Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10

 

Advertisements

Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

Το Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου – Γκαστόν Λερού

kitrino domatioΕΙΧΑ διαβάσει αρκετά για το συγκεκριμένο βιβλίο. Άλλωστε ο Λερού έγραψε και το περιβόητο Φάντασμα της Όπερας, οπότε περίμενα πολλά. Ίσως τελικά, πάρα πολλά 😉

Ο καθηγητής Στάνγκερσον και η κόρη του είχαν μόλις ολοκληρώσει μια δύσκολη μέρα επιστημονικών πειραμάτων στον τομέα της Ραδιολογίας, γύρω από τη θεωρία του καθηγητή για τη Διάσπαση της Ύλης, μια θεωρία που θα γκρέμιζε τα θεμέλια της κρατούσας επιστήμης. Η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της όταν ξαφνικά άρχισαν να ακούγονται από μέσα κραυγές, ήχοι πάλης και πυροβολισμοί. Η πόρτα του δωματίου της ήταν κλειδωμένη και έτσι ο πατέρας της και ένας υπηρέτης δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Όταν με πολύ κόπο τελικά τα κατάφεραν, βρήκαν την κόρη του καθηγητή πεσμένη στο πάτωμα σοβαρά τραυματισμένη. Κανείς άλλος δεν ήταν στο δωμάτιο, καμία άλλη έξοδος δεν υπήρχε και το μόνο παράθυρο του δωματίου ήταν ασφαλισμένο από μέσα.

Το βιβλίο ξεκινάει με τον Σενκλέρ ένα νεαρό δικηγόρο, ο οποίος με αφορμή την επίλυση του μυστηρίου του κίτρινου δωματίου, αποφασίζει να μας μιλήσει για τον φίλο του, Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, έναν δημοσιογράφο μόλις δεκαοκτώ χρονών, ο οποίος και έλυσε τον γρίφο. Η εξιστόρηση ουσιαστικά ξεκινά από τη μέρα που ο Ρουλεταμπίλ μπαίνει στο δωμάτιο του Σενκλέρ με την εφημερίδα που έγραφε για το έγκλημα στα χέρια και του ζήτησε να πάνε μαζί στο Σατό ντι Γκλαντιέ, στον Πύργο του καθηγητή Στάνγκερσον, να δουν από κοντά το Κίτρινο Δωμάτιο…

(…) «Πρέπει να κάνουμε μια βόλτα», είπε ο Ρουλεταμπίλ, «για να καταλάβεις καλύτερα τι συνέβη. Πιστεύω πως έχω ανακαλύψει αυτό που όλοι ψάχνουν: τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης δραπέτευσε από το Κίτρινο Δωμάτιο  δίχως συνεργό και δίχως τη βοήθεια της δεσποινίδας Στάγκερσον. Όσο όμως δεν είμαι βέβαιος για την ταυτότητα του επίδοξου δολοφόνου, δεν μπορώ να αποκαλύψω τη θεωρία που επεξεργάζομαι. Μπορώ μονάχα να πω ότι πιστεύω ότι είναι και σωστή και αρκετά απλή… Όσο  για το τι ακριβώς συνέβη σε αυτό το μέρος πριν από τρεις νύχτες, όπως προείπα, οφείλω να τονίσω καταρχάς ότι με απασχολούσε επί ένα μερόνυχτο. Ξεπερνά κάθε φαντασία. Και η θεωρία στην οποία κατέληξα για το περιστατικό είναι τόσο παράλογη, που θα προτιμούσα το γεγονός να μείνει ανεξήγητο». (…)

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, απλώς το βρήκα ελαφρώς ξεπερασμένο, όπως μου συνέβηκε και πρόσφατα όταν πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι. Δύσκολα μπορεί -πλέον- να σταθεί ως βιβλίο αναφοράς.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6/10

 

Η Μαργαρίτα και τα Ηλιοτρόπια – Μιχαέλα Αντωνίου

margaritaΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ το βιβλίο στο χέρια μου και κοιτάζοντας το εξώφυλλο, τον τίτλο αλλά και το οπισθόφυλλο, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως πρόκειται για ένα γυναικείο-ρομαντικό βιβλίο που δεν θα καταφέρω να διαβάσω ως το τέλος. Οι πρώτες σελίδες μού έκαναν ξεκάθαρο το γεγονός πως είχα κάνει λάθος.

Ηρωίδα μας η Μαργαρίτα, ζωγράφος που ζει στην Αγγλία και αποφασίζει ξαφνικά (!) να τα εγκαταλείψει όλα και να επιστρέψει στο χωρίο της στη Ορεινή Κορινθία, στο σπίτι της μάνας της, Ποθούλας, της μιας αδελφής της, Έλενας και της γιαγιάς της, Μάντως. Ο λόγος της επιστροφής της στα πάτρια εδάφη δεν είναι κάποια ξαφνική νοσταλγία, αλλά το γεγονός ότι την κυνηγά ο Σεργκέι, ένας περιβόητος Ρώσος μαφιόζος, για να του δώσει πίσω κάτι που του ανήκει…

(…) Άνοιξα αθόρυβα την καγκελόπορτα. Πλησίασα γοργά την ξύλινη σκάλα. Έτριξε στο πρώτο μου πάτημα. Κι εγώ, νιώθοντας ότι έπρεπε να είμαι αθόρυβη, προσπάθησα όσο μπορούσα να μειώσω το τρίξιμό της. Σ’ αυτή μου την προσπάθεια, παρασυρμένη από τις υποδείξεις της λογοτεχνικής μου παιδείας, που πάντα αυτό πρότεινε όταν ένας ήρωας σκόπευε να περάσει απαρατήρητος, περπάτησα στις μύτες των ποδιών μου. Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά αυτό το άτσαλο ελαφροπάτημα ενός κορμιού ασυνήθιστου σε τέτοια αλλόκοτη ισορροπία είναι που μας οδηγεί να προκαλούμε περισσότερο θόρυβο. Ενώ, ταυτόχρονα, η ηλίθια σωματική μας κίνηση προσελκύει την περιέργεια οποιουδήποτε τύχει να μας πάρει το μάτι του να πηγαίνουμε σαν  τις ανάπηρες πάπιες, οδηγώντας στο ακριβώς αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.  (…)

Η γιαγιά Μάντω μόλις βλέπει την εγγονή της της λέει κοφτά πως στο χωριό μόλις έχει πεθάνει η Αργυρώ, γειτόνισσα και μάνα του Αργύρη του ζαβού του χωριού, που είναι φίλος με την Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα παρακολουθώντας τον κόσμο να συρρέει για την κηδεία, παρατηρεί να βγαίνει από το σπιτάκι στον κήπο ένας ελκυστικός ξένος. Μαθαίνει πως τον λένε Στέφανο και είναι συγγραφέας που έψαχνε να βρει το ησυχαστήριο του για να γράψει. Η γιαγιά της Μαργαρίτας του νοίκιασε το σπιτάκι εδώ και κάποιους μήνες. Στο σπίτι φτάνει απροειδοποίητα και η τρίτη αδελφή, η Κλέλια και οι πρώτες μέρες στο χωριό περνάνε ανέμελα. Μέχρι που μια μέρα, γυρνώντας η Μαργαρίτα στο σπίτι, της λέει η μάνα της πως την περιμένει στο σαλόνι εδώ και ώρα ένας φίλος της από τη Ρωσία, ο Ντιμίτρι! Ο Ντιμίτρι της δίνει διορία μέχρι το επόμενο πρωί για να του παραδώσει έναν πίνακα που έπρεπε να δώσει στον Σεργκέι, ένα πιστό αντίγραφο από τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ. Όταν όμως η Μαργαρίτα πηγαίνει ξημερώματα στον ξενώνα όπου έμενε ο Ντιμίτρι, τον βρίσκει νεκρό…

(…) Με γρήγορες κινήσεις τον έβαλε στη θέση του. Έπιασε με δύναμη το μπράτσο μου. Έβγαλε το κινητό του. Μίλησε βιαστικά στα ρώσικα. Δεν κατάλαβα τι είπε. Βγήκαμε στην αυλή. Τη διασχίσαμε με γρήγορα βήματα. Βγήκαμε στον δρόμο. Απεγνωσμένα κοιτούσα δεξιά αριστερά. Το κέρατο μου για χωριό, σκέφτηκα, όταν χρειάζεσαι κάποιον δεν τον βρίσκεις πουθενά. Μόνο όταν προσπαθούσαμε να ξεμοναχιαστούμε με τον Μπάμπη δεν τα καταφέρναμε ποτέ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να κριτικάρω το άτοπο και ανόητο του συνειρμού μου τη στιγμή που κινδύνευε η ζωή μου. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένα άντρας. Μου τύλιξε με ένα πανί το πρόσωπο. Με έσυρε στο πορτμπαγκάζ. Την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου με πέταγε μέσα, ενώ σκεφτόμουν: Όχι, πάλι, ρε γαμώτο. Όχι, πάλι. (…)

Το βιβλίο είναι γραμμένο στο α’ πρόσωπο, πράγμα που βοηθάει στη γρήγορη πλοκή. Είναι καλογραμμένο και έχει όλα τα συστατικά που χρειάζονται για να γράψεις ένα αστυνομικό: έγκλημα, κίνητρο, αγωνία, κυνηγητό, ήρωες με κρυφή/διπλή ζωή, αναζήτηση δολοφόνου και βεβαίως ανατροπές. Θα έλεγα πως είναι δοσμένο όμως με αρκετό χιούμορ καθώς και ρομαντισμό, οπότε σίγουρα δεν απευθύνεται μόνο στο κοινό που διαβάζει αστυνομικά και -στον αντίποδα- ίσως δεν «κάνει» για τους σκληροπυρηνικούς των αστυνομικών, που έχουν συνηθίσει στις πιο σκληρές και σκοτεινές ιστορίες των σκανδιναβών συγγραφέων.

Εκδόσεις Mamaya. Βαθμολογία: 6,5/10

Το Κάστρο – Βαγγέλης Γιαννίσης

to_kastroΠΡΙΝ λίγες μέρες έγινε η κεντρική παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Γιαννίση, όπου είχα τη χαρά να γνωρίσω επιτέλους τον συγγραφέα από κοντά, μιας και μέχρι τότε είχαμε μόνο ανταλλάξει μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πήρα το βιβλίο, αλλά δεν ξεκίνησα να το διαβάζω, μέχρις ότου ένα απόγευμα λαμβάνω ένα μήνυμα από τον Γιαννίση πως θέλει να μιλήσω για το βιβλίο του σε μια ερχόμενη παρουσίαση. Αγχώθηκα. Δεν το είχα ξανακάνει και σίγουρα υπήρχε μια πρόκληση. Αλλά η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν το αν το βιβλίο θα είναι όντως καλό, γιατί αν όχι, δε θα μπορούσα να πω καλά λόγια. Του απαντώ να μου δώσει μια μέρα χρόνο να το σκεφτώ. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να σκεφτώ. Να προλάβω να διαβάσω ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ήθελα. Έκατσα λοιπόν το βράδυ να το διαβάσω και τελικά… ζήλεψα. Το επόμενο πρωί του απάντησα με σιγουριά: “Let’s do it!”

(…) Δεν θα πονέσει.

Η αναπνοή του σταμάτησε και η καρδιά του φρέναρε απότομα. Θεέ μου, τι ηρεμία… Κάποιος που πίστευε σε παράξενα φαινόμενα ίσως έλεγε ότι ο χρόνος στον περιορισμένο χώρο του δωματίου είχε σταματήσει. Suspended animation. Η ζωή είχε σταματήσει σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν από τον θάνατό του και θα έμενε έτσι παγωμένη αιώνια. Δεν θα ζούσε, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Αισθάνθηκε την ανάγκη να χαμογελάσει, να πανηγυρίσει γι’ αυτή την ελάχιστη νίκη του, αλλά φοβήθηκε ότι, αν κινηθεί, όλα θα τεθούν ξανά σε λειτουργία.

Δεν θα πονέσει.

Η επαφή της καυτής κάννης με το δέρμα του μετώπου του έκανε τον χρόνο να επιστρέψει στην κανονική ροή του. Σε μια τελευταία στιγμή καθαρής σκέψης, αναρωτήθηκε αν θα καταφέρει να ακούσει τον ήχο του πυροβολισμού, αν η ταχύτητα του ήχου είναι γρηγορότερη από τον θάνατο, και ίσως, εάν είχε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου παραπάνω, να μπορούσε να διακρίνει αν  ο ήχος που άκουσε ήταν ο πυροβολισμός ή κάποιο μηχανάκι που περνούσε απέξω.  Ωστόσο ο χρόνος του είχε  τελειώσει. (…)

Πάμε να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο. Καταρχάς αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Μίσος, τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να το κάνει. Το Κάστρο είναι η συνέχεια, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας που γράφει ο Γιαννίσης και θα άξιζε να έχετε διαβάσει το πρώτο. Τα καλό της υπόθεσης είναι πως δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε αυτό. Δηλαδή κι εγώ που ξέχασα εντελώς την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου με το Κάστρο. Γενική αίσθηση είναι πως αν και μου άρεσε πολύ το Μίσος, το Κάστρο το βάζω ένα σκαλί πιο πάνω. Στο θέμα των χαρακτήρων έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Ενώ πριν δηλαδή, τον Άντερς –τον κεντρικό ήρωα και επιθεωρητή της αστυνομίας- τον γούσταρα σαν χαρακτήρα, σε αυτό το βιβλίο αυτόματα ταυτίστηκα, μπήκα πιο πολύ στο πετσί του. Και οι ιστορίες όμως είναι πιο δεμένες και δεν είναι οι πολλές μικρές που θα μπορούσαν να σε αποπροσανατολίσουν. Υπάρχει η κεντρική ιστορία, αυτή που διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο δηλαδή, κάποιου που μπήκε σε ένα εμπορικό και σκότωσε εφτά άτομα και μετά από λίγες μέρες αυτοκτόνησε, αλλά και μια δεύτερη ιστορία, των εσωτερικών υποθέσεων διαφθοράς της αστυνομίας, η οποία δεν υστερεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος. Συνεχώς πάμε από τη μία ιστορία στην άλλη και βεβαίως στο τέλος ανακαλύπτουμε πώς συνδέονται.

(…) Σε μια επικίνδυνη κατάσταση, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ένας: ο χρόνος. Η εμπειρία του Άντερς τον δίδασκε πως στις περισσότερες περιπτώσεις τα περιθώρια σωτηρίας κυμαίνονται από πέντε μέχρι δέκα δευτερόλεπτα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει μέσα σε αυτό το διάστημα να επεξεργαστεί τα δεδομένα που παίρνει από τις πέντε αισθήσεις του και να δώσει τις κατάλληλες εντολές στους μυς, προκειμένου το σώμα να εκτελέσει τις κινήσεις που θα του επιτρέψουν να βγει από τη δύσκολη θέση. Αν ο χρόνος αντίδρασης είναι λιγότερος από τέσσερα δευτερόλεπτα, υπάρχει σοβαρή ελπίδα – σχεδόν βεβαιότητα. Στο σινεμά, το πρόβλημα της επεξεργασίας των δεκάδων λεπτομερειών έχει λυθεί με την τεχνική του slow motion. Ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή που ο Άντερς άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του Σίμον Λίνκβιστ, ευχήθηκε με κάποιον τρόπο αυτή η τεχνική να ίσχυε και για τη ζωή. Αρχικά άκουσε έναν κρότο, τον οποίο γρήγορα συσχέτισε με το πεσμένο σκαμπό, έπειτα από ένα γρήγορο σκανάρισμα της σκηνής, Έπειτα είδε το σώμα του Λίνκβιστ να κρέμεται από το σκοινί.

Που να πάρει. (…)

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε δύο σημεία που με έκαναν να ζηλέψω τον Γιαννίση. Καταρχάς η γλώσσα του. Είναι η γλώσσα που χαίρομαι να διαβάζω. Απλή και χωρίς επιτήδευση. Ακούγεται ίσως φυσικό και εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο, όμως σας βεβαιώ πως δεν είναι. Πάρα πολλοί συγγραφείς (για παράδειγμα δείτε εδώ) ίσως με το άγχος του να μην επαναλαμβάνονται και θεωρώντας πως έτσι θα καταφέρουν να κερδίσουν τους αναγνώστες τους, αρχίσουν να περιγράφουν σκηνές σαν ιστορίες του Βαρώνου Μυντχάουζεν! Ο Γιαννίσης από την άλλη ξέρει πότε να δώσει έμφαση στην περιγραφή, ακριβώς για να μπούμε στην ιστορία και στον αντίποδα ξέρει πότε να είναι γρήγορος και κοφτός, για να νιώσουμε την ένταση της στιγμής. Δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι οι τεχνικές του. Χρησιμοποιεί βασικά δύο τεχνικές, τη λεγόμενη cliffhanger και τη Show don’t tell. Η πρώτη είναι αυτή η αίσθηση στο τέλος ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου πως ο ήρωας κρέμεται από τον γκρεμό, μην ξέροντας αν θα σωθεί ή όχι. Την χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και μάλιστα δεν συνεχίζει την ιστορία στην αμέσως επόμενη παράγραφο, επίτηδες, για να τον τσιγκλήσει ακόμα περισσότερο. Η δεύτερη τεχνική είναι το να δείχνεις στον αναγνώστη παρά να του λες. Να τον κάνεις να βλέπει εικόνες ή να νιώθει συναισθήματα -όχι σε όλους ίδια!- παρά να του περιγράφεις εσύ τα δικά σου. Για παράδειγμα, άλλο είναι να πεις «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένας πολύ όμορφος ξανθός νέος» και άλλο είναι το «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένα παλικάρι ίδιος ο Μπραντ Πιτ (ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) στα νιάτα του!» Ξέρετε, αυτές και οι δύο δεν είναι τίποτα κρυφές τεχνικές. Όλοι -και αν όχι όλοι, οι πιο πολλοί συγγραφείς- τις γνωρίζουν. Μάλιστα το cliffhanger λέγεται πως το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το θέμα είναι ποιοι μπορούν να τις υλοποιήσουν σε τόσο ψηλό επίπεδο, όσο ο Γιαννίσης.

(…) Οι πνεύμονες του συσπάστηκαν,  οδηγώντας σε έναν επίμονο βήχα. Σε έναν επίπονο βήχα. Αισθάνθηκε το δωμάτιο να αδειάζει από αέρα. Όχι, ο αέρας εξακολουθούσε να γεμίζει τον χώρο· ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να τον αναπνεύσει. Άφησε τον αναπτήρα και το αλουμινόχαρτο να πέσουν στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος, προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Δύο αόρατα χέρια έσφιγγαν με δύναμη τον λαιμό του. Τουνελοειδής όραση. Έπεσε στο πλάι ανοιγοκλείνοντας το στόμα και με το σώμα του να συσπάται, σαν ψάρι στη στεριά. Το οξυγόνο δεν θα έφτανε ποτέ ξανά στο αίμα του Η ζαλάδα γέμιζε ορμητικά το κεφάλι του και το τούνελ άρχισε να κλείνει. Προτού το σκοτάδι τον τυλίξει, κατάφερε να δει για τελευταία φορά ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του στο σακουλάκι. Το σακουλάκι που δεν ήταν ζίπλοκ. Αν και οι Σομαλοί χρησιμοποιούσαν τέτοιου είδους σακουλάκια, έτσι ώστε να μη χάνεται ούτε κόκκος  μεθαμφεταμίνης. Αλλά το μυαλό του, μέσα στην αχλή του επερχόμενου θανάτου, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν όντως είχε αγοράσει τη μεθ σε τέτοιο σακουλάκι ή αν… Αλλά δεν είχε σημασία πια. Δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ ξανά την αγαπημένη του.

Αγαπημένη μου.

Σκοτάδι. (…)

Ο Γιαννίσης έχει ήδη γράψει δύο βιβλία, τελειώνει το τρίτο, είμαι σίγουρος πως σκέφτεται ήδη το τέταρτο, έχει κάνει πάρα πολλές μεταφράσεις και γενικά η ζωή του είναι μέσα στα βιβλία. Όταν λοιπόν μεγαλώσω και φτάσω στην ηλικία του -σε μείον δεκαπέντε χρόνια δηλαδή!- ελπίζω να καταφέρω να γράφω με την ίδια συνέπεια και την ίδια μαεστρία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10

* Να σας πω πως έχει μέσα ένα πολύ δυνατό soundtrack που θα ικανοποιήσει όλα τα γούστα, από Depeche Mode, Bee Gees, Beethoven μέχρι και Belinda Carlisle!

 

 

 

 

 

 

Δαιμόνιος Βάκχος – Αγγελική Ράδου, Αντώνης Αντωνιάδης

bakhosΠΗΡΑ στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με κάποιες επιφυλάξεις. Είδα τη λέξη ΘΡΙΛΕΡ στο εξώφυλλο, καθώς και δύο συγγραφείς (με τον έναν έχουμε και ίδιο επώνυμο) καθόλου σύνηθες για τα ελληνικά δεδομένα. Γύρισα στο οπισθόφυλλο, διάβασα την περίληψη και είπα να το ξεκινήσω.

Βρισκόμαστε στην Ξάνθη του σήμερα. Το βιβλίο ξεκινάει με μία νεαρή οδηγό η οποία σε μια στιγμή απροσεξίας, χτυπάει με το αυτοκίνητό της έναν γυμνό άνδρα που ήταν σκυμμένος στη μέση του δρόμου, κάπου μεταξύ Κομοτηνής και Καβάλας. Βγαίνοντας τρομαγμένη από το αυτοκίνητο, τον πλησίασε και παρατήρησε πως είχε ξεριζωμένα τα γεννητικά του όργανα! Είχε κακοποιηθεί μέχρι θανάτου από κάποιον! Ο (διπλά) δύστυχος άνδρας, ίσα που πρόλαβε να ψελλίσει μια κουβέντα και ξεψύχησε. «Σκύλλες… Πουτάνες…» ήταν οι τελευταίες του λέξεις.

(…) Ο νεκρός κειτόταν στο οδόστρωμα και το γεγονός ότι το σημείο του σώματος που έλκει σαν μαγνήτης το βλέμμα κάποιου που αντικρίζει έναν γυμνό άνδρα έλειπε, την οδήγησε στο να κολλήσει εκεί τη ματιά της.

Οι φωτογραφίες δεν ήταν δουλειά επαγγελματία μήτε ο φακός είχε εστιάσει στην πληγή ώστε να προσφέρει λεπτομέρειές της. Ίσως σ’ αυτό τον λόγο να οφειλόταν η ανείπωτη αποστροφή που προκαλούσαν. Φανέρωναν όλο το σώμα, το τσακισμένο από τη σύγκρουση πρόσωπο, τα μισάνοιχτα πόδια και το σπαραγμένο κομμάτι ανάμεσά τους. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο τις είχαν τραβήξει την έκανε να βλέπει τον δύστυχο νεκρό και να νιώθει άσχημα, σαν να έβλεπε κάποιον δικό της, γνωστό ή γείτονά της. Δεν ήταν εικόνες ενός τραύματος σε κάποιον άγνωστο και απρόσωπο άνδρα, αλλά το κακοποιημένο και βασανισμένο σώμα ενός συμπολίτη της.  (…)

Δύο είναι οι ήρωες της ιστορίας, ο υπαστυνόμος Φάνης Βασιλείου που αναλαμβάνει την υπόθεση και η δημοσιογράφος Αθηνά Σγουρού, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν σε μια υπόθεση ενός κυκλώματος μαστροπείας. Ο Φάνης χρειάζεται τις γνώσεις, τις επαφές, αλλά και την εχεμύθειά της, γιατί με τις πρώτες ενδείξεις, πιστεύει πως πίσω από το έγκλημα αυτό κρύβονται άνθρωποι του υπόκοσμου.

(…) Μπορεί ο κόσμος να συνέχιζε να σκοτώνει μαζικά στο όνομα της πίστης, του χρήματος και της κυριαρχίας, ωστόσο υποκριτικά εναντιωνόταν στην όποια βίαια μεμονωμένη λατρευτική πράξη. Σε κάθε γωνιά της γης σκοτώνονταν ή πέθαιναν δεκάδες χιλιάδες στον βωμό του κέρδους και του συμφέροντος, χωρίς αυτό να προκαλεί πραγματική συγκίνηση και άμεση παρέμβαση, αλλά ο θάνατος ενός και μόνο ανθρώπου για θρησκευτικούς λόγους ξεσήκωνε τους πάντες.  (…)

Στην πορεία των ερευνών της η Αθηνά, ανακαλύπτει τυχαία ένα παρόμοιο έγκλημα που είχε γίνει στην ίδια περιοχή, περίπου την ίδια περίοδο, αλλά πριν από πολλά χρόνια και καταλαβαίνει πως όσο και αν είναι δύσκολο, τα δύο αυτά εγκλήματα πρέπει κάπως να συνδέονται. Παράλληλα, τα στοιχεία από την νεκροψία δείχνουν πως το θύμα έχει δαγκωματιές σε όλο του το σώμα, σαν κάποιος να προσπάθησε να τον φάει. Όταν ο Φάνης παίρνει την τελική γνωμάτευση του Ιατροδικαστή πως οι δαγκωματιές αυτές προέρχονται από πολλά άτομα, καταλαβαίνει πως ο τρόμος μόλις έχει χτυπήσει την πόρτα της ήσυχης Ξάνθης…

Ενδιαφέρουσα ιστορία, με καλό ρυθμό. Στα θετικά της το ενιαίο ύφος, που δεν σε αφήνει να σκεφτείς πως πρόκειται για δύο συγγραφείς, που σημαίνει πως πέτυχε το εγχείρημα, καθώς και η αναπάντεχη και μάλλον ασυνήθιστη τροπή που παίρνει η πλοκή αρκετές σελίδες πριν το τέλος της, κυρίως όσον αφορά τους πρωταγωνιστές της. Επίσης, το μέγεθος για μένα είναι το ιδανικό (περίπου 300 σελίδες). Στα αρνητικά της, η -σε πολλά δυστυχώς σημεία- εξεζητημένη γλώσσα γραφής που πετυχαίνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Εκδόσεις Polaris. Βαθμολογία: 6/10

Σκοτεινή Τετάρτη – Νίκι Φρεντς

ΑΡΓΗΣΑ λίγο να ξεκινήσω τη σειρά βιβλίων του ζευγαριού (στη ζωή και τη συγγραφή) Νίκι Φρεντς και όχι μόνο αυτό, την έπιασα και από τη μέση. Ξεκινάω λοιπόν από την Τετάρτη, έχοντας την Πέμπτη στο ράφι να περιμένει και πιθανότατα την Παρασκευή για πιο μετά.

Ηρωίδα μας η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν η οποία έχει μόλις αναρρώσει από την προηγούμενη της περιπέτεια που παραλίγο να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή. Δεν έχει σκοπό να αρχίσει να εργάζεται και πάλι, αλλά χωρίς να το θέλει μπλέκεται ταυτόχρονα σε δύο ιστορίες: Στην εξιχνίαση του φριχτού θανάτου της Ρουθ Λένοξ, νοικοκυράς με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία και μητέρας τριών παιδιών, καθώς και στην αναζήτηση ενός κοριτσιού που είχε αναφέρει μέσω φίλων της μια περίεργη ιστορία σε σχέση με τον πατέρα της που την έβαζε να του κουρεύει τα μαλλιά. Για κάποιο λόγο αυτή η δεύτερη ιστορία την παρασύρει όλο και πιο πολύ σε κάτι άγνωστο απ’ το οποίο όμως δεν μπορεί να κάνει πίσω, παρ’ όλα τα εμπόδια που συναντά.

(…) «Κάνεις ακόμη θεραπεία;»

«Μόνο μερικά τσεκάπ», είπε η Φρίντα. «Από καιρό σε καιρό».

«Ήταν το πιο φριχτό, φριχτό πράγμα», συνέχισε η Ολίβια. «Στην αρχή νόμισα πως θα σε χάναμε. Ξέρεις, πριν από δύο βράδια είδα έναν εφιάλτη πάλι για όλα εκείνα. Ξύπνησα και έκλαιγα. Έκλαιγα στην κυριολεξία».

«Νομίζω ότι είναι χειρότερο για τους άλλους γύρω μου απ’ ό,τι ήταν για μένα».

«Θα πήγαινα στοίχημα πως αυτό δεν μπορεί να ισχύει», είπε η Ολίβια. «Λένε όμως ότι όταν σου συμβαίνουν πράγματα που είναι στ’ αλήθεια φριχτά, τότε παύεις να τα αισθάνεσαι σαν πραγματικά και τα νιώθεις πια σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο».

«Όχι», είπε σιγανά η Φρίντα. «Το ένιωθα σαν κάτι που συνέβαινε σ’ εμένα».  (…)

Ο Κάρλσον, ο ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση της Λένοξ, ζητά τη βοήθεια της Φρίντα, αν και ξέρει πως ακόμη δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Επίσης, του έχει ζητήσει –ή καλύτερα διατάξει!- ο διοικητής του, να συνεργάζεται πλέον με άλλον ψυχολόγο στις αστυνομικές υποθέσεις. Ο Κάρλσον όμως εμπιστεύεται μόνο τη Φρίντα.

(…) Η Φρίντα πήγε και στάθηκε στο παράθυρο που κοιτούσε στον κήπο. Γύρω από το δέντρο με τα φρούτα υπήρχε πλήθος λουλουδιών, και σε ένα κομμάτι που το έλουζε ο ήλιος καθόταν μια γάτα.

«Δεν υπάρχει εδώ μέσα τίποτα που εκείνη να μην ήθελε να δουν οι άλλοι», είπε τελικά.

«Τι εννοείς;»

«Πάντοτε λέω πως κανενός η ζωή δεν θα άντεχε το φως των προβολέων σε κάθε της γωνίτσα».

«Όμως;»

«Όμως, απ’ όλα όσα μου λες και απ όλα όσα είδα και μόνη μου, η δική της ζωή φαίνεται να ήταν απόλυτα έτοιμη για το φως των προβολέων, δεν νομίζεις; Σαν αυτό το σπίτι να ήταν μια σκηνή».

«Μια σκηνή για ποιο πράγμα;»

«Για το ανέβασμα του έργου “πόσο καλή είμαι”».

«Υποτίθεται πως εγώ ήμουν ο κυνικός. Θέλεις να πεις ότι πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο καλός;»

«Είμαι θεραπεύτρια, Κάρλσον. Ασφαλώς και το πιστεύω αυτό. Πού είναι λοιπόν τα μυστικά της Ρουθ Λένοξ;» (…)

Η Φρίντα χωρίς να το επιδιώκει, γνωρίζει αλλά και συνδέεται με τα τρία παιδιά της Λένοξ. Η ανιψιά της είναι φίλη με τον μεγάλο γιο της Λένοξ. Προσπαθεί να τα βοηθήσει, παράλληλα με το να ορθοποδήσει με τη δικιά της ζωή. Ο φίλος της ο Σάντι την περιμένει άλλωστε στην Αμερική. Η Φρίντα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Είναι χαμένη. Αισθάνεται μπουχτισμένη με όλα. Σκέφτεται να χωρίσει με τον Σάντι και να τα παρατήσει όλα. Όμως… αυτή η ιστορία που έμαθε για το κορίτσι που έκοβε τα μαλλιά του πατέρα της, την ενοχλεί. Την ενοχλεί τόσο που την κινητοποιεί και της θυμίζει πως ό,τι και να κάνει, πάνω απ’ όλα η ζωή της είναι αφιερωμένη στο να βοηθάει αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει αυτό το κορίτσι, γιατί καταλαβαίνει πως χρειάζεται τη βοήθεια της.

(…) Στράφηκε μακριά του και τυλίχτηκε ολόκληρη με το σκέπασμα έτσι που δεν μπορούσε πια να δει παρά το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Είδε το στηθόδεσμο της κρεμασμένο στη μια άκρη του κρεβατιού. Τη σκέφτηκε να τον φορά το πρωί της προηγούμενης μέρας και μετά να τον βγάζει το βράδυ που πέρασε. Ένιωσε μια παρόρμηση να χωθεί πάλι στο κρεβάτι και να τραβήξει επάνω του το σκέπασμα και να τα πει όλα στη Σάντρα, να της εξηγήσει τι αισθανόταν, για ποιο λόγο όλο αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους ήταν λάθος, για ποιο λόγο δεν ήταν κατάλληλοι ο ένας για τον άλλο και γιατί εκείνος δεν ήταν κατάλληλος για καμία. Αλλά αυτό δεν θα ήταν δίκαιο για τη Σάντρα. Της είχε ήδη κάνει αρκετά.

Βγήκε έξω, στον ήσυχο δρόμο. Υπήρχε ένα μακρινό βουητό από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, όμως αυτό που κυρίως ακουγόταν ήταν το τραγούδι των πουλιών παντού γύρω του, κι αυτό που έβλεπε ήταν ένας γαλανός ουρανός και η πρώτη λιακάδα της ημέρας. Όλα έμοιαζαν να είναι λάθος. Θα έπρεπε να βρέχει και να κάνει κρύο και ο ουρανός να είναι γκρίζος. (…)

Κλασικό αστυνομικό θρίλερ που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους. Ναι, είναι και αυτό ογκώδες 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία: 7/10

Η εξαφάνιση – Κριστίνα Όλσον

εξαφανισηΑΛΛΟ ένα ογκώδες σκανδιναβικό αστυνομικό βιβλίο, εκεί στο κλασικό πλέον 600άρι σελίδες, το οποίο μου πάσαρε ο πατέρας μου γιατί δεν μπορούσε καν να το κρατήσει στο χέρι. Τι μανία κι αυτή! Όπως και με τις ταινίες. Παλιά ήταν όλες εκεί στο 90λεπτο. Τώρα αν βρεις μια δίωρη λες και ευχαριστώ. Γράψτε δύο βιβλία ρε παιδιά, δεν πειράζει. Συγχύστηκα και παραλίγο να ξεχάσω το πόσο μου άρεσε… 🙂

Ηρωίδα μας η ερευνήτρια Φριεντρίκα Μπέργιμαν. Η ομάδα της, με επικεφαλής τον αστυνόμο Άλεξ Ρεστ, έχει αναλάβει την εξιχνίαση ενός εγκλήματος που συνέβηκε πριν δύο περίπου χρόνια, όταν εξαφανίστηκε ένα νεαρό κορίτσι, η Ρεμπέκα Τρόλε. Δεν υπήρχαν ελπίδες να την βρουν ζωντανή, αλλά τίποτα δεν τους προετοίμαζε γι’ αυτό που θα έβρισκαν, το διαμελισμένο της πτώμα χωρίς καν κεφάλι! Την αναγνώρισε ο Άλεξ από ένα προσωπικό αντικείμενό της που βρέθηκε μαζί, μιας και ήταν αυτός που είχε αναλάβει την υπόθεση αυτή πριν δύο χρόνια. Η υπόθεση γρήγορα περιπλέκεται όταν στην ίδια περιοχή βρίσκεται ακόμα ένα πτώμα, το οποίο δεν είναι το ίδιο εύκολο να αναγνωριστεί, αφού είναι θαμμένο εκεί μερικές δεκαετίες…

(…) Λίγες αυταπάτες στην ιστορία του κόσμου έχουν επικρατήσει περισσότερο από την ιδέα ότι μπορείς να αναπληρώσεις με κάποιον τρόπο σε επόμενο στάδιο το ότι δεν ασχολείσαι με τα παιδιά σου όταν είναι μικρά. Όταν ο Άλεξ βρέθηκε αντιμέτωπος με το φρικτό καθήκον να θάψει τη γυναίκα του, τη μητέρα των παιδιών του, του έγινε ξεκάθαρο ποιος γονιός από τους δύο ήταν πραγματικά κοντά στα παιδιά. Ο γιος του είχε έρθει από τη Νότια Αμερική το καλοκαίρι και είχε μείνει στο πλευρό της μητέρας του μέχρι το τέλος. Σε κάθε χειρονομία του, σε κάθε λέξη του, ο Άλεξ αναγνώριζε τη Λένα. Τον εαυτό του δεν τον είδε ποτέ πουθενά. (…)

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω βιβλίο -και μάλιστα τόσο μεγάλο- που να με κρατάει συνεχώς σε αγωνία. Η πλοκή χτίζεται βήμα-βήμα και ομολογώ πως όχι μόνο δε με κούρασε, αλλά κάπου στεναχωρήθηκα όταν μερικές σελίδες πριν το τέλος είχα καταλάβει πως δεν έχει άλλες ανατροπές. Το μεγαλύτερο όμως ατού του βιβλίου είναι ο τρόπος και το βάθος που έχει αναλύσει η Όλσον τον κάθε χαρακτήρα. Με τόσα που έμαθα για τον καθένα, αισθάνθηκα ως να ήμουν μέλος της οικογένειας τους. Μπράβο της!

(…) Τι είδες, Γίμι;

Έφτανε να μιλήσει κανείς δύο λεπτά με τον Γίμι για να καταλάβει ότι δεν είχε μυαλό ενήλικα. Κι όμως, κάποιος είχε αισθανθεί να απειλείται από τον Γίμι, σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον απαγάγει. Η αγωνία του Πιέντερ έγινε καθαρός τρόμος. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας έτσι όπως καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Ένιωθε σίγουρος ότι ο Γίμι δεν είχε χαθεί απλώς, αλλά ότι τον είχε απομακρύνει, χωρίς τη θέλησή του, κάποιος που ήθελε να τον βγάλει από τη μέση. Κάποιος που είχε ήδη διαπράξει αρκετούς φόνους και δεν θα δίσταζε να σκοτώσει ξανά. Ο Πιέντερ ήθελε να κλάψει. Έπρεπε να συνέλθει. Αμέσως. Δεν έπρεπε να σκέφτεται ότι είχε χάσει τη μάχη, δεν έπρεπε να εγκαταλείψει. Όχι ακόμη. Έπρεπε να γυρίσει στα κεντρικά της αστυνομίας και να προσπαθήσει να καταλάβει πώς συνδεόταν η εξαφάνιση του αδερφού του με όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση ή για φαγητό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να βρουν τον Γίμι. (…)

8ράκι όλο δικό του! 🙂

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8/10

 

Το κυνήγι του θησαυρού – Αντρέα Καμιλλέρι

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω περιπέτεια του επιθεωρητή Μονταλμπάνο και όταν μου το έδωσε ο πατέρας μου, χάρηκα. Ήξερα τι θα διαβάσω. Ο Μονταλμπάνο μού είναι πολύ συμπαθής και μου αρέσουν ιδιαιτέρως οι χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν, ο Φάτσιο, ο Μίμη, ο Καταρέ -οι αστυνομικοί του τμήματος του δηλαδή- και βεβαίως η Λίβια, η αρραβωνιαστικιά του με την οποία δεν συναντιόνται σχεδόν ποτέ.

Σε μια πολύ ήσυχη περίοδο στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, δύο ηλικιωμένα αδέλφια τρελαίνονται. Ταμπουρωμένοι στο σπίτι τους αρχίζουν τις ανταλλαγές πυροβολισμών και στο τέλος μιας -τελικά- αναίμαχτης μάχης, ο Μονταλμπάνο βρίσκει στον τόπο του εγκλήματος μια πλαστική φουσκωτή κούκλα, κατεστραμμένη και πολύ παλιά με αρκετά μπαλώματα. Δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία τη δεδομένη στιγμή, μέχρις ότου λίγο μετά τον φωνάζουν για ένα πτώμα σε κάδο, το οποίο πτώμα αποδεικνύεται πως δεν είναι παρά μια πανομοιότυπη φουσκωτή κούκλα. Και μέσα σ’ όλα, ένας άγνωστος προκαλεί τον Μονταλμπάνο σε ένα περίεργο κυνήγι θυσαυρού, αφήνωντας του στην υπηρεσία προσωπικά μηνύματα με τη μορφή ποιημάτων…

(…) Πέρασε μια άσχημη βραδιά. Η αλήθεια είναι πως η νύχτα ήταν υπέροχη, αλλά είχε τόσο έντονα κακή διάθεση, ώστε κατέστρεφε όλη τη μαγεία που υπήρχε τριγύρω. Έφαγε ανόρεχτα στη βεράντα επειδή η σκέψη της δύστυχης κοπέλας δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό του. Το γεγονός ότι σκεφτόταν την κοπέλα ήταν μεγάλο λάθος και τον θύμωνε. Η συμπόνια, ο οίκτος, η λύπη για μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει υποστεί βία είναι συναισθήματα που νιώθεις στο τέλος, όταν η υπόθεση έχει πλέον λυθεί· αλλιώς, αν σε κατακλύζουν κατά τη διάρκεια της έρευνας, θολώνουν το μυαλό που πρέπει να παραμένει καθαρό και ανεπηρέαστο, με τη σκέψη στραμμένη στον βασανιστή και όχι στο θύμα. (…)

Αρκετά καλό, στο γνωστό πλαίσιο της όλης σειράς δηλαδή. Ο Μονταλμπάνο (και ο Καμιλιέρι ίσως;) έχει μεγαλώσει λίγο και δείχνει πιο συναισθηματικός και πιο βαρύς από παλιά. Δε θα το πρότεινα σε απαιτητικούς αναγνώστες που περιμένουν ανατροπές και μπλεξίματα ιστοριών. Θα καταλάβουν αρκετά νωρίς τι έχει συμβεί… 😉

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 6/10