Η Ενοχή της Αθωότητας – Ιωάννα Μπουραζοπούλου

ενοχήΣΤΗΝ παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε το Δεκέμβριο που μας πέρασε στην Αθήνα, κάποια στιγμή στις χαιρετούρες έρχεται ο Δημήτρης ο Ποσάντζης από τον Καστανιώτη και μου λέει «Είδες ποια καθόταν δίπλα μου; Η Ιωάννα η Μπουραζοπούλου. Την ξέρεις ε;» «Ναι, ναι, βέβαια» είπα εγώ, που ούτε το όνομα της δε θυμόμουν την άλλη μέρα για να την ψάξω στην Google… Και μετά ντράπηκα. Και που δεν την ήξερα και -ακολούθως- που δεν της μίλησα (εντάξει, και για το ψεματάκι που είπα στον Ποσάντζη ντράπηκα λίγο, το ομολογώ!)

Από την Google έμαθα λοιπόν πως η Μπουραζοπούλου έγινε ευρέως (αλλά όχι σε μένα λέμε!) γνωστή για το μυθιστόρημα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, το οποίο βραβεύτηκε το 2008 με το Athens Prize for Literature του περιοδικού δε(κατα), ένα βιβλίο που η Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013. Επίσης, πριν λίγους μήνες πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Ουράνη, για την Κοιλάδα της λάσπης, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Ο δράκος της Πρέσπας. Κι εγώ να μην την έχω ακούσει! Ίσως τελικά να έχω μια μικρή δικαιολογία που δεν την γνώριζα, επειδή όχι μόνο δεν διάβαζα καθόλου λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά ούτε καν σε σειρές ή ταινίες δεν με έλκει το αντικείμενο. Να φανταστείτε τον Hodor προχθές τον έμαθα, που γέμισε το διαδίκτυο με το “Hold the door” meme και μου έσπασε τα νεύρα!

Πριν ένα μήνα περίπου όμως, όλα άλλαξαν. Ήταν η παγκόσμια ημέρα βιβλίου και είχα την τιμή να βρεθώ στο βιβλιοπωλείο του Καστανιώτη μαζί με πολλούς συγγραφείς, μεταξύ αυτών και την Μπουραζοπούλου. Ήθελα πολύ να βρω κάτι να της πω, αλλά… ντρεπόμουν. Βλέποντας την να φεύγει, το μόνο που κατάφερα να της πω είναι αν θυμάται που είχε έρθει στην παρουσίαση του βιβλίου μου και πόσο χάρηκα γι’ αυτό και αυτή μου απάντησε πως θυμάται πολύ καλά τη συγκεκριμένη παρουσίαση και θέλει πολύ να βρει χρόνο να διαβάσει το βιβλίο μου! Ωχ, σκέφτηκα. Εδώ είμαστε. Πιάνω την Ισμήνη την Κουρούπη από το χέρι και της λέω να μου προτείνει ένα βιβλίο της να το διαβάσω. Ντροπή (μου) πια! Και προς έκπληξη μου, αντί να μου δώσει  τη γυναίκα του Λωτ, μου έδωσε αυτό εδώ…

Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου ο Θάνατος είναι πλέον το αδιαφιλονίκητο αγαθό. Η ήπειρος είναι χωρισμένη σε εννιά κάστες επαγγελματιών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε πολλές συντεχνίες. Δύο ασυνήθιστοι φίλοι, ο Ιωσήφ Εράλης, ένας καλλιτέχνης, μπαρμπέρης των φυλακισμένων, και ο Πελαργός, ένας διανοούμενος, εκφωνητής επικήδειων, αναλαμβάνουν μια περίεργη αποστολή: Να οδηγήσουν με ένα όχημα-κάλπη έναν εξ ορισμού αθώο κρατούμενο μέσα από τις εννέα πόλεις-κέντρα των καστών, όπου κάθε λίγα χιλιόμετρα θα πρέπει να σταματούν για να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει θετικά, αν θέλει να αθωωθεί ο κρατούμενος.

(…) Παίζοντας σκάκι τα ήσυχα απογεύματα, σπούδαζαν ο ένας τον άλλο με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Ο Πελαργός άρχισε να βρίσκει ευχάριστη τη λακωνικότητα του καλλιτέχνη, που οι λέξεις του ήταν ακριβείς και μετρημένες, ενώ πρόσεξε ότι η γλώσσα του σώματός του είναι πολύ πιο αναλυτική από το λόγο του. Το «ναι» διαβαθμιζόταν από απλή κατάφαση σε θερμή πρόσκληση ανάλογα με την κίνηση του  κεφαλιού ή το άνοιγμα των ώμων, ενώ το «όχι» κλιμακωνόταν από αδιαφορία σε απόρθητη άρνηση καθώς άλλαζε η θέση των χεριών και της πλάτης. Γνώριζε, φυσικά, πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δεν είχε εκτιμήσει μέχρι σήμερα την ευφράδεια τούτου του σάρκινου εκφραστικού μέσου, που αποκάλυπτε τόσο καθαρά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Ιωσήφ, ώστε ο μεσήλικας νόμιζε ότι μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο με την κοιλιά ή με την γάμπα του. (…)

Κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητα του κρατουμένου, παρά μόνο αυτός που τον επέλεξε και που δεν έχει το δικαίωμα να ψηφίσει. Αν έστω και ένας επαγγελματίας (μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο κρατούμενος) ψηφίσει να αθωωθεί, τότε αθωώνεται και σταματάει το οδοιπορικό. Αν κανείς δεν ψηφίσει την αθώωση του, ο κρατούμενος θα θανατωθεί. Και ενώ στα μάτια των δύο φίλων οδηγών φαντάζει απίθανο να ξεκινήσει καν αυτό το ταξίδι, μιας και πιστεύουν πως τουλάχιστον ο ίδιος ο κρατούμενος θα ψηφίσει θετικά, το ταξίδι όχι μόνο ξεκινά, αλλά και συνεχίζεται χωρίς κανείς επαγγελματίας να θέλει να το διακόψει. Ούτε καν οι ίδιοι…

(…) Περπατούσαν στοιχισμένοι εφ’ ενός ζυγού, όπως όλα τα χρόνια της φιλίας τους και η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν τόσο χαρακτηριστική, ώστε μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει μόνο από τις φιγούρες τους. Ο διανοούμενος, που φλυαρούσε ακατάπαυστα, βάδιζε πίσω από το σιωπηλό καλλιτέχνη, γέρνοντας ψηλοκρεμαστά από πάνω του. Το στενόμακρο σώμα του σχημάτιζε μια λεπτή παρένθεση, που έκλεινε στην κοιλότητά της τον κατά πολύ μικρόσωμό του Ιωσήφ, ο οποίος ένιωθε ότι συνοδεύεται από ένα θορυβώδες ηχείο, σαν χταπόδι που σέρνει το βουερό θαλάμι του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόταν θαλπωρή, περιβαλλόμενος από την προστατευτική παρένθεση του λελεκήσιου σώματος, ο μεγάλος διασκελισμός του οποίου τον υποχρέωνε ν’ ανοίγει κι αυτός το βήμα του. Έτσι η Διανόηση ακολουθούσε την Τέχνη και ταυτόχρονα την εξωθούσε σε βηματισμό, όπως ο τιμονιέρης που κάθεται στο πίσω μέρος της βάρκας και, παρόλο που δεν προκαλεί την κίνηση, μπορεί να ισχυριστεί ότι την καθοδηγεί. (…)

Νομίζω πως διαβάζοντας την ιστορία, μεγάλη μου έκπληξη ήταν -εκτός από τις θαυμάσιες εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό μου, αναπλάθοντας τέλεια την φουτουριστική Ευρώπη- η συνειδητοποίηση πως ακόμα και σε μια τέτοια φανταστική ιστορία, η συνέπεια, η συνοχή και η πληρότητα πρέπει να είναι ίδιες όπως και σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είχα τη (λανθασμένη) εντύπωση πως μία βασική διαφορά του αστυνομικού με τη φανταστική λογοτεχνία είναι το γεγονός πως στο αστυνομικό η πλοκή δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά και ούτε μπορείς να «κλέψεις» τον αναγνώστη χρησιμοποιώντας από μηχανής Θεούς. Το ίδιο συμβαίνει όμως κι εδώ. Αφού φτιάχνεις έναν νέο κόσμο, οφείλεις αυτό το νέο κόσμο να τον φτιάξεις πλήρη και ολοκληρωμένο. Να ορίσεις χαρακτήρες, κανόνες, νόμους, πολιτεύματα και συνθήκες, βάσει των οποίων θα γράψεις την ιστορία σου και να μην μπορείς να παρεκκλίνεις.

Ενδιαφέρον είχε που ενώ στο πρώτο μέρος του βιβλίου χτίζεται σε γερά θεμέλια η σχέση των δύο φίλων, στο δεύτερο μέρος βλέπουμε σταδιακά να αλλάζει το κλίμα και σιγά-σιγά να απομακρύνονται με τα όσα συμβαίνουν στην κάθε πόλη. Η γλώσσα του βιβλίου είναι εξαιρετική μα πάνω απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες. Δωρεάν σεμινάριο για show don’t tell! Μα «δείτε»:

(…) Η κουρά έπρεπε να σχηματιστεί ανεξαρτήτως μεγέθους τριχοφυΐας και οι χαλκουργοί αυτής της πόλης ήταν εκπληκτικοί μάστορες. Έφτιαχναν λάμες πιο λεπτές από χαρτί, καστανοκόκκινες σαν φθινοπωρινά φύλλα και τόσο αριστοτεχνικά ακονισμένες, που κόβανε ακόμη και την ανάμνηση της τρίχας σε κεφάλι φαλακρού. (…)

🙂

Η ιστορία είναι εντελώς αλληγορική, με συνεχή φιλοσοφικά, γεωπολιτικά και ιστορικά ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να μη μείνει μόνο σε αυτό που διαβάζει. Μου άρεσε αναπάντεχα πολύ. Θα διαβάσω και τη γυναίκα του Λωτ τώρα!

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8,5/10

Σημείωση: Κάπου διάβασα πως είναι και μηχανόβια η Μπουραζοπούλου. Πρέπει να μιλήσουμε για τα ταξίδια μας…

Advertisements

Η Μαργαρίτα και τα Ηλιοτρόπια – Μιχαέλα Αντωνίου

margaritaΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ το βιβλίο στο χέρια μου και κοιτάζοντας το εξώφυλλο, τον τίτλο αλλά και το οπισθόφυλλο, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως πρόκειται για ένα γυναικείο-ρομαντικό βιβλίο που δεν θα καταφέρω να διαβάσω ως το τέλος. Οι πρώτες σελίδες μού έκαναν ξεκάθαρο το γεγονός πως είχα κάνει λάθος.

Ηρωίδα μας η Μαργαρίτα, ζωγράφος που ζει στην Αγγλία και αποφασίζει ξαφνικά (!) να τα εγκαταλείψει όλα και να επιστρέψει στο χωρίο της στη Ορεινή Κορινθία, στο σπίτι της μάνας της, Ποθούλας, της μιας αδελφής της, Έλενας και της γιαγιάς της, Μάντως. Ο λόγος της επιστροφής της στα πάτρια εδάφη δεν είναι κάποια ξαφνική νοσταλγία, αλλά το γεγονός ότι την κυνηγά ο Σεργκέι, ένας περιβόητος Ρώσος μαφιόζος, για να του δώσει πίσω κάτι που του ανήκει…

(…) Άνοιξα αθόρυβα την καγκελόπορτα. Πλησίασα γοργά την ξύλινη σκάλα. Έτριξε στο πρώτο μου πάτημα. Κι εγώ, νιώθοντας ότι έπρεπε να είμαι αθόρυβη, προσπάθησα όσο μπορούσα να μειώσω το τρίξιμό της. Σ’ αυτή μου την προσπάθεια, παρασυρμένη από τις υποδείξεις της λογοτεχνικής μου παιδείας, που πάντα αυτό πρότεινε όταν ένας ήρωας σκόπευε να περάσει απαρατήρητος, περπάτησα στις μύτες των ποδιών μου. Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά αυτό το άτσαλο ελαφροπάτημα ενός κορμιού ασυνήθιστου σε τέτοια αλλόκοτη ισορροπία είναι που μας οδηγεί να προκαλούμε περισσότερο θόρυβο. Ενώ, ταυτόχρονα, η ηλίθια σωματική μας κίνηση προσελκύει την περιέργεια οποιουδήποτε τύχει να μας πάρει το μάτι του να πηγαίνουμε σαν  τις ανάπηρες πάπιες, οδηγώντας στο ακριβώς αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.  (…)

Η γιαγιά Μάντω μόλις βλέπει την εγγονή της της λέει κοφτά πως στο χωριό μόλις έχει πεθάνει η Αργυρώ, γειτόνισσα και μάνα του Αργύρη του ζαβού του χωριού, που είναι φίλος με την Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα παρακολουθώντας τον κόσμο να συρρέει για την κηδεία, παρατηρεί να βγαίνει από το σπιτάκι στον κήπο ένας ελκυστικός ξένος. Μαθαίνει πως τον λένε Στέφανο και είναι συγγραφέας που έψαχνε να βρει το ησυχαστήριο του για να γράψει. Η γιαγιά της Μαργαρίτας του νοίκιασε το σπιτάκι εδώ και κάποιους μήνες. Στο σπίτι φτάνει απροειδοποίητα και η τρίτη αδελφή, η Κλέλια και οι πρώτες μέρες στο χωριό περνάνε ανέμελα. Μέχρι που μια μέρα, γυρνώντας η Μαργαρίτα στο σπίτι, της λέει η μάνα της πως την περιμένει στο σαλόνι εδώ και ώρα ένας φίλος της από τη Ρωσία, ο Ντιμίτρι! Ο Ντιμίτρι της δίνει διορία μέχρι το επόμενο πρωί για να του παραδώσει έναν πίνακα που έπρεπε να δώσει στον Σεργκέι, ένα πιστό αντίγραφο από τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ. Όταν όμως η Μαργαρίτα πηγαίνει ξημερώματα στον ξενώνα όπου έμενε ο Ντιμίτρι, τον βρίσκει νεκρό…

(…) Με γρήγορες κινήσεις τον έβαλε στη θέση του. Έπιασε με δύναμη το μπράτσο μου. Έβγαλε το κινητό του. Μίλησε βιαστικά στα ρώσικα. Δεν κατάλαβα τι είπε. Βγήκαμε στην αυλή. Τη διασχίσαμε με γρήγορα βήματα. Βγήκαμε στον δρόμο. Απεγνωσμένα κοιτούσα δεξιά αριστερά. Το κέρατο μου για χωριό, σκέφτηκα, όταν χρειάζεσαι κάποιον δεν τον βρίσκεις πουθενά. Μόνο όταν προσπαθούσαμε να ξεμοναχιαστούμε με τον Μπάμπη δεν τα καταφέρναμε ποτέ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να κριτικάρω το άτοπο και ανόητο του συνειρμού μου τη στιγμή που κινδύνευε η ζωή μου. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένα άντρας. Μου τύλιξε με ένα πανί το πρόσωπο. Με έσυρε στο πορτμπαγκάζ. Την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου με πέταγε μέσα, ενώ σκεφτόμουν: Όχι, πάλι, ρε γαμώτο. Όχι, πάλι. (…)

Το βιβλίο είναι γραμμένο στο α’ πρόσωπο, πράγμα που βοηθάει στη γρήγορη πλοκή. Είναι καλογραμμένο και έχει όλα τα συστατικά που χρειάζονται για να γράψεις ένα αστυνομικό: έγκλημα, κίνητρο, αγωνία, κυνηγητό, ήρωες με κρυφή/διπλή ζωή, αναζήτηση δολοφόνου και βεβαίως ανατροπές. Θα έλεγα πως είναι δοσμένο όμως με αρκετό χιούμορ καθώς και ρομαντισμό, οπότε σίγουρα δεν απευθύνεται μόνο στο κοινό που διαβάζει αστυνομικά και -στον αντίποδα- ίσως δεν «κάνει» για τους σκληροπυρηνικούς των αστυνομικών, που έχουν συνηθίσει στις πιο σκληρές και σκοτεινές ιστορίες των σκανδιναβών συγγραφέων.

Εκδόσεις Mamaya. Βαθμολογία: 6,5/10