρόπο της. Αυτός απλώς κατένευσε συγκινημένος. Γυρνάει η Καρίνα, με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει: «Ναι».

Έστρεψα το βλέμμα μου αργά και απέλπιδα να κοιτάξω τον Γρηγόρη. Δάκρυα έσβηναν στους κροτάφους του…