Να μάθω να μιλώ με τα φυτά – Μάρτα Οριόλς

(…) Καθισμένες με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, εγώ έχω αγκαλιάσει τα γόνατά μου και η Πίλι έχει τα τροφαντά πόδια της απλωμένα πάνω στο κρύο πάτωμα. Οι μπορντούρες από τις λευκές βαμβακερές κάλτσες προεξέχουν πάνω από τα σαμπό και της κόβουν τις γάμπες κάτω από το παντελόνι της στολής. Μου θυμίζουν τις βαμβακερές κάλτσες που μου αγόραζε η μαμά κάθε Πάσχα και τις οποίες εγκαινίαζα με τα παπούτσια που έφερνε κάθε νέα κολεξιόν άνοιξη-καλοκαίρι. Αργότερα, εγώ έπρεπε να θυμίζω στον πατέρα μου ότι ερχόταν η ζέστη και ότι χρειαζόμουν καινούργια παπούτσια και βαμβακερές κάλτσες. Είναι πιθανόν ότι στον κόσμο των μελωδιών και των πτηνών του τα κορίτσια περπατούσαν ξυπόλυτα. Η μνήμη επιλέγει γεγονότα τα οποία στην εποχή τους ήταν ουδέτερα, και τη στιγμή που συνέβησαν δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι δημιουργούσαν μια μοναδική ανάμνηση της μητέρας που σύντομα θα χάναμε. Δύο βαμβακερές κάλτσες μπορεί να γίνουν κάτι ξεχωριστό. Δύο βαμβακερές κάλτσες, τη μέρα που τα πάντα καταρρέουν, μπορεί να γίνουν μια μητέρα. (…)

Τι υπέροχο βιβλίο! Μα πόσο ωραία γράφει η Οριόλς και είναι μονάχα το πρώτο βιβλίο της! Τι ωραίες εικόνες, γεμάτες χρώμα, υφή, αναμνήσεις και – τελικά- συναίσθημα!

Πρωταγωνίστρια είναι μια σαρανταδυάχρονη γιατρός, νεογνολόγος, η Πάουλα Σιντ, η οποία χάνει τον επί δεκαπέντε χρόνια σύντροφό της Μάουρο από αυτοκινητικό δυστύχημα, λίγες ώρες μετά από την αποκάλυψή του ότι τη χωρίζει για μιαν άλλη γυναίκα. Η Πάουλα βιώνει έναν διπλό θρήνο, αυτόν του αιφνίδιου θανάτου του συντρόφου της, αλλά και αυτόν της εγκατάλειψης, μαζί με την οργή που προφανώς τον συνοδεύει. Και παράλληλα έχει να αντιμετωπίσει τον περίγυρό της, τον πατέρα της, την κολλητή της, τον διευθυντή της, τους συναδέλφους της, τους γείτονες, τους συγγενείς της… Όλοι προσπαθούν να την πείσουν να προχωρήσει τη ζωή της. Το θέμα είναι πως η ίδια δεν ξέρει πια τι θέλει…

(…) «Και τώρα τι γίνεται;» θα ήταν, αναμφίβολα, μια ερώτηση πιο κατάλληλη για την περίσταση. «Και τώρα τι γίνεται, Πάουλα;», κι εγώ θα απαντούσα πως δεν ξέρω, πως το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αναπνέω και να δουλεύω. (…)

Όσο στενάχωρο και δραματικό είναι το βιβλίο, άλλο τόσο ζωντανό και γεμάτο ελπίδα είναι. Γιατί ο θάνατος αυτό που κάνει είναι να καθορίζει τη ζωή.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 9/10.

Leave your Comment

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.