Bolero

– … But there’s more to life than screwing to Ravel’s “Bolero”!

– Sure there is… But what’s wrong with screwing to Ravel’s “Bolero”?

(Dudley Moore and Bo Derek in “10” by Blake Edwards, 1979)

Advertisements

I’m just what I am, that’s all

– Pop, I am a dime a dozen and so are you.

– I am not a dime a dozen! I am Willy Loman and you are Biff Loman!

– I am not the leader of men, Willy! And neither are you! You were never anything but a hard-working drummer who landed in the ashcan like all the rest of them. I am one dollar an hour, Willy! I am not bringing home any prizes anymore, and you’re gonna stop waiting for me!

– You vengeful, spiteful mutt!

– Yeah, Pop! Pop, I’m nothing. I’m nothing, Pop. Can’t you understand that? There’s no spite in it anymore. I’m just what I am, that’s all.

(John Malkovich and Dustin Hoffman in “Death of a Salesman” -an Arthur Miller play by Volker Schlöndorff , 1985)

Το γράμμα της Άννας

20 Σεπτεμβρίου 1966

Κοιμόσουν ακόμα όταν ξύπνησα. Σε κοίταξα δίπλα μου ν’ ανασαίνεις. Ονειρευόσουν… Αλέξανδρε; Το χέρι σου κουνήθηκε λίγο σα να μ’ έψαχνε…τα βλέφαρά σου έπαιξαν κι έπειτα βυθίστηκες πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα ανάμεσα στα μάτια σου κύλησε και ταξίδεψε… Το μωρό από δίπλα μουρμούρισε ένα σιγανό παράπονο, μια πόρτα έτριξε. Βγήκα στην βεράντα… κι έκλαψα… (…)

Αχ, να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή να την καρφιτσώσω σαν πεταλούδα να μην φύγει. (…)

Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα που απλώνεται… λιπόθυμη. Το σπίτι μυρίζει ζεστό γάλα κι υγρό γιασεμί. Σου γράφω, σου μιλάω… Νιώθω ότι σ’ έχω πλησιάσει τόσο πολύ που μου αντιστέκεσαι.

Απειλώ τον κόσμο σου, Αλέξανδρε;

Κι όμως δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα. (…)

Τη νύχτα σε κοίταζα. Δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες. Φοβόμουν αυτό που μπορούσες να σκέφτεσαι. Φοβόμουν ότι είχα μπει μες στη σιωπή σου. Κι άρχισα να δείχνω εύθραυστη με τον μόνο τρόπο που ξέρω, με το κορμί μου, γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια. Δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα, Αλέξανδρε. (…)

Περπάτησα γυμνή στην άμμο. Φυσούσε… Ένα καράβι πέρασε. Αργούσες να ξυπνήσεις. Πάνω μου, η ζεστασιά σου ακόμα. Δεν τολμούσα να ονειρευτώ ότι μ’ ονειρεύεσαι. Αχ, Αλέξανδρε! Αν για μια στιγμή το πίστευα, θα διαλυόμουν σε μια κραυγή. (…)

Προσπαθώ να σε κλέψω ανάμεσα σε δυο βιβλία. Ζεις τη δικιά σου ζωή κοντά μας, σε μένα και την κόρη σου, αλλά όχι μαζί μας. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα φύγεις. Ο άνεμος φυσάει τα μάτια σου μακριά… Όμως, δώσε μου τούτη τη μέρα… Σα να ‘ναι η τελευταία μας. Δώσε μου τούτη τη μέρα. (…)

Πέρα μακριά στο πέλαγο. Το νησί σου ταξιδεύει. Ένα πουκάμισό σου ξεχασμένο ανεμίζει στο μπαλκόνι. Ο, εσύ προφυλαγμένε και μέσα στη σκιά ενός δωματίου, λεηλατημένο από τις φωνές της νύχτας. Σε κοιτάζω με κλειστά τα μάτια. Σ’ ακούω με τ’ αυτιά σφραγισμένα, χωρίς στόμα, σε παρακαλώ. (…)

Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα. Ακόμα κι ακόμα… Σου γράφω, σου μιλάω. Όταν… Όταν ξαναγυρίσεις κάποτε σε τούτη τη μέρα, θυμήσου…

Την κοίταξα με όλα τα μάτια.

Τη χάιδεψα με όλα τα χέρια.

Στέκομαι δω και σε περιμένω τρέμοντας.

Δώσε μου τούτη τη μέρα…

(Με τη φωνή της Πέμυς Ζούνη ακούμε το ποίημα “Το γράμμα της Άννας” που έγραψε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος για τις ανάγκες της ταινίας του “Μια αιωνιότητα και μια μέρα”, 1998 – στο στιγμιότυπο η Isabelle Renauld και ο Bruno Ganz)

lovers are like buses…

– No one has ever picked me up and not wanted something.

– I think you picked me up… This is kind of a serious day for me.

– Come on. What could be so serious for a guy like you?

– I’m just trying to get over an old love I guess.

– My mother says that lovers are like buses. You just have to wait a little while and another one comes along.

(Jon Kortajarena and Colin Firth in “A Single Man” by Tom Ford, 2009)

Το μοτίβο του δολοφόνου – Γρηγόρης Αζαριάδης

ΠΗΡΑ μια μπίρα από το ψυγείο. Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου, άναψα τσιγάρο κι άνοιξα το λάπτοπ. Ρούφηξα μια γενναία γουλιά και ξεκίνησα να γράφω:

Ας μην πω άλλα. Δε θέλω να αποκαλύψω τι θα κάνω στη συνέχεια του μοτίβου μου… Όποιος άλλωστε έχει διαβάσει το βιβλίο, είμαι σίγουρος πως η παραπάνω σεκάνς, θα του σηκώνει τις τρίχες στη βάση του σβέρκου, κατ’ ελάχιστον για δύο χιλιοστά :-).

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το βιβλίο, οπότε δε θα σας πω κι εγώ τα ίδια. Θα πω μόνο πως είναι ένα από τα λίγα καθαρόαιμα αστυνομικά που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα, με τόση προσήλωση και πίστη στις αληθινές διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, τόσο που θα έπρεπε να διδάσκεται στη σχολή της αστυνομίας. Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος, ακολουθεί κάτι που στην αρχή δείχνει ως τυχαίος τρόπος για να σκοτώνει τα θύματά του. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό, κανένα στοιχείο, κανένα εύρημα, μάρτυρες αναξιόπιστοι, κοινώς τίποτα που να μπορέσει η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της, να χρησιμοποιήσει ώστε να βρει ένα κίνητρο ή να συνθέσει το προφίλ του δολοφόνου. Κι όμως τελικά υπάρχει ένα μοτίβο… Ένα μοτίβο το οποίο παραπέμπει σε έναν σίριαλ κίλερ που έδρασε πριν πολλά χρόνια στο Ρότερνταμ, τον ελληνικής καταγωγής, Καρλή. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως ο Καρλής είναι εδώ και χρόνια νεκρός!

(…) Τα σημάδια μιας ακόμα δύσκολης νύχτας, με μικρά διαλείμματα ύπνου λαγού, ήταν φανερά στο άγνωστο πρόσωπο που την παρατηρούσε κουρασμένο στον καθρέφτη. Ένιωθε λες κι ο εγκέφαλός της είχε χτυπηθεί για σαράντα δευτερόλεπτα σ’ ένα περίεργο μίξερ, και, μόλις το έβγαλαν από την πρίζα, τε εγκεφαλικά κύτταρα άρχισαν να γλιστράνε για να προσγειωθούν ξανά στη θέση τους μετά την ξαφνική καταιγίδα.

Το βλέμμα του Αλέξανδρου, όταν έσπρωχνε τον φραπέ προς το μέρος της, εξέφραζε παραστατικά την απορία του για το πρώιμο της πρωινής προσέλευσης. Το ρολόι της έδειχνε 06:55. Σύρθηκε μέχρι τις σκάλες και σε δύο λεπτά βούλιαζε σχεδόν εξουθενωμένη στην πολυθρόνα. Σε μισή ώρα, ύστερα από τρία τσιγάρα, άρχισε να βλέπει τα πράγματα λίγο καλύτερα. Έστω και με το ένα μάτι. Βγήκε στον διάδρομο. Δεν υπήρχε ψυχή.

Μόνο ο Σταυρίδης θα ‘χει έρθει, συλλογίστηκε κοιτάζοντας την ανοιχτή πόρτα του γραφείου του.

Επέστρεψε στο γραφείο. Άνοιξε το λάπτοπ. Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη των στοιχείων της αστυνομίας του Ρότερνταμ. Όσο προχωρούσε, ένιωθε τα παγωμένα χέρια του φόβου να της σφίγγουν σαν τανάλιες τα σωθικά. (…)

Αυτό το βιβλίο μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σε κάτι που θέλω εδώ και καιρό: Το πόσο δύσκολο και πόσο χρονοβόρο είναι το να ολοκληρώσεις τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, το οποίο ο αναγνώστης διαβάζει μέσα σε μερικές ώρες. Ο Αζαριάδης έκανε έρευνα δύο ετών και μίλησε με πάνω από πέντε ειδικούς στον τομέα τους, από πολλές φορές, μόνο και μόνο για να συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελε. Αφήστε την ίδια τη συγγραφή και διόρθωση. Και οι συγγραφείς δεν είναι οι τύποι που βλέπουμε στις ταινίες, που κάθονται σε μια σοφίτα και απλώς γράφουν ολημερίς και ολονυχτίς, με τη γυναίκα τους διακριτικά να τους ρωτάει αν θέλουν κάτι για να φάνε. Έχουν οικογένειες, έχουν υποχρεώσεις που τρέχουν και που σας διαβεβαιώ, για το 99,9% των συγγραφέων, δεν τους τις λύνει η συγγραφή. Οπότε όλος αυτός ο χρόνος από κάπου πρέπει να «κλαπεί». Κι αν θέλει να είναι σωστός κι εντάξει, ο συγγραφέας συνήθως τον κλέβει από τον προσωπικό του χρόνο, από τον χρόνο που θα κοιμόταν, ξεκουραζόταν ή που θα έκανε κάτι άλλο για τον εαυτό του. Αν λοιπόν δείτε σε κάποια παρουσίαση βιβλίου τον Αζαριάδη, χτυπήστε τον απαλά στην πλάτη, κοιτάξτε τον με τα μάτια που μόνο οι γονείς κοιτάζουν τα παιδιά τους και πείτε του ένα «μπράβο». Δε θέλει -νομίζω- κάτι παραπάνω για να είναι ευτυχισμένος (και βεβαίως να συνεχίσει να γράφει).

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 8/10.

Εφιάλτες

Τελευταία βλέπω εφιάλτες. Είχα πολλά χρόνια να δω και -για να σας προλάβω- δεν είναι από βαρυστομαχιά. Επίσης δεν είναι εφιάλτες με τέρατα ή ζόμπι. Να, ας πούμε σε έναν, δεν μπορούσα με τίποτα να βρω έναν φίλο μου. Ούτε σε τηλέφωνο, ούτε σε μέιλ, ούτε καν όταν πήγα στο σπίτι του. Σε έναν άλλον εφιάλτη, είχα χάσει το ένα παπούτσι μου και όποιο έβλεπα μπροστά μου για να βάλω, δεν ταίριαζε, ήταν κάποιου άλλου… Σήμερα ξύπνησα στις 2:43 προσπαθώντας να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Ήμουν, λέει, σε μια μεγάλη σπηλιά που είχε εσωτερική λίμνη. Στο τέλος της, η λίμνη επικοινωνούσε με μια παγωμένη εξωτερική λίμνη, αρκεί να βουτούσες στα παγωμένα νερά της, να έκανες μια διαδρομή ενός μέτρου κάτω από το νερό και να πέρναγες από ένα μικρό χώρισμα…

Το αποφασίζω χωρίς δισταγμό. Βουτάω, παγώνω, βλέπω το μικρό φωτεινό χώρισμα, περνάω οριακά από το χώρισμα και βγαίνω σε ένα ηλιόλουστο κατεψυγμένο τοπίο. Η εξωτερική λίμνη είχε γίνει παγοδρόμιο και ο φωτεινός ήλιος με έκανε να κλείνω τα μάτια. Απεραντοσύνη. Όπου κι αν γυρνούσα, το μάτι μου δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο πέραν από πάγο και ήλιο. Δεν κάθομαι πολύ. Βουτάω ξανά πίσω, αλλά σκαλώνω στο χώρισμα, το οποίο ξαφνικά ήταν πιο μικρό. Δυσκολεύομαι πολύ να το περάσω. Το περνάω και βλέπω από πάνω μου την επιφάνεια της θερμής εσωτερικής λίμνης. Η ανάσα μου όμως δε φτάνει. Το ξέρω πως δε φτάνει. Ανοίγω εντελώς μάτια και στόμα, έτοιμος να καταπιώ νερό. Ανοίγω το στόμα ξέροντας πως θα γεμίσω τα πνευμόνια μου με νερό και όχι με οξυγόνο.

Ευτυχώς ξυπνάω και παίρνω ανάσα… Η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Αυτός δίπλα είναι ο Μπιλ. Ο Μπιλ μιλάει όταν κάτι τον απασχολεί. Βρίσκει έναν φίλο, τον κολλητό του, τη γυναίκα του, τη μάνα του, την αδελφή του, έναν περαστικό, τον διπλανό του στο μετρό ή στην τελική τον ψυχοθεραπευτή του και τους τα λέει. Ο Μπιλ δεν έχει εφιάλτες.

Μη γίνεις σαν εμένα. Γίνε σαν τον Μπιλ.

Instead of wishing…

– I think the reason why Mommy left was because for a long time now I’ve kept trying to make her be a certain kind of person. A certain kind of… of wife that I thought she was supposed to be. And she just wasn’t like that. She was… she just wasn’t like that. And now that I think about it, I think that she tried for so long to make me happy… and when she couldn’t, she tried to talk to me about it, see? But I wasn’t listening, cause I was too busy, I was… too wrapped up just thinking about myself. And I thought that anytime I was happy, that meant she was happy. But I think underneath… she was very sad. Mommy stayed here longer than she wanted to, I think, because she loves you so much… and the reason why… Mommy couldn’t stay anymore was because she couldn’t stand me, Billy. She didn’t leave because of you. She left because of me… Go to sleep now because it’s really late, okay?

– Good night.

– Sleep tight.

– Don’t let the bedbugs bite.

– See you in the morning light.

– Daddy?

– Yeah?

– I love you.

– I love you too.

(Dustin Hoffman and Justin Henry in “Kramer vs. kramer” by Robert Benton, 1979)

Νεκρές ώρες – Βασίλης Δανέλλης

ΕΙΧΑΜΕ συναντηθεί με τον Δανέλλη μαζί πριν από περίπου ενάμιση χρόνο σε μια κουβέντα για την αστυνομική λογοτεχνία στο Ζάππειο και ντρέπομαι που το λέω, αλλά είναι το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω. Αν έχω καταλάβει καλά βέβαια, όλα τα βιβλία του είναι αρκετά διαφορετικά σε ύφος και από μια άποψη ίσως ήταν καλό που άρχισα με αυτό, το οποίο βρήκα εντελώς του γούστου μου.

Ο (αντι)ήρωάς μας είναι ένας εκτελεστής. Ένας εκτελεστής που έχει γεράσει επικίνδυνα. Που μπορεί ακόμη να εκτελεί σε απόλυτο βαθμό τα συμβόλαιά του, αλλά παράλληλα ζει με τον δικό του κώδικα τιμής. Κάθε φορά κι ένας νέος στόχος, ένας νέος νεκρός. Ώσπου μια μέρα βλέπει μια γυναίκα, την οποία δεν μπορεί να βγάλει απ’ το μυαλό του. Κι αυτό δεν είναι καλό για κάποιον που κάνει το δικό του επάγγελμα. Που δεν πρέπει να έχει δεσμούς με κανέναν και τίποτα. Δεσμούς που τον κρατάνε. Δεσμούς που μπορεί κάποιος να τους εκμεταλλευτεί εναντίον του…

(…) Η σκέψη μου, χωρίς να το θέλω, πάει στη γυναίκα που συνάντησα έξω απ’ το κλαμπ. Προσπαθώ να την διώξω. Αντιστέκεται. Με κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο της. Με καλεί κοντά της. Χωρίς λόγια, με το βλέμμα. Προσπαθώ να την αγγίξω. Τα μαλλιά της γίνονται κύματα και με τυλίγουν. Χάνομαι μέσα τους, παλεύω να πάρω ανάσα. Όσο παλεύω, τόσο μπλέκομαι στις μακριές τούφες της. Παραδίνομαι. Τα μαλλιά γίνονται νύχτα. Κλείνω τα μάτια μου. Βυθίζομαι. Νιώθω μια μαλακή επιφάνεια να με τυλίγει. Είναι ο καναπές του άντρα που θα σκοτώσω. Είμαι ξαπλωμένος πάνω του. Γύρω μου έρημος. Ο άνεμος σηκώνει σκόνη, αλλά εμένα δεν μ’ αγγίζει. Την σταματάει ένα αόρατο τζάμι. Τα πάντα είναι θαμπά. Μέσα από την αμμοθύελλα εμφανίζεται πάλι εκείνη. Σκαρφαλώνει πάνω μου. Τα μαλλιά της είναι υγρά, στάζουν θάλασσα. Τα μάτια της είναι κεχριμπάρια, στάζουν μέλι. Τα χείλη της είναι κόκκινα, στάζουν αίμα. (…)

Ο ήρωάς μας δεν έχει όνομα. Κανείς δεν έχει όνομα σε αυτή την ιστορία. Το μόνο που χρειάζεται είναι να προχωρά συνεχώς, σκοτώνοντας κάθε πιόνι στη σκακιέρα που βρίσκεται στον δρόμο του. Σκέφτεται να αποσυρθεί. Όμως… Όμως κάποια στιγμή αρχίζει να βλέπει τη «μεγάλη εικόνα» και καταλαβαίνει πως ακόμη κι αυτός είναι ένα πιόνι. Ένα πιόνι που πρέπει να συνεχίσει να σκοτώνει και να κάνει «Ματ» στον Βασιλιά, προτού ο ίδιος σκοτωθεί. Εκτός αν μπορέσει κάπως και ξεφύγει από όλα αυτά…

(…) Αυτή είναι η δικαιοσύνη. Ένα σκυλί έτοιμο να σ’ αρπάξει απ’ τον λαιμό. Εκτός βέβαια αν τα ‘χεις καλά μαζί του. Το χαϊδεύεις πού και πού, του δίνεις στη ζούλα καμιά λιχουδιά, τ’ αφήνεις να πηδάει το πόδι σου. Τότε, ναι, μπορείς να την εμπιστευτείς. (…)

Το βιβλίο έχει πολλά στοιχεία που δεν τα βρίσκεις συχνά σε ένα βιβλίο και μου άρεσαν πολύ. Καταρχάς είναι μικρό, μόλις 140 σελίδες. Ξέρω, οι πιο πολλοί το βρίσκουν αρνητικό αυτό, αλλά εμένα μου αρέσουν τα μικρά βιβλία, με μια ή το πολύ δύο ιστορίες. Επίσης, δεν αναφέρονται παρά ελάχιστα ονόματα στην ιστορία. Σχεδόν όλοι οι ήρωες αποκαλούνται με κάποιο χαρακτηριστικό τους, ο εκτελεστής, ο καραφλός, ο μουστάκιας, ο εφοπλιστής, ο δικηγόρος κ.ο.κ., οπότε ξεχάστε τις σημειώσεις των σκανδιναβικών ονομάτων που γράφατε σε χαρτάκι δίπλα σας μέχρι σήμερα. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ενεστώτα, με κοφτές προτάσεις και όλο το βιβλίο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος! Απίστευτο, ναι, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένας διάλογος!

Ο Δανέλλης έγραψε ένα σπουδαίο υπαρξιακό νουάρ με έναν αντιήρωα που, στο τέλος, μάλλον θα σας κάνει να τον συμπαθήσετε.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10.