Confiteor – Zάουμε Καμπρέ

filmCONFITEOR. Mea culpa. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι’ αυτό το βιβλίο, που έχει τόσες πολλές και καλές κριτικές. Όλοι μιλούν -και δικαιολογημένα- γι’ αυτό το βιβλίο και το θεωρούν ίσως ως ένα από τα αριστουργήματα που θα αφήσουν εποχή. Ένα ογκώδες βιβλίο που ο Καμπρέ είχε αποφασίσει πως μετά από οκτώ χρόνια που το έγραφε, θα το άφηνε ατέλειωτο και αδημοσίευτο. Ευτυχώς τελικά το εξέδωσε.

Ήρωας μας ο Αντριά Αρντέβολ, επιφανής γλωσσολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου ο οποίος λίγο πριν χάσει εντελώς τα λογικά του από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, αποφασίζει να καταγράψει όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 όταν ήταν παιδί και μεγάλωνε σε μια οικογένεια που δεν τον αγάπησε κανείς, μέχρι και το σήμερα, απευθυνόμενος στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα του Σάρα. Κλειδί στην αφήγηση είναι ένα ανεκτίμητης αξίας βιολί Στοριόνι, το Βιάλ, το οποίο φαίνεται να απέκτησε με αμφίβολης ηθικής μεθόδους ο πατέρας του Αντριά, Φέλιξ, γνωστός αντικέρ της εποχής.

(…) Το Παρίσι ήταν ένα τέχνασμα της μητέρας για να με πείσει να συνεχίσω το βιολί. Ωστόσο, δεν ήξερε πως θα άλλαζε τη ζωή μου. Εκεί σε γνώ,ρισα. Χάρη στο τέχνασμα. Όχι όμως στη συναυλιακή αίθουσα, αλλά πριν, στην ημιπαράνομη απόδρασή μου με τον κύριο Καστέλς. Στο καφέ «Κοντέ». Θα συναντιόταν εκεί με την αδελφή του, η οποία ήρθε μαζί με μια ανιψιά, εσένα.

«Σάγα Βόλτες-Εψτέιν».

«Αντριά Αρντέβολ-Μποσκ».

«Ζωγραφίζω».

«Διαβάζω».

«Δεν είσαι βιολιστής;»

«Όχι».

Γέλασες, κι ο ουρανός όλος μπήκε στο καφέ «Κοντέ». Οι θείοι σου μιλούσαν, χαμένοι στις υποθέσεις τους, και δεν πήραν τίποτα χαμπάρι.

«Μην έρθεις στη συναυλία, σε παρακαλώ», ικέτεψα. Για πρώτη φορά ήμουν ειλικρινής, και είπα χαμηλόφωνα τα’ χω κάνει πάνω μου απ’ τον φόβο. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σε σένα ήταν ότι δεν ήρθες στη συναυλία. Αυτό με έκανε να σε ερωτευτώ. Μου φαίνεται ότι δεν σ’ το είπα ποτέ.

Όταν έβγαλα το εισιτήριο του τρένου, συνειδητοποίησα ότι το να πάω να σπουδάσω στο Τύμπινγκεν σήμαινε πολύ περισσότερα απ’ το να σχεδιάζω το μέλλον. Ήταν σαν να σφράγιζα την παιδική μου ηλικία, ν’ απομακρυνόμουν απ’ την Αρκαδία μου. Ναι, ναι: ήμουν μοναχικό και δυστυχισμένο παιδί, με γονείς χωρίς καμιά ευαισθησία για οτιδήποτε δεν είχε να κάνει με την ευφυΐα μου, που ήταν ανίκανοι ν’ αναρωτηθούν αν ήθελα να πάω στο Τιμπιδάμπο για να δω τα ρομποτάκια στο λούνα παρκα, τα οποία κουνιούνταν σαν άνθρωποι, αν έβαζες κέρμα. Όταν είσαι παιδί, όμως, ξέρεις να μυρίζεις το άρωμα του λουλουδιού που λάμπει μέσα στην τοξική λάσπη. Και ξέρεις να είσαι ευτυχισμένος μ’ ένα πενταξονικό φορτηγό, που ήταν χαρτόκουτο για γυναικεία καπέλα. Αγοράζοντας το εισιτήριο για τη Στουτγάρδη, ήξερα ότι η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει. (…)

Στην αρχή ομολογώ δυσκολεύτηκα λίγο να παρακολουθήσω την αφήγηση. Confiteor. Mea Culpa. Ο Καμπρέ γράφει με έναν μοναδικό τρόπο, αλλάζοντας την αφήγηση από α’ πρόσωπο σε γ’ πρόσωπο, όχι μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο, αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, ίσως όταν θέλει να αποστασιοποιηθεί κάπως από το τι συμβαίνει στη ζωή του πρωταγωνιστή του ή ακόμα κι όταν θέλει εμείς οι αναγνώστες να δούμε τα γεγονότα από κάποια απόσταση. Πολύ γρήγορα τελικά μπήκα στο κλίμα και αφέθηκα να παρασυρθώ στη δίνη της ιστορίας με τα συνεχή πηγαινέλα στις εποχές, ξεκινώντας από την Ιερά εξέταση, περνώντας στους Ναζί, τον Φράνκο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, σε μια ιστορία που -χωρίς να έχουν κοινά- μου έφερε στη μνήμη λίγο από Όνομα του Ρόδου. Confiteor. Mea Culpa. Αλλά το Confiteor για μένα είναι ένα κλασικό βιβλίο αγάπης. Και όχι γενικά και αόριστα μιας κάποιας αγάπης. Ο Αντριά ζει και ανασαίνει μόνο για τη Σάρα.

(…) Μερικές φορές σκέφτομαι τη δύναμη της τέχνης και της μελέτης της τέχνης και τρομάζω. Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ενώ μπορούν να ασχοληθούν με τόσα πράγματα. Κι άλλοτε σκέφτομαι ότι είμαστε πρώτα κακόβουλα όντα κι έπειτα ποιητές, οπότε δεν υπάρχει σωτηρία. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει καθαρά τα χέρια του. Πολύ λίγοι, για την ακρίβεια. Ελάχιστοι. (…)

Αξίζει για πολλούς λόγους να το διαβάσει κανείς, ακόμη και ως βιβλίο αναφοράς. Ο Καμπρέ είναι μάστορας από τους λίγους.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

 

Advertisements

η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10

ΓΚΙΑΚ – Δημοσθένης Παπαμάρκος

giagkΓΚΙΑΚ είναι το αίμα, αλλά και ο δεσμός αίματος, η ίδιά σου η φυλή και -εντέλει- το αίμα που πρέπει να χυθεί για να την προστατεύσεις. Ο Παπαμάρκος έγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία. Όλοι τους αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία που τους στιγμάτισε, που χωρίς να το θέλουν ή να το συνειδητοποιούν, τους καθόρισε αυτό που μετέπειτα έγιναν.

(…) Άντρας δεν έγινα με τη δουλειά όπως οι άλλοι, αλλά με το σκοτωμό. Κι ήξερα καλά ότι θα ξαναρχόταν, γιατί και που τελείωσε ο πόλιεμος εγώ πάλι έψαχνα τα αίματα. Κοίταγα γύρω τους ανθρώπους και το μόνο που έβλεπα ήταν πού θα κόψω, πού θα σφίξω, πού θα χτυπήσω για να τους σωριάσω. Έπρεπε να βάλω χαλινό στην ψυχή μ’, γιατί άμα συνέχιζα έτσ’ αργά ή γρήγορα θα κατέληγα στο απόσπασμα. Έτσ’ κάθσα και σκέφτκα και τότες κατάλαβα ότι η βρωμιά δεν είναι παντού βρωμιά. Να σ’ το πω αλλιώς, άμα δεις έναν ζευγά με τις λάσπες μες στην εκκλησία, βρωμιάρη θα τον πεις. Άμα τον δεις όμως με τις λάσπες στο χωράφ’ θα τον πεις άξιο. Επειδή το λοιπόν αυτές οι λάσπες δεν καθαρίζουνε ποτές από τα παπούτσια κανενός, γιατί απ’ αυτές είναι φτιαγμένη η ψυχή τ’, πρέπει να κοιτάξεις να βρεις το σωστό χωράφ’. Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι. Εκεί το ‘χεις ταμένο. (…)

Τα διηγήματα πολύ δυνατά με μοναδικό αρνητικό πως ενώ αισθάνθηκα σχεδόν σοκ με το πρώτο, στην πορεία μάλλον κάπως «συνήθισα» και δε μου έκαναν την ίδια εντύπωση τα υπόλοιπα, χωρίς από μόνα τους να υστερούν.

Εκδόσεις Αντίποδες. Βαθμολογία 7.5/10

Υ.Γ. Εξαιρετική έκδοση και εξώφυλλο που σε μαγνητίζει από έναν νέο εκδοτικό οίκο. Μπράβο!

 

Η λευκή κουρτίνα – Δημήτρης Γράψας

grapsas-kourtinaΗ λευκή κουρτίνα είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Γράψα, ενός τριανταδυάχρονου Φυσικού με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπως μαθαίνουμε από το βιογραφικό του. Αν και ο εκδοτικός οίκος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, στα δικά μου μάτια πιο πολύ σαν νουβέλα μοιάζει με τις σχεδόν 120 σελίδες του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που διαβάζεται εύκολα σε 1-2 μέρες στην ξαπλώστρα μιας παραλίας. (Καλά, και σε ψάθα γίνεται…)

Ο ήρωας μας είναι ο Χ., ο οποίος ξυπνάει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν αναγνωρίζει. Θυμάται πως το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έως πολύ αργά σε ένα μπαρ, είχε μεθύσει, είχε τσακωθεί με την κοπέλα του την Κλαίρη και μετά δεν θυμάται και πολλά. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί όσα πιο πολλά γεγονότα της χθεσινής νύχτας, για να καταλάβει γιατί βρέθηκε σε ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του, συνειδητοποιεί πως είναι κλειδωμένος στο δωμάτιο αυτό και δεν έχει κανέναν τρόπο να βγει έξω. Εκτός ίσως αν του άνοιγε κάποιος, κάποιος που μόλις άνοιξε ένα φως έξω από το δωμάτιο…

 (…) Στην αρχή  της δεύτερης επανάληψης, σκέφτηκε ότι πάντα όταν ένιωθε πως έφτανε μια σημαντική στιγμή, είχε την τάση να κόβει τον χρόνο σε κομμάτια, όσο το δυνατόν στοιχειώδη. Στη μέση της, συμπλήρωσε ότι συνήθως αυτό δεν του έβγαινε σε καλό. Δεν ολοκλήρωσε τη δεύτερη περιστροφή, αλλά σταμάτησε το κεφάλι του παράλληλα με τον δεξιό του ώμο και άνοιξε τα μάτια του. Ο τρόμος μου του διαπέρασε το κορμί τον τίναξε πίσω.

Αυτό που αντίκρισε έκανε τα πόδια του να σπρώξουν το πάτωμα και να τον πετάξουν με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά. Βρέθηκε πεσμένος χάμω, με την καρέκλα πάνω του. Την έκανε πέρα και μπουσούλησε δυο σπιθαμές προς την πόρτα.

Κάποιος, άγνωστο ποιος και εξίσου άγνωστο γιατί, την είχε ανοίξει. Κι από το ξύλινο πάτωμα με τις τάβλες που ‘ταν ασύμμετρα κολλημένες μεταξύ τους, ο Χ. την κοίταζε ορθάνοικτη ακριβώς μπροστά του. (…)

Καλογραμμένο και γρήγορο, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος. Μέσα από την περιπέτεια του Χ., βλέπουμε σχεδόν όλες τις αγωνίες της γενιάς των τριαντάρηδων καθώς και την ιδιαίτερη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Προσωπικά θα ήθελα ένα πιο δυνατό τέλος. Έχω την αίσθηση πως ίσως ο Γράψας σαν να κατάλαβε πως κέρδιζε το ματς και βιάστηκε να το λήξει. Περιμένοντας το επόμενό του λοιπόν…

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6,5/10

Σημείωση: Πιο πάνω που έγραψα «της γενιάς των τριαντάρηδων», στην αρχή είχα γράψει «της γενιάς μας» αλλά δυο αγόρια που με τραβούσαν να φύγω από τον υπολογιστή για να παίξουν αυτά και ταυτόχρονα μια ρυτίδα που σχηματίστηκε λίγο κάτω απ’ το δεξί μου μάτι, μου θύμισαν πως εδώ και δύο χρόνια ανήκω στην γενιά των σαραντάρηδων γαμώτο!

Η Ενοχή της Αθωότητας – Ιωάννα Μπουραζοπούλου

ενοχήΣΤΗΝ παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε το Δεκέμβριο που μας πέρασε στην Αθήνα, κάποια στιγμή στις χαιρετούρες έρχεται ο Δημήτρης ο Ποσάντζης από τον Καστανιώτη και μου λέει «Είδες ποια καθόταν δίπλα μου; Η Ιωάννα η Μπουραζοπούλου. Την ξέρεις ε;» «Ναι, ναι, βέβαια» είπα εγώ, που ούτε το όνομα της δε θυμόμουν την άλλη μέρα για να την ψάξω στην Google… Και μετά ντράπηκα. Και που δεν την ήξερα και -ακολούθως- που δεν της μίλησα (εντάξει, και για το ψεματάκι που είπα στον Ποσάντζη ντράπηκα λίγο, το ομολογώ!)

Από την Google έμαθα λοιπόν πως η Μπουραζοπούλου έγινε ευρέως (αλλά όχι σε μένα λέμε!) γνωστή για το μυθιστόρημα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, το οποίο βραβεύτηκε το 2008 με το Athens Prize for Literature του περιοδικού δε(κατα), ένα βιβλίο που η Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013. Επίσης, πριν λίγους μήνες πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Ουράνη, για την Κοιλάδα της λάσπης, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Ο δράκος της Πρέσπας. Κι εγώ να μην την έχω ακούσει! Ίσως τελικά να έχω μια μικρή δικαιολογία που δεν την γνώριζα, επειδή όχι μόνο δεν διάβαζα καθόλου λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά ούτε καν σε σειρές ή ταινίες δεν με έλκει το αντικείμενο. Να φανταστείτε τον Hodor προχθές τον έμαθα, που γέμισε το διαδίκτυο με το “Hold the door” meme και μου έσπασε τα νεύρα!

Πριν ένα μήνα περίπου όμως, όλα άλλαξαν. Ήταν η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και είχα την τιμή να βρεθώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη μαζί με πολλούς συγγραφείς, μεταξύ αυτών και την Μπουραζοπούλου. Ήθελα πολύ να βρω κάτι να της πω, αλλά… ντρεπόμουν. Βλέποντας την να φεύγει, το μόνο που κατάφερα να της πω είναι αν θυμάται που είχε έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου μου και πόσο χάρηκα γι’ αυτό και αυτή μου απάντησε πως θυμάται πολύ καλά τη συγκεκριμένη παρουσίαση και θέλει πολύ να βρει χρόνο να διαβάσει το βιβλίο μου! Ωχ, σκέφτηκα. Εδώ είμαστε. Πιάνω την Ισμήνη την Κουρούπη από το χέρι και της λέω να μου προτείνει ένα βιβλίο της να το διαβάσω. Ντροπή (μου) πια! Και προς έκπληξη μου, αντί να μου δώσει  τη γυναίκα του Λωτ, μου έδωσε αυτό εδώ…

Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου ο Θάνατος είναι πλέον το αδιαφιλονίκητο αγαθό. Η ήπειρος είναι χωρισμένη σε εννιά κάστες επαγγελματιών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε πολλές συντεχνίες. Δύο ασυνήθιστοι φίλοι, ο Ιωσήφ Εράλης, ένας καλλιτέχνης, μπαρμπέρης των φυλακισμένων, και ο Πελαργός, ένας διανοούμενος, εκφωνητής επικήδειων, αναλαμβάνουν μια περίεργη αποστολή: Να οδηγήσουν με ένα όχημα-κάλπη έναν εξ ορισμού αθώο κρατούμενο μέσα από τις εννέα πόλεις-κέντρα των καστών, όπου κάθε λίγα χιλιόμετρα θα πρέπει να σταματούν για να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει θετικά, αν θέλει να αθωωθεί ο κρατούμενος.

(…) Παίζοντας σκάκι τα ήσυχα απογεύματα, σπούδαζαν ο ένας τον άλλο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Ο Πελαργός άρχισε να βρίσκει ευχάριστη τη λακωνικότητα του καλλιτέχνη, που οι λέξεις του ήταν ακριβείς και μετρημένες, ενώ πρόσεξε ότι η γλώσσα του σώματός του είναι πολύ πιο αναλυτική από το λόγο του. Το «ναι» διαβαθμιζόταν από απλή κατάφαση σε θερμή πρόσκληση ανάλογα με την κίνηση του  κεφαλιού ή το άνοιγμα των ώμων, ενώ το «όχι» κλιμακωνόταν από αδιαφορία σε απόρθητη άρνηση καθώς άλλαζε η θέση των χεριών και της πλάτης. Γνώριζε, φυσικά, πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δεν είχε εκτιμήσει μέχρι σήμερα την ευφράδεια τούτου του σάρκινου εκφραστικού μέσου, που αποκάλυπτε τόσο καθαρά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Ιωσήφ, ώστε ο μεσήλικας νόμιζε ότι μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο με την κοιλιά ή με την γάμπα του. (…)

Κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα του κρατουμένου, παρά μόνο αυτός που τον επέλεξε και που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Αν έστω και ένας επαγγελματίας (μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο κρατούμενος) ψηφίσει να αθωωθεί, τότε αθωώνεται και σταματάει το οδοιπορικό. Αν κανείς δεν ψηφίσει την αθώωση του, ο κρατούμενος θα θανατωθεί. Και ενώ στα μάτια των δύο φίλων οδηγών φαντάζει απίθανο να ξεκινήσει καν αυτό το ταξίδι, μιας και πιστεύουν πως τουλάχιστον ο ίδιος ο κρατούμενος θα ψηφίσει θετικά, το ταξίδι όχι μόνο ξεκινά, αλλά και συνεχίζεται χωρίς κανείς επαγγελματίας να θέλει να το διακόψει. Ούτε καν οι ίδιοι…

(…) Περπατούσαν στοιχισμένοι εφ’ ενός ζυγού, όπως όλα τα χρόνια της φιλίας τους και η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν τόσο χαρακτηριστική, ώστε μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει μόνο από τις φιγούρες τους. Ο διανοούμενος, που φλυαρούσε ακατάπαυστα, βάδιζε πίσω από το σιωπηλό καλλιτέχνη, γέρνοντας ψηλοκρεμαστά από πάνω του. Το στενόμακρο σώμα του σχημάτιζε μια λεπτή παρένθεση, που έκλεινε στην κοιλότητά της τον κατά πολύ μικρόσωμό του Ιωσήφ, ο οποίος ένιωθε ότι συνοδεύεται από ένα θορυβώδες ηχείο, σαν χταπόδι που σέρνει το βουερό θαλάμι του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόταν θαλπωρή, περιβαλλόμενος από την προστατευτική παρένθεση του λελεκήσιου σώματος, ο μεγάλος διασκελισμός του οποίου τον υποχρέωνε ν’ ανοίγει κι αυτός το βήμα του. Έτσι η Διανόηση ακολουθούσε την Τέχνη και ταυτόχρονα την εξωθούσε σε βηματισμό, όπως ο τιμονιέρης που κάθεται στο πίσω μέρος της βάρκας και, παρόλο που δεν προκαλεί την κίνηση, μπορεί να ισχυριστεί ότι την καθοδηγεί. (…)

Νομίζω πως διαβάζοντας την ιστορία, μεγάλη μου έκπληξη ήταν -εκτός από τις θαυμάσιες εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό μου, αναπλάθοντας τέλεια την φουτουριστική Ευρώπη- η συνειδητοποίηση πως ακόμα και σε μια τέτοια φανταστική ιστορία, η συνέπεια, η συνοχή και η πληρότητα πρέπει να είναι ίδιες όπως και σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είχα τη (λανθασμένη) εντύπωση πως μία βασική διαφορά του αστυνομικού με τη φανταστική λογοτεχνία είναι το γεγονός πως στο αστυνομικό η πλοκή δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά και ούτε μπορείς να «κλέψεις» τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας από μηχανής Θεούς. Το ίδιο συμβαίνει όμως κι εδώ. Αφού φτιάχνεις έναν νέο κόσμο, οφείλεις αυτό το νέο κόσμο να τον φτιάξεις πλήρη και ολοκληρωμένο. Να ορίσεις χαρακτήρες, κανόνες, νόμους, πολιτεύματα και συνθήκες, βάσει των οποίων θα γράψεις την ιστορία σου και να μην μπορείς να παρεκκλίνεις.

Ενδιαφέρον είχε που ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου χτίζεται σε γερά θεμέλια η σχέση των δύο φίλων, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε σταδιακά να αλλάζει το κλίμα και σιγά-σιγά να απομακρύνονται με τα όσα συμβαίνουν στην κάθε πόλη. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εξαιρετική μα πάνω απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες. Δωρεάν σεμινάριο για show don’t tell! Μα «δείτε»:

(…) Η κουρά έπρεπε να σχηματιστεί ανεξαρτήτως μεγέθους τριχοφυΐας και οι χαλκουργοί αυτής της πόλης ήταν εκπληκτικοί μάστορες. Έφτιαχναν λάμες πιο λεπτές από χαρτί, καστανοκόκκινες σαν φθινοπωρινά φύλλα και τόσο αριστοτεχνικά ακονισμένες, που κόβανε ακόμη και την ανάμνηση της τρίχας σε κεφάλι φαλακρού. (…)

🙂

Η ιστορία είναι εντελώς αλληγορική, με συνεχή φιλοσοφικά, γεωπολιτικά και ιστορικά ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να μη μείνει μόνο σε αυτό που διαβάζει. Μου άρεσε αναπάντεχα πολύ. Θα διαβάσω και τη γυναίκα του Λωτ τώρα!

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10

Σημείωση: Κάπου διάβασα πως είναι και μηχανόβια η Μπουραζοπούλου. Πρέπει να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας…

Η ζήλια είναι μαχαιριά – Ιερώνυμος Λύκαρης

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ σε μια κηδεία, ο ήρωάς μας -που αν δεν κάνω λάθος το όνομά του δεν αναφέρεται σε καμία στιγμή στο κείμενο- συναντά την Κέλλυ, μια τραγουδίστρια με την οποία ήταν τσιμπημένος σε ένα σκυλάδικο που εργαζόταν και ο ίδιος ως τσεκαδόρος και ταμίας, τον καιρό που ήταν φοιτητής. Η Κέλλυ τον αναγνωρίζει και αισθανόμενη την παρουσία του ως κάποιο θεϊκό σημάδι, αποφασίζει να του διηγηθεί την ιστορία της, στο καφενείο του νεκροταφείου.

(…) Με προσπέρασε χωρίς να στρέψει την κεφαλή της. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν διαγώνια για  κλάσματα του δευτερολέπτου. Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε οικεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τη μνήμη μου την κέντρισε κυρίως η αύρα του γιασεμιού που άφησε πίσω της. Αστραπιαία, το παζλ της μορφής της πήρε σάρκα και οστά. Ήταν η Κέλλυ, η πολλά υποσχόμενη μούσα του λαϊκού συνθέτη Κανέλλου Κανάκη (ή Καν-Καν), με την οποία κάποτε υπήρξα πλατωνικά τσιμπημένος. Το επώνυμό της δεν το θυμόμουν, ίσως να μην το είχα μάθει και ποτέ. Την είχα γνωρίσει όταν δούλευα τσεκαδόρος και ταμίας στο Κανόνι, το σκυλάδικο πολυτελείας του Καν-Καν, στην αρχή της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Είχα βρει τη δουλειά από αγγελία. Ο Καν-Καν με δοκίμασε για μια βδομάδα και είδε ότι έκοβε το μάτι μου. Γρήγορα η διαίσθησή του τον έπεισε ότι ένας ξεμαλλιασμένος φοιτητής της Νομικής, που ντυνόταν με στρατιωτικό τζάκετ και τζιν αμερικάνικο, πήγαινε στις αντιχουντικές διαδηλώσεις και καταλήψεις και με κάθε ευκαιρία άνοιγε συγκεκαλυμμένες πολιτικές συζητήσεις με τα κορίτσια του μαγαζιού, τα γκαρσόνια και το προσωπικό της κουζίνας, δεν υπήρχε καμία περίπτωση  να τον κλέψει. Έτσι, από τον πρώτο μήνα κιόλας,  μου έδωσε μισθό τραπεζοϋπαλλήλου της εποχής, με πλήρη ασφάλιση ΙΚΑ.  (…)

Σε πάρα πολλές συνεχόμενες σελίδες γραμμένες στο β’ πρόσωπο, η Κέλλυ εξιστορεί στον ήρωά μας το τι έγινε αφότου ο ίδιος έφυγε από το μαγαζί. Και ενώ ξεκινάει στην αρχή ως μια ερωτική ιστορία μεταξύ της ιδίας και του ιδιοκτήτη του σκυλάδικου και πρώτου ονόματος, του Καν-Καν, καταλήγει σε μια ιστορία ζήλειας, μίσους και – τελικά – εγκλήματος.

(…) «Δεν αντιλέγω, άτιμο πράγμα η ζήλια. Μ’ ανάγκαζε να ξευτιλίζομαι και την ίδια στιγμή να με μισώ, να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη, να θέλω να με φτύσω. Ένιωθα, να, εδώ, βαθιά, γύρω γύρω απ’ την καρδιά μου, έναν κόμπο να μεγαλώνει και να μικραίνει και ξαφνικά να με πνίγει, να μη μ’ αφήνει να πάρω μια κανονική ανάσα, να με μουδιάζει πατόκορφα. Από την αγωνία που μ’ έπιανε, μ’ ανέβαινε η ψυχή στο στόμα. Άλλες φορές μια έξαψη με φούντωνε και μ’ έκαιγε, μέσα έξω, με παρέλυε, μέχρι που έπεφτα λιπόθυμη. Τρέλα, παιδάκι μου, σκέτη τρέλα. Ακόμα και τώρα που τα θυμάμαι και σ’ τα λέω, να, δες την τρίχα μου πώς έχει σηκωθεί… (…)

Το βιβλίο είναι πολύ καλογραμμένο και με ένα ιδιαίτερο στυλ, που με κάνει να αναζητήσω και άλλα του Λύκαρη. Καταρχάς το εύρημα που ο ήρωας ουσιαστικά κάθεται όλη την ώρα και ακούει μια ιστορία είναι εντυπωσιακό και καθόλου βαρετό. Μετά, οι χαρακτήρες είναι ένας κι ένας: η ζηλιάρα ερωμένη Κέλλυ, ο Μπαρμπουτζής λαϊκός συνθέτης Καν-Καν, ο Βραζιλιάνος, τσιγγάνος, πρώην νταλικέρης, μπράβος, νταβατζής και συνένοχος της Κέλλυς, η Μαρκησία πρώην φίλη και νυν αντικείμενο ζήλιας της Κέλλυς, η Γιαγιά, ο γκέι σπιούνος του Καν-Καν, ο Πάπιας, η Σάσα Κάψα, ο Ουρανός, ο Καρούμπαλος και ο Πελέκης, όλοι τους  σκιαγραφημένοι εκπληκτικά.

(…) Στο σημείο αυτό μας πλησίασε πάλι η σερβιτόρα με την ξενική προσφορά. Χωρίς να ρωτήσει, άφησε στο τραπέζι μας δυο σακουλάκια κόλλυβα και είπε:

«Αυτό είναι το τελευταίο μνημόσυνο. Μετά κλείσουμε».

«Ευχαριστούμε πολύ. Φεύγουμε κι εμείς…» της απάντησα εγώ.

Η Κέλλυ δεν της έδωσε σημασία. Με ένα αβέβαιο υπαινικτικό χαμόγελο, κοίταξε ψηλά, υπό λοξή γωνία, συννέφιασε και μονολόγησε:

«Μερικές φορές, για να κάνεις το καλό, ζητάς βοήθεια από το κακό. Αχ, Παρθένα Παναγιά μου. Όλοι μας στην κόλαση θα πάμε, κι ο Κύριος, δικαίως, θα μας τσουρουφλίσει. Όσο νωρίτερα μας πάρει, τόσο λιγότερο θα αμαρτήσουμε». (…)

Αν κάτι δε μου άρεσε, είναι ίσως οι τελευταίες σελίδες που ο ήρωας προσπαθεί να βάλει σε κάποια τάξη όλα όσα άκουσε από την Κέλλυ, καθώς και να τα αξιολογήσει, κατά πόσο είναι αληθινά δηλαδή όλα αυτά που άκουσε. Προσωπικά θα μου άρεσε να τέλειωνε το βιβλίο εκεί που τέλειωσε και η αφήγηση της Κέλλυς. Συνολικά όμως είναι πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετημένη η πλοκή, οι διάλογοι είναι πολύ αληθινοί και δεν μπορείς να το αφήσεις εύκολα από τα χέρια σου.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία: 7/10

Σημείωση: Για να γράψεις αστυνομικό χρειάζεσαι ένα έγκλημα, αλλά το ανάποδο δεν είναι απαραίτητο. Έτσι η ιστορία είναι μεν νουάρ λόγω ατμόσφαιρας και εγκλήματος, αλλά δεν είναι αστυνομική.

Το άλλο μου ολόκληρο – Τασούλα Επτακοίλη

7koilh to alloΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα πριν λίγες μέρες. Αν και θα ακουστεί κλισέ αυτό που θα γράψω, μου φάνηκε ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Ο τύπος που θα ήθελες να κάνεις παρέα, ειλικρινής, φιλεύσπλαχνος, αγαπούσε πολύ τα ζώα και ειδικά τις γάτες. Είχαμε και το ίδιο μαύρο Moleskin τσέπης για να κρατάμε σημειώσεις όπου βρεθούμε. Στην αρχή μου εκμυστηρεύτηκε πως ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, μα γρήγορα κατάλαβε πως το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει αλήθειες. Του άρεσαν όμως και πολλά άλλα, όπως π.χ. τα Arduino boards, ο Παπάζογλου και το να μαγειρεύει, αλλά κατά προτίμηση χωρίς να πλύνει μετά τα πιάτα. Και ήταν ερωτευμένος με την Τασούλα. Το μόνο ελάττωμα που του βρήκα ήταν ότι… πλέον δεν ζει.

Ηρωίδα της ιστορίας μας η Τασούλα,  η γυναίκα του Κώστα. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Θα έκλειναν σχεδόν 24 χρόνια μαζί, αλλά ο Κώστας πέθανε. Και την άφησε μόνη της. Και όλοι της έλεγαν πως ο χρόνος θα την γιατρέψει και πως ο Κώστας είναι παντού γύρω της. Και η Τασούλα έλεγε πως δεν θα γιατρευτεί και πως δεν βλέπει τον Κώστα γύρω της. Και τότε κάποιος της είπε πως κοιτάει λάθος, ο Κώστας είναι μέσα της. Μαλακίες, σκέφτηκε. Ο Κώστας πέθανε και απλώς δε την πήρε μαζί του. Και έτσι είναι. Και θα είναι.

(…) Οι περισσότεροι νομίζουν πως τα μεγάλα, τα δήθεν σπουδαία –όπως τις εμβριθείς, βαθυστόχαστες συζητήσεις- νοσταλγείς όταν χάνεις έναν δικό σου. Μαλακίες. Τα ασήμαντα μου λείπουν περισσότερο. (…)

Η Τασούλα άρχισε να γράφει ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερε τότε για ποιο λόγο το έκανε. Ίσως για να αισθανθεί καλύτερα, να εκτονωθεί. Ίσως για να ανατρέχει σε αυτό όταν θα έχει περάσει ο καιρός και θα έχει ξεχάσει τις λεπτομέρειες, όπως τώρα έχει ξεχάσει -αν είναι ποτέ δυνατόν- τις τελευταίες λέξεις που αντάλλαξαν πριν πεθάνει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως αυτό γίνει ένα βιβλίο. Γιατί; Γι’ αυτόν. Για τους φίλους του. Για την οικογένειά του. Για εμάς που δεν τον ξέραμε. Για την ίδια.

(…) Έχω ένα λεξικό στο κομοδίνο μου. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, το ξεφυλλίζω. Ψάχνω λέξεις που να ταιριάζουν με τον θάνατό σου, να μπορούν να τον περιγράψουν, να σηκώσουν το βάρος του. Έχω κάνει μια λίστα. Ολοένα και μακραίνει.

Αβάσταχτος.

Αδιανόητος.

Αμείλικτος.

Ανέκκλητος.

Απροσδόκητος.

Αφόρητος.

Βασανιστικός.

Επώδυνος.

Ισοπεδωτικός.

Οδυνηρός.

Οριστικός.

Παράλογος.

Παραλυτικός.

Πικρός.

Σκληρός.

Σπαρακτικός.

Συγκλονιστικός.

Συντριπτικός.

Κάθε βράδυ νέα λήμματα μπαίνουν στη «συγκομιδή» της απώλειας. Αλλά πάντα στο Άλφα επιστρέφω.

Άδικος.

Πάνω απ’ όλα ο θάνατός σου ήταν άδικος. Αυτή η λέξη φωλιάζει στον ύπνο μου και σπέρνει εφιάλτες. (…)

Απώλεια. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Κάποιον που δε θα ξαναβρούμε. Μια γιαγιά, έναν αδελφό, μια μάνα, έναν κολλητό. Όλοι ξέρουμε το συναίσθημα, αλλά κανένα συναίσθημα δεν είναι το ίδιο. Κι όμως η συντριβή φαίνεται στα υγρά μάτια. Φαίνεται όταν πλησιάζεις το πρόσωπο και φιλάς τον συνένοχο, όταν ακουμπάτε τα μάγουλα και του λες ένα γλυκόλογο, μια τρυφερή κουβέντα παρηγοριάς. Κι ας είναι ψέμα. Κι ας το ξέρετε και οι δύο, Τασούλα μου.

(…) Χθες βράδυ -δεν ξέρω πώς μου ήρθε- έβγαλα τη βέρα μου, λίγο πριν πέσω για ύπνο. Την κράτησα στην παλάμη μου για μερικά λεπτά κι έπειτα την ακούμπησα σ’ ένα ραφάκι στο σαλόνι. Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και το αριστερό μου χέρι ασυναίσθητα ψηλάφισε το δεξί. Βρήκε το «αυλάκι» στο δάχτυλό μου αλλά έλειπε η γνώριμη αφή του μετάλλου. Σηκώθηκα κι έτρεξα αλαφιασμένη στο σαλόνι. Τη φόρεσα κι όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Ξάπλωσα ξανά ανακουφισμένη, έκλεισα τα μάτια και σχημάτισα την εικόνα σου. Ήσουν δίπλα μου στο κρεβάτι, δεν κοιταζόμασταν αλλά κρατιόμασταν από το χέρι. Κουβεντιάζαμε και γελούσαμε. Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που ξεφλέβιζαν αγάπη και τρυφεράδα. Που γυρνούσες ξαφνικά, με αγκάλιαζες σφιχτά και μου έλεγες «Είσαι το άλλο μου ολόκληρο». (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: Ν/Α

Δρόμου Δρώμενα – Κώστας Πατίνιος

patiniosΔΕΝ έχω πάρα πολλούς φίλους στο Facebook. Το 95% τους γνωρίζω προσωπικά και με το υπόλοιπο 5% σίγουρα κάτι μας δένει, κάτι περισσότερο εννοώ από έναν κοινό φίλο. Τον Κώστα τον γνώρισα από τις δημοσιεύσεις φίλων στο Facebook και μέτρησα τα κοινά μας: Φίλος φίλου μου (ένα, και να προσθέσω εδώ πως το Φίλος Φίλου ΔΕΝ είναι κυπριακό όνομα 🙂 ), πολύ γνωστός (μπα…) δρομέας (δύο) και Μαραθωνοδρόμος (ούτε που πλησίαζα τότε, τώρα οριακά) στην Κύπρο (τρία), ίσως από τους πιο γνωστούς εν ενεργεία (πολύ μακριά, άπιαστα μακριά, πωπω πόσο μακριά), ο οποίος διατηρούσε blog (τέσσερα) και παράλληλα είχε εκδώσει βιβλία (τότε όχι, αλλά ήλπιζα) με διηγήματα και ποιήματα. Αποφάσισα λοιπόν να του κάνω αίτημα φιλίας, το οποίο για καλή μου τύχη αποδέχθηκε αμέσως.

Αυτό έγινε πριν από ενάμιση χρόνο περίπου. Έκτοτε συνομιλήσαμε αρκετές φορές για τα κοινά μας ενδιαφέροντα και πρόσφατα του ζήτησα συμβουλές ενόψει του πρώτου μου Μαραθωνίου. Πριν λίγες μέρες είχα επιτέλους τη μεγάλη χαρά να τον γνωρίσω δια ζώσης στην παρουσίαση του βιβλίου μου στη Λευκωσία. Φέρνοντας ο Κώστας το βιβλίο μου να του το υπογράψω, μου χάρισε δύο δικά του. Αποφάσισα να ξεκινήσω με το πρώτο βιβλίο του, που διάβασα πως είναι συλλογή διηγημάτων, γιατί σκέφτηκα πως θα ταιριάξει με τον τρόπο που διαβάζω, δηλαδή κάθε βράδυ καμιά δεκαριά σελίδες πριν κοιμηθώ. Δεν τα υπολόγισα όμως σωστά, γιατί αποδείχτηκε δύσκολο, ακατόρθωτο, να σταματήσω στη μια ιστορία και έτσι το τέλειωσα σε 2 βραδιές.

(…) Είναι ωραίο να γνωρίζεις την πόλη σου τρέχοντας. Αυτούς τους δρόμους τους περπάτησα, τους πέρασα με το αυτοκίνητο, ακόμα και με ποδήλατο, μόνος αλλά και με παρέα. Σαν όμως τρέχω, όλα μου μοιάζουν αλλιώτικα… Όλα είναι πιο μαγικά, δεν έχουν την στατικότητα που έχουν, όταν τα βλέπεις περπατώντας, ούτε την ταχύτητα, όταν τα προσπερνάς με το αυτοκίνητο.

Είναι ενοχλητικό να μην μπορώ ποτέ να ολοκληρώσω τον κύκλο της πόλης, να τρέξω γύρω από τα ενετικά τείχη, να κάνω το γύρο της τάφρου. Είναι ενοχλητικό να συμβιβάζομαι μόνο με τη μισή, αφήνοντας την άλλη για μίαν άλλη μέρα, όταν θα περάσω από το οδόφραγμα, για να τρέξω στην άλλη μισή, που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο αέρα, το ίδιο αποχετευτικό σύστημα, αγκαλιάζεται από τα ίδια τείχη, αλλά… κουβαλά αυτό το μεγάλο «αλλά» σαν κατάρα στην πλάτη της. (…)

Οι δρομείς θα αναγνωρίσουν στις σελίδες του πολλές δικές τους σκέψεις και είναι ωραίο το συναίσθημα να ξέρεις πως, αν και το τρέξιμο είναι ένα κατεξοχήν μοναχικό αγώνισμα, τελικά δεν είμαστε μόνοι.

(…) Ρώτησα πριν από πολλά χρόνια έναν πενηντάρη δρομέα γιατί τρέχει. Αυτός χαμογέλασε και μου είπε να ξεκινήσω να τρέχω και θα μάθω την απάντηση. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, μόλις τερμάτισα σ’ ένα μαραθώνιο με ρώτησε ένας νεαρός γιατί τρέχω. Χαμογέλασα και του είπα να ξεκινήσει να τρέχει και θα μάθει την απάντηση. Κάποιες απαντήσεις δίνονται μόνο στο δρόμο… (…)

Στον επίλογο του βιβλίου, διαβάζω για κάποιες δεύτερες σκέψεις του Κώστα, για το αν έκανε καλά που έβαλε μόνο την άποψη του δρομέα στο βιβλίο του και για το αν θα έπρεπε να αναφερθεί στο πώς ένιωθε η οικογένεια και οι οικείοι του. Διαφωνώ. Ο Κώστας δεν είναι ιστορικός. Δεν περιγράφει ιστορικά γεγονότα ώστε να προσπαθήσει να είναι όσο πιο αντικειμενικός και σφαιρικός. Ο Κώστας είναι καταρχήν δρομέας και μετά συγγραφέας. Διαβάζοντας το βιβλίο του ήθελα να διαβάσω τις δικές του σκέψεις. Αν θέλει κάποιος άλλος να γράψει κάτι, ας γράψει ένα δικό του βιβλίο, για παράδειγμα με τίτλο «Πώς είναι η ζωή δίπλα σε έναν δρομέα» ή ακόμα και «Τι σκέφτομαι όταν εσύ τρέχεις». Πιστεύω δε, πως θα έχει μεγάλη επιτυχία ένα τέτοιο βιβλίο, γιατί μη γελιόμαστε, το target group του είναι σαφώς μεγαλύτερο. 😉

Εκδόσεις Αρμίδα. Βαθμολογία 7/10

 

Η Κόκκινη Μαρία – Κυριάκος Αθανασιάδης

κοκκινηΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΣ την περίοδο απεξάρτησης από τα αστυνομικά, έπιασα για δεύτερη φορά στα χέρια μου την Κόκκινη Μαρία. Και λέω δεύτερη, γιατί είχα προσπαθήσει ξανά πριν από μερικούς μήνες, αλλά δεν τα κατάφερα. Η γραφή του δεν μου είχε ταιριάξει καθόλου. Εν τω μεταξύ όμως το διάβασε η Αγγελική αλλά και η Τίνα –αν θυμάμαι καλά- και τους άρεσε πολύ. Όταν σκεφτόμουν τι να διαβάσω μετά τον Χεσούς Δίας, η Αγγελική μου είπε να το δοκιμάσω ξανά και πως θα μου αρέσει. Δυστυχώς με έπεισε…

Είμαι 100% σίγουρος πως κάτι δεν κατάλαβα. Καταρχάς δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβα την ιστορία, αλλά θα προσπαθήσω να σας πω τι κατάλαβα: Ήρωας μας ο Άρης, ένας έφηβος, ο οποίος ενώ είναι στο αυτοκίνητο με τον πατέρα του παραμονές Χριστουγέννων, βλέπει σε κάτι φανάρια ένα κορίτσι –τη Ζένια όπως μαθαίνουμε μετά- και διαισθάνεται πως χρειάζεται να σωθεί. Προσπαθεί να πείσει τον πατέρα του να πάνε και να την πάρουν μαζί στο σπίτι τους –σχεδόν να την απαγάγουν- και μάλιστα γρήγορα, πριν την πάρουν οι κακοί. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το κυνηγητό ανάμεσα στους κατοίκους της Στεριάς και του Νησιού…

(…) «Ζούμε στις στοές», είπε ο Στη Μέση Του Ξέφωτου. «Άλλες είναι παλιές. Άλλες σύγχρονες. Άλλες πολύ παλιές. Και στις αρχαίες κατακόμβες. Και σε όλο το δίκτυο του υπονόμου, αν εξαιρέσεις τα μέρη που είναι πνιγμένα όλο το χρόνο στα νερά. Και σε κομμάτια του Ηλεκτρικού που εγκαταλείφτηκαν. Και σε χώρους του Μετρό που δεν εγκαταλείφτηκαν, που είναι ολοκαίνουριοι. Αλλά δεν μας βλέπει κανείς… Είμαστε από πάντα εδώ. Και θα μείνουμε για πάντα. Κινούμαστε ταχύτατα. Ανεβαίνουμε πάνω, στη Στεριά, για να κλέψουμε. Διασχίζουμε την πόλη υπόγεια, και μπορούμε να βρεθούμε οπουδήποτε, οποτεδήποτε: είμαστε οργανωμένοι. Σπουδάζουμε, διασκεδάζουμε, δουλεύουμε. Είμαστε μέχρι δεκάξι χρονών. Είμαστε όλοι παιδιά. Ναι: παιδιά με πληγές. Είμαστε ένα έθνος φτιαγμένο από όλες τις εθνικότητες. Είμαστε πληγές, κι αυτό εδώ» -έδειξε γύρω του, αλλά ήταν σαν να έδειχνε τα πάντα- «είναι το χάδι μας και τα φιλιά μας. Είμαστε το Νησί». (…)

Η ίδια η ιστορία ίσως δεν έχει τόση σημασία. Προφανώς οι εικόνες και τα συναισθήματα είναι που έκαναν πάρα πολύ κόσμο να αγαπήσει αυτό το βιβλίο. Διαβάζω παντού μόνο καλά λόγια και δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ το ότι δεν αντιλήφθηκα καθόλου ούτε τι λέει, ούτε καν σε ποιους απευθύνεται αυτό το βιβλίο. Θα έλεγα πως απευθύνεται μάλλον σε έφηβους και μάλιστα με ιδιαίτερες ευαισθησίες, αλλά βλέποντας τόσο κόσμο, όλων των ηλικιών να μιλάνε εκθειαστικά, μάλλον και εδώ έκανα λάθος. Ο λόγος που δεν μπόρεσα ποτέ να μπω στο κλίμα, πιθανολογώ πως είναι η χρήση του τρίτου προσώπου. Ενώ δηλαδή χρησιμοποιεί έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο γραφής, με πολλές επαναλήψεις των ίδιων λέξεων, τεράστιες προτάσεις και -σε πολλά σημεία- έναν σχεδόν παιδικό τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, για μένα έπρεπε αυτά να ειπωθούν σε πρώτο πρόσωπο. Δεν μου ταιριάζει καθόλου να διαβάζω ένα παντογνώστη αφηγητή που είναι… παιδί! Αυτό το βιβλίο έπρεπε να γραφτεί σε πρώτο πρόσωπο. Θα απογειωνόταν.

 (…) Έπεσε προς τα πίσω, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του στο πάτωμα μα δεν έδωσε σημασία, άκουσε τον πατέρα του να φωνάζει το όνομά του μα δεν έδωσε σημασία, και γύρισε απότομα και μπουσούλησε σαν μωρό, κι αισθάνθηκε ένα χέρι να του αρπάζει τον ώμο μα του ξεγλίστρησε, και κατάφερε να σηκωθεί στα πόδια του, και μπλέχτηκε σ’ ένα τραπεζάκι με φωτογραφίες, και ξεμπλέχτηκε, και ξανασηκώθηκε, κι έκανε δυο βήματα, κι εκείνο το  χέρι πάλι τον έπιασε από τον ώμο, και το απέφυγε ξανά, και τον έπιασε πάλι, και το ξαναπέφυγε, κι έτρεξε στο χολ, και άρπαξε το μπουφάν του από την κρεμάστρα με το ‘να χέρι και τα παπούτσια του με το άλλο, και άνοιξε την πόρτα και χάθηκε έξω στο κρύο, έξω στην πόλη, έξω, έξω, για να τη βρει. (…)

Είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο, μόλις 180 σελίδες και με αραιή γραφή που διαβάζεται πολύ γρήγορα. Δεν μπορώ προσωπικά να το προτείνω σε κανέναν, αλλά διαβάζοντας και ακούγοντας και δικούς μου ανθρώπους να λένε τόσο καλά λόγια, υποχρεούμαι να του βάλω κακή βαθμολογία μεν, αλλά και παράλληλα να σας ζητήσω διαβάζοντας το να με διαψεύσετε.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 5,5/10

 

Το πρόσωπο και το προσωπείο – Χεσούς Δίας

20150910_133945ΞΕΚΙΝΗΣΑ καπάκι στις διακοπές να διαβάζω άλλο ένα αστυνομικό, αλλά μου έπεσε βαρύ. Ευτυχώς μια μέρα πριν, η Αγγελική είχε τελειώσει το δικό της βιβλίο και έτσι άρχισα να διαβάζω αυτό το μικρό διαμαντάκι.

Βρισκόμαστε στην Κούβα, τη δεκαετία του ’90. Ένας σκηνοθέτης γνωστός ως «Η Αρκούδα» ξεκινάει το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας με πέντε πρωταγωνιστές: τον εαυτό του, τη γυναίκα του Οφηλία και τρεις νέους ηθοποιούς, τον Μάριο, τη Μάιρα και την Άννα. Η ιστορία είναι γραμμένη από πέντε οπτικές γωνίες και ξετυλίγεται μέσα από τον κάθε ήρωα, μιας και ανά μερικές σελίδες αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει. Αυτό πιστεύω πως είναι και το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου, γιατί έτσι ο αναγνώστης ζει την ιστορία, την βιώνει και την κατανοεί πλήρως, χωρίς το τέχνασμα του «παντογνώστη αφηγητή».

(…) Ναι, η εικόνα εκείνη ήταν ένα κόσμημα, η ανάμνησή της μου επέτρεψε να καταπιώ την πικρή σκόνη του χαπιού με τη βεβαιότητα ότι αιτία της κακής μου κατάστασης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο φόβος. Για να τον ξορκίσω, απαρίθμησα τους πέντε μου ήρωες και τα αντίστοιχα ρητά τους, σαν να ήταν τα δάχτυλα του χεριού. Η Ίρις, ο δείκτης, διεκδικώ· η Ελένα, ο μέσος, υπερασπίζω· ο Ορέστης, ο παράμεσος, κρύβω· η Λυδία, το μικρό δάχτυλο, ψάχνω· κι ο Φερνάντο, ένας αντίχειρας με τόσο φόβο για το μέλλον ώστε ήταν ικανός να τους καταλάβει όλους, κατανοώ. Ήταν σαν παραμύθι για ενήλικες, κι εγώ τους είχα στο χέρι, στην παλάμη του οποίου, όταν βγήκα από το νοσοκομείο, υπήρχε διάστικτη η λέξη «αμφιβολία». (…)

Εντυπωσιακός ο τρόπος που μπλέκονται οι ζωές την πρωταγωνιστών με τους ήρωες που ενσαρκώνουν -των πρόσωπων με των προσωπείων- είτε για να μπουν στο πετσί του ρόλου, είτε γιατί θα ήθελαν να μοιάζουν με αυτούς ή και -τις περισσότερες φορές- γιατί έχουν όντως κοινά οι ζωές τους, κάποιες τομές οι οποίες τους δίνουν και την ευκαιρία να δώσουν έτσι την ερμηνεία της ζωής τους. Εκτός από το παραπάνω μπλέξιμο, παράλληλα μπλέκονται και οι ζωές των πέντε ηθοποιών, σε σημείο που πλέον όμως διακινδυνεύεται το αν θα ολοκληρωθεί ποτέ η ίδια η ταινία…

(…) Όταν ακούστηκε το χτύπημα της κλακέτας, ξανάρχισα να περπατάω λέγοντας μέσα μου ότι η Ίρις είχε έρθει να ζητήσει τη συνενοχή του Φερνάντο. Μόνο που κατά βάθος θα ζητούσε κάτι περισσότερο, κάτι που ούτε ο Φερνάντο ούτε ο Θεός μπορούσαν να της δώσουν. Ένα άλλοθι, που θα της επέτρεπε να σβήσει το μερίδιο της ευθύνης της για το θάνατο του Ομάρ. Το έψαχνε απ΄τη στιγμή που έμαθε την τραγωδία από το στόμα της Ελένα, κι όταν δεν το βρήκε, έγινε επιθετική απέναντι στον Ορέστη. Εκείνος είχε κρύψει την αλήθεια από τη μητέρα του, είχε ρίξει στη φωτιά τα ρούχα, τα ενθύμια, τις φωτογραφίες του αδερφού του, θαρρείς κι έτσι θα μπορούσε να κάψει και την ανάμνησή του. (…)

Πάρα πολύ ενδιαφέρον και για τους βιβλιόφιλους αλλά και τους κινηματογραφόφιλους. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!

(…) Η Οφηλία έφταιγε για τα νεύρα μου, με είχε ταπεινώσει. Δεν είχε σημασία, τώρα ήμουν αναγκασμένος ν’ ανακτήσω την ηρεμία μου. Θα ‘ρχόταν η στιγμή να μάθει ότι οι τρόποι εκδίκησης σ’ αυτό τον κόσμο είναι τόσοι πολλοί όσοι και τα πλάνα μιας ταινίας. (…)

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10