Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών – Δημήτρης Μαμαλούκας

ΠΡΩΤΗ φορά διαβάζω βιβλίο του Μαμαλούκα και αναρωτιέμαι (αληθινά αναρωτιέμαι) γιατί άργησα τόσο. Η πρώτη λέξη που μου ήρθε στο νου διαβάζοντάς το, το πρώτο επίθετο για το βιβλίο αυτό, ήταν «γεμάτο». Γεμάτο, πώς το λένε… αυτό που δεν είναι ούτε λίγο, ούτε πολύ, ούτε μισό, ούτε λειψό, ούτε περισσεύει κάτι απέξω. Είναι απλώς… γεμάτο! Και μάλιστα συνεχίζοντας το διάβασμα, εκεί προς το τέλος, σκέφτηκα «να ένα βιβλίο ρε παιδί μου, που δεν έχει κάτι να ζηλέψει». Θες από χαρακτήρες; Από πλοκή; Από περιγραφές; Από ατμόσφαιρά; Από ανατροπές; Από παράλληλες ιστορίες; Τι θες; Ε, ό,τι θες, το έχει.

Ήρωάς μας ο Νικόλα Μιλάνο, έμπορος παλιών βιβλίων και παράλληλα, βοηθός του ερασιτέχνη ντετέκτιβ Γκαμπριέλε Αμπιάτι. Ένα από τα πολλά βράδια, που ο Νικόλα καθόταν σπίτι του φίλου του και του έκανε παρέα, ακούγοντας μουσική τζαζ, τρώγοντας μια μακαρονάδα με λάδι, σκόρδο και καυτερό πιπέρι και συνοδεύοντας την με ένα κόκκινο κρασί, Tommasi Valpolicella, ο Γκαμπριέλε σήκωσε το κινητό του που χτυπούσε χωρίς σταματημό και σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Η Κιάρα Φοντάνα, μια γνωστή του Γκαμπριέλε από τα παλιά χρόνια, τα χρόνια που μάλλον ήθελε να ξεχάσει, ήταν από κάτω και ήθελε να ανέβει να του μιλήσει. Να του πει να αναλάβει να βρει τον γιο της τον Αλεσάντρο, που χάθηκαν τα ίχνη του ξαφνικά, πριν από ενάμιση μήνα…

(…) «Έτσι είναι. Όλο αυτό τον καιρό διάβασα για γονείς, για αδέρφια που παράτησαν τα πάντα, έχασαν τη δουλειά τους, αφού δεν μπορούσαν να ψάχνουν συνεχώς… ή για άλλους που μετακόμισαν κοντά στον τόπο όπου χάθηκε ο άνθρωπός τους , έτσι, για να είναι πιο κοντά, να κρατούν την ελπίδα πιο θερμή.

»Λίγες εβδομάδες αφότου χάθηκε ο Αλεσάντρο, συνειδητοποίησα ότι είχα πάντα αυτή την τρελή αγάπη προς το παιδί μου, κι αυτή η αγάπη ήξερα ότι είναι εύθραυστη… Όχι η αγάπη, αλλά η ύπαρξή του. Τον έβλεπα τόσο ευαίσθητο, τόσο γήινο, τρωτό, έλεγα ότι οποιαδήποτε στιγμή κάτι μπορεί να πάει στραβά κι αυτή η ευτυχία να διαλυθεί σαν κρύσταλλο που γίνεται κομμάτια… Ένα ατύχημα, κυρίως αυτό φοβόμουν· βγαίνει μια νύχτα έξω να διασκεδάσει και δε γυρίζει ζωντανός και το τηλέφωνο να χτυπάει μέσα στη νύχτα, εκείνο το τηλέφωνο που νομίζεις ότι ουρλιάζει κι εσύ να σηκώνεσαι σαν την τρελή για να απαντήσεις και να ακούσεις μια φωνή αόριστη, ξένη, σχεδόν εχθρική, που προσπαθεί να γίνει φιλική και δεν τα καταφέρνει· και πώς να τα καταφέρει όταν κουβαλάει τέτοια νέα; Αυτό φοβόμουν, αλλά τελικά ήρθε ένας άλλος θάνατος, ένας θάνατος που δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο σκληρός, τόσο άγριος».

Τα δάκρυα κυλούσαν γι’ άλλη μια φορά πάνω στο όμορφο πρόσωπό της.

«Να μην έχεις τίποτα, να μην ξέρεις τι έγινε, ποιος τον χτύπησε, αν του έκαναν κάτι και τι. Τι; Τι; Αυτό το “τι” σε σκοτώνει κάθε μέρα, κάθε μέρα». (…)

Ο Γκαμπριέλε φαίνεται αρχικά να διστάζει να αναλάβει την υπόθεση, αλλά τελικά υποκύπτει στην πίεση της Κιάρα και του φίλου του, Νικόλα και αρχίζουν τις έρευνες ξεκινώντας από το διαμέρισμα του Αλεσάντρο στην Μπολόνια και συναντώντας εκεί και τη φίλη του, την Έλενα, η οποία δεν έχει ιδέα για το τι μπορεί να συνέβη στον φίλο της. Η Κιάρα αναφέρει πως τις πρώτες μέρες που χάθηκε ο γιος της, στις έρευνες της τη βοήθησε ένας παλιός της φίλος, ο διάσημος συγγραφέας αστυνομικών, ο Ντίνο Μπατάλια, στον οποίον είχε μεγάλη αδυναμία ο Αλεσάντρο και μάλιστα πήγαινε συχνά σπίτι του και μιλούσαν. Ο Μπατάλια δε, πρόσφατα και μετά από πολύ καιρό απραξίας, είχε εκδώσει το νέο του βιβλίο, «Τα καταραμένα αντίτυπα», ένα βιβλίο στις σελίδες του οποίου διαβάζουμε πως επτά άτομα αγοράζουν αντίστοιχα αντίτυπα ενός βιβλίου και αμέσως μετά, βρίσκονται νεκροί…

Πολλή δουλειά ρε παιδιά πρέπει να έριξε αυτός ο Μαμαλούκας… Λέει εκεί στις ευχαριστίες πως δούλευε το μυθιστόρημα πέντε χρόνια και πραγματικά φαίνεται. Απίστευτη έρευνα! Προφανώς και από τον τίτλο του βιβλίου και μόνο, καταλαβαίνουμε πως η ιστορία σε κάποια στιγμή θα μπλέξει με κάποιον κρυφό πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της γνωστής τρομοκρατικής οργάνωσης που έδρασε στην Ιταλία τη δεκαετία του εβδομήντα. Έχει σχέση η εξαφάνιση του Αλεσάντρο με τον πυρήνα αυτό; Ε, προφανώς και έχει, αλλά τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα διαβάσετε μόνοι σας. 🙂

Σημείωση: Πολύ προσεγμένη έκδοση και επιμέλεια από τον Κέδρο.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 8,5/10

Advertisements

So longed for and deserved

– But what sense of hope, or satisfaction, could a reader derive from an ending like that?
So, in the book, I wanted to give Robbie and Cecilia what they lost out on in life.
I’d like to think this isn’t weakness or evasion, but a final act of kindness.

I gave them their happiness.

(Vanessa Redgrave in “Atonement” by Joe Wright, 2007)

All the voices in your head…

“Gloria, faltas en el aire
falta tu presencia, cálida inocencia
faltas en mi boca, que sin querer te nombra
y escribiré mi historia, con la palabra Gloria
Porque aquí a tu lado
la mañana se ilumina
la verdad y la mentira
se llaman Gloriaaaaa…”

(Paulina García in “Gloria” by Sebastián Lelio, 2013)

You always deal in appearances?

– You’re all flops. I am the Earth Mother, and you are all flops. I disgust me. You know, there’s only been one man in my whole life who’s ever made me happy. You know that? One.
– What, the gym instructor or something?
– No, no, no, no. George. My husband?
– You’re kidding.
– Am I?
– You must be! Him?
– Yep.
– George, sure!
– You don’t believe it.
– Well, of course I do!
– You always deal in appearances?
– Oh, for God’s sake.
– George, who is out somewhere there in the dark. Who is good to me. Whom I revile. Who can keep learning the games we play as quickly as I can change them. Who can make me happy and I do not wish to be happy. Yes, I do wish to be happy. George and Martha — sad, sad, sad. Whom I will not forgive for having come to rest, for having seen me and having said, “Yes, this will do”. Who has made the hideous, the hurting, the insulting mistake of loving… me. And must be punished for it. George and Martha — sad, sad, sad. Some day, hah! Some night, some stupid, liquor-ridden night, I will go too far and I’ll either break the man’s back or I’ll push him off for good which is what I deserve.

(Elizabeth Taylor and George Segal in “Who’s Afraid of Virginia Woolf?” by Mike Nichols, 1966)

44

4. Παιχνίδι, νάζι. Άνεννοιας… Δεν ξέρω καν αν όντως θυμάμαι. Μάλλον αν-αναμνήσεις είναι, ξεσηκωμένες από ιστορίες των γονιών μου και από φωτογραφίες, όπως αυτή εδώ. Μια φωτογράφος, οικογενειακή φίλη, ήρθε σπίτι να μας φωτογραφήσει. Ντράπηκα. Έτρεξα να κρυφτώ στο δωμάτιό μου. Βλέπετε… Ήμουν μόνον με το βρακούιν μου. Πιπίλα, ναι, είχα μέχρι και που πήγα δημοτικό.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Πυροσβέστης του διαστήματος.

14. Μόνο μπάσκετ. Όλη μέρα μπάσκετ. Σχολείο στο ρελαντί, κορίτσια τόσο, ώστε να αισθάνομαι κολακευμένος.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Μπασκετμπολίστας.

24. Δουλεύω σε καφετέρια το πρωί και σε πιτσαρία το βράδυ. Θεωρητικά, βγάζω χαρτζιλίκι και μελετάω προσεκτικά τα επόμενα επαγγελματικά βήματά μου. Πρακτικά, βγάζω περισσότερα από όσα θα έβγαζα για τα επόμενα πέντε χρόνια και δε θέλω να αλλάξω αυτό που κάνω. Λιγότερο μπάσκετ πλέον και περισσότερα κορίτσια. Κοπέλες.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Κάτι που θα μου φέρνει πολλά λεφτά.

34. Η Αγγελική είναι έγκυος. Άνεννοιας για λίγο καιρό ακόμα. Η ζωή μου σε λίγους μήνες θα αλλάξει τόσο που δεν μπορώ να φανταστώ. Μέχρι τότε βόλτες, σινεμά, φίλοι… Φίλοι που θα μείνουμε για πάντα μαζί.

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– Το δεξί χέρι του αφεντικού μου.

44. Μεγάλωσα. Δε θέλω να γίνω κάτι άλλο. Θέλω να συνεχίσω να είμαι αυτός που είμαι. Είμαι ευτυχισμένος με όλα αυτά που έχω κατακτήσει και θα παλέψω για να τα διατηρήσω. Ξέρω πως θα έρθουν κι άλλα. Χειρότερα μα και καλύτερα (και τα περιμένω, όλα μαζί, όπως συνήθως τα φέρνει η ζωή). Γι’ αυτό ανοίγω το γκάζι κι αφήνω το αμπραγιάζ…

– Κάνε μια ευχή. Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

– (Χαμογελάω…) Διάσημος συγγραφέας που όλα τα βιβλία του θα γίνουν χολιγουντιανές ταινίες.

– Μα…

– Πραγματοποιήθηκε καμία από τις προηγούμενές μου ευχές;

– (Γέλια) Όχι…

– Τότε μάλλον διατηρώ ακόμα το δικαίωμα να ονειρεύομαι…