Ο Δύτης – Μίνως Ευσταθιάδης

ΠΗΓΑ πριν λίγες μέρες στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό και άκουσα τους παρουσιαστές, αλλά και την εκδότρια τού Ευσταθιάδη, να μιλάνε, όχι απλώς με τα καλύτερα λόγια, αλλά να το εκθειάζουν, να μιλάνε για «αριστούργημα». Και θα μου πείτε: Καλά, η παρουσίαση του βιβλίου του ήταν, τι θα έκαναν; Θα το έθαβαν; Δίκιο έχετε. Γι΄αυτό κι εγώ κρατούσα μικρό καλάθι όταν το διάβαζα. Αλλά δε χώρεσαν τα κεράσια τελικά. Γιατί ήταν όντως πολλά. Πάρα πολλά!

Επανέρχομαι όμως στην παρουσίαση του βιβλίου και θα σταθώ σε δύο σημεία που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, όχι για το βιβλίο, αλλά για τον ίδιο τον συγγραφέα ο Θανάσης Τριαρίδης. Έλεγε, έλεγε, έλεγε και δε σταματούσε. Ωραίος, ψηλός, (πρωτ-)αθλητικός, με μια όμορφη οικογένεια, με ωραίο λέγειν και ακόμα πιο ωραίο γράφειν. Δε μπορεί, σκέφτηκα, ένα ψεγάδι θα το έχει αυτός ο Μίνως! Το δεύτερο, ήταν μια κουβέντα της Χίλντας Παπαδημητρίου, ότι στις (μόλις) 243 σελίδες του βιβλίου, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή λέξη, αλλά ούτε και καμία μπορεί να λείψει. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό, το να μην μπορεί να αλλάξει τίποτα, να μη βρίσκει ούτε ένα ψεγάδι, ούτε ένα λάθος/περιττό/υπερβολικό σημείο στίξης σε ένα βιβλίο.

Επιστρέφω στο ίδιο το βιβλίο. Ποια είναι η ιστορία; Ο Ελληνογερμανός ντετέκτιβ Κρις Πάπας που ζει και εργάζεται στο Αμβούργο, καλείται να παρακολουθήσει για 48 ώρες, μια κοπέλα, την Εύα Ντέμπλιγκ. Ο υπερήλικος άντρας που του έδωσε την υπόθεση, δεν του άφησε όνομα, παρά μόνο ένα τηλέφωνο και χίλια ευρώ ως προκαταβολή, μιας και άφησε τον Πάπας να ορίσει αυτός το τελικό ποσό της αμοιβής του. Ο Πάπας ακολουθεί την Ντέμπλιγκ να πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο με έναν πολύ νεαρότερό της άνδρα και μετά από λίγο, στο δωμάτιο πηγαίνει άλλος ένας άνδρας. Η εκκωφαντική μουσική των Rammstein που ακούγεται από το δωμάτιο της «παράξενης» τριάδας, κάνει την παρακολούθηση πλέον αδύνατη. Ο Πάππας αποκοιμιέται και όταν ξυπνάει, συνειδητοποιεί πως η παρακολούθηση του «πήγε περίπατο» – η Ντέμπλιγκ δεν ήταν πλέον στο δωμάτιο. Όταν το επόμενο μεσημέρι η αστυνομία τού χτυπάει την πόρτα για να τον ρωτήσει αν αναγνωρίζει το πτώμα ενός υπερήλικου άνδρα που βρέθηκε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, ο Πάπας αποφασίζει να μην αποκαλύψει πως επρόκειτο για τον πελάτη του. Ζητάει τη βοήθεια του μοναδικού φίλου που έχει στην αστυνομία για να βρει τα ίχνη της Ντέμπλιγκ και όταν αυτός τον ενημερώνει πως η Ντέμπλιγκ εδώ και έναν χρόνο εμφανίζεται ως κάτοικος της Ελλάδας και μάλιστα μόλις πριν λίγες ώρες πήρε μια πτήση με αυτόν τον προορισμό, ο Πάπας παίρνει το αεροπλάνο για να πάει να τη βρει…

(…) – Ψάχνω μια γνωστή μου Γερμανίδα. Την Εύα Ντέμπλιγκ. Μου είπαν πως έχει δικό της σπίτι εδώ.

– Όχι.

– Γύρω στα σαράντα… ξανθιά. Μπορεί βέβαια και να μην την ξέρετε.

– Όλους τους ξέρω. Ίσως να έμεινε κάποτε σε σπίτι αλλουνού, μα δικό της δεν έχει. Το ζευγάρι των Ελληνοαυστραλών, ένας Ελβετός και δύο Γαλλίδες. Ετούτοι είναι όλοι οι ξένοι. Και καμιά δεκαριά Αλβανοί. Να κεράσω ένα τσιπουράκι;

– Όχι… όχι… ευχαριστώ.

– Κάτσε, μωρέ, που πας να φύγεις έτσι στεγνός πρώτη φορά από τα μέρη μας. Το φέρνω και το χτυπάμε στα όρθια.

Δύο λεπτά αργότερα στεκόμαστε με τα ποτήρια στα χέρια και τα ξύλινα κάγκελα της αυλής του ορθώνονται ανάμεσά μας. Πρέπει να τα τρίψει με προσοχή, κάθε τρία χρόνια το κάνει πριν τα βάψει. Όλα τα τρώει η θάλασσα. Όλα. Μου το τονίζει αυτό σαν να πρόκειται για το σημαντικότερο μυστικό που μπορείς να μάθεις σε τούτη τη ζωή. Και ίσως να είναι. (…)

Να πω εξαρχής ότι μού αρέσουν πολύ τα μικρής έκτασης βιβλία, αυτά που είναι μέχρι τις 300 περίπου σελίδες. Τις περισσότερες φορές (εξαιρέσεις υπάρχουν), στα μεγάλα βιβλία, αυτά των 500+ σελίδων, των «αγαπημένων» μας Σκανδιναβών αλλά όχι μόνο, είτε θα καταλήξω να πω ότι θα αφαιρούσα εύκολα 100-150 σελίδες ή θα το μοίραζα σε δύο βιβλία. Η Χίλντα Παπαδημητρίου είχε δίκιο. Δεν μπορείς να τροποποιήσεις το κείμενο, ούτε καν σε σημεία στίξης. Διαβάζω κατά βάση 10-15 σελίδες κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αλλά μετά την 100ή σελίδα του Δύτη, διάβασα έως την 140 με μιαν ανάσα και την επόμενη μέρα διάβασα σερί τις τελευταίες 100 σελίδες. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω, να μη μάθω τι έχει γίνει!

Η Χίλντα είχε δίκιο λοιπόν. Ο Τριαρίδης, όμως, είχε;

Πλησιάζω τον Ευσταθιάδη με το βιβλίο του στο χέρι και του ζητάω να μου το υπογράψει. Όπως το κάνει, του λέω δειλά «Ξέρεις… γράφω κι εγώ αστυνομικά». Με κοιτάζει. «Αντωνιάδης… Δώρος Αντωνιάδης», συνεχίζω, λέγοντας του τ’ όνομά μου σαν να είμαι ο Τζέιμς Μποντ. «Κάπου το έχω ακούσει… Ναι! Κάτι έχω διαβάσει για σένα» μου λέει ο Ευσταθιάδης. Κι εκεί λοιπόν βρήκα το ψεγάδι του: Λέει ψέματα! Και ξέρει να τα λέει και καλά!

Από την άλλη, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, το να λέει καλά ψέματα, μήπως τον κάνει τελικά ακόμα πιο τέλειο; Φτου! Κι ο Τριαρίδης δίκιο είχε… 🙂

Εκδόσεις Ίκαρος. Βαθμολογία: 9/10

Advertisements

Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών – Δημήτρης Μαμαλούκας

ΠΡΩΤΗ φορά διαβάζω βιβλίο του Μαμαλούκα και αναρωτιέμαι (αληθινά αναρωτιέμαι) γιατί άργησα τόσο. Η πρώτη λέξη που μου ήρθε στο νου διαβάζοντάς το, το πρώτο επίθετο για το βιβλίο αυτό, ήταν «γεμάτο». Γεμάτο, πώς το λένε… αυτό που δεν είναι ούτε λίγο, ούτε πολύ, ούτε μισό, ούτε λειψό, ούτε περισσεύει κάτι απέξω. Είναι απλώς… γεμάτο! Και μάλιστα συνεχίζοντας το διάβασμα, εκεί προς το τέλος, σκέφτηκα «να ένα βιβλίο ρε παιδί μου, που δεν έχει κάτι να ζηλέψει». Θες από χαρακτήρες; Από πλοκή; Από περιγραφές; Από ατμόσφαιρά; Από ανατροπές; Από παράλληλες ιστορίες; Τι θες; Ε, ό,τι θες, το έχει.

Ήρωάς μας ο Νικόλα Μιλάνο, έμπορος παλιών βιβλίων και παράλληλα, βοηθός του ερασιτέχνη ντετέκτιβ Γκαμπριέλε Αμπιάτι. Ένα από τα πολλά βράδια, που ο Νικόλα καθόταν σπίτι του φίλου του και του έκανε παρέα, ακούγοντας μουσική τζαζ, τρώγοντας μια μακαρονάδα με λάδι, σκόρδο και καυτερό πιπέρι και συνοδεύοντας την με ένα κόκκινο κρασί, Tommasi Valpolicella, ο Γκαμπριέλε σήκωσε το κινητό του που χτυπούσε χωρίς σταματημό και σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Η Κιάρα Φοντάνα, μια γνωστή του Γκαμπριέλε από τα παλιά χρόνια, τα χρόνια που μάλλον ήθελε να ξεχάσει, ήταν από κάτω και ήθελε να ανέβει να του μιλήσει. Να του πει να αναλάβει να βρει τον γιο της τον Αλεσάντρο, που χάθηκαν τα ίχνη του ξαφνικά, πριν από ενάμιση μήνα…

(…) «Έτσι είναι. Όλο αυτό τον καιρό διάβασα για γονείς, για αδέρφια που παράτησαν τα πάντα, έχασαν τη δουλειά τους, αφού δεν μπορούσαν να ψάχνουν συνεχώς… ή για άλλους που μετακόμισαν κοντά στον τόπο όπου χάθηκε ο άνθρωπός τους , έτσι, για να είναι πιο κοντά, να κρατούν την ελπίδα πιο θερμή.

»Λίγες εβδομάδες αφότου χάθηκε ο Αλεσάντρο, συνειδητοποίησα ότι είχα πάντα αυτή την τρελή αγάπη προς το παιδί μου, κι αυτή η αγάπη ήξερα ότι είναι εύθραυστη… Όχι η αγάπη, αλλά η ύπαρξή του. Τον έβλεπα τόσο ευαίσθητο, τόσο γήινο, τρωτό, έλεγα ότι οποιαδήποτε στιγμή κάτι μπορεί να πάει στραβά κι αυτή η ευτυχία να διαλυθεί σαν κρύσταλλο που γίνεται κομμάτια… Ένα ατύχημα, κυρίως αυτό φοβόμουν· βγαίνει μια νύχτα έξω να διασκεδάσει και δε γυρίζει ζωντανός και το τηλέφωνο να χτυπάει μέσα στη νύχτα, εκείνο το τηλέφωνο που νομίζεις ότι ουρλιάζει κι εσύ να σηκώνεσαι σαν την τρελή για να απαντήσεις και να ακούσεις μια φωνή αόριστη, ξένη, σχεδόν εχθρική, που προσπαθεί να γίνει φιλική και δεν τα καταφέρνει· και πώς να τα καταφέρει όταν κουβαλάει τέτοια νέα; Αυτό φοβόμουν, αλλά τελικά ήρθε ένας άλλος θάνατος, ένας θάνατος που δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο σκληρός, τόσο άγριος».

Τα δάκρυα κυλούσαν γι’ άλλη μια φορά πάνω στο όμορφο πρόσωπό της.

«Να μην έχεις τίποτα, να μην ξέρεις τι έγινε, ποιος τον χτύπησε, αν του έκαναν κάτι και τι. Τι; Τι; Αυτό το “τι” σε σκοτώνει κάθε μέρα, κάθε μέρα». (…)

Ο Γκαμπριέλε φαίνεται αρχικά να διστάζει να αναλάβει την υπόθεση, αλλά τελικά υποκύπτει στην πίεση της Κιάρα και του φίλου του, Νικόλα και αρχίζουν τις έρευνες ξεκινώντας από το διαμέρισμα του Αλεσάντρο στην Μπολόνια και συναντώντας εκεί και τη φίλη του, την Έλενα, η οποία δεν έχει ιδέα για το τι μπορεί να συνέβη στον φίλο της. Η Κιάρα αναφέρει πως τις πρώτες μέρες που χάθηκε ο γιος της, στις έρευνες της τη βοήθησε ένας παλιός της φίλος, ο διάσημος συγγραφέας αστυνομικών, ο Ντίνο Μπατάλια, στον οποίον είχε μεγάλη αδυναμία ο Αλεσάντρο και μάλιστα πήγαινε συχνά σπίτι του και μιλούσαν. Ο Μπατάλια δε, πρόσφατα και μετά από πολύ καιρό απραξίας, είχε εκδώσει το νέο του βιβλίο, «Τα καταραμένα αντίτυπα», ένα βιβλίο στις σελίδες του οποίου διαβάζουμε πως επτά άτομα αγοράζουν αντίστοιχα αντίτυπα ενός βιβλίου και αμέσως μετά, βρίσκονται νεκροί…

Πολλή δουλειά ρε παιδιά πρέπει να έριξε αυτός ο Μαμαλούκας… Λέει εκεί στις ευχαριστίες πως δούλευε το μυθιστόρημα πέντε χρόνια και πραγματικά φαίνεται. Απίστευτη έρευνα! Προφανώς και από τον τίτλο του βιβλίου και μόνο, καταλαβαίνουμε πως η ιστορία σε κάποια στιγμή θα μπλέξει με κάποιον κρυφό πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της γνωστής τρομοκρατικής οργάνωσης που έδρασε στην Ιταλία τη δεκαετία του εβδομήντα. Έχει σχέση η εξαφάνιση του Αλεσάντρο με τον πυρήνα αυτό; Ε, προφανώς και έχει, αλλά τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα διαβάσετε μόνοι σας. 🙂

Σημείωση: Πολύ προσεγμένη έκδοση και επιμέλεια από τον Κέδρο.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 8,5/10

Το μοτίβο του δολοφόνου – Γρηγόρης Αζαριάδης

ΠΗΡΑ μια μπίρα από το ψυγείο. Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου, άναψα τσιγάρο κι άνοιξα το λάπτοπ. Ρούφηξα μια γενναία γουλιά και ξεκίνησα να γράφω:

Ας μην πω άλλα. Δε θέλω να αποκαλύψω τι θα κάνω στη συνέχεια του μοτίβου μου… Όποιος άλλωστε έχει διαβάσει το βιβλίο, είμαι σίγουρος πως η παραπάνω σεκάνς, θα του σηκώνει τις τρίχες στη βάση του σβέρκου, κατ’ ελάχιστον για δύο χιλιοστά :-).

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το βιβλίο, οπότε δε θα σας πω κι εγώ τα ίδια. Θα πω μόνο πως είναι ένα από τα λίγα καθαρόαιμα αστυνομικά που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα, με τόση προσήλωση και πίστη στις αληθινές διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, τόσο που θα έπρεπε να διδάσκεται στη σχολή της αστυνομίας. Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος, ακολουθεί κάτι που στην αρχή δείχνει ως τυχαίος τρόπος για να σκοτώνει τα θύματά του. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό, κανένα στοιχείο, κανένα εύρημα, μάρτυρες αναξιόπιστοι, κοινώς τίποτα που να μπορέσει η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της, να χρησιμοποιήσει ώστε να βρει ένα κίνητρο ή να συνθέσει το προφίλ του δολοφόνου. Κι όμως τελικά υπάρχει ένα μοτίβο… Ένα μοτίβο το οποίο παραπέμπει σε έναν σίριαλ κίλερ που έδρασε πριν πολλά χρόνια στο Ρότερνταμ, τον ελληνικής καταγωγής, Καρλή. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως ο Καρλής είναι εδώ και χρόνια νεκρός!

(…) Τα σημάδια μιας ακόμα δύσκολης νύχτας, με μικρά διαλείμματα ύπνου λαγού, ήταν φανερά στο άγνωστο πρόσωπο που την παρατηρούσε κουρασμένο στον καθρέφτη. Ένιωθε λες κι ο εγκέφαλός της είχε χτυπηθεί για σαράντα δευτερόλεπτα σ’ ένα περίεργο μίξερ, και, μόλις το έβγαλαν από την πρίζα, τε εγκεφαλικά κύτταρα άρχισαν να γλιστράνε για να προσγειωθούν ξανά στη θέση τους μετά την ξαφνική καταιγίδα.

Το βλέμμα του Αλέξανδρου, όταν έσπρωχνε τον φραπέ προς το μέρος της, εξέφραζε παραστατικά την απορία του για το πρώιμο της πρωινής προσέλευσης. Το ρολόι της έδειχνε 06:55. Σύρθηκε μέχρι τις σκάλες και σε δύο λεπτά βούλιαζε σχεδόν εξουθενωμένη στην πολυθρόνα. Σε μισή ώρα, ύστερα από τρία τσιγάρα, άρχισε να βλέπει τα πράγματα λίγο καλύτερα. Έστω και με το ένα μάτι. Βγήκε στον διάδρομο. Δεν υπήρχε ψυχή.

Μόνο ο Σταυρίδης θα ‘χει έρθει, συλλογίστηκε κοιτάζοντας την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του.

Επέστρεψε στο γραφείο. Άνοιξε το λάπτοπ. Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη των στοιχείων της αστυνομίας του Ρότερνταμ. Όσο προχωρούσε, ένιωθε τα παγωμένα χέρια του φόβου να της σφίγγουν σαν τανάλιες τα σωθικά. (…)

Αυτό το βιβλίο μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σε κάτι που θέλω εδώ και καιρό: Το πόσο δύσκολο και πόσο χρονοβόρο είναι το να ολοκληρώσεις τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, το οποίο ο αναγνώστης διαβάζει μέσα σε μερικές ώρες. Ο Αζαριάδης έκανε έρευνα δύο ετών και μίλησε με πάνω από πέντε ειδικούς στον τομέα τους, από πολλές φορές, μόνο και μόνο για να συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελε. Αφήστε την ίδια τη συγγραφή και διόρθωση. Και οι συγγραφείς δεν είναι οι τύποι που βλέπουμε στις ταινίες, που κάθονται σε μια σοφίτα και απλώς γράφουν ολημερίς και ολονυχτίς, με τη γυναίκα τους διακριτικά να τους ρωτάει αν θέλουν κάτι για να φάνε. Έχουν οικογένειες, έχουν υποχρεώσεις που τρέχουν και που σας διαβεβαιώ, για το 99,9% των συγγραφέων, δεν τους τις λύνει η συγγραφή. Οπότε όλος αυτός ο χρόνος από κάπου πρέπει να «κλαπεί». Κι αν θέλει να είναι σωστός κι εντάξει, ο συγγραφέας συνήθως τον κλέβει από τον προσωπικό του χρόνο, από τον χρόνο που θα κοιμόταν, ξεκουραζόταν ή που θα έκανε κάτι άλλο για τον εαυτό του. Αν λοιπόν δείτε σε κάποια παρουσίαση βιβλίου τον Αζαριάδη, χτυπήστε τον απαλά στην πλάτη, κοιτάξτε τον με τα μάτια που μόνο οι γονείς κοιτάζουν τα παιδιά τους και πείτε του ένα «μπράβο». Δε θέλει -νομίζω- κάτι παραπάνω για να είναι ευτυχισμένος (και βεβαίως να συνεχίσει να γράφει).

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 8/10.

Νεκρές ώρες – Βασίλης Δανέλλης

ΕΙΧΑΜΕ συναντηθεί με τον Δανέλλη μαζί πριν από περίπου ενάμιση χρόνο σε μια κουβέντα για την αστυνομική λογοτεχνία στο Ζάππειο και ντρέπομαι που το λέω, αλλά είναι το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω. Αν έχω καταλάβει καλά βέβαια, όλα τα βιβλία του είναι αρκετά διαφορετικά σε ύφος και από μια άποψη ίσως ήταν καλό που άρχισα με αυτό, το οποίο βρήκα εντελώς του γούστου μου.

Ο (αντι)ήρωάς μας είναι ένας εκτελεστής. Ένας εκτελεστής που έχει γεράσει επικίνδυνα. Που μπορεί ακόμη να εκτελεί σε απόλυτο βαθμό τα συμβόλαιά του, αλλά παράλληλα ζει με τον δικό του κώδικα τιμής. Κάθε φορά κι ένας νέος στόχος, ένας νέος νεκρός. Ώσπου μια μέρα βλέπει μια γυναίκα, την οποία δεν μπορεί να βγάλει απ’ το μυαλό του. Κι αυτό δεν είναι καλό για κάποιον που κάνει το δικό του επάγγελμα. Που δεν πρέπει να έχει δεσμούς με κανέναν και τίποτα. Δεσμούς που τον κρατάνε. Δεσμούς που μπορεί κάποιος να τους εκμεταλλευτεί εναντίον του…

(…) Η σκέψη μου, χωρίς να το θέλω, πάει στη γυναίκα που συνάντησα έξω απ’ το κλαμπ. Προσπαθώ να την διώξω. Αντιστέκεται. Με κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο της. Με καλεί κοντά της. Χωρίς λόγια, με το βλέμμα. Προσπαθώ να την αγγίξω. Τα μαλλιά της γίνονται κύματα και με τυλίγουν. Χάνομαι μέσα τους, παλεύω να πάρω ανάσα. Όσο παλεύω, τόσο μπλέκομαι στις μακριές τούφες της. Παραδίνομαι. Τα μαλλιά γίνονται νύχτα. Κλείνω τα μάτια μου. Βυθίζομαι. Νιώθω μια μαλακή επιφάνεια να με τυλίγει. Είναι ο καναπές του άντρα που θα σκοτώσω. Είμαι ξαπλωμένος πάνω του. Γύρω μου έρημος. Ο άνεμος σηκώνει σκόνη, αλλά εμένα δεν μ’ αγγίζει. Την σταματάει ένα αόρατο τζάμι. Τα πάντα είναι θαμπά. Μέσα από την αμμοθύελλα εμφανίζεται πάλι εκείνη. Σκαρφαλώνει πάνω μου. Τα μαλλιά της είναι υγρά, στάζουν θάλασσα. Τα μάτια της είναι κεχριμπάρια, στάζουν μέλι. Τα χείλη της είναι κόκκινα, στάζουν αίμα. (…)

Ο ήρωάς μας δεν έχει όνομα. Κανείς δεν έχει όνομα σε αυτή την ιστορία. Το μόνο που χρειάζεται είναι να προχωρά συνεχώς, σκοτώνοντας κάθε πιόνι στη σκακιέρα που βρίσκεται στον δρόμο του. Σκέφτεται να αποσυρθεί. Όμως… Όμως κάποια στιγμή αρχίζει να βλέπει τη «μεγάλη εικόνα» και καταλαβαίνει πως ακόμη κι αυτός είναι ένα πιόνι. Ένα πιόνι που πρέπει να συνεχίσει να σκοτώνει και να κάνει «Ματ» στον Βασιλιά, προτού ο ίδιος σκοτωθεί. Εκτός αν μπορέσει κάπως και ξεφύγει από όλα αυτά…

(…) Αυτή είναι η δικαιοσύνη. Ένα σκυλί έτοιμο να σ’ αρπάξει απ’ τον λαιμό. Εκτός βέβαια αν τα ‘χεις καλά μαζί του. Το χαϊδεύεις πού και πού, του δίνεις στη ζούλα καμιά λιχουδιά, τ’ αφήνεις να πηδάει το πόδι σου. Τότε, ναι, μπορείς να την εμπιστευτείς. (…)

Το βιβλίο έχει πολλά στοιχεία που δεν τα βρίσκεις συχνά σε ένα βιβλίο και μου άρεσαν πολύ. Καταρχάς είναι μικρό, μόλις 140 σελίδες. Ξέρω, οι πιο πολλοί το βρίσκουν αρνητικό αυτό, αλλά εμένα μου αρέσουν τα μικρά βιβλία, με μια ή το πολύ δύο ιστορίες. Επίσης, δεν αναφέρονται παρά ελάχιστα ονόματα στην ιστορία. Σχεδόν όλοι οι ήρωες αποκαλούνται με κάποιο χαρακτηριστικό τους, ο εκτελεστής, ο καραφλός, ο μουστάκιας, ο εφοπλιστής, ο δικηγόρος κ.ο.κ., οπότε ξεχάστε τις σημειώσεις των σκανδιναβικών ονομάτων που γράφατε σε χαρτάκι δίπλα σας μέχρι σήμερα. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ενεστώτα, με κοφτές προτάσεις και όλο το βιβλίο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος! Απίστευτο, ναι, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένας διάλογος!

Ο Δανέλλης έγραψε ένα σπουδαίο υπαρξιακό νουάρ με έναν αντιήρωα που, στο τέλος, μάλλον θα σας κάνει να τον συμπαθήσετε.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.

Η αφιέρωση – Αντώνης Γκόλτσος

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω βιβλίο Έλληνα συγγραφέα και να με εντυπωσιάσει τόσο ευχάριστα η γλώσσα του. Όταν γράφει κάποιος ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στην απλή, καθημερινή γλώσσα και στην επιτηδευμένη. Συνήθως δε, συμβαίνει το δεύτερο, στην προσπάθεια του συγγραφέα να μην κατηγορηθεί ότι δεν ξέρει να γράφει λογοτεχνία. Πρέπει όμως να βρει τη χρυσή τομή, να είναι απλός αλλά όχι απλοϊκός και από την άλλη να μην παρασυρθεί, να μη γίνει φιγουρατζής και να αραδιάσει απλόχερα τα άπειρα συνώνυμα, τα δυσεύρετα επιρρήματα και τα δυσνόητα επίθετα που μας χάρισε η γλώσσα μας. Ίσως η λύση είναι το να είσαι αυθεντικός και νομίζω πως -από το λίγο που τον ξέρω- ο Γκόλτσος γράφει όσο όμορφα κι ευγενικά μιλάει.

Ήρωάς μας ο Αλκιβιάδης Πικρός, τριανταπεντάρης συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο οποίος ανακαλύπτει σε ένα βιβλίο ποίησης του πατέρα του, Πύρρου, μια αφιέρωση από κάποιαν Μάιρα Καλάρη. Ο Αλκιβιάδης έχει χάσει τη μητέρα του, Φιλιώ, μόλις λίγους μήνες μετά τη γέννησή του ενώ, εννιά χρόνια μετά, χάνει και τον πατέρα του σε αυτοκινητικό, οπότε βλέπει την αναζήτηση της Καλάρη ως μια ευκαιρία να μάθει περισσότερα για την ιστορία της οικογένειάς του, μιας και ο θείος του Αλκιβιάδη, ο Αλέξανδρος, αδελφός του πατέρα του που ανέλαβε να τον μεγαλώσει μετά τον χαμό του Πύρρου, για κάποιο λόγο αποφεύγει να του πει όλα όσα έγιναν περίπου τριανταπέντε χρόνια πριν, όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε από κάποιον κοντά στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Κάποιον ο οποίος είχε πριν λίγο καιρό σκοτώσει άλλες δύο γυναίκες… Σύμμαχος του Αλκιβιάδη στην αναζήτηση της αλήθειας, η κοπέλα του, Δήμητρα, φοιτήτρια που σπουδάζει στο Παρίσι…

(…) Η φωνή της ακούστηκε απροσδόκητα κουρασμένη. Τον έψαχνε, λέει, στο τηλέφωνο, το κινητό του συνεχώς κλειστό. Ανησύχησε. Δεν ήξερε κάποιον να τον ξέρει, ποτέ δεν έκανε τόσες μέρες να της μιλήσει, «νόμιζα ότι τέλειωσε», ότι αυτό ήταν όλο, ότι ήταν γραμμένο να κρατήσει έναν χρόνο ακριβώς και πως «αν το ήξερα, θα φρόντιζα να το ζήσω όπως το ζουν αυτοί που ξέρουν ότι δεν υπάρχει αύριο» -λες και το ζούσε διαφορετικά- και πως «αν σκέφτεσαι να συνεχίσεις να μου συμπεριφέρεσαι έτσι, να ξέρεις ότι αυτό δεν θα περάσει εύκολα και ότι δεν θα σε σώσει η απόσταση» -ο τόνος εδώ να αρχίσει να ανεβαίνει- και ότι θα πήδαγε στο πρώτο αεροπλάνο και ότι θα έτρεχε να τον βρει στην Αθήνα ή «στο όποιο κωλομέρος θα βρισκόσουν» και ότι θα τον έβαζε να της διαβάσει «ό,τι νομίζεις ότι γράφεις» (έτσι, επί λέξει) και «για να κρίνω εγώ» πώς αυτός πέρναγε τα βράδια του και αν αυτά που έγραφε άξιζαν τη σιωπή του και την απόσταση -ο τόνος εδώ να αρχίσει να πέφτει- και ότι «με ξέχασες» και ότι «το Παρίσι είναι πάντα εδώ» και ότι «σε περιμένω να με δεις στο φως του βορρά», όπως της είχε υποσχεθεί, και γιατί «εγώ, στα είκοσί μου, έχω μπέσα» και ότι κακώς εκείνη εξελάμβανε -ναι, «εξελάμβανε», έτσι με την εσωτερική αύξηση- τα υπονοούμενά του για υποσχέσεις και τις υποσχέσεις του για όρκο, κι εκείνος να ψελλίζει δικαιολογίες που ο ίδιος ήθελε, εξηγήσεις, και να ανανεώνει την υπόσχεσή του για το ταξίδι του Παρισιού, για να του ψιθυρίσει τότε εκείνη -αλήθεια, πώς μπορεί να ακούγεται κάποιος τόσο δραματικός- τα λόγια της Εσκενάζυ «…αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ, τα παραμύθια σου τ’ ανθίστηκα πια τώρα. Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα», και για να κλείσει εκείνη τη γραμμή απότομα, κι αυτός να ακουμπήσει αφηρημένα το κινητό του στο τραπέζι, υπέρβαρος, ναι, ήταν βέβαιος, από το βάρος των τύψεων. (…)

Έτσι. Με μιαν ανάσα. Ένας χείμαρρος χωρίς τελείες, ώστε τελειώνοντας την παράγραφο να νιώθεις κι εσύ ερωτευμένος, όσο αυτοί.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8,5/10

Γκόλεμ – Πιέρ Ασουλίν

ΤΟ πήρα στα χέρια μου νομίζοντας πως θα διαβάσω άλλο ένα αστυνομικό. Οκέι, λίγο ιδιαίτερο, που δε θα βάδιζε ίσως στα γνωστά σκανδιναβικά ή αμερικάνικα μονοπάτια, πάντως αστυνομικό. Τελειώνοντάς το, έχω δίλημμα.

Ο Γκυστάβ Μεγέρ, είναι ένας διεθνής γκραν μέτρ στο σκάκι, με εξαιρετική μνήμη, η οποία βελτιώθηκε σε απίστευτο βαθμό όταν υποβλήθηκε σε μια χειρουργική επέμβαση για να θεραπεύσει την επιληψία του και κατά τη διάρκειά της -εν αγνοία του- του εμφυτεύθηκε ένα ηλεκτρόδιο στον εγκέφαλο. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο όπου είχε πάει να δει τον γιατρό και παιδικό του φίλο, Κλαπμάν, για να του πει πως εξακολουθεί να υποφέρει, τον πλησιάζουν δύο αστυνομικοί για να τον πάνε για ανάκριση και τον βάζουν μαζί τους στο αυτοκίνητο. Καταλαβαίνει πως τον θεωρούν ύποπτο για τον θάνατο της γυναίκας του σε αυτοκινητικό δυστύχημα πριν από λίγες μέρες και σε μια στιγμή πανικού, ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου, προκαλώντας ένα τρακάρισμα με διερχόμενη μοτοσυκλέτα, γεγονός που του δίνει όμως τη δυνατότητα να εξαφανιστεί…

(…) – Σέρτζιο, θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε στην Τουρ Μπλανς… Συμφωνήσαμε πολύ γρήγορα στον ορισμό για τη φιλία…

– Δύο μοναχικοί μαζί;

– Όχι μόνο.

– Νά ΄το, το θυμάμαι: φίλος είναι κάποιος που μπορούμε να του τηλεφωνήσουμε τα μεσάνυχτα για να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να μεταφέρουμε ένα πτώμα και δεν κάνει ερωτήσεις.

Τον ορισμό ακολούθησε μια κίνηση του κεφαλιού, που τον καθησύχασε, κι ένα μακρύ κενό που τον ανησύχησε.

– Ένα πτώμα;

– Χαρτιά. Χρειάζομαι χαρτιά. (…)

Τέλειος ορισμός για τη φιλία ο παραπάνω, δε συμφωνείτε; Έχουμε ξεκάθαρα ένα αστυνομικό, θα σκέφτεστε με βάση όλα τα παραπάνω. Ε λοιπόν, ενώ ξεκινάει έτσι, στην πορεία ο ήρωας εσκεμμένα χάνεται σε φιλοσοφικές αναζητήσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι, τη Βαρσοβία, για να καταλήξει στην Πράγα, πόλη όπου έζησε το μυθικό Γκόλεμ, το τέρας στο οποίο είναι πλέον σίγουρος ότι έχει μεταμορφωθεί και ο ίδιος. Στο κατόπι του βρίσκεται η Έμμα, η κόρη του, καθώς και η Νίνα, η αστυνομικός που τον ψάχνει. Και μέσα σε όλα, κάθε μέρα ένα νέο άρθρο δημοσιεύεται στο μπλογκ της πεθαμένης γυναίκας του Μεγέρ, άρθρα που όλα τους συζητούν το κατά πόσο βαδίζει η ανθρωπότητα στον σωστό δρόμο, τον δρόμο του ουμανισμού του μέλλοντος, του τρανς, του μέτα ή ακόμα και του μέτα-μεταουμανισμού!

Όπως καταλάβατε, δεν είναι καθόλου ένα τυπικό αστυνομικό. Έχει τον κορμό, τη βάση για μια αστυνομική ιστορία, αλλά έχει πολύ βαθύτερα νοήματα, και καταπιάνεται με τόσα ζητήματα ώστε καταλήγεις να μη σε ενδιαφέρει και τόσο το να μάθεις «ποιος το έκανε». Αρχίζει ως αστυνομικό, τελειώνει ως αστυνομικό, αλλά στο ενδιάμεσο γίνεται ένα ιστορικοπολιτικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διαβάστε το μόνο αν έχετε την όρεξη να ξεφύγετε από τα συνηθισμένα.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10.

Τα βατράχια – Δημήτρης Σίμος

Απλό.

Αν κάποιος μου έλεγε:

«Ξέρεις, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Μάρκαρη και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που γράφει και ειδικά ο Χαρίτος…»

Θα τον διέκοπτα και θα του έλεγα:

«Διάβασε Σίμο. Διάβασε τα βατράχια…»

Αυτός ίσως προσπαθούσε μετά να μου πει:

«Μα δε θέλω να διαβάσω κάποιον άλλ-»

Και εγώ θα συνέχιζα:

«Διάβασε τα βατράχια…»

Και αυτός:

«Δεν κατάλαβ-»

Κι εγώ:

«Ρε, πάρε να διαβάσεις τα βατράχια λέμε!»

Ήρωας μας ο Χρήστος Καπετάνος, ο οποίος μετά από «αρχειοθέτηση» έξι μηνών, επαναφέρεται στην ενεργό δράση για να ερευνήσει τον θάνατο μιας δεκατετράχρονης μαθήτριας, της Ευθυμίας Ραφτοπούλου. Τη σορό της βρήκε ένας ψαράς στα νερά του Ευβοϊκού και ο Καπετάνος, μαζί με τον βοηθό και φίλο του, Ορέστη, πάνε να τον συναντήσουν. Παράλληλα, μεταφερόμαστε στο Αλιβέρι περίπου εικοσιπέντε χρόνια πριν, όπου δύο αδέλφια από διαφορετικούς γονείς, ενώ στην αρχή δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους, στην πορεία, μια τραγική στιγμή φαίνεται ικανή για να τους ενώσει για πάντα…

Από τις πρώτες σελίδες το ένιωσα. Επιτέλους! Κρατάω στα χέρια μου κάποιον που γράφει ιστορίες σαν τον αγαπημένο μου Μάρκαρη! Δεν ξέρω αν αυτό αρέσει στον Σίμο ή –στον αντίποδα- αν θα θεωρηθεί ιεροσυλία από τους φανατικούς του Μάρκαρη, πάντως εγώ έτσι ένιωσα και δεν απογοητεύτηκα ούτε στιγμή. Ο Σίμος, γράφοντας σε α’ πρόσωπο, αόριστο, με κοφτές προτάσεις στο παρόν και σε γ’ πρόσωπο, αόριστο, με μεγαλύτερες προτάσεις στο παρελθόν, ισορροπεί την αφήγηση, δίνοντας πότε έμφαση στη δράση και πότε στην ατμόσφαιρα. Τέλος, οι παράλληλες ιστορίες είναι μόνο δύο, μια μεγαλύτερη και μια μικρότερη, αριθμός –για μένα- ιδανικός στο να μη χαθεί και αποπροσανατολιστεί ο αναγνώστης.

Έχω μονάχα δύο πολύ μικρά θεματάκια, που δεν ξέρω αν είναι επιμέλειας ή άποψης: α) Ένα «ν» που μου λείπει στο οριστικό άρθρο «τον», όταν π.χ. γράφει «Κάτι δεν πάει καλά με το Ραφτόπουλο». Διαβάστε την πρόταση αυτή σε κάποιον. Δε θα είναι σίγουρος ότι μιλάς για τον Ραφτόπουλο ή για το παιδί του ράφτη. Και β) Μια αλλαγή στο στυλ γραφής, στο κεφάλαιο της σελίδας 272, για την οποία δε θέλω να πω κάτι παραπάνω εδώ, μην τυχόν και είναι σπόιλερ. Και για τα δυο νομίζω (ελπίζω!) πως θα ρωτήσω και θα μάθω από τον ίδιο τον Σίμο, στην παρουσίαση του βιβλίου του σε τρεις μέρες.

Παίρνει ψηλή βαθμολογία, γιατί έχει το μέγεθος που μου ταιριάζει (περί τις τριακόσιες σελίδες) και γιατί επιτέλους η γλώσσα του είναι αυτή που μου αρέσει: σωστή, απλή, χωρίς φιοριτούρες και με την πρέπουσα αλλαγή στο στυλ και τις ατάκες, αναλόγως του χαρακτήρα που μιλάει.

Σημείωση 1: Ναι, είμαι από αυτούς τους “ενοχλητικούς”, που άμα βαριούνται κάπου, βγάζουν ένα βιβλίο να διαβάσουν, εξού και η φωτογραφία από αγώνα…

Σημείωση 2: Όπως σε έναν γάμο, ποτέ μια κοπέλα δεν πρέπει να φορέσει ένα φόρεμα που να μοιάζει έστω και λίγο με νυφικό, γιατί η νύφη είναι μόνο μία, είναι a priori η πιο όμορφη και απαγορεύεται να τραβήξει τα φλας της δημοσιότητας οποιαδήποτε άλλη, έτσι κι εγώ δε θα μιλήσω καθόλου για τα τρία διηγήματα στο τέλος του βιβλίου. Σήμερα μιλάμε για τα βατράχια… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 8/10

 

 

Οι γυναίκες στην παραλία – Τούβε Άλστερνταλ

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει, αλλά όσον αφορά στην τέχνη, είτε αυτό είναι ένα τραγούδι, μια κινηματογραφική ταινία, ένας πίνακας που θα δω σε ένα μουσείο ή – στην περίπτωσή μας- ένα βιβλίο που θα πέσει στα χέρια μου, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, μπορώ να (του το) αναγνωρίσω και να πω πως είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Νομίζω πως κάτι παρόμοιο ένιωσα διαβάζοντας την ιστορία της Άλστερνταλ, η οποία έκανε το ντεμπούτο της στη αστυνομική συγγραφή με αυτήν, ενώ πριν εργαζόταν ως επιμελήτρια βιβλίων. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλοδουλεμένο βιβλίο και δε με απογοήτευσε. Μπορώ ψειρίζοντάς το να βρω ψεγάδια, όπως π.χ. ότι το βρήκα φλύαρο σε ελάχιστα σημεία, ή ότι σε κάποιες στιγμές εστίαζε περισσότερο σε περιγραφές παρά στην πλοκή (προσωπικά γούστα είναι αυτά) ή ότι θα περίμενα, ιδιαίτερα από σκανδιναβικό, να έχει πιο πολλή αγωνία, ειδικότερα αφού διάβασα στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται περί ενός συναρπαστικού θρίλερ με αναπάντεχη (!) εξέλιξη… Αλλά, τέλος πάντων, δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ηρωίδα μας η Αλίνα Κόρνγουολ, Αμερικανίδα σκηνογράφος η οποία ταξιδεύει στο Παρίσι αναζητώντας τον άνδρα της Πάτρικ, έναν δημοσιογράφο που ερευνά το θέμα τράφικινγκ και προσφύγων, ο οποίος έχει αρκετές μέρες να της τηλεφωνήσει ενώ κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται… Φτάνοντας στο ξενοδοχείο του, υποδύεται τη συνάδελφό του άντρα της, πιστεύοντας πως κρύβοντας την αληθινή της ιδιότητα, θα μπορέσει να φτάσει γρηγορότερα στην αλήθεια. Κάνει όμως λάθος…

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά δομημένο. Οι χαρακτήρες -ειδικά αυτός της Αλίνας- είναι πολυδιάστατοι και συνεπώς ρεαλιστικοί. Η γραφή της Άλστερνταλ (και η μετάφραση μαζί) πατάει γερά πάνω σε όλους τους κανόνες συγγραφής, από την αρχή έως το τέλος, χωρίς υπερβολές, ενώ η έρευνά της για την εκμετάλλευση των προσφύγων, δεν έχει ίχνος επίδειξης γνώσης, αλλά μοναδικό σκοπό έχει να υποστηρίξει σοφά τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έτσι τις δυο ίσως πιο γνωστές παιδικές ασθένειες που βρίσκουμε συχνά στα πρωτόλια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων.

(…) Το παραπονιάρικο τραγούδι δυνάμωνε και χαμήλωνε σε ένταση, σαν κύμα ανάμεσα στα σπίτια, μια γυναικεία φωνή που έσκαγε πάνω μας σαν μελανιασμένη θλίψη καθώς έπεφτε το σκοτάδι.
«Άκου» είπε. «Είναι η μουσική της νύχτας. Φάντο τα λένε. Τραγουδάνε για όλα όσα έχουν χάσει».
Κούνησε το χέρι της ακολουθώντας τη μελωδία, νότες σε ελάσσονα κλίμακα που μπερδεύονταν μεταξύ τους. (…)

Διαβάστε το. Ειδικά στις γυναίκες, νομίζω θα αρέσει ένα «τσικ» παραπάνω.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7,5/10

Οι ψιθυριστές – Τζον Κόνολι

Διαβάζω καθημερινά, αλλά ο χρόνος που διαβάζω όλο και συρρικνώνεται, και μαζί ακολουθούν οι ανοχές και αντοχές μου. Η απορία μου όμως είναι διαχρονική: Πώς γίνεται βιβλία που εκθειάζονται από daily mail, guardian, the times, ακόμα και από συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς, εμένα να με αφήνουν αδιάφορο;

Η ιστορία: Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Τσάρλι Πάρκερ, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια αυτοκτονία ενός βετεράνου στρατιωτικού και οδηγείται έτσι σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου από ομάδα πρώην στρατιωτικών, όπου το φορτίο που διακινούν φαίνεται να είναι πολύ πιο μεγάλο και τρομαχτικό απ’ όσο πίστευαν στην αρχή. Ο Πάρκερ βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά αυτοκτονιών μέσα στην ομάδα και καταλαβαίνει πως το φορτίο αυτό, εκτός της ανυπολόγιστης αξίας του, είναι και θανατηφόρο…

Ναι, ο Κόνολι ξέρει να γράφει, αλλά το ξέχασα πριν καν τελειώσω την τελευταία σελίδα, η ανατροπή του με βρήκε να χασμουριέμαι και τον επίλογο δε θυμάμαι καν αν τον διάβασα. Ίσως φταίει το γεγονός πως η όλη αυτή η πώρωση των Αμερικανών με τον στρατό, το Βιετνάμ, το Ιράκ 1, το Ιράκ 2 και τις ενοχές τους ή μη, πλέον δε με ελκύει. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Μου φαίνεται όμως πως το επόμενο θα είναι κανένα σκανδιναβικό, να ισιώσω…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5,5

Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10