Γκόλεμ – Πιέρ Ασουλίν

ΤΟ πήρα στα χέρια μου νομίζοντας πως θα διαβάσω άλλο ένα αστυνομικό. Οκέι, λίγο ιδιαίτερο, που δε θα βάδιζε ίσως στα γνωστά σκανδιναβικά ή αμερικάνικα μονοπάτια, πάντως αστυνομικό. Τελειώνοντάς το, έχω δίλημμα.

Ο Γκυστάβ Μεγέρ, είναι ένας διεθνής γκραν μέτρ στο σκάκι, με εξαιρετική μνήμη, η οποία βελτιώθηκε σε απίστευτο βαθμό όταν υποβλήθηκε σε μια χειρουργική επέμβαση για να θεραπεύσει την επιληψία του και κατά τη διάρκειά της -εν αγνοία του- του εμφυτεύθηκε ένα ηλεκτρόδιο στον εγκέφαλο. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο όπου είχε πάει να δει τον γιατρό και παιδικό του φίλο, Κλαπμάν, για να του πει πως εξακολουθεί να υποφέρει, τον πλησιάζουν δύο αστυνομικοί για να τον πάνε για ανάκριση και τον βάζουν μαζί τους στο αυτοκίνητο. Καταλαβαίνει πως τον θεωρούν ύποπτο για τον θάνατο της γυναίκας του σε αυτοκινητικό δυστύχημα πριν από λίγες μέρες και σε μια στιγμή πανικού, ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου, προκαλώντας ένα τρακάρισμα με διερχόμενη μοτοσυκλέτα, γεγονός που του δίνει όμως τη δυνατότητα να εξαφανιστεί…

(…) – Σέρτζιο, θυμάσαι όταν γνωριστήκαμε στην Τουρ Μπλανς… Συμφωνήσαμε πολύ γρήγορα στον ορισμό για τη φιλία…

– Δύο μοναχικοί μαζί;

– Όχι μόνο.

– Νά ΄το, το θυμάμαι: φίλος είναι κάποιος που μπορούμε να του τηλεφωνήσουμε τα μεσάνυχτα για να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να μεταφέρουμε ένα πτώμα και δεν κάνει ερωτήσεις.

Τον ορισμό ακολούθησε μια κίνηση του κεφαλιού, που τον καθησύχασε, κι ένα μακρύ κενό που τον ανησύχησε.

– Ένα πτώμα;

– Χαρτιά. Χρειάζομαι χαρτιά. (…)

Τέλειος ορισμός για τη φιλία ο παραπάνω, δε συμφωνείτε; Έχουμε ξεκάθαρα ένα αστυνομικό, θα σκέφτεστε με βάση όλα τα παραπάνω. Ε λοιπόν, ενώ ξεκινάει έτσι, στην πορεία ο ήρωας εσκεμμένα χάνεται σε φιλοσοφικές αναζητήσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι, τη Βαρσοβία, για να καταλήξει στην Πράγα, πόλη όπου έζησε το μυθικό Γκόλεμ, το τέρας στο οποίο είναι πλέον σίγουρος ότι έχει μεταμορφωθεί και ο ίδιος. Στο κατόπι του βρίσκεται η Έμμα, η κόρη του, καθώς και η Νίνα, η αστυνομικός που τον ψάχνει. Και μέσα σε όλα, κάθε μέρα ένα νέο άρθρο δημοσιεύεται στο μπλογκ της πεθαμένης γυναίκας του Μεγέρ, άρθρα που όλα τους συζητούν το κατά πόσο βαδίζει η ανθρωπότητα στον σωστό δρόμο, τον δρόμο του ουμανισμού του μέλλοντος, του τρανς, του μέτα ή ακόμα και του μέτα-μεταουμανισμού!

Όπως καταλάβατε, δεν είναι καθόλου ένα τυπικό αστυνομικό. Έχει τον κορμό, τη βάση για μια αστυνομική ιστορία, αλλά έχει πολύ βαθύτερα νοήματα, και καταπιάνεται με τόσα ζητήματα ώστε καταλήγεις να μη σε ενδιαφέρει και τόσο το να μάθεις «ποιος το έκανε». Αρχίζει ως αστυνομικό, τελειώνει ως αστυνομικό, αλλά στο ενδιάμεσο γίνεται ένα ιστορικοπολιτικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα. Διαβάστε το μόνο αν έχετε την όρεξη να ξεφύγετε από τα συνηθισμένα.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10.

Advertisements

Τα βατράχια – Δημήτρης Σίμος

Απλό.

Αν κάποιος μου έλεγε:

«Ξέρεις, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Μάρκαρη και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που γράφει και ειδικά ο Χαρίτος…»

Θα τον διέκοπτα και θα του έλεγα:

«Διάβασε Σίμο. Διάβασε τα βατράχια…»

Αυτός ίσως προσπαθούσε μετά να μου πει:

«Μα δε θέλω να διαβάσω κάποιον άλλ-»

Και εγώ θα συνέχιζα:

«Διάβασε τα βατράχια…»

Και αυτός:

«Δεν κατάλαβ-»

Κι εγώ:

«Ρε, πάρε να διαβάσεις τα βατράχια λέμε!»

Ήρωας μας ο Χρήστος Καπετάνος, ο οποίος μετά από «αρχειοθέτηση» έξι μηνών, επαναφέρεται στην ενεργό δράση για να ερευνήσει τον θάνατο μιας δεκατετράχρονης μαθήτριας, της Ευθυμίας Ραφτοπούλου. Τη σορό της βρήκε ένας ψαράς στα νερά του Ευβοϊκού και ο Καπετάνος, μαζί με τον βοηθό και φίλο του, Ορέστη, πάνε να τον συναντήσουν. Παράλληλα, μεταφερόμαστε στο Αλιβέρι περίπου εικοσιπέντε χρόνια πριν, όπου δύο αδέλφια από διαφορετικούς γονείς, ενώ στην αρχή δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους, στην πορεία, μια τραγική στιγμή φαίνεται ικανή για να τους ενώσει για πάντα…

Από τις πρώτες σελίδες το ένιωσα. Επιτέλους! Κρατάω στα χέρια μου κάποιον που γράφει ιστορίες σαν τον αγαπημένο μου Μάρκαρη! Δεν ξέρω αν αυτό αρέσει στον Σίμο ή –στον αντίποδα- αν θα θεωρηθεί ιεροσυλία από τους φανατικούς του Μάρκαρη, πάντως εγώ έτσι ένιωσα και δεν απογοητεύτηκα ούτε στιγμή. Ο Σίμος, γράφοντας σε α’ πρόσωπο, αόριστο, με κοφτές προτάσεις στο παρόν και σε γ’ πρόσωπο, αόριστο, με μεγαλύτερες προτάσεις στο παρελθόν, ισορροπεί την αφήγηση, δίνοντας πότε έμφαση στη δράση και πότε στην ατμόσφαιρα. Τέλος, οι παράλληλες ιστορίες είναι μόνο δύο, μια μεγαλύτερη και μια μικρότερη, αριθμός –για μένα- ιδανικός στο να μη χαθεί και αποπροσανατολιστεί ο αναγνώστης.

Έχω μονάχα δύο πολύ μικρά θεματάκια, που δεν ξέρω αν είναι επιμέλειας ή άποψης: α) Ένα «ν» που μου λείπει στο οριστικό άρθρο «τον», όταν π.χ. γράφει «Κάτι δεν πάει καλά με το Ραφτόπουλο». Διαβάστε την πρόταση αυτή σε κάποιον. Δε θα είναι σίγουρος ότι μιλάς για τον Ραφτόπουλο ή για το παιδί του ράφτη. Και β) Μια αλλαγή στο στυλ γραφής, στο κεφάλαιο της σελίδας 272, για την οποία δε θέλω να πω κάτι παραπάνω εδώ, μην τυχόν και είναι σπόιλερ. Και για τα δυο νομίζω (ελπίζω!) πως θα ρωτήσω και θα μάθω από τον ίδιο τον Σίμο, στην παρουσίαση του βιβλίου του σε τρεις μέρες.

Παίρνει ψηλή βαθμολογία, γιατί έχει το μέγεθος που μου ταιριάζει (περί τις τριακόσιες σελίδες) και γιατί επιτέλους η γλώσσα του είναι αυτή που μου αρέσει: σωστή, απλή, χωρίς φιοριτούρες και με την πρέπουσα αλλαγή στο στυλ και τις ατάκες, αναλόγως του χαρακτήρα που μιλάει.

Σημείωση 1: Ναι, είμαι από αυτούς τους “ενοχλητικούς”, που άμα βαριούνται κάπου, βγάζουν ένα βιβλίο να διαβάσουν, εξού και η φωτογραφία από αγώνα…

Σημείωση 2: Όπως σε έναν γάμο, ποτέ μια κοπέλα δεν πρέπει να φορέσει ένα φόρεμα που να μοιάζει έστω και λίγο με νυφικό, γιατί η νύφη είναι μόνο μία, είναι a priori η πιο όμορφη και απαγορεύεται να τραβήξει τα φλας της δημοσιότητας οποιαδήποτε άλλη, έτσι κι εγώ δε θα μιλήσω καθόλου για τα τρία διηγήματα στο τέλος του βιβλίου. Σήμερα μιλάμε για τα βατράχια… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 8/10

 

 

Οι γυναίκες στην παραλία – Τούβε Άλστερνταλ

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει, αλλά όσον αφορά στην τέχνη, είτε αυτό είναι ένα τραγούδι, μια κινηματογραφική ταινία, ένας πίνακας που θα δω σε ένα μουσείο ή – στην περίπτωσή μας- ένα βιβλίο που θα πέσει στα χέρια μου, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, μπορώ να (του το) αναγνωρίσω και να πω πως είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Νομίζω πως κάτι παρόμοιο ένιωσα διαβάζοντας την ιστορία της Άλστερνταλ, η οποία έκανε το ντεμπούτο της στη αστυνομική συγγραφή με αυτήν, ενώ πριν εργαζόταν ως επιμελήτρια βιβλίων. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλοδουλεμένο βιβλίο και δε με απογοήτευσε. Μπορώ ψειρίζοντάς το να βρω ψεγάδια, όπως π.χ. ότι το βρήκα φλύαρο σε ελάχιστα σημεία, ή ότι σε κάποιες στιγμές εστίαζε περισσότερο σε περιγραφές παρά στην πλοκή (προσωπικά γούστα είναι αυτά) ή ότι θα περίμενα, ιδιαίτερα από σκανδιναβικό, να έχει πιο πολλή αγωνία, ειδικότερα αφού διάβασα στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται περί ενός συναρπαστικού θρίλερ με αναπάντεχη (!) εξέλιξη… Αλλά, τέλος πάντων, δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ηρωίδα μας η Αλίνα Κόρνγουολ, Αμερικανίδα σκηνογράφος η οποία ταξιδεύει στο Παρίσι αναζητώντας τον άνδρα της Πάτρικ, έναν δημοσιογράφο που ερευνά το θέμα τράφικινγκ και προσφύγων, ο οποίος έχει αρκετές μέρες να της τηλεφωνήσει ενώ κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται… Φτάνοντας στο ξενοδοχείο του, υποδύεται τη συνάδελφό του άντρα της, πιστεύοντας πως κρύβοντας την αληθινή της ιδιότητα, θα μπορέσει να φτάσει γρηγορότερα στην αλήθεια. Κάνει όμως λάθος…

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά δομημένο. Οι χαρακτήρες -ειδικά αυτός της Αλίνας- είναι πολυδιάστατοι και συνεπώς ρεαλιστικοί. Η γραφή της Άλστερνταλ (και η μετάφραση μαζί) πατάει γερά πάνω σε όλους τους κανόνες συγγραφής, από την αρχή έως το τέλος, χωρίς υπερβολές, ενώ η έρευνά της για την εκμετάλλευση των προσφύγων, δεν έχει ίχνος επίδειξης γνώσης, αλλά μοναδικό σκοπό έχει να υποστηρίξει σοφά τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έτσι τις δυο ίσως πιο γνωστές παιδικές ασθένειες που βρίσκουμε συχνά στα πρωτόλια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων.

(…) Το παραπονιάρικο τραγούδι δυνάμωνε και χαμήλωνε σε ένταση, σαν κύμα ανάμεσα στα σπίτια, μια γυναικεία φωνή που έσκαγε πάνω μας σαν μελανιασμένη θλίψη καθώς έπεφτε το σκοτάδι.
«Άκου» είπε. «Είναι η μουσική της νύχτας. Φάντο τα λένε. Τραγουδάνε για όλα όσα έχουν χάσει».
Κούνησε το χέρι της ακολουθώντας τη μελωδία, νότες σε ελάσσονα κλίμακα που μπερδεύονταν μεταξύ τους. (…)

Διαβάστε το. Ειδικά στις γυναίκες, νομίζω θα αρέσει ένα «τσικ» παραπάνω.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7,5/10

Οι ψιθυριστές – Τζον Κόνολι

Διαβάζω καθημερινά, αλλά ο χρόνος που διαβάζω όλο και συρρικνώνεται, και μαζί ακολουθούν οι ανοχές και αντοχές μου. Η απορία μου όμως είναι διαχρονική: Πώς γίνεται βιβλία που εκθειάζονται από daily mail, guardian, the times, ακόμα και από συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς, εμένα να με αφήνουν αδιάφορο;

Η ιστορία: Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Τσάρλι Πάρκερ, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια αυτοκτονία ενός βετεράνου στρατιωτικού και οδηγείται έτσι σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου από ομάδα πρώην στρατιωτικών, όπου το φορτίο που διακινούν φαίνεται να είναι πολύ πιο μεγάλο και τρομαχτικό απ’ όσο πίστευαν στην αρχή. Ο Πάρκερ βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά αυτοκτονιών μέσα στην ομάδα και καταλαβαίνει πως το φορτίο αυτό, εκτός της ανυπολόγιστης αξίας του, είναι και θανατηφόρο…

Ναι, ο Κόνολι ξέρει να γράφει, αλλά το ξέχασα πριν καν τελειώσω την τελευταία σελίδα, η ανατροπή του με βρήκε να χασμουριέμαι και τον επίλογο δε θυμάμαι καν αν τον διάβασα. Ίσως φταίει το γεγονός πως η όλη αυτή η πώρωση των Αμερικανών με τον στρατό, το Βιετνάμ, το Ιράκ 1, το Ιράκ 2 και τις ενοχές τους ή μη, πλέον δε με ελκύει. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Μου φαίνεται όμως πως το επόμενο θα είναι κανένα σκανδιναβικό, να ισιώσω…

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5,5

Τρεις όροφοι – Εσκόλ Νεβό

ΤΡΕΙΣ όροφοι, τρία διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία, τρία δράματα, τρεις ιστορίες γραμμένες σε δεύτερο πρόσωπο. Ο Αρνόν, που προσπαθεί να δικαιολογηθεί στον φίλο του για τους λόγους που τον ώθησαν  να στείλει στο νοσοκομείο τον ηλικιωμένο γείτονά του, επειδή ήταν σίγουρος (!) πως κακοποιούσε την μεγάλη του κόρη, η “χήρα” Χάνι, με τον άντρα της που συνεχώς λείπει σε επαγγελματικά ταξίδια και η οποία γράφει γράμμα στην κολλητή φίλη της για να της πει για τον κυνηγημένο απ’ όλους κουνιάδο της, που βρήκε κρυψώνα στο σπίτι της (ή μήπως το φαντάστηκε;) και τέλος η Ντβόρα, που απευθύνεται στον νεκρό άντρα της, ηχογραφόντας μηνύματα στον αυτόματο τηλεφωνητή του σπιτιού τους, προσπαθώντας να του μιλήσει για το νέο ξεκίνημα στη ζωή της, τη γνωριμία της με τον Αβνέρ και το πώς την κατάφερε να του πει για τον γιο της, τον Αντάρ, να του αποκαλύψει το γιατί δεν έχουν εδώ και χρόνια καμία επαφή και να του περιγράψει την τραγική σκηνή που έπρεπε να μείνει για πάντα και από όλους, κρυφή…

 

Εξαιρετική αφήγηση, η κάθε ιστορία πιο δυνατή από την άλλη, με αποκορύφωμα την τελευταία, την ιστορία της πρώην δικαστίνας Ντβόρα. Ο τρόπος που ξεδιπλώνεται το -πάντοτε- οικογενειακό δράμα είναι μοναδικός.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.

Θανάσιμη Απειλή – Τζέιμς Πάτερσον

ΞΕΡΩ, έχω πολύ καιρό να γράψω για βιβλία… Δεν είναι ότι σταμάτησα να διαβάζω, απλώς σταμάτησα να γράφω γι’ αυτά… Κάποια στιγμή μάλλον ένιωσα πως ΠΡΕΠΕΙ να γράψω, ενώ δεν είχα διάθεση ούτε χρόνο. Ένιωσα πίεση, ενώ στο παρελθόν ήταν ευχαρίστηση. Έτσι το έκοψα. Σήμερα όμως ένιωσα ξανά πως θέλω κάτι να γράψω. Κάτι μικρό. So, here it is…

Ευκολοδιάβαστο, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, σαν από κάποιον που απλώς τιμά το συμβόλαιο του να εκδίδει ένα βιβλίο τον χρόνο. Συνολικά μέτριο, γεμάτο κλισέ και σε φράσεις και σε χαρακτήρες, μέχρι και στις ανατροπές του. Στο πλαίσιο της γνωστής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας που τρέφει τους Αμερικανούς συγγραφείς ελαφρώς περισσότερο απ’ ότι η κρίση εμάς, ο Άλεξ Κρος σε μια περιπέτεια που στα αγγλικά ο τίτλος της μας κάνει να ανησυχούμε για τη ζωή του, αλλά στα ελληνικά προφανώς δεν πιστεύουν το ίδιο στην αναγνωρισιμότητα του κεντρικού ήρωα, γι’αυτό αυτό και αφαίρεσαν το όνομά του. Η τρίλιζα που βλέπετε δίπλα και που έπαιξα με τον μεγάλο μου γιο, σε κάποια σημεία είχε μεγαλύτερη αγωνία… 🙂

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 5/10

 

Κακό χαρτί – Κώστας Μουζουράκης

kakoΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα τον Μουζουράκη πριν μερικούς μήνες στο Ζάππειο όπου μιλάγαμε μαζί σε μια κουβέντα περί αστυνομικής λογοτεχνίας. Και όταν λέω τον γνώρισα, εννοώ απλώς τα τυπικά. Παρ’ όλα αυτά, ομολογώ πως μου φάνηκε ο πιο ενδιαφέρον τύπος του τραπεζιού. Σε κάποια στιγμή μάλιστα απαντώντας σε μια ερώτηση για τα αστυνομικά βιβλία του σήμερα, είπε: «Αν ταξιδέψω στο εξωτερικό, θα προτιμήσω αντί για κάποιον τουριστικό οδηγό, να αναζητήσω ένα αστυνομικό βιβλίο της χώρας ή αν είναι δυνατόν της πόλης που επισκέπτομαι. Θα μάθω σίγουρα πιο πολλά για τον τόπο που πάω». Εκείνη την ώρα κατάλαβα πως είχα βρει κάποιον που θα μου άρεσε να έχω ως ήρωα σε ένα βιβλίο μου. Ήμουν σίγουρος ότι και το βιβλίο του θα μου άρεσε, αλλά δεν είχα ιδέα -ακόμα- το γιατί.

Ήρωας μας ο Άρης, ένας νεαρός χαρτοπαίχτης. Μόλις είχε ολοκληρώσει μαζί με τους συνεργούς του ένα συνηθισμένο κόλπο και γυρνώντας πίσω στη λέσχη για να συλλέξει τα κερδισμένα, καταλαβαίνει πως όλα πήγαν στραβά. Πολύ στραβά. Έχει στη διάθεσή του ένα μήνα να βρει πενήντα έξι χιλιάδες ευρώ. Αποφασίζει να κρυφτεί στο εξοχικό μιας θείας του στην Πάχη, γιατί είναι σίγουρος πως δεν θα μπορέσει να βρει τα λεφτά. Στη διαδρομή όμως εντελώς τυχαία θα δει κάτι που ίσως, ίσως, μπορούσε να τον σώσει. Δεν είχε και πολλές επιλογές άλλωστε. Μπορεί να ήταν ένα κακό χαρτί, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

(…) Βγαίνοντας από μια κλειστή δεξιά στροφή αναγκάστηκε να κόψει απότομα ταχύτητα και το Σαμουράι πατινάρισε ελαφρά στο βρεγμένο χώμα. Το κουφάρι ενός ζώου ήταν απλωμένο στη μέση του δρόμου. Το παρατήρησε από τ’ ανοιχτό παράθυρο περνώντας αργά δίπλα του: Ένα ψόφιο κατσίκι που είχε πάρει να σαπίζει και να ζέχνει.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονταν ειδήσεις με κακό σήμα και παράσιτα.

«… εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς οι άνεργοι έχουν πλέον ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο…»

Σταμάτησε και χάζεψε το ψοφίμι με νοσηρή περιέργεια ενόσω έψαχνε με το δεξί του χέρι τις συχνότητες.

«… ώστε να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που υπαγορεύει η νέα δανειακή σύμβαση για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση…»

Το κατσίκι ήταν χάλια. Τα σωθικά του έχασκαν ανοιγμένα πάνω στο δρόμο κι ένα ετερόκλητο πλήθος εντόμων είχε πιάσει δουλειά.

«… ο Έλληνας εφοπλιστής ανακοίνωσε ότι η ομάδα θα προχωρήσει τον Δεκέμβρη σε τέσσερις νέες μεταγραφές: ενός στόπερ, ενός αμυντικού μέσου, ενός…»

Το δέρμα γύρω απ’ το στόμα του ζώου είχε υποχωρήσει αφήνοντας τα δόντια γυμνά σ’ ένα μακάβριο, τελεσίδικο χαμόγελο.

«… Προέδρου της δημοκρατίας, τρεις ημέρες μετά την αποχώρησή του και την ακύρωση της παρέλασης στη Θεσσαλονίκη…»

Σαπίλα κι αποσύνθεση και αποφορά θανάτου.

Άφησε το ραδιόφωνο να παίζει το «Runaway» του Ντελ Σάντον, ανέβασε λίγο το τζάμι και γκάζωσε στο χωματόδρομο. (…)

Για να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή, θα χρειαστεί ξανά συνεργούς, σε ένα διαφορετικό κόλπο πλέον, όχι χαρτοπαιχτικό. Σε ένα καφενείο της περιοχής εκεί στα Γεράνεια όρη, γνωρίζει τρεις γέρους που θα καθορίσουν τη μοίρα του: Τον Ιταλό, τον Δάσκαλο και τον Καπετάνιο. Ο καθένας και μια ιστορία. Αρχίζει να παίζει μαζί τους πόκα και σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς έφτασαν και οι τρεις εκεί. Η πλοκή σταματά. Αλλά δε μας νοιάζει, γιατί ήδη παρασυρόμαστε στις ιστορίες των τριών γέρων. Ο Άρης μόλις είχε βρει τους συνεργούς τους.

(…) Ο Ιταλός έκλεισε το μάτι στον Άρη.

«Που λες, η αδερφή της Καρολάιν ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού – τι χωριό, δηλαδή, δεκαπέντε σπίτια, όλοι κι όλοι καμιά εικοσπενταριά κάτοικοι. Εκτός από καμιά δυο στεφανωμένες και τρεις τέσσερις γριές, άλλη γυναίκα δεν υπήρχε. Όλοι οι άντρες μαζεύονταν τα’ απόβραδο στο καφενείο. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο μπάρμπα-Χαράλαμπος, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, διαπίστωσε ότι κάποιος του πηδάει το βράδυ τη γαϊδούρα, ‘κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν’, που λένε. Μια που δεν μπόραγε να βγάλει άκρη ποιος είναι, άκου τι έκανε: Έπιασε κι έβαψε τα κωλομέρια της γαϊδούρας με μίνιο και μετά πήγε κι έκατσε στο καφενείο. Ε, η ώρα περνούσε και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας συγχωριανός, ο Βαγγέλης, με δυο κόκκινες στάμπες στα παντελόνι, εδώ ψηλά, προς τον καβάλο. Και τότες πετάχτηκε όρθιος ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και φώναξε μες στην ησυχία: ‘Βρε, καλώς τον γαμπρό!’»

Ο Ιταλός ξέσπασε σ’ ένα υστερικό γέλιο μέχρι που δάκρυσε, κι ο Άρης γελούσε κι αυτός, πιο πολύ με τα δακρυσμένα και κατακόκκινα μούτρα του γέρου παρά με την κτηνοβατική μαρτυρία. (…)

Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

Confiteor – Zάουμε Καμπρέ

filmCONFITEOR. Mea culpa. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω γι’ αυτό το βιβλίο, που έχει τόσες πολλές και καλές κριτικές. Όλοι μιλούν -και δικαιολογημένα- γι’ αυτό το βιβλίο και το θεωρούν ίσως ως ένα από τα αριστουργήματα που θα αφήσουν εποχή. Ένα ογκώδες βιβλίο που ο Καμπρέ είχε αποφασίσει πως μετά από οκτώ χρόνια που το έγραφε, θα το άφηνε ατέλειωτο και αδημοσίευτο. Ευτυχώς τελικά το εξέδωσε.

Ήρωας μας ο Αντριά Αρντέβολ, επιφανής γλωσσολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου ο οποίος λίγο πριν χάσει εντελώς τα λογικά του από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, αποφασίζει να καταγράψει όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή του, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 όταν ήταν παιδί και μεγάλωνε σε μια οικογένεια που δεν τον αγάπησε κανείς, μέχρι και το σήμερα, απευθυνόμενος στον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα του Σάρα. Κλειδί στην αφήγηση είναι ένα ανεκτίμητης αξίας βιολί Στοριόνι, το Βιάλ, το οποίο φαίνεται να απέκτησε με αμφίβολης ηθικής μεθόδους ο πατέρας του Αντριά, Φέλιξ, γνωστός αντικέρ της εποχής.

(…) Το Παρίσι ήταν ένα τέχνασμα της μητέρας για να με πείσει να συνεχίσω το βιολί. Ωστόσο, δεν ήξερε πως θα άλλαζε τη ζωή μου. Εκεί σε γνώ,ρισα. Χάρη στο τέχνασμα. Όχι όμως στη συναυλιακή αίθουσα, αλλά πριν, στην ημιπαράνομη απόδρασή μου με τον κύριο Καστέλς. Στο καφέ «Κοντέ». Θα συναντιόταν εκεί με την αδελφή του, η οποία ήρθε μαζί με μια ανιψιά, εσένα.

«Σάγα Βόλτες-Εψτέιν».

«Αντριά Αρντέβολ-Μποσκ».

«Ζωγραφίζω».

«Διαβάζω».

«Δεν είσαι βιολιστής;»

«Όχι».

Γέλασες, κι ο ουρανός όλος μπήκε στο καφέ «Κοντέ». Οι θείοι σου μιλούσαν, χαμένοι στις υποθέσεις τους, και δεν πήραν τίποτα χαμπάρι.

«Μην έρθεις στη συναυλία, σε παρακαλώ», ικέτεψα. Για πρώτη φορά ήμουν ειλικρινής, και είπα χαμηλόφωνα τα’ χω κάνει πάνω μου απ’ τον φόβο. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σε σένα ήταν ότι δεν ήρθες στη συναυλία. Αυτό με έκανε να σε ερωτευτώ. Μου φαίνεται ότι δεν σ’ το είπα ποτέ.

Όταν έβγαλα το εισιτήριο του τρένου, συνειδητοποίησα ότι το να πάω να σπουδάσω στο Τύμπινγκεν σήμαινε πολύ περισσότερα απ’ το να σχεδιάζω το μέλλον. Ήταν σαν να σφράγιζα την παιδική μου ηλικία, ν’ απομακρυνόμουν απ’ την Αρκαδία μου. Ναι, ναι: ήμουν μοναχικό και δυστυχισμένο παιδί, με γονείς χωρίς καμιά ευαισθησία για οτιδήποτε δεν είχε να κάνει με την ευφυΐα μου, που ήταν ανίκανοι ν’ αναρωτηθούν αν ήθελα να πάω στο Τιμπιδάμπο για να δω τα ρομποτάκια στο λούνα παρκα, τα οποία κουνιούνταν σαν άνθρωποι, αν έβαζες κέρμα. Όταν είσαι παιδί, όμως, ξέρεις να μυρίζεις το άρωμα του λουλουδιού που λάμπει μέσα στην τοξική λάσπη. Και ξέρεις να είσαι ευτυχισμένος μ’ ένα πενταξονικό φορτηγό, που ήταν χαρτόκουτο για γυναικεία καπέλα. Αγοράζοντας το εισιτήριο για τη Στουτγάρδη, ήξερα ότι η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει. (…)

Στην αρχή ομολογώ δυσκολεύτηκα λίγο να παρακολουθήσω την αφήγηση. Confiteor. Mea Culpa. Ο Καμπρέ γράφει με έναν μοναδικό τρόπο, αλλάζοντας την αφήγηση από α’ πρόσωπο σε γ’ πρόσωπο, όχι μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο, αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, ίσως όταν θέλει να αποστασιοποιηθεί κάπως από το τι συμβαίνει στη ζωή του πρωταγωνιστή του ή ακόμα κι όταν θέλει εμείς οι αναγνώστες να δούμε τα γεγονότα από κάποια απόσταση. Πολύ γρήγορα τελικά μπήκα στο κλίμα και αφέθηκα να παρασυρθώ στη δίνη της ιστορίας με τα συνεχή πηγαινέλα στις εποχές, ξεκινώντας από την Ιερά εξέταση, περνώντας στους Ναζί, τον Φράνκο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, σε μια ιστορία που -χωρίς να έχουν κοινά- μου έφερε στη μνήμη λίγο από Όνομα του Ρόδου. Confiteor. Mea Culpa. Αλλά το Confiteor για μένα είναι ένα κλασικό βιβλίο αγάπης. Και όχι γενικά και αόριστα μιας κάποιας αγάπης. Ο Αντριά ζει και ανασαίνει μόνο για τη Σάρα.

(…) Μερικές φορές σκέφτομαι τη δύναμη της τέχνης και της μελέτης της τέχνης και τρομάζω. Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ενώ μπορούν να ασχοληθούν με τόσα πράγματα. Κι άλλοτε σκέφτομαι ότι είμαστε πρώτα κακόβουλα όντα κι έπειτα ποιητές, οπότε δεν υπάρχει σωτηρία. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει καθαρά τα χέρια του. Πολύ λίγοι, για την ακρίβεια. Ελάχιστοι. (…)

Αξίζει για πολλούς λόγους να το διαβάσει κανείς, ακόμη και ως βιβλίο αναφοράς. Ο Καμπρέ είναι μάστορας από τους λίγους.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10

 

Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10