Ο προσκυνητής – Τέρι Χέις

proskΑΠΟ τις πρώτες σελίδες αυτού του ογκόλιθου των οκτακοσίων και σελίδων, κατάλαβα τα εξής: 1) Ο Χέις -ως σεναριογράφος- το έγραψε για να γίνει ταινία και 2) Θα διάβαζα ένα βιβλίο με πολλές πληροφορίες και επιμέρους ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν σε δύο βιβλία. Δεν έπεσα έξω.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα μεταξύ δύο ιστοριών, όχι απαραίτητα ανά κεφάλαιο. Η μία ιστορία είναι του «καλού» και η άλλη του «κακού» και αναπόφευκτα αυτές οι δύο στο τέλος θα συναντηθούν, όταν θα είναι και η στιγμή που οι δύο ήρωες θα πρέπει να αναμετρηθούν. Ο «καλός» είναι ένας πρώην μυστικός πράκτορας, ο Σκοτ, ο οποίος έχει αποσυρθεί, αλλά δεν τον αφήνουν στον ησυχία του. Ο Μπράντλι, ένας αστυνομικός, ήρωας και επιζών της εντεκάτης Σεπτεμβρίου, ο οποίος διαβάζοντας ένα εγχειρίδιο ερευνητικών μεθόδων που είχε γράψει με ψευδώνυμο ο συνταξιούχος πλέον Σκοτ, έβαλε στόχο της ζωής του να τον ανακαλύψει και να τον πείσει να βοηθήσει τους νέους ερευνητές μιλώντας ως εισηγητής σε ένα σεμινάριο για ντετέκτιβ.

(…) Έστω πως κάποιος θέλει να διαπράξει ένα φόνο, χωρίς όμως να γνωρίζει πώς θα το κάνει δίχως να τον πιάσουν. Ας υποθέσουμε πως δούλευε σε κάποιον από τους Δίδυμους Πύργους και εκείνο το πρωί είχε αργήσει να πάει στη δουλειά. Και δεν ήταν στο γραφείο της όταν έγινε η επίθεση, μα είδε τους ουρανοξύστες να καίγονται και να καταρρέουν απέξω. Αν όλοι οι συνάδελφοί της ήταν νεκροί, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη είχε επιβιώσει; Θα μπορούσε απλώς να εξαφανιστεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μέρος να μείνει και να βεβαιωθεί πως κανένας δεν θα την αναγνωρίσει. Και τότε θα μπορούσε να διαπράξει τη δολοφονία όποτε ήθελε. Και δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι από το θάνατο, έτσι δεν είναι; (…)

Όταν τελικά βρίσκει τον Σκοτ, ο Μπράντλι τον εμπλέκει σε μια ασυνήθιστη υπόθεση ανθρωποκτονίας όπου ο δολοφόνος δείχνει να έχει ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες που βρήκε στο βιβλίο του πράκτορα, αλλά από την ανάποδη, για να καλύψει δηλαδή τα ίχνη του. Και το ταξίδι ξεκινά από αυτή την υπόθεση, για να καταλήξει να κυνηγά ο Σκοτ τον «κακό», τον πιο επικίνδυνο τρομοκράτη, τον επονομαζόμενο Σαρακηνό, πριν ο τελευταίος προλάβει να εκτελέσει το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα απέναντι στην Δύση. Ένα χτύπημα που θα κοστίσει τη ζωή σε δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες δυτικούς…

(…) Να είσαι δεκαεφτά χρονών, μόνος, χωρίς γονείς να μπορούν να σε θάψουν ή να σε προστατέψουν, καθώς στέκεσαι σε μια βουνοκορφή του Αφγανιστάν με μόνη κάλυψη τη σκιά σου, με θραύσματα από βράχους και σφαίρες να περνούν δίπλα σου καθώς οι μπαρουτοκαπνισμένοι αεροπόροι έχουν ανοίξει τις πύλες της κολάσεως˙ κι εσύ να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα ενώ τα πάντα γύρω σου καίγονται, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο των ελίκων και των μηχανών, το θανάσιμο τερέτισμα των πυροβόλων καθώς πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, προσπαθώντας να μείνεις ψύχραιμος καθώς κατευθύνεις τη ρουκέτα με το χειριστήριο˙ να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, μετρώντας τα ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει η Αποκάλυψη, καθοδηγώντας το βλήμα μέχρι την κοιλιά του ιπτάμενου κήτους˙ να νιώθεις τη ζέστη της έκρηξης και στη συνέχεια να μυρίζεις το θάνατο και την καμένη σάρκα, συνειδητοποιώντας με χαρά πως δεν ήταν η δική σου σάρκα – τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα είχαν το θάρρος να κάνουν κάτι τέτοιο. (…)

Μια πολύ καλή και χορταστική περιπέτεια σαν τρίωρη ταινία δράσης. Αν δεν είχε και την απαιτούμενη (!) προπαγάνδα των καλών δυτικών εναντίων των κακών φονταμενταλιστών και φανατικών μουσουλμάνων, θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

 

η Αϊσέ πάει διακοπές – Κωνσταντία Σωτηρίου

aisheΑγιά Μαρίνα τζαι τζυρά

που ποτζοιμίζεις τα μωρά

ποτζοίμισ’ τζαι το γιούδινν μου

το πιο γλυτζιν τραούδιν μου

έπαρ’ το πέρα, γύρισ’ το

τζαι πάλε στράφου φέρ’ μου το

Γράφω τους στίχους αυτούς και έχω ανατριχιάσει ολόκληρος. Και δακρύζω. Οι μνήμες. Οι μνήμες. Πόσα χρόνια, πόσα άυπνα βράδια μού το τραγουδούσες, ‘άμμα μου; Δεν ξέρω πώς νιώθει ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης όταν ξεκινά να διαβάσει ένα βιβλίο που στις πρώτες – πρώτες γραμμές της ιστορίας έχει ένα νανούρισμα. Εγώ όμως. Εγώ. Εγώ ξέρω. Ξέρω, γιατί είναι το δικό μου νανούρισμα. Έχω μνήμες, μνήμες από την εισβολή που έγινε όταν ήμουν τριών μηνών. Και η Κωνσταντία έχει, που ήταν αγέννητη. Ίσως ήταν στην κοιλιά της μάμμας της όταν έπεφταν οι βόμβες, όταν ο ‘αππούς μου ο Μισιελλής ελαλούσεν μου πως είμαι τέλλεια Ταχτακαλίτης και βρεχόταν από τα νερά της αποστείρωσης καθώς εβουρούσεν μες στο χάραμαν του φου. Έχουμε μνήμες και οι δυο μας, γιατί η μάμμα, ο παπάς, ο παππούς και η γιαγιά μάς μιλούν κάθε μέρα γι’ αυτά που έζησαν, για τα σπίτια που έχασαν, για τον άντραν και τον αρφόν που αγνοείται ακόμα. Και δε μιλούν μόνο. Τραγουδούν, κλαιν, γελούν, μάχουνται και ξαναζούν. Μαζί μας.

(…) Να γυρνάς μέσα στο σπίτι που άδειασε, να κοιτάζεις την καρέκλα που έμεινε κενή, το πιάτο που μένει αδειανό, τα ρούχα που ποτέ δεν θα φορεθούν πια, τα παπούτσια του που θα μείνουν απάτητα. Αυτό είναι ο θάνατος. Η φωνή του που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά στην αυλή, τα μαλλιά του που δεν θα τα νιώσει ποτέ ξανά ο άνεμος. Αυτός είναι ο θάνατος. Και μετά εσύ, που δεν θα τον ξανανιώσεις ποτέ σου εσύ, το κορμί του, τα χέρια του, η μαλακή κοιλιά του, το τόξο στο κορμί του όταν σε αγαπούσε όταν κάνατε έρωτα. Τέλειωσε πια ο έρωτας. Αυτός είναι ο θάνατος. (…)

Ηρωίδα μας η Χατισέ, που έφυγε μωρό από την Πάφο και πήγε στα «αρχοντικά» σπίτια της Λευκωσίας να μείνει με την αρφήν της. Που πήγε και μαθήτευσε κοντά στη ράφτρα την Κασσιανή, που γνώρισε τον Αρίφη, που τον ερωτεύτηκε, που αποφάσισε να τον ακολουθήσει και άλλαξε η ζωή της, γιατί ήταν ή αυτός ή εμείς. Ποιος αυτός και ποιοι εμείς; Πότε έγιναν αυτοί τα αδέρκια μας; Και μετά ήρθε η Αϊσέ για διακοπές. Και της άρεσε στην Κύπρο μας. Και αποφάσισε να μείνει για πάντα. Και η ζωή της Χατισέ άλλαξε και πάλι. Μαζί με τη δική μας αυτή τη φορά…

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10