Το πρωτάκι – Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

πρωτακιΤΟ πρωτάκι μας εξιστορεί τις περιπέτειες ενός πολύ έξυπνου εξάχρονου αγοριού, μέσα από τα μάτια του ίδιου του πρωταγωνιστή. Είναι γραμμένο από έναν παιδοψυχίατρο και αν μη τι άλλο προσεγγίζει πολύ καλά τις αγωνίες που αντιμετωπίσαμε όλοι μας ως παιδιά ή ακόμα και που βλέπουμε τώρα στα δικά μας.

Η ιστορία ξεκινάει με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην πρώτη δημοτικού και την προσπάθειά του φίλου μας να κρύψει από τη δασκάλα του πως ήδη ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Στην τάξη γνωρίζει τη Στελλίτσα, την οποία από την πρώτη στιγμή ξέρει πως θα την παντρευτεί και βεβαίως τον αντίζηλό του, τον Παναγιώτη. Στη συνέχεια μας μιλάει για τη μητέρα του που δεν μπορεί να πει το «ρο» (όπως και η Στελλίτσα!) και για τα πρώτα του ερωτικά ξυπνήματα γι’ αυτήν, για τον πατέρα του που θαυμάζει, για τον παππού του που του λέει όλο ιστορίες και βεβαίως για τη φιλία του με τον Μαξ, το ιδιαίτερο παιδί στην τάξη του, το παιδί που δεν μιλάει σε κανέναν και κάθεται συνεχώς μόνο του.

 (…) Ο Παναγιώτης είναι δεύτερος στα άριστα και πρώτος στα γκολ. Είναι άμπαλος αλλά το παιδί είναι ανώμαλο! Ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλα τα παιδιά στην τάξη, σπρώχνει και βάζει γκολ συνέχεια! Με κεφαλιές! Στα παιδιά, μου είπε ο παππούς μου, θα έπρεπε να απαγορεύονται οι κεφαλιές μέχρι τα δώδεκα για να μην παθαίνει ο εγκέφαλος. Αν έχουν!

Ίσως ο εγκέφαλος του Παναγιώτη να έπαθε κάτι, γιατί προχθές προσπάθησε να δώσει το αυτοκόλλητό του στη Στελλίτσα μου! Η σκηνή έγινε μπροστά στα μάτια μου, σαν τελευταία φάση στην παράταση πριν από το σφύριγμα. Ο Παναγιώτης, σαν σέντερ-φορ, βρέθηκε μόνος απέναντι από το τέρμα, τετ-α-τετ με τη Στελλίτσα˙ όλη η τάξη κρατούσε την αναπνοή της, εγώ σκέφτηκα να πεταχτώ και να τον κλαδέψω και ας πάρω κόκκινη και εξάμηνη αποβολή απ’ όλες τις διοργανώσεις! Αλλά η Στελλίτσα έκανε έξοδο. Του «τσίμπησε» απαλά το αυτοκόλλητο και μ’ ένα υπέροχο βολέ το πέταξε στην ομάδα των κοριτσιών.

Παναγιώτης – Στελλίτσα: 0-1.

Όταν μεγαλώσω θα την παντρευτώ.

Τον Παναγιώτη θα τον σκοτώσω πριν παντρευτώ. Ίσως και πριν μεγαλώσω. (…)

Σίγουρα ενδιαφέρουσα η γραφή και η ιδέα να είναι σε πρώτο πρόσωπο γραμμένο με τη φωνή του μικρού. Η μόνη μου ένσταση είναι πως επειδή έχω παιδιά σε αυτές τις ηλικίες και προφανώς έχω γνωρίσει και αρκετούς συμμαθητές τους -από πολύ έξυπνα παιδιά μέχρι και στο φάσμα του αυτισμού- σε κάποια σημεία ο Αλεξανδρίδης σαν να ξεχνούσε πως έπρεπε να μιλάει το εξάχρονο και μιλούσε ο ίδιος. Για παράδειγμα, έχει μια σκηνή που περιγράφει ο μικρός ένα όνειρό του:

(…) Τα φυτά με αγγίζουν και είναι βελούδινα. Και το δέρμα μου μαλακώνει. Μυρίζει βαριά αλλά όμορφα. Ο αέρας πήζει και γίνεται νερό. Βουτιά τη νύχτα στον ωκεανό. Σκαρφαλώνω στις ακτίνες του ήλιου για να βγω στην επιφάνεια. Ανάδυση με άπνοια. (…)

Μόλις διάβασα το «ανάδυση με άπνοια», με έχασε. Ευτυχώς το παραπάνω δεν έγινε πολλές φορές. Απλώς σε αυτά τα σημεία δεν μπορούσα να νιώσω πως τα λέει το παιδί. Εκτός αυτών των λίγων παραγράφων όμως, το βρήκα πολύ καλό. Είναι πολύ μικρό και διαβάζεται ευχάριστα μέσα σε μια μέρα.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7/10

 

Advertisements

Ο Λου και ο Λι στο Νησί της Τελειότητας – Μαρία Ζαβάκου

louandliΤΟΝ Νοέμβριο του 2014, έλαβα ένα μήνυμα στο Facebook. Το μήνυμα ήταν από κάποια Maria Zavakou και μου έλεγε μέσες-άκρες πως γίνεται μια προσπάθεια χρηματοδότησης από το κοινό -crowdfunding που λέμε και στα ελληνικά- για ένα παιδικό βιβλίο που έχει γράψει. Ομολογώ πως αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μάλιστα εκτός από κάποια μηνύματα που ανταλλάξαμε με τη Μαρία, κάποια στιγμή ειδωθήκαμε κιόλας τυχαία, καλεσμένοι σε μια εκπομπή. Λίγες μέρες πριν βρεθούμε όμως, είχε επικοινωνήσει μαζί μου για να μου πει πως αν και βάσει του ύψους της προσφοράς θα λάμβανα μόνο την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου, αποφάσισε να επιβραβεύσει όλους τους αρωγούς της προσπάθειας της (ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!) θέλοντας να τους δώσει ΚΑΙ το βιβλίο στο χέρι. 🙂IMG_20160125_141206

Ο Λου και ο φίλος του λαγός Λι γουστάρουν τρελά να φτιάχνουν γλυκά. Ζουν σε ένα νησί μαζί με πολλά άλλα παιδιά και έναν τελειομανή Βασιλιά, τον Βασιλιά Τέλειο. Κάθε παιδί έχει μια κλίση, στον Μικρό Εξαίσιο αρέσει να περιποιείται τα λουλούδια του, στη Μικρή Θαυμάσια να φτιάχνει κάθε λογής καπέλο, στον Μικρό Καταπληκτικό να αφηγείται και στη Μικρή Άπαιχτη να ζωγραφίζει. Όλα τα παιδιά όμως φοβούνται πολύ τον Βασιλιά Τέλειο και έτσι προσπαθούν να αφήσουν στην άκρη τις μεγάλες αγάπες τους για να αφοσιωθούν στην τελευταία τρέλα του Βασιλιά, μια δοκιμασία τέλειας τελειότητας, που θα οδηγήσει μόνο ένα παιδί στο να γίνει σύμβουλος του Βασιλιά και να απολαμβάνει την δυνατότητα να κάνει λάθη, αφού βεβαίως δε θα κάνει ποτέ. Όλα τα παιδιά αλλάζουν τρόπους και μορφή για να γίνουν τέλεια. Όλα, εκτός από τον Λου και τον Λι που έχουν τα δικά τους σχέδια…

 (…) Ο Λου και ο λαγός Λι περίμεναν να ψηθεί η κερασόπιτα όσο ο Βασιλιάς Τέλειος έβραζε από το κακό του. Είχε γίνει έξαλλος. Μονολογούσε και μουρμούριζε πως δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει ούτε ένας τέλειος άνθρωπος. Όχι μόνο στο νησί, αλλά και σε ολόκληρο το βασίλειο. Ο Υπηρέτης είχε τοποθετήσει τα μαχαιροπίρουνα 2 αντί για 1,5 εκατοστά δίπλα στο πιάτο. Τραγικό λάθος! Αλλά και με τον μάγειρα τα έβαλε, γιατί η μπιζελόσουπά του θα μπορούσε να έχει κι άλλο αλάτι, τα λαχανικά στη σαλάτα δεν ήταν κομμένα στο ίδιο ακριβώς μέγεθος και κάτι του έφταιγε με το παγωτό βανίλια, δεν ήξερε ακριβώς τι, αλλά κάτι, κάτι του έφταιγε γενικά. Όλοι στο νησί και στο παλάτι πέρασαν τη νύχτα τιμωρημένοι. Η τιμωρία είχε ρίξει το μέρος σε βαθύ σκοτάδι. Μόνο το φως από την κουζίνα του Λου ξεχώριζε. Η κερασόπιτα ήταν έτοιμη για φάγωμα.

«Τι υπέροχη μυρωδιά! Αχ, Λου, μπορώ να έχω μια μπουκιά, μία μόνο… Σε παρακαλώ… Μία, μόνο μία!» παρακάλεσε ο Λι.

«Πώς να σου αρνηθώ;» απάντησε χαμογελαστά ο Λου.

«Μιαμ, μιαμ, μούρλια, μανούλα μου, τι αριστούργημα! Πες μου το μυστικό σου!» είπε με θαυμασμό ο Λι και δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι.

«Να έχεις μια συνταγή. Δε φτάνει να ονειρεύεσαι, πρέπει να έχεις ένα σχέδιο και να το ακολουθείς, αυτό μου δίδαξε ένας σοφός λαγός», είπε ο Λου.

«Για την ώρα, έχω ένα σοφό σχέδιο: να κοιμηθώ. Γλυκά καροτο-όνειρα να δω», είπε ο Λι και χώθηκε κάτω από την πορτοκαλί κουβερτούλα του. (…)

Αξίζει να προσπαθείς για τα όνειρά σου; Κι αν αποτύχεις; Κι αν κάνεις λάθη; Μήπως αυτό σε οδηγήσει κάπου αλλού, κάπου που ίσως είναι καλύτερα; Υπάρχει το τέλειο; Το τέλειο το δικό μου είναι το ίδιο με το δικό σου; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα απαντώνται μέσα από την όμορφη και διδακτική ιστορία του Λου και του Λι.

Πολύ καλή δουλειά από τη Μαρία. Το βιβλίο ήδη έχει πάει πάρα πολύ καλά, κυκλοφορεί και στα αγγλικά (σε ηλεκτρονική μορφή) και μέρος των εσόδων διατίθεται στην ένωση «Μαζί για το παιδί», μια ένωση 10 κοινωφελών φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για παιδιά.

Τα παιδιά (άνω των 8) θα το απολαύσουν.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 7/10

 

Το ημερολόγιο ενός δειλού – Βασίλης Παπαθεοδώρου

δειλοςΜΕ ρωτάνε συχνά πώς συνδυάζω τα αστυνομικά με τα παιδικά βιβλία, τις δύο δηλαδή διακριτές κατηγορίες βιβλίων που έχω στο blog. Η απάντηση είναι απλή: Τα αστυνομικά τα διαβάζω επειδή μου αρέσουν, ενώ τα παιδικά τα διαβάζω γιατί αρέσουν στα παιδιά μου και επειδή όσο είναι μικρά οφείλω να επιλέγω τα αναγνώσματά τους, διαβάζω παιδικά για να ξέρω ποια να τους προτείνω.

Στα βιβλία για πιο μικρά παιδιά, κυρίως με ενδιαφέρουν ιστορίες ευφάνταστες που καταρρίπτουν και λίγο τα στερεότυπα ενώ στα εφηβικά, πάω και ένα βήμα παραπέρα: Ψάχνω βιβλία με τις κατευθύνσεις και τα ερεθίσματα που δίνω κι εγώ στα παιδιά μου. Το ημερολόγιο ενός δειλού -επιπλέον όλων των παραπάνω- κατάφερε να κρατήσει και το ενδιαφέρον μου αμείωτο. Δεν το διάβαζα δηλαδή μόνο για να δω αν μου αρέσει να το διαβάσουν κάποια στιγμή τα παιδιά μου και αν συμφωνώ με αυτά που λέει, αλλά τελικά μου άρεσε και ως ιστορία και ως γραφή και μου κράτησε το ενδιαφέρον έως το τέλος. Κυριολεκτικά ως το τέλος. 😉

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο κεντρικά πρόσωπα σε μια ιστορία bullying, τον Θοδωρή (το θύμα) και τον Νίκο (τον θύτη). Τα δυο παιδιά ήταν συμμαθητές στη Β’ γυμνασίου στην Αθήνα, όπου ο Νίκος και η παρέα του είχαν κάνει τη ζωή του Θοδωρή πολύ δύσκολη. Πέντε χρόνια μετά, τα δύο παιδιά βρίσκονται σε ένα σουπερμάρκετ στην Πάτρα και οι αναμνήσεις ξυπνούν…

(…) Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές τρέχω στις τουαλέτες του ορόφου, στο τέλος σχεδόν του διαδρόμου. Κλειδώνομαι και προσπαθώ ν’ ακούσω αν έχουν κατέβει όλοι. Τότε μόνο αποφασίζω να κατέβω κι εγώ, τουλάχιστον να μη χάσω όλο το διάλειμμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ έχουν πιάσει τα κλάματα εκεί μέσα. Όταν είμαι πολύ φορτισμένος από κάτι που συνέβη στην τάξη, μια προσβολή, ένα πείραγμα μπροστά σε άλλους, μια γόμα που θα με πετύχει στο κεφάλι και θ’ ακούσω γελάκια. Μετά πάω και πλένω το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να μη δείχνω κλαμένος. Άλλες φορές κρατάω την αναπνοή μου, αν τυχόν μπουν κάποια άλλα άτομα στις τουαλέτες. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο αθόρυβος γίνεται μέχρι να σιγουρευτώ πως δεν είναι αυτοί. Τότε μόνο θα τολμήσω να ξεκλειδώσω και να βγω. Αυτό που συνέβη όμως προχτές είναι κάτι που δε θα ξεχάσω, που με φοβίζει για μέρες ακόμα. (…)

Το μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως η ιστορία είναι γραμμένη σε α’ πρόσωπο και μιλάνε εναλλάξ και ο Θοδωρής και ο Νίκος. Εκτός από τη συνηθισμένη σκοπιά του θύματος δηλαδή, έχουμε πλέον και το πώς νιώθει για όλα αυτά και ο θύτης. Η συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει στο μυαλό του θύτη είναι τραγική και δυστυχώς αληθινή: Όσο το θύμα bullying αναλώνεται στο τι έπαθε ή τι άλλο μπορεί να πάθει στο μέλλον από τον θύτη, άλλο τόσο ο θύτης δεν ασχολείται με το θύμα. Ο Θοδωρής όλη μέρα ασχολείται με το τι του έκανε ο Νίκος και πώς θα τον αποφύγει, ενώ ο Νίκος δεν αναφέρει καθόλου το όνομα του Θοδωρή. Ο Θοδωρής τρέμει τη στιγμή που θα συναντήσει το Νίκο και ο Νίκος δεν ανατρέχει σε κανένα από τα σκηνικά τα οποία στιγματίζουν τον Θοδωρή. Οι καθοριστικές στιγμές στη ζωή μας λοιπόν, αφορούν συνήθως μόνο τη δική μας ζωή. Για τους άλλους οι ίδιες στιγμές μπορεί να είναι από αδιάφορες έως απλώς μια καθημερινότητα, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το bullying. Ενδιαφέρον επίσης έχουν και οι συμμαθητές, οι δεύτεροι ρόλοι, που άλλοι συμμετέχουν απρόθυμα στα βασανιστήρια -aka πλάκες– και άλλοι απλώς δεν κάνουν τίποτα και αισθάνονται εντάξει με τον εαυτό τους, ρόλοι που όλοι έχουμε δει ή ακόμη και έχουμε παίξει στο παρελθόν.

(…) Χα, χα,ναι, όντως είμαι κωλόπαιδο, αλλά αρέσω τι να κάνω; Ειδικά τα κορίτσια θέλουν τον άλλον να είναι κωλόπαιδο. Να σου μιλάνε και να τις φτύνεις, κι αν τελικά τους πεις κι  ένα «γεια», να νομίζουν πως σου έχουν την υποχρέωση. Σου λένε, δεν μπορεί, αυτό το κωλόπαιδο θα έχει φοβερή ψυχή, οι καταστάσεις τον έκαναν έτσι. Και θέλουν ν’ αποδείξουν ότι είσαι καρδούλα κατά βάθος. Και προσπαθούν να σε αλλάξουν, να σου βγάλουν, και καλά, τον καλύτερό σου εαυτό. Παπάρια. Καταρχάς τον ρώτησαν τον άλλον αν θέλει ν’ αλλάξει; Και γιατί δηλαδή να μην τις αλλάξει αυτός; Και άντε και καταφέρνουν με τα πολλά να τον αλλάξουν – τον κάνουν δηλαδή σκατά σαν τις μούρες τους· μετά τον κλάνουν ψάχνοντας για το επόμενο θύμα. Τις ξέρω καλά αυτές, ψέμα και μόνο ψέμα θέλουν. (…)

Για το bullying έχουν γραφτεί εκτός από βιβλία και αρκετά άρθρα. Πριν μερικούς μήνες είχα γράψει κι εγώ ένα σχετικό άρθρο σε αυτό εδώ το blog, με αφορμή κάποια γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο του γιου μου, τα οποία μου θύμισαν τα δικά μου σχολικά χρόνια. Το άρθρο το διάβασαν οι γονείς και η αδελφή μου και με ρώτησαν ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ; Γιατί δεν τους είπα τίποτα τότε; Γιατί το έκρυψα τόσα χρόνια; Δεν έχω κάποια καλή απάντηση. Ίσως γιατί ντρεπόμουνα; Ντρεπόμουνα πως ήμουν κάποιος που αφήνω να με κοροϊδεύουν και να με χτυπούν; Ίσως γιατί φοβόμουν μην το μάθει ο κόσμος; Το συζητήσουν με φίλους ή συγγενείς και βγει παραέξω; Δεν ξέρω. Γεγονός είναι πως αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και στα πιο πολλά παιδιά-θύματα, όπως και στον Θοδωρή της ιστορίας μας. Τα παιδιά συνήθως δε μιλούν, σημάδια όμως πάντα υπάρχουν, αρκεί λοιπόν να «ανοίξουμε τα μάτια» μας εμείς οι γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και να τα δούμε.

Παιδιά να το διαβάσετε και αμέσως μετά να το δώσετε και στους γονείς σας. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! – Βασίλης Παπαθεοδώρου

nai_virginia_yparxei_agios_vasilisΠΡΙΝ κανένα μήνα είχα πάει σε μια εκδήλωση σε ένα βιβλιοπωλείο και κάθισα σε ένα τραπεζάκι πίσω-πίσω μαζί με κάποιους φίλους. Λίγο αργότερα έρχεται ένας χαμογελαστός ψαρομάλλης που κάτι μου θύμιζε το πρόσωπό του και κάθισε μαζί μας. «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» τον ρώτησε κάποιος; «Όχι», απάντησε ο Βασίλης. «Γεια σου Δώρο, είμαι ο Βασίλης», μου είπε και μου έδωσε το χέρι. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, ο Βασίλης των βραβείων, κοινώς, ο συγγραφέας που μάλλον έχει πιο πολλά βραβεία παρά εκδόσεις! Εκείνη την ώρα, ένας φίλος που είχε σηκωθεί να παραγγείλει κάτι, έρχεται στο τραπέζι να κάτσει και βλέποντας το Βασίλη αφού τον χαιρέτησε, τον ρωτάει «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» Γελάμε και οι δύο και πριν προλάβουμε να εξηγήσουμε, καταφθάνει άλλη μια φίλη στο τραπέζι. Φιλιόμαστε, χαιρετάει όλο τον κόσμο και ξαφνικά γυρνάει προς τον Βασίλη και τον ρωτάει, «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» 🙂

Αυτή η… επιμονή στη γνωριμία μας  νομίζω πως μας επηρέασε καταλυτικά και τους δυο και έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα καταφέραμε με τον Βασίλη όχι μόνο να ανταλλάξουμε κάποια μηνύματα, αλλά και να μάθουμε ουσιαστικά πράγματα ο ένας για τον άλλο, αφού να φανταστείτε μέχρι και σε εφιάλτη κατόρθωσα να τον δω αλλά αυτό θα σας το πω σε άλλο ποστ. Σε αυτό θα σας μιλήσω για ένα από τα βιβλία του που κάπως μας αφορά εμάς τους δύο. Ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τον Βασίλη και τον Δώρο, ή αν θέλετε τον Αϊ-Βασίλη και το δώρο που έχει για κάθε παιδί.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το βιβλίο μας λέει την ιστορία της Βιρτζίνια Ο’ Χάνλον από τη Νέα Υόρκη όπου το 1897 και σε ηλικία οκτώ χρονών, αποφασίζει να στείλει ένα γράμμα στην εφημερίδα Σαν, την πιο αξιόπιστη της εποχής, ρωτώντας αν υπάρχει Αϊ-Βασίλης. Το δίλημμα για τον αρχισυντάκτη Φράνσις Τσερτς ήταν μεγάλο. Δεν ήθελε ούτε να γράψει κάτι που τυχόν θα μπορούσε να απογοητεύσει χιλιάδες παιδιά, ούτε όμως και να κινδυνεύσει και η αξιοπιστία της εφημερίδας του.

(…) Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! Υπάρχει όπως σίγουρα υπάρχουν η αγάπη, η γενναιοδωρία, η στοργή κι η τρυφερότητα, που ξέρεις ότι σε περιστοιχίζουν και δίνουν στη ζωή σου ομορφιά και χαρά. Αλίμονο! Πόσο ζοφερός θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε ο Αϊ-Βασίλης. Θα ήταν τόσο ζοφερός, όσο αν δεν υπήρχαν Βιρτζίνιες. Γιατί τότε δε θα υπήρχε ούτε κι η αγνή πίστη των παιδιών, η ποίηση, η φαντασία, που κάνουν υποφερτή τη ζωή μας. Δε θα λαμβάναμε χαρά παρά μόνο μέσω των πέντε αισθήσεων. Το φως με το οποίο η παιδικότητα γεμίζει τον κόσμο θα έσβηνε. (…)

Το γράμμα της Βιρτζίνια, όπως και η απάντηση του Τσερτς, βοήθησαν πολλά παιδάκια να καταλάβουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Έτσι και το βιβλίο του Παπαθεοδώρου, το οποίο ουσιαστικά μας εξιστορεί κάποια στιγμιότυπα της ζωής της Βιρτζίνια σε διάφορες παραμονές Χριστουγέννων, αποτελεί ένα δώρο προς τα παιδιά αλλά και προς τους γονείς, γιατί τους θυμίζει πως το μεγαλύτερο δώρο του Αϊ-Βασίλη είναι η πίστη σε κάτι αθώο και αγνό, δηλαδή σε κάτι παιδικό, χωρίς όμως την έννοια της αφέλειας όπως έχουμε καταλήξει εμείς οι μεγάλοι να υπονοούμε. Σε κάθε τέτοιο στιγμιότυπο ο Παπαθεοδώρου διόλου τυχαία επιλέγει να ασχοληθεί με καίρια ζητήματα, που δυστυχώς εκατό χρόνια μετά, είναι ακόμα παρόντα στις μέρες μας. Μιλάει για τον ρατσισμό, τους νταήδες, την φτώχια, την κρίση, τον πόλεμο και μας θυμίζει πως κυρίως στις δύσκολες συνθήκες είναι που οφείλουμε να θωρακίζουμε τα παιδιά μας, να τα βοηθάμε να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να μην ξεχνάμε πως… είναι και πρέπει να παραμείνουν παιδιά.

Κατάλληλο για παιδιά άνω των 8 ετών και για όλους όσους έχουν ξεχάσει την εποχή που πίστευαν στον Αϊ-Βασίλη. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7,5/10

 

Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές – Πάνος Χριστοδούλου

ο ναβίντΕΙΧΑΜΕ πάει σε μια φίλη τις προάλλες για να παίξουν τα παιδιά μας. Ο μικρός της ο γιος είχε παλιότερα μαθησιακές δυσκολίες, δεν συγκεντρωνόταν εύκολα ή κολλούσε για πολλή ώρα σε μια στιγμή. Πλέον είναι ένα παιδί που δεν καταλαβαίνεις πως είχε ποτέ οποιοδήποτε θέμα. Θυμάται η φίλη μου πως όταν είχαν πρωτοπάει οικογενειακά στο εργοθεραπευτικό κέντρο, τους είχε φανεί απλή και κοινότυπη η μέθοδος που ακολουθούσαν, χρησιμοποιώντας παιχνίδια που παρόμοια έπαιζαν και οι ίδιοι στο σπίτι μαζί του. Για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό παιχνίδι ήταν όταν έβαζαν τον μικρό να ψαρέψει μαγνητικά ψαράκια μέσα από μια τρυπούλα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα. Είχαν αγχωθεί με την πρόοδο του μικρού. Είχαν αμφιβολίες και σκέφτονταν μήπως πάνε στράφι τα λεφτά και ο χρόνος τους.

Πήγε μια μέρα η φίλη μου και ρώτησε λοιπόν: «Μα καλά, αυτό τώρα το παιχνίδι με το ψάρεμα, είναι κάτι που έχει νόημα ή απλώς παίζει το παιδί;». Η απάντηση της εργοθεραπεύτριας ήταν αποστομωτική: «Ξέρετε πόσα πράγματα δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή; Ο γιος σας πρέπει να συγκεντρωθεί και με τα τρία του δάχτυλα να πιάσει το καλαμάκι, να το καθοδηγήσει μέσα από την τρυπούλα, να μαγνητίσει το ψαράκι και μετά να το φέρει στην επιφάνεια χωρίς να το ρίξει χτυπώντας το κάπου. Κάνει τρομερή δουλειά τώρα ο γιος σας». Και όντως έκανε! Παίζοντας απλά παιχνίδια, πράγματα που εκ πρώτης δεν φαίνονταν κάτι το ιδιαίτερο, ο μικρός κατάφερε να καταπολεμήσει 100% όλες του τις δυσκολίες.

Έτσι και με το βιβλίο του Χριστοδούλου. Ο συγγραφέας δεν έγραψε ένα αριστούργημα παιδικής λογοτεχνίας. Όμως, με έναν τρόπο κοινό και μέσα από γεγονότα που παρόμοια τους έχουν ζήσει αρκετά παιδάκια στα σχολεία τους, προσπάθησε να περάσει το μήνυμα του. Εμπνεύστηκε από αληθινές ιστορίες που άκουσε στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και μας είπε την ιστορία του Ναβίντ, μέσα από τις εκθέσεις του Άλκη, ενός τεμπελάκου μαθητή πέμπτης δημοτικού, που το μόνο μάθημα που του αρέσει είναι η έκθεση, γιατί μπορεί να γράφει ότι του έρχεται στο κεφάλι.

(…) Γι’ αυτό κι εγώ θα γίνω καλός άνθρωπος και θα αγωνιστώ για έναν καλό κόσμο, αλλά θα συνεχίσω να προσεύχομαι για τον πατέρα του Ναβίντ και για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ποτέ δεν ξέρεις…(…)

Διαβάζοντας λοιπόν ο γιος μου σε μερικά χρόνια το βιβλίο αυτό, είμαι σίγουρος πως χωρίς να το καταλάβει θα έρθει πιο κοντά στο παιδί που μιλάει σπαστά ελληνικά, είναι λίγο ντροπαλό, ίσως φοβισμένο και συνήθως κάθεται μόνο του. Θα αντιληφθεί πως είναι ένα παιδί από μια χώρα που αγαπά μα μπορεί να τον πλήγωσε, που κι αυτό έχει μαμά και μπαμπά, που έχει όνειρα και φιλοδοξίες και που ίσως η Ελλάδα, δεν τον βοηθάει να τα εκπληρώσει. Είμαι σίγουρος δηλαδή πως θα θέλει να γίνουν φίλοι.

(…) Ο Αλέξανδρος μου είπε ακόμη ότι, όταν προχθές του επιτέθηκαν οι δύο νταήδες, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν ξένοι, γιατί έτσι ξέρει: οι ξένοι είναι εκείνοι που κλέβουν και σκοτώνουν. Και φοβήθηκε! Αλλά φοβήθηκε πιο πολύ, όταν κατάλαβε ότι τελικά οι νταήδες ήταν Έλληνες. Μετά μπήκε στη μέση ο Ναβίντ. Ένας ξένος βοηθούσε έναν Έλληνα που τον λήστευαν δύο άλλοι Έλληνες! Οπότε σκέφτηκε ότι τελικά δεν μπορεί όλοι οι ξένοι να είναι κακοί. (…)

Ο Χριστοδούλου έγραψε ένα βιβλίο για τον ρατσισμό. Για το γεγονός ότι πολλοί από εμάς εκ των προτέρων θεωρούμε τους διαφορετικούς από εμάς κατώτερους και υπεύθυνους για όλα τα κακά. Είμαστε όμως -όπως λέει- όλοι αδέλφια, διαφορετικοί και παράλληλα με τόσα πολλά κοινά. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά ισχύει: Αν θες να πάρεις αγάπη, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δώσεις αγάπη.

(…) Από αυτά που μας είπε ο Ναβίντ καταλάβαμε ότι η χώρα του είναι μακρινή, άγνωστη και διαφορετική από τη δική μας, αλλά οι δύο χώρες έχουν και πολλά κοινά μεταξύ τους. Επίσης, οι άνθρωποι της σε πολλά μοιάζουν με εμάς.

Όταν γύρισα στο σπίτι, τα είπα όλα αυτά στον παππού μου, τον Μιχάλη, και μου είπε αυτός ότι έτσι συμβαίνει παντού, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κάθε χώρα, μου είπε, είναι διαφορετική, γιατί κατοικείται από διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλωστε κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ξεχωριστός. Δεν είμαστε διαφορετικοί μόνο από τους ανθρώπους των άλλων χωρών, αλλά και από τους συμπατριώτες μας. Ακόμη, ούτε με τον αδελφό μας δεν είμαστε ίδιοι. Όμως έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι αδελφός μας. Έτσι, λοιπόν, και με όλους τους ανθρώπους της γης, όσο διαφορετικοί και αν είμαστε, έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι άνθρωποι όπως εμείς, άρα αδέλφια μας. (…)

Ο Χριστοδούλου πέτυχε τον σκοπό του.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 8/10

 

 

Θαύμα – R.J. Palacio

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ το blog της, μαθαίνω πως η Palacio εργαζόταν ως art director και για είκοσι χρόνια σχεδίαζε εξώφυλλα βιβλίων. Πάντα όμως έψαχνε την κατάλληλη στιγμή για να γράψει και η ίδια ένα βιβλίο. Πριν μερικά χρόνια πήγε σε ένα μαγαζί με τους δύο γιους της, για να αγοράσουν παγωτά και milk shakes. Μπήκε μέσα ο μεγάλος της γιος και η ίδια έμεινε απέξω μαζί με το τρίχρονο αγοράκι της το οποίο είχε σε ένα καρότσι. Δίπλα τους παρατήρησε πως βρισκόταν ένα κοριτσάκι με εντελώς παραμορφωμένο το πρόσωπο και μαζί της ήταν πιθανότατα η αδελφή της με τη μητέρα τους. Μόλις την είδε ο μικρός, άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει, εμφανώς τρομαγμένος από την εικόνα που έβλεπε.

Η Palacio πανικοβλήθηκε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλεί με τα κλάματα, αλλά ούτε και να κακοκαρδίσει το κοριτσάκι που σίγουρα θα κατάλαβε γιατί ο μικρός αντέδρασε έτσι, σηκώθηκε να φύγει, σπρώχνοντας άτσαλα μακριά το καρότσι και πέφτοντας παράλληλα πάνω στον μεγάλο της γιο που μόλις έβγαινε από το μαγαζί, ρίχνοντας έτσι κάτω τα milk shake. Όπως προσπαθούσε να συμμαζέψει το χαμό που η ίδια είχε δημιουργήσει, άκουσε πίσω της μια ήρεμη και γλυκιά φωνή να λέει «Οκ παιδιά, ώρα να φεύγουμε». Ήταν η μαμά του κοριτσιού. Η αφορμή που έψαχνε για να αρχίσει να γράφει είχε μόλις φτάσει.

(…) Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξαφνικά έβαλα τα κλάματα.

Η μαμά άφησε το βιβλίο και μ’ αγκάλιασε. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται που έκλαιγα. «Ησύχασε» μου ψιθύρισε στ’ αυτί. «Όλα θα πάνε καλά».

«Συγνώμη» μουρμούρισα ρουφώντας τη μύτη μου.

«Σσσς», είπε και μου σκούπισε τα δάκρυα με την ανάποδη του χεριού της. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη για τίποτα…»

«Γιατί να είμαι τόσο άσχημος, μανούλα;»

«Όχι, αγόρι μου, δεν είσαι…»

«Το ξέρω ότι είμαι».

Μ’ έπνιξε στα φιλιά. Φίλησε τα μάτια μου που είναι πολύ χαμηλά στο πρόσωπο μου. Φίλησε τα μάγουλα μου που έμοιαζαν να έχουν βουλιάξει σαν να είχα φάει γροθιά. Φίλησε το στόμα μου που μοιάζει με χελώνας.

Ψιθύρισε τρυφερές κουβέντες που το ξέρω ότι τις είπε για να με βοηθήσει. Όμως οι λέξεις δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το πρόσωπό μου. (…)

Κεντρικός ήρωας ο Αύγουστος, ένα εννιάχρονο αγόρι που υποφέρει από έναν σπάνιο συνδυασμό συνδρόμων. Έχοντας ταλαιπωρηθεί από τη γέννηση του με αλλεπάλληλες επεμβάσεις πρωτίστως για να καταφέρει να επιζήσει, αλλά και με πλαστικές για να βελτιώσει όσο το δυνατόν την εμφάνιση του, έχει καταλήξει σήμερα να είναι ένα πολύ δυνατό και ευαίσθητο συνάμα αγόρι, με παραμορφωμένο και αποκρουστικό πρόσωπο. Ζει με τους υπέροχους γονείς του και τη γεμάτη κατανόηση μεγαλύτερη αδελφή του, την Ολίβια, η οποία ουσιαστικά μεγάλωσε μόνη της, μιας και όλη η αγάπη και φροντίδα των γονιών της δικαιολογημένα -όπως πίστευε και η ίδια- πήγαιναν στον μικρό Όγκι, τον αδελφό της. Μόνο η λατρεμένη γιαγιά της είχε εκμυστηρευτεί πως αγαπούσε λίγο περισσότερο αυτήν. Τον Όγκι -όπως έλεγε- τον αγαπούσαν άλλωστε όλοι υπερβολικά.

(…) Την τελευταία μου μέρα στο Μόντοκ, είχαμε πάει με τη γιαγιά στην παραλία για να δούμε τη δύση. Είχαμε πάρει και μια κουβέρτα για να τη στρώσουμε στην άμμο, όμως, επειδή έπιασε ψύχρα τυλιχτήκαμε μ’ αυτήν και καθίσαμε αγκαλιασμένες μέχρι που έσβησε και η τελευταία αναλαμπή του ήλιου πάνω απ’ τη θάλασσα. Και τότε η γιαγιά είπε πως ήθελε να μου πει ένα μυστικό: Μ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο.

«Και από τον Αύγουστο;» τη ρώτησα.

Χαμογέλασε κι έπλεξε τα δάχτυλα της στα μαλλιά μου, σαν να σκεφτόταν τι έπρεπε να απαντήσει.

«Αγαπώ τον Όγκι πολύ, πάρα πολύ» είπε μαλακά. Θυμάμαι ακόμα την πορτογαλέζικη προφορά της με τα τονισμένα ρο. «Όμως ο Όγκι έχει ήδη πολλούς αγγέλους που τον φροντίζουν, Όλι μου. Θέλω να ξέρεις λοιπόν ότι εγώ είμαι εδώ για σένα. Εντάξει; Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, Όλι… Είσαι το κοριτσάκι μου, meu boa menina. Και θέλω να ξέρεις ότι για μένα είσαι…» Γύρισε προς τη θάλασσα και άπλωσε τα χέρια της σαν να ήθελε να καλμάρει τα κύματα. «Tu és o meu todo. Είσαι τα πάντα για μένα. Με καταλαβαίνεις, Όλι;»

Την καταλάβαινα. Και ξέρω γιατί ήταν μυστικό. Υποτίθεται ότι οι γιαγιάδες δεν ξεχωρίζουν τα εγγόνια τους. Όλοι το ξέρουν αυτό. Μετά που πέθανε, κράτησα μέσα μου το μυστικό. Ήταν η παρηγοριά μου, με σκέπαζε σαν κουβέρτα. (…)

Ο Αύγουστος είναι αρκετά μεγάλος και πρέπει να πάει στο γυμνάσιο. Η μαμά του δεν μπορεί πλέον να τον μάθει όλα αυτά που διδάσκονται στο σχολείο και επιπλέον αξίζει να γίνει μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης. Συναντούν τον Διευθυντή του σχολείου τον κύριο Κωλαράκη (Mr. Butt στο πρωτότυπο 🙂 ) ο οποίος κανονίζει μια ομάδα υποδοχής, κάποιους συμμαθητές και πρώτους φίλους που θα του δείξουν τα κατατόπια και θα τον βοηθήσουν να ενταχθεί γρηγορότερα. Είναι έτοιμος ο Αύγουστος για το μεγάλο βήμα;

Γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο και από πολλές οπτικές γωνίες, μας «χαστουκίζει» συνεχώς με την ειλικρίνεια όλων των ηρώων, περισσότερο του Αύγουστου και της αδελφής του και κατά δεύτερο λόγο των φίλων και συμμαθητών τους. Οι γονείς εσκεμμένα δεν παίρνουν το λόγο στην ιστορία. Δεν ήθελε η συγγραφέας να προσθέσει την σκληρή και κυνική ματιά των μεγάλων. Τώρα μιλάνε μόνο τα παιδιά!

(…) μου αρεσει η οικογενεια της ολιβια. γελανε πολύ.

η δικη μου οικογενεια δεν ειναι καθολου ετσι. οι γονεις μου χωρισαν οταν ημουνα τεσσαρων και μαλλον σιχαινονται ο ενας τον αλλο. μεγαλωσα περνωντας τη μιση εβδομαδα στο σπιτι του πατερα μου στο τσελσι και την αλλη μιση στης μαμας μου στο μπρουκλιν. εχω εναν ετεροθαλη αδερφο, πεντε χρονια μεγαλυτερο μου, που δεν ξερει καλα καλα πως υπαρχω. απ’ οσο θυμαμαι τον εαυτο μου, ενιωθα πως οι γονεις μου δεν εβλεπαν την ωρα να μεγαλωσω για να μπορω να φροντιζω μονος μου τον εαυτο μου. «μπορεις να πας μονος σου στον μπακαλη». «παρε το κλειδι του σπιτιου». είναι αστειο που υπαρχει η λεξη υπερπροστατευτικος για να περιγραψει καποιους γονεις, αλλα καμια λεξη που να σημαινει το αντιθετο. πως θα ελεγες τους γονεις που δεν προστατευουν αρκετα τα παιδια τους; υποπροστατευτικους; αμελεις; εγωκεντρικους; αχρηστους; ολα αυτα μαζι;

στην οικογενεια της ολιβια λενε συνεχεια ο ενας στον άλλο «σ’ αγαπαω».

δε θυμαμαι την τελευταια φορα που μου ειπε αυτη τη φραση καποιος απ’ τη δικη μου οικογενεια. (…)

Αναπόφευκτα διαβάζοντας το αναρωτιέσαι τί θα έκανες εσύ ως παιδί αν γνώριζες ή έβλεπες το πρόσωπο του Αύγουστου, αλλά και τί θα έκανες ως μεγάλος, για παράδειγμα ως ένας γονιός συμμαθητή του. Πώς θα αντιδρούσες; Είσαι τελικά τόσο καλός άνθρωπος όσο νομίζεις πως είσαι; Θα τον χάιδευες; Θα τον γέμιζες με φιλιά;

Η παιδική λογοτεχνία στα καλύτερα της. Αν είχα κάτι κακό να πω για το βιβλίο, θα ήταν μόνο για το ίδιο το… βιβλίο! Θα περίμενα λίγο πιο προσεκτική έκδοση, ένα καλύτερο χαρτί και ένα εσώφυλλο με μίνι βιογραφικό της συγγραφέα. Ελπίζω σε επόμενη έκδοση -που σίγουρα θα υπάρξει- να δούμε κάτι καλύτερο σε αυτό τον τομέα. Παρεμπιπτόντως, βρήκα εξαιρετικά όλα τα «μονόφθαλμα» σκίτσα των χαρακτήρων από τον εικονογράφο Tad Carpenter!

(…) Είναι εντάξει ο Όγκι;» ρώτησα, γιατί ήξερα ότι μερικές φορές πνιγόταν με το σάλιο του αν τύχαινε και γυρνούσε ανάσκελα.

«Ναι, μια χαρά είναι» είπε και μ’ έχωσε στην αγκαλιά της. Με πήγε στο κρεβάτι μου, με σκέπασε και μου έδωσε ένα φιλί για καληνύχτα. Ποτέ δε μου εξήγησε τι έκανε έξω απ’ το δωμάτιό του. Ούτε κι εγώ τη ρώτησα.

Αναρωτιέμαι πόσα βράδια έχει σταθεί έξω από την πόρτα του. Κι αναρωτιέμαι εάν έχει σταθεί ποτέ έξω από τη δική μου. (…)

Και όπως αναφέρει ο κύριος Κωλαράκης στο λόγο του στο σχολείο τη μέρα της αποφοίτησης, το θέμα είναι να προσπαθούμε καθημερινά να είμαστε λίγο περισσότερο καλοί απ’ όσο χρειάζεται. Να δείχνουμε λίγη καλοσύνη παραπάνω, απ’ όση απαιτούν οι περιστάσεις.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 9/10 (είχα καιρό να βάλω 9άρι λέμε!)

 

 

 

Εξηγώντας τα μαθηματικά στις κόρες μου – Ντένι Γκεντζ

εξηγώνταςΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ ο Γκεντζ έγινε πασίγνωστος με το θεώρημα του παπαγάλου, ένα θαυμάσιο μαθηματικό μυθιστόρημα που απευθύνεται κυρίως σε έφηβους. Ενώ λοιπόν σε εκείνο είχε προσπαθήσει να κάνει εμμέσως τα παιδιά-αναγνώστες να αγαπήσουν τα μαθηματικά, εδώ πλέον αποφασίζει μια πιο ευθεία προσέγγιση και με όχημα μια υποτιθέμενη συζήτηση του Ρέι με την κόρη του Λόλα, μας μιλάει γενικά για τα μαθηματικά, ορίζει τις κυριότερες κατευθύνσεις τους, μας μαθαίνει τί είναι το καρούμπαλο των μαθηματικών (!) και μας εξηγεί, γιατί κάποιοι τα φοβόμαστε ενώ κάποιοι άλλοι τα… αγαπάμε 🙂

(…) Άλλο σημαντικό: η «ορατότητα» του τριγώνου! Ένα αυτοκίνητο τρέχει στην ομίχλη, ο οδηγός βλέπει ξαφνικά ένα κόκκινο τρίγωνο στο οδόστρωμα και φρενάρει. Ένα φορτηγό έχει σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Ο οδηγός μόλις απέφυγε το ατύχημα. Τοποθέτησε στο έδαφος ένα τετράγωνο, ένα πεντάγωνο, έναν κύκλο και ένα τρίγωνο και απομακρύνσου. Ποιο απ’ όλα φαίνεται καλύτερα; Για ποιο λόγο η Οδική Ασφάλεια επέλεξε το τρίγωνο ως προειδοποίηση για τον κίνδυνο; Διότι είναι το πιο ευδιάκριτο σχήμα: έχει υποχρεωτικά μια οξεία γωνία, και μια οξεία γωνία σχηματίζει μια «αιχμή». (…)

Καλογραμμένο και αυτό, ίσως όμως κουράσει λίγο τον αναγνώστη που δεν αντέχει καθόλου τα μαθηματικά, ακριβώς λόγω του ότι ξεκινάει από την αρχή μια «μαθηματική» επίθεση. Δεν «κρύβει» κάτι, μιλάει για σαφήνεια, για απόδειξη, για πράγματα που δεν σηκώνουν καμία αμφιβολία. Ή μήπως όχι;

(…) Ούτως ή άλλως, σχεδόν τίποτε δεν είναι αληθές παντού!

–          Και το 2+2=4;

–          Αυτό ισχύει και για το 2+2=4. Στο τριαδικό σύστημα, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γράψουμε 2+2=4. Απλούστατα επειδή το 4 δεν υπάρχει στο τριαδικό σύστημα. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιεί μόνο τρία ψηφία: 0,1 και 2, όπως το δυαδικό χρησιμοποιεί δύο και το δεκαδικό δέκα. Στο τριαδικό 2+2=11! Διότι 2+2=1x3+1, άρα 11. Δεν είναι σαφές; (…)

Οκέι, το παραπάνω το βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον και προκαλώ όλους να μου πουν αν το καταλαβαίνουν, χωρίς κλεψιές από google!

Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το γιατί ο τίτλος μας μιλάει για τις «κόρες» και όχι την «κόρη» του. Στο βιβλίο τουλάχιστον ο ήρωας Ρέι μιλάει με την κόρη του Λόλα. Εκτός αν ο συγγραφέας είχε -λέω είχε επειδή πέθανε δυστυχώς τον Απρίλιο του 2010- κόρες και αφιέρωσε το βιβλίο σε αυτές. Δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα σχετικά, εκτός του ότι και ο πρωτότυπος τίτλος μιλάει για κόρες, οπότε δεν είναι θέμα κακής μετάφρασης.

Τελειώνοντας παραθέτω το παρακάτω, το οποίο για πολλούς από εμάς συνοψίζει κάπως το πως αισθανόμαστε για τα μαθηματικά.

(…) Ένα μεγάλο μέρος της δύναμης των μαθηματικών, αλλά και του ενδιαφέροντος τους, προέρχεται από την ακρίβεια την οποία επιδεικνύουν προκειμένου να ορίσουν τα αντικείμενα, να εδραιώσουν τα αποτελέσματα και να διερευνήσουν τις αποδείξεις που αναπτύσσουν. Αυτή την ακρίβεια, ψυχολογικά, ίσως κάποιοι να μην την αγαπούν.

–          Οπότε;

–          Οπότε δεν θα αγαπήσουν τα μαθηματικά και, βέβαια, δεν θα πεθάνουν απ’ αυτό.

–          Σε τι χρησιμεύουν τα μαθηματικά;

–          Ο έρωτας σε τι χρησιμεύει;

–          Συγκρίνεις τον έρωτα με τα μαθηματικά;

–          Οτιδήποτε σημαντικό πρέπει οπωσδήποτε να «χρησιμεύει»; Τι σημαίνει χρήσιμο;

–          Όμως δεν πηγαίνω στο σχολείο για να μάθω τον έρωτα ή τη φιλία.

–          Αλλά για να μάθεις;

–          Να μάθω, ακριβώς αυτό.

–          Να μάθεις τι;

–          Ό,τι πρόκειται να μου χρησιμεύσει.

–          Και τι πρόκειται να σου χρησιμεύσει;

–          Αυτό οφείλεις να το ξέρεις εσύ.

–          Εσύ όμως τι θα ήθελες να μάθεις, να γνωρίσεις, να κατά-νοήσεις;

–          Θα το σκεφτώ, είπε χαμηλόφωνα η Λόλα. (…)

Παραφράζοντας λοιπόν τον τίτλο της ταινιάρας με την Φράνκα Ποτέντε, θα φώναζα στη Λόλα: Λόλα, σταμάτα για λίγο να τρέχεις και σκέψου! Σκέψου Λόλα, σκέψου! 🙂

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 7/10

 

 

 

 

Υπόθεση Laurus – Λώρη Κέζα

Υπόθεση LaurusΠΡΙΝ μερικούς μήνες, η Λώρη Κέζα ήταν στο βιβλιοπωλείο «Ευριπίδης» στο Χαλάνδρι για να υπογράψει το νέο της βιβλίο και να γνωρίσει τους μικρούς φίλους που το αγόρασαν. Μου το ανέφερε η Κοραλία και σκέφτηκα να περάσω και για να γνωρίζω την ίδια από κοντά -μιας και μιλούσαμε μέχρι τότε μόνο ηλεκτρονικά- αλλά και για να γνωρίσω και τη συγγραφέα.

Τη Λώρη Κέζα την ήξερα και δεν την ήξερα. Δηλαδή την ήξερα ως αρθρογράφο στο βήμα, αλλά δεν την παρακολουθούσα. Κακώς, θα μου πείτε. Κακώς σκέφτηκα κι εγώ από τη μία, αλλά και καλώς από την άλλη. Καλώς, γιατί έγραψε ένα άρθρο για την Κύπρο το οποίο όταν το διάβασα στην αρχή θύμωσα, μετά στεναχωρήθηκα και μετά ξανά-θύμωσα, οπότε μάλλον καλύτερα που δεν το είχα διαβάσει πριν την γνωρίσω. Το ίδιο το άρθρο δεν είναι της παρούσης, άλλωστε όποιος θέλει μπορεί να το αναζητήσει στο διαδίκτυο και να το διαβάσει. Μου προέκυψε όμως το εξής θέμα:

Πρέπει να μας επηρεάζει ο βίος κάποιου, στην κριτική ενός έργου του;

Ξέρω, είναι ένα πολύ γνωστό ζήτημα που αφορά εν γένει τα δημόσια πρόσωπα και έχει διχάσει αρκετό κόσμο. Θυμηθείτε για παράδειγμα την πιο κλασική και διαχρονική ποδοσφαιρική κόντρα μεταξύ του καλού παιδιού Πελέ και του αλήτη Μαραντόνα. Όλοι θα ήθελαν να είναι ο Μαραντόνα αλλά ο γιος τους να ήταν ο Πελέ :-). Η απάντηση μου λοιπόν στο ζήτημα είναι: «Κατά περίπτωση». Δεν μπορεί να υπάρξει σαφής απάντηση. Υπάρχουν όρια για τον καθένα μας, όρια τα οποία όταν ξεπεραστούν παύει πλέον ο άλλος να έχει για μας την οποιαδήποτε σημασία. Τον απομονώνουμε, τον ξεχνάμε, δεν υπάρχει πουθενά, πως το λένε. Τα όρια αυτά δεν τα ξεπέρασε για μένα η Κέζα. Διάβασα το βιβλίο της και θέλω σήμερα να σας μιλήσω γι’ αυτό.

Ηρωίδα μας η Ρόζα Δελλατόλα. Η Ρόζα ζούσε μέχρι πρότινος με τους γονείς της -Φραγκίσκο και Καρμέλα- και τον αδελφό της Μάνθο στην Αθήνα, αλλά δεν άντεξαν άλλο τη ζωή στην πόλη και θέλησαν να ζήσουν στην εξοχή, στην όμορφη Τήνο. Ο Φραγκίσκος άνοιξε ένα Γραφείο Τελετών σε ένα χωριό στα Λουτρά, το οποίο όμως δεν πήγαινε και πολύ καλά μιας και ο κόσμος εκεί δεν πεθαίνει πολύ συχνά. Μια μέρα, ο Τζώρτζης Μαρκουίζος ο κτηνίατρος, προτείνει στον Φραγκίσκο να αλλάξει επάγγελμα και να πάει στη Σχολή Ουρσουλίνων -ένα παλιό οικοτροφείο που βρίσκεται στο χωριό- και να προτείνει στις καλόγριες να του το δώσουν για να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο. Πριν καν προλάβει ο Φραγκίσκος να ανοίξει το στόμα του, η ηγουμένη Ζοζεφίνα του προτείνει να στείλει εκεί τη Ρόζα ως μαθήτρια, γιατί αλλιώς θα πρέπει να το κλείσουν και να φύγουν, το Βατικανό δε θα το θεωρεί σχολείο πλέον. Την άλλη μέρα ο Δήμαρχος Λορέντζος Πρελορέντζος επισκέπτεται το σπίτι του Φραγκίσκου και του λέει πως η Ρόζα δεν πρέπει να πάει στη Σχολή και οι καλόγριες πρέπει να φύγουν, γιατί η εταιρεία Laurus θα έφτιαχνε εργοστάσιο ρεύματος στα Λουτρά και χρειάζονταν τα κτίρια για να εγκαταστήσουν συσσωρευτές ενέργειας και άλλα μηχανήματα καθώς και τουρμπίνες σε όλο το κτήμα. Τουρμπίνες που μελέτες έδειξαν πως δεν πρέπει να μπουν, γιατί σκοτώνουν τα περιστέρια…

(…) Με τον ίδιο τρόπο ενώνονται τα κατώγια. Οι πέτρινοι τοίχοι είναι τόσο φαρδείς που ένα παιδί με τα χέρια ανοιχτά δεν φτάνει για να μετρήσει το πάχος τους. Τα παλιά σπίτια λοιπόν ενώνονταν με κοινές πόρτες. Έτσι, αν έρχονταν πειρατές, οι ντόπιοι μπορούσαν να φύγουν μακριά χωρίς να βγουν στο δρόμο. Οι πιο δυνατοί άντρες διάλεγαν την πιο χαμηλή πόρτα και παραμόνευαν από πίσω, έχοντας υψωμένο το σπαθί τους. Οι πειρατές έσκυβαν για να περάσουν και το σπαθί, που περίμενε από επάνω, τους έκοβε το κεφάλι.

Όλα αυτά η Ρόζα τα είχε ακούσει χίλιες φορές, αλλά της άρεσε να τα ακούει από τη δασκάλα της, που είχε μιαν ελαφρά ξενική προφορά. Τα παιδιά από την Αθήνα είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα των πειρατών και έψαξαν να βρουν στο κατώι της κυρίας Ντεζαμπρέ το χαμηλό πορτάκι των αποκεφαλισμών. Βρήκαν ένα που ταίριαζε σε όσα είχαν φανταστεί και μπήκαν στο μικρό δωμάτιο. Ίσα ίσα χωρούσαν στο ύψος. Ήταν μια μικρή αποθήκη με στρώματα και ψάθες για τη θάλασσα, βατραχοπέδιλα και μάσκες. (…)

Λώρη-αφιέρωσηΕίναι μια όμορφη νουβέλα που απευθύνεται σε έφηβους ηλικίας 8-12 ετών. Η Κέζα μέσα από τα «κατορθώματα» της Ρόζας της, μας μαθαίνει επιπλέον πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ιστορία του νησιού. Νομίζω πως θα αρέσει πολύ στο εφηβικό κοινό που σίγουρα θα περιμένει τη συνέχεια των περιπετειών της σκανδαλιάρας Ρόζας.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΑ μαθηματικά – Κάρλο Φραμπέτι

καταραμένα μαθηματικάΗ εκλαΐκευση των Μαθηματικών, κυρίως σε παιδικά βιβλία, είναι ένα θέμα με το οποίο ασχολούνται εδώ και χρόνια αρκετοί Μαθηματικοί και όχι άδικα. Τα Μαθηματικά κατά γενική ομολογία είναι το μάθημα με τα περισσότερα μίση, το πιο δυσνόητο απ’ όλα. Επίσης πολύ δύσκολα θα βρεις μαθητή που θα του είναι αδιάφορα. Είτε θα τα μισεί, είτε θα τα αγαπά. Ο Κάρλο Φραμπέτι (αλλά ευτυχώς και άλλοι Μαθηματικοί – συγγραφείς, όπως π.χ. ο Τεύκρος Μιχαηλίδης και ο Απόστολος Δοξιάδης) θεωρεί πως αυτό ξεκινά από τους ίδιους τους δάσκαλους. Είναι ο τρόπος που διδάσκονται τέτοιος που απωθεί. Κάθε μάθημα και ειδικότερα τα Μαθηματικά, έχει διαφορετικό τρόπο που πρέπει να διδαχθεί, αναλόγως την ηλικία στην οποία απευθύνεται. Γι’ αυτό και θεωρούσα απαράδεκτο όταν σπούδαζα, το γεγονός ότι μαθήματα όπως η Διδακτική και η Ιστορία των Μαθηματικών ήταν προαιρετικά και μάλιστα από τα λεγόμενα εύκολα μαθήματα, ενώ θα έπρεπε να ήταν βασικά για να πάρεις πτυχίο, μιας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αποφοίτων προοριζόταν να διδάξει σε κάποια βαθμίδα εκπαίδευσης.

Μην απορούμε λοιπόν αν ένα παιδί δεν τα καταλαβαίνει ή δεν «σκαμπάζει» που λέμε. Αν δεν του τα διδάξουμε έτσι ώστε να τα καταλάβει, πως περιμένουμε μετά να τα αγαπήσει; Αν δεν του εξηγήσουμε πως τόσα και τόσα πράγματα που κάνει αυθόρμητα καθημερινά βασίζονται σε αυτά, πως μετά να το πείσουμε πως βρίσκονται μέσα του; Πως είναι και αυτά μέρος της Φύσης και πως πάντα έτσι ήταν, ακόμα και χωρίς να του το πούμε εμείς;

Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «Η Αλίκη στη χώρα των αριθμών» και όπως σωστά καταλάβατε, εμπνέεται από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ. Ηρωίδα μας είναι η Αλίκη, ένα κορίτσι που μισεί τα Μαθηματικά και δεν καταλαβαίνει γιατί τα χρειαζόμαστε στη ζωή μας. Μια μέρα στο πάρκο την πλησιάζει ο συγγραφέας Λιούις Κάρολ (ο οποίος είναι και Μαθηματικός) και την παρασύρει σε ένα ταξίδι στη χώρα των Αριθμών. Μαζί θα συναντήσουν όλους τους ήρωες του δημοφιλούς του παραμυθιού, οι οποίοι θα τους βοηθήσουν να καταλάβουν πως τα Μαθηματικά δεν είναι και τόσο βαρετά τελικά και οι δυσνόητες θεωρίες που άκουγαν μέχρι σήμερα, μπορούν να είναι τόσο μα τόσο διασκεδαστικές!

(…) «Χμμ… Καλά. Στο κάτω κάτω δεν είναι κι άσχημα μερικά λευκά τριαντάφυλλα μέσα σ’ όλην αυτή την πολυχρωμία, κι αυτό το παραμύθι έφτασε στο τέλος του» είπε η Βασίλισσα. «Αν και οφείλω να παρατηρήσω πως ποτέ μου δεν συμπάθησα τους πρώτους αριθμούς.»

Οι κηπουροί άρχισαν και πάλι να τρέμουν, γιατί και οι τρεις τους ήταν πρώτοι αριθμοί: 2, 5 και 7.

«Μην ασχολείστε μ’ αυτούς μεγαλειοτάτη» είπε ο Τσάρλι. «Αποτελούν μια μικρή μειοψηφία σε σύγκριση με τους σύνθετους αριθμούς.»

«Ναι, αλλά όλο πάνε και φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουνε. Κι έχει κι απ’ όλα τα μεγέθη.»

«Πολύ σωστά τα λέτε, μεγαλειοτάτη. Μπορείτε, όμως, να βρείτε λίστες –όσο μεγάλες θέλετε- με σύνθετους αριθμούς, χωρίς ούτε έναν πρώτο ανάμεσά τους.»

«Μου λες αλήθεια; Μπορείς να μου πεις μια λίστα με εκατό αριθμούς στη σειρά, χωρίς ούτε έναν πρώτο ανάμεσά τους;»

«Τίποτα ευκολότερο, μεγαλειοτάτη. Ας πάρουμε το γινόμενο των 101 αρχικών αριθμών που συναντάμε. 1 x 2 x 3 x 4 xx 98 x 99 x 100 x 101. Οι μαθηματικοί το ονομάζουμε “παραγοντικό του 101” και το εκφράζουμε έτσι: 101!»

«Πράγματι, καταπληκτικός αριθμός αυτός» σχολίασε η Βασίλισσα.

«Ονομάζουμε Ν αυτόν τον τεράστιο αριθμό που μπορεί να διαιρείται με το 2, 3, 4, 5, … , 98, 99, 100 και 101, που περιέχει κι όλους αυτούς τους αριθμούς, ως παράγοντες.»

«Προφανώς.»

«Ωραία λοιπόν, ας σχηματίσουμε τώρα τη σειρά των αριθμών Ν + 2, Ν + 3, Ν + 4, Ν + 5, … , Ν + 98, Ν + 99, Ν + 100, Ν + 101. Αφού το Ν μπορεί να διαιρείται με το 2, τότε θα μπορεί και το Ν + 2 να διαιρείται με το 2. Αφού το Ν μπορεί να διαιρείται με το 3, τότε θα μπορεί και το Ν + 3 να διαιρείται με το 3, και πάει λέγοντας. Έτσι έχουμε μια λίστα με εκατό αριθμούς στη σειρά (από το Ν + 2 μέχρι το Ν + 101), χωρίς κανέναν πρώτο αριθμό αναμεταξύ τους.»

«Α, τι ωραία είδηση» φώναξε η βασίλισσα ικανοποιημένη. «Μια σειρά αριθμών -όσο μεγάλη μου κάνει κέφι- ,χωρίς ούτε έναν αντιπαθητικό “πρώτο” ανάμεσά τους! Θα σε ανταμείψω για το κόλπο σου: σε ονομάζω Τζόκερ μου.» (…)

Ένα βιβλίο για τον έφηβο που κάποια στιγμή πίστεψε στα Μαθηματικά, αλλά δεν πίστεψε ο δάσκαλος του σε αυτόν.

Εκδόσεις opera. Βαθμολογία 7,5/10

Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι – Ευγένιος Τριβιζάς

to pontikakiΕΝΑ καλοκαίρι πριν από πολλά πολλά πολλά χρόνια (ας πούμε είκοσι στρογγυλά) έψαχνα για καμιά δουλειά να βγάλω έξτρα χαρτζιλίκι ενόψει των Αυγουστιάτικων διακοπών που κανονίζαμε με την παρέα μου. Σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη τότε στο δεύτερο ή τρίτο έτος Μαθηματικός και μόλις είχα κατέβει στην Αθήνα. Με πήρε λοιπόν η φίλη μου η Παυλίνα και μου λέει για ένα φίλο της εγκληματολόγο που είναι και συγγραφέας παιδικών μυθιστορημάτων, τον Ευγένιο Τριβιζά. «Ποιος; Αυτός που έγραψε την Φρουτοπία;», της λέω. «Ναι, αυτός», μου απαντά. Μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο και ήθελε άμεσα κάποιον να κάτσει δυο-τρεις μέρες να σφραγίσει τα εσώφυλλα με την σφραγίδα γνησιότητας του συγγραφέα. Ε, όπως καταλαβαίνετε ήμουν ο άνθρωπος του.

Μετά την εξοντωτική αυτή δουλειά (ναι, γελάτε, αλλά από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να δουλέψω ποτέ σε γραφείο να βάζω σφραγίδες) η Παυλίνα με πήγε στο σπίτι του Τριβιζά -που αν θυμάμαι καλά ήταν κάπου  στην Πλάκα- για να τον γνωρίσω και να με πληρώσει. Και έγινε πάνω-κάτω η εξής στιχομυθία:

-Ευγένιε, από δω ο φίλος μου ο Δώρος

-Δώρο χάρηκα, είμαι ο Ευγένιος. Σε ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες. Για πες μου τι κάνεις; Σπουδάζεις;

-Ναι, σπουδάζω Μαθηματικός στη Θεσσαλονίκη

Και θυμάμαι ακόμα την εντύπωση που έκανε στον Τριβιζά αυτή μου η δήλωση. Γύρισε στην Παυλίνα και της λέει:

-Παυλίνα, ο Δώρος είναι… Μαθηματικός!

Και μετά γύρισε σε μένα ξανά και μου λέει:

-Έλα, πες μου για τα μαθηματικά…

Ήταν τρομερό! Ήμουν εντυπωσιασμένος που γνώριζα το διάσημο Ευγένιο Τριβιζά και αυτός είχε εντυπωσιαστεί που ήμουν (οκ, θα γινόμουν) Μαθηματικός!

Πάνε λοιπόν περίπου είκοσι χρόνια από τότε. Ο Τριβιζάς είναι ακόμα πιο διάσημος έχοντας γράψει καμιά 150αριά βιβλία για παιδιά και εγώ, ενώ πήρα το πτυχίο Μαθηματικών, ουσιαστικά δεν έγινα ποτέ μου Μαθηματικός. Κατόρθωσα όμως άλλα πράγματα, όπως π.χ. να σας γράφω για όλα αυτά που μου συνέβησαν και μπορώ να πω πως νιώθω τόσο μα τόσο μα τόσο χαρούμενος 🙂

Σήμερα λοιπόν θα σας πω για το βιβλίο που διάβασα στον Αντρέα και το Γιάννη πριν πάνε για ύπνο. Ήταν και οι δύο πάνω μου, ένας στο κάθε γόνατο και άκουγαν με προσοχή. Μου αρέσει όταν τους διαβάζω να αλλάζω φωνές αναλόγως τον ήρωα, αν π.χ. έχει στρατιωτάκι αμέσως κάνω πιο κοφτή τη φωνή, αν έχει κοριτσάκι πιο γλυκιά, αν έχει ποντικάκι (από τις αγαπημένες μου φωνές) πιο τσιριχτή κ.ο.κ. Ήταν λοιπόν ένας ποντικούλης, ο Τρωκτικούλης. Είχε μια μανία που λέτε να θέλει να πιάσει έστω και ένα αστεράκι. Τόσο μεγάλη εντύπωση του έκαναν όπως τα έβλεπε τα βράδια πάνω στον ουρανό. Παρακαλούσε τον παππού του να τον σηκώσει ψηλά να τα φτάσει κι αυτός του έλεγε πως δεν μπορεί, είναι πολύ πολύ ψηλά, κανείς δεν τα φτάνει. Μια μέρα, ένα χριστουγεννιάτικο έλατο «ξεφύτρωσε» στο σαλόνι του σπιτιού που έμεναν και στην κορυφή του είχε ένα λαμπρό αστέρι. Ήταν πλέον σίγουρος. Ήξερε πως ήταν η ευκαιρία του…

(…) Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε ένα ναυτάκι.

-Γεια σου, ποντικάκι, του είπε το ναυτάκι. Για πού το ‘βαλες;

-Πάω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι.

-Αστεράκι; Ποιος ο λόγος ν’ αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; είπε το ναυτάκι. Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ πολύ, μα πάρα πολύ καλύτερο.

-Τι;

-Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε, λοιπόν, εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι, θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη μου ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό: εκατό ροζ ρουμπίνια και χίλια πράσινα σμαράγδια! Θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

-Δε θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις, ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

-Τι θέλεις;

-Ν’ αγγίξω ένα αστεράκι. Πως το λένε, ρε παιδιά; Θέλω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι! Ένα αστεράκι! Δε θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πώς το λένε; Ένα αστεράκι! (…)

Πολύ γλυκό, με ωραία νοήματα όπως πάντα και με τα υπέροχα σκίτσα του Στίβεν Γουέστ. Το συστήνω για κάθε παιδάκι.

Εκδόσεις Μεταίχμιο (και ελληνικά γράμματα). Βαθμολογία 8/10