Η ζήλια είναι μαχαιριά – Ιερώνυμος Λύκαρης

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ σε μια κηδεία, ο ήρωάς μας -που αν δεν κάνω λάθος το όνομά του δεν αναφέρεται σε καμία στιγμή στο κείμενο- συναντά την Κέλλυ, μια τραγουδίστρια με την οποία ήταν τσιμπημένος σε ένα σκυλάδικο που εργαζόταν και ο ίδιος ως τσεκαδόρος και ταμίας, τον καιρό που ήταν φοιτητής. Η Κέλλυ τον αναγνωρίζει και αισθανόμενη την παρουσία του ως κάποιο θεϊκό σημάδι, αποφασίζει να του διηγηθεί την ιστορία της, στο καφενείο του νεκροταφείου.

(…) Με προσπέρασε χωρίς να στρέψει την κεφαλή της. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν διαγώνια για  κλάσματα του δευτερολέπτου. Η φυσιογνωμία της μου φάνηκε οικεία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τη μνήμη μου την κέντρισε κυρίως η αύρα του γιασεμιού που άφησε πίσω της. Αστραπιαία, το παζλ της μορφής της πήρε σάρκα και οστά. Ήταν η Κέλλυ, η πολλά υποσχόμενη μούσα του λαϊκού συνθέτη Κανέλλου Κανάκη (ή Καν-Καν), με την οποία κάποτε υπήρξα πλατωνικά τσιμπημένος. Το επώνυμό της δεν το θυμόμουν, ίσως να μην το είχα μάθει και ποτέ. Την είχα γνωρίσει όταν δούλευα τσεκαδόρος και ταμίας στο Κανόνι, το σκυλάδικο πολυτελείας του Καν-Καν, στην αρχή της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Είχα βρει τη δουλειά από αγγελία. Ο Καν-Καν με δοκίμασε για μια βδομάδα και είδε ότι έκοβε το μάτι μου. Γρήγορα η διαίσθησή του τον έπεισε ότι ένας ξεμαλλιασμένος φοιτητής της Νομικής, που ντυνόταν με στρατιωτικό τζάκετ και τζιν αμερικάνικο, πήγαινε στις αντιχουντικές διαδηλώσεις και καταλήψεις και με κάθε ευκαιρία άνοιγε συγκεκαλυμμένες πολιτικές συζητήσεις με τα κορίτσια του μαγαζιού, τα γκαρσόνια και το προσωπικό της κουζίνας, δεν υπήρχε καμία περίπτωση  να τον κλέψει. Έτσι, από τον πρώτο μήνα κιόλας,  μου έδωσε μισθό τραπεζοϋπαλλήλου της εποχής, με πλήρη ασφάλιση ΙΚΑ.  (…)

Σε πάρα πολλές συνεχόμενες σελίδες γραμμένες στο β’ πρόσωπο, η Κέλλυ εξιστορεί στον ήρωά μας το τι έγινε αφότου ο ίδιος έφυγε από το μαγαζί. Και ενώ ξεκινάει στην αρχή ως μια ερωτική ιστορία μεταξύ της ιδίας και του ιδιοκτήτη του σκυλάδικου και πρώτου ονόματος, του Καν-Καν, καταλήγει σε μια ιστορία ζήλειας, μίσους και – τελικά – εγκλήματος.

(…) «Δεν αντιλέγω, άτιμο πράγμα η ζήλια. Μ’ ανάγκαζε να ξευτιλίζομαι και την ίδια στιγμή να με μισώ, να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη, να θέλω να με φτύσω. Ένιωθα, να, εδώ, βαθιά, γύρω γύρω απ’ την καρδιά μου, έναν κόμπο να μεγαλώνει και να μικραίνει και ξαφνικά να με πνίγει, να μη μ’ αφήνει να πάρω μια κανονική ανάσα, να με μουδιάζει πατόκορφα. Από την αγωνία που μ’ έπιανε, μ’ ανέβαινε η ψυχή στο στόμα. Άλλες φορές μια έξαψη με φούντωνε και μ’ έκαιγε, μέσα έξω, με παρέλυε, μέχρι που έπεφτα λιπόθυμη. Τρέλα, παιδάκι μου, σκέτη τρέλα. Ακόμα και τώρα που τα θυμάμαι και σ’ τα λέω, να, δες την τρίχα μου πώς έχει σηκωθεί… (…)

Το βιβλίο είναι πολύ καλογραμμένο και με ένα ιδιαίτερο στυλ, που με κάνει να αναζητήσω και άλλα του Λύκαρη. Καταρχάς το εύρημα που ο ήρωας ουσιαστικά κάθεται όλη την ώρα και ακούει μια ιστορία είναι εντυπωσιακό και καθόλου βαρετό. Μετά, οι χαρακτήρες είναι ένας κι ένας: η ζηλιάρα ερωμένη Κέλλυ, ο Μπαρμπουτζής λαϊκός συνθέτης Καν-Καν, ο Βραζιλιάνος, τσιγγάνος, πρώην νταλικέρης, μπράβος, νταβατζής και συνένοχος της Κέλλυς, η Μαρκησία πρώην φίλη και νυν αντικείμενο ζήλιας της Κέλλυς, η Γιαγιά, ο γκέι σπιούνος του Καν-Καν, ο Πάπιας, η Σάσα Κάψα, ο Ουρανός, ο Καρούμπαλος και ο Πελέκης, όλοι τους  σκιαγραφημένοι εκπληκτικά.

(…) Στο σημείο αυτό μας πλησίασε πάλι η σερβιτόρα με την ξενική προσφορά. Χωρίς να ρωτήσει, άφησε στο τραπέζι μας δυο σακουλάκια κόλλυβα και είπε:

«Αυτό είναι το τελευταίο μνημόσυνο. Μετά κλείσουμε».

«Ευχαριστούμε πολύ. Φεύγουμε κι εμείς…» της απάντησα εγώ.

Η Κέλλυ δεν της έδωσε σημασία. Με ένα αβέβαιο υπαινικτικό χαμόγελο, κοίταξε ψηλά, υπό λοξή γωνία, συννέφιασε και μονολόγησε:

«Μερικές φορές, για να κάνεις το καλό, ζητάς βοήθεια από το κακό. Αχ, Παρθένα Παναγιά μου. Όλοι μας στην κόλαση θα πάμε, κι ο Κύριος, δικαίως, θα μας τσουρουφλίσει. Όσο νωρίτερα μας πάρει, τόσο λιγότερο θα αμαρτήσουμε». (…)

Αν κάτι δε μου άρεσε, είναι ίσως οι τελευταίες σελίδες που ο ήρωας προσπαθεί να βάλει σε κάποια τάξη όλα όσα άκουσε από την Κέλλυ, καθώς και να τα αξιολογήσει, κατά πόσο είναι αληθινά δηλαδή όλα αυτά που άκουσε. Προσωπικά θα μου άρεσε να τέλειωνε το βιβλίο εκεί που τέλειωσε και η αφήγηση της Κέλλυς. Συνολικά όμως είναι πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετημένη η πλοκή, οι διάλογοι είναι πολύ αληθινοί και δεν μπορείς να το αφήσεις εύκολα από τα χέρια σου.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία: 7/10

Σημείωση: Για να γράψεις αστυνομικό χρειάζεσαι ένα έγκλημα, αλλά το ανάποδο δεν είναι απαραίτητο. Έτσι η ιστορία είναι μεν νουάρ λόγω ατμόσφαιρας και εγκλήματος, αλλά δεν είναι αστυνομική.

Advertisements

Το Κάστρο – Βαγγέλης Γιαννίσης

to_kastroΠΡΙΝ λίγες μέρες έγινε η κεντρική παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Γιαννίση, όπου είχα τη χαρά να γνωρίσω επιτέλους τον συγγραφέα από κοντά, μιας και μέχρι τότε είχαμε μόνο ανταλλάξει μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πήρα το βιβλίο, αλλά δεν ξεκίνησα να το διαβάζω, μέχρις ότου ένα απόγευμα λαμβάνω ένα μήνυμα από τον Γιαννίση πως θέλει να μιλήσω για το βιβλίο του σε μια ερχόμενη παρουσίαση. Αγχώθηκα. Δεν το είχα ξανακάνει και σίγουρα υπήρχε μια πρόκληση. Αλλά η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν το αν το βιβλίο θα είναι όντως καλό, γιατί αν όχι, δε θα μπορούσα να πω καλά λόγια. Του απαντώ να μου δώσει μια μέρα χρόνο να το σκεφτώ. Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να σκεφτώ. Να προλάβω να διαβάσω ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ήθελα. Έκατσα λοιπόν το βράδυ να το διαβάσω και τελικά… ζήλεψα. Το επόμενο πρωί του απάντησα με σιγουριά: “Let’s do it!”

(…) Δεν θα πονέσει.

Η αναπνοή του σταμάτησε και η καρδιά του φρέναρε απότομα. Θεέ μου, τι ηρεμία… Κάποιος που πίστευε σε παράξενα φαινόμενα ίσως έλεγε ότι ο χρόνος στον περιορισμένο χώρο του δωματίου είχε σταματήσει. Suspended animation. Η ζωή είχε σταματήσει σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν από τον θάνατό του και θα έμενε έτσι παγωμένη αιώνια. Δεν θα ζούσε, αλλά δεν θα πέθαινε κιόλας. Αισθάνθηκε την ανάγκη να χαμογελάσει, να πανηγυρίσει γι’ αυτή την ελάχιστη νίκη του, αλλά φοβήθηκε ότι, αν κινηθεί, όλα θα τεθούν ξανά σε λειτουργία.

Δεν θα πονέσει.

Η επαφή της καυτής κάννης με το δέρμα του μετώπου του έκανε τον χρόνο να επιστρέψει στην κανονική ροή του. Σε μια τελευταία στιγμή καθαρής σκέψης, αναρωτήθηκε αν θα καταφέρει να ακούσει τον ήχο του πυροβολισμού, αν η ταχύτητα του ήχου είναι γρηγορότερη από τον θάνατο, και ίσως, εάν είχε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου παραπάνω, να μπορούσε να διακρίνει αν  ο ήχος που άκουσε ήταν ο πυροβολισμός ή κάποιο μηχανάκι που περνούσε απέξω.  Ωστόσο ο χρόνος του είχε  τελειώσει. (…)

Πάμε να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο. Καταρχάς αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Μίσος, τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να το κάνει. Το Κάστρο είναι η συνέχεια, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας που γράφει ο Γιαννίσης και θα άξιζε να έχετε διαβάσει το πρώτο. Τα καλό της υπόθεσης είναι πως δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε αυτό. Δηλαδή κι εγώ που ξέχασα εντελώς την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου με το Κάστρο. Γενική αίσθηση είναι πως αν και μου άρεσε πολύ το Μίσος, το Κάστρο το βάζω ένα σκαλί πιο πάνω. Στο θέμα των χαρακτήρων έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Ενώ πριν δηλαδή, τον Άντερς –τον κεντρικό ήρωα και επιθεωρητή της αστυνομίας- τον γούσταρα σαν χαρακτήρα, σε αυτό το βιβλίο αυτόματα ταυτίστηκα, μπήκα πιο πολύ στο πετσί του. Και οι ιστορίες όμως είναι πιο δεμένες και δεν είναι οι πολλές μικρές που θα μπορούσαν να σε αποπροσανατολίσουν. Υπάρχει η κεντρική ιστορία, αυτή που διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο δηλαδή, κάποιου που μπήκε σε ένα εμπορικό και σκότωσε εφτά άτομα και μετά από λίγες μέρες αυτοκτόνησε, αλλά και μια δεύτερη ιστορία, των εσωτερικών υποθέσεων διαφθοράς της αστυνομίας, η οποία δεν υστερεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος. Συνεχώς πάμε από τη μία ιστορία στην άλλη και βεβαίως στο τέλος ανακαλύπτουμε πώς συνδέονται.

(…) Σε μια επικίνδυνη κατάσταση, ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ένας: ο χρόνος. Η εμπειρία του Άντερς τον δίδασκε πως στις περισσότερες περιπτώσεις τα περιθώρια σωτηρίας κυμαίνονται από πέντε μέχρι δέκα δευτερόλεπτα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει μέσα σε αυτό το διάστημα να επεξεργαστεί τα δεδομένα που παίρνει από τις πέντε αισθήσεις του και να δώσει τις κατάλληλες εντολές στους μυς, προκειμένου το σώμα να εκτελέσει τις κινήσεις που θα του επιτρέψουν να βγει από τη δύσκολη θέση. Αν ο χρόνος αντίδρασης είναι λιγότερος από τέσσερα δευτερόλεπτα, υπάρχει σοβαρή ελπίδα – σχεδόν βεβαιότητα. Στο σινεμά, το πρόβλημα της επεξεργασίας των δεκάδων λεπτομερειών έχει λυθεί με την τεχνική του slow motion. Ένα δευτερόλεπτο από τη στιγμή που ο Άντερς άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του Σίμον Λίνκβιστ, ευχήθηκε με κάποιον τρόπο αυτή η τεχνική να ίσχυε και για τη ζωή. Αρχικά άκουσε έναν κρότο, τον οποίο γρήγορα συσχέτισε με το πεσμένο σκαμπό, έπειτα από ένα γρήγορο σκανάρισμα της σκηνής, Έπειτα είδε το σώμα του Λίνκβιστ να κρέμεται από το σκοινί.

Που να πάρει. (…)

Θα ήθελα να αναφερθώ συγκεκριμένα σε δύο σημεία που με έκαναν να ζηλέψω τον Γιαννίση. Καταρχάς η γλώσσα του. Είναι η γλώσσα που χαίρομαι να διαβάζω. Απλή και χωρίς επιτήδευση. Ακούγεται ίσως φυσικό και εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο, όμως σας βεβαιώ πως δεν είναι. Πάρα πολλοί συγγραφείς (για παράδειγμα δείτε εδώ) ίσως με το άγχος του να μην επαναλαμβάνονται και θεωρώντας πως έτσι θα καταφέρουν να κερδίσουν τους αναγνώστες τους, αρχίσουν να περιγράφουν σκηνές σαν ιστορίες του Βαρώνου Μυντχάουζεν! Ο Γιαννίσης από την άλλη ξέρει πότε να δώσει έμφαση στην περιγραφή, ακριβώς για να μπούμε στην ιστορία και στον αντίποδα ξέρει πότε να είναι γρήγορος και κοφτός, για να νιώσουμε την ένταση της στιγμής. Δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι οι τεχνικές του. Χρησιμοποιεί βασικά δύο τεχνικές, τη λεγόμενη cliffhanger και τη Show don’t tell. Η πρώτη είναι αυτή η αίσθηση στο τέλος ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου πως ο ήρωας κρέμεται από τον γκρεμό, μην ξέροντας αν θα σωθεί ή όχι. Την χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και μάλιστα δεν συνεχίζει την ιστορία στην αμέσως επόμενη παράγραφο, επίτηδες, για να τον τσιγκλήσει ακόμα περισσότερο. Η δεύτερη τεχνική είναι το να δείχνεις στον αναγνώστη παρά να του λες. Να τον κάνεις να βλέπει εικόνες ή να νιώθει συναισθήματα -όχι σε όλους ίδια!- παρά να του περιγράφεις εσύ τα δικά σου. Για παράδειγμα, άλλο είναι να πεις «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένας πολύ όμορφος ξανθός νέος» και άλλο είναι το «και μπήκε ξαφνικά μέσα ένα παλικάρι ίδιος ο Μπραντ Πιτ (ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) στα νιάτα του!» Ξέρετε, αυτές και οι δύο δεν είναι τίποτα κρυφές τεχνικές. Όλοι -και αν όχι όλοι, οι πιο πολλοί συγγραφείς- τις γνωρίζουν. Μάλιστα το cliffhanger λέγεται πως το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το θέμα είναι ποιοι μπορούν να τις υλοποιήσουν σε τόσο ψηλό επίπεδο, όσο ο Γιαννίσης.

(…) Οι πνεύμονες του συσπάστηκαν,  οδηγώντας σε έναν επίμονο βήχα. Σε έναν επίπονο βήχα. Αισθάνθηκε το δωμάτιο να αδειάζει από αέρα. Όχι, ο αέρας εξακολουθούσε να γεμίζει τον χώρο· ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να τον αναπνεύσει. Άφησε τον αναπτήρα και το αλουμινόχαρτο να πέσουν στο πάτωμα και σηκώθηκε όρθιος, προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Δύο αόρατα χέρια έσφιγγαν με δύναμη τον λαιμό του. Τουνελοειδής όραση. Έπεσε στο πλάι ανοιγοκλείνοντας το στόμα και με το σώμα του να συσπάται, σαν ψάρι στη στεριά. Το οξυγόνο δεν θα έφτανε ποτέ ξανά στο αίμα του Η ζαλάδα γέμιζε ορμητικά το κεφάλι του και το τούνελ άρχισε να κλείνει. Προτού το σκοτάδι τον τυλίξει, κατάφερε να δει για τελευταία φορά ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του στο σακουλάκι. Το σακουλάκι που δεν ήταν ζίπλοκ. Αν και οι Σομαλοί χρησιμοποιούσαν τέτοιου είδους σακουλάκια, έτσι ώστε να μη χάνεται ούτε κόκκος  μεθαμφεταμίνης. Αλλά το μυαλό του, μέσα στην αχλή του επερχόμενου θανάτου, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν όντως είχε αγοράσει τη μεθ σε τέτοιο σακουλάκι ή αν… Αλλά δεν είχε σημασία πια. Δεν θα ξανασυναντούσε ποτέ ξανά την αγαπημένη του.

Αγαπημένη μου.

Σκοτάδι. (…)

Ο Γιαννίσης έχει ήδη γράψει δύο βιβλία, τελειώνει το τρίτο, είμαι σίγουρος πως σκέφτεται ήδη το τέταρτο, έχει κάνει πάρα πολλές μεταφράσεις και γενικά η ζωή του είναι μέσα στα βιβλία. Όταν λοιπόν μεγαλώσω και φτάσω στην ηλικία του -σε μείον δεκαπέντε χρόνια δηλαδή!- ελπίζω να καταφέρω να γράφω με την ίδια συνέπεια και την ίδια μαεστρία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10

* Να σας πω πως έχει μέσα ένα πολύ δυνατό soundtrack που θα ικανοποιήσει όλα τα γούστα, από Depeche Mode, Bee Gees, Beethoven μέχρι και Belinda Carlisle!

 

 

 

 

 

 

Δαιμόνιος Βάκχος – Αγγελική Ράδου, Αντώνης Αντωνιάδης

bakhosΠΗΡΑ στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με κάποιες επιφυλάξεις. Είδα τη λέξη ΘΡΙΛΕΡ στο εξώφυλλο, καθώς και δύο συγγραφείς (με τον έναν έχουμε και ίδιο επώνυμο) καθόλου σύνηθες για τα ελληνικά δεδομένα. Γύρισα στο οπισθόφυλλο, διάβασα την περίληψη και είπα να το ξεκινήσω.

Βρισκόμαστε στην Ξάνθη του σήμερα. Το βιβλίο ξεκινάει με μία νεαρή οδηγό η οποία σε μια στιγμή απροσεξίας, χτυπάει με το αυτοκίνητό της έναν γυμνό άνδρα που ήταν σκυμμένος στη μέση του δρόμου, κάπου μεταξύ Κομοτηνής και Καβάλας. Βγαίνοντας τρομαγμένη από το αυτοκίνητο, τον πλησίασε και παρατήρησε πως είχε ξεριζωμένα τα γεννητικά του όργανα! Είχε κακοποιηθεί μέχρι θανάτου από κάποιον! Ο (διπλά) δύστυχος άνδρας, ίσα που πρόλαβε να ψελλίσει μια κουβέντα και ξεψύχησε. «Σκύλλες… Πουτάνες…» ήταν οι τελευταίες του λέξεις.

(…) Ο νεκρός κειτόταν στο οδόστρωμα και το γεγονός ότι το σημείο του σώματος που έλκει σαν μαγνήτης το βλέμμα κάποιου που αντικρίζει έναν γυμνό άνδρα έλειπε, την οδήγησε στο να κολλήσει εκεί τη ματιά της.

Οι φωτογραφίες δεν ήταν δουλειά επαγγελματία μήτε ο φακός είχε εστιάσει στην πληγή ώστε να προσφέρει λεπτομέρειές της. Ίσως σ’ αυτό τον λόγο να οφειλόταν η ανείπωτη αποστροφή που προκαλούσαν. Φανέρωναν όλο το σώμα, το τσακισμένο από τη σύγκρουση πρόσωπο, τα μισάνοιχτα πόδια και το σπαραγμένο κομμάτι ανάμεσά τους. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο τις είχαν τραβήξει την έκανε να βλέπει τον δύστυχο νεκρό και να νιώθει άσχημα, σαν να έβλεπε κάποιον δικό της, γνωστό ή γείτονά της. Δεν ήταν εικόνες ενός τραύματος σε κάποιον άγνωστο και απρόσωπο άνδρα, αλλά το κακοποιημένο και βασανισμένο σώμα ενός συμπολίτη της.  (…)

Δύο είναι οι ήρωες της ιστορίας, ο υπαστυνόμος Φάνης Βασιλείου που αναλαμβάνει την υπόθεση και η δημοσιογράφος Αθηνά Σγουρού, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν σε μια υπόθεση ενός κυκλώματος μαστροπείας. Ο Φάνης χρειάζεται τις γνώσεις, τις επαφές, αλλά και την εχεμύθειά της, γιατί με τις πρώτες ενδείξεις, πιστεύει πως πίσω από το έγκλημα αυτό κρύβονται άνθρωποι του υπόκοσμου.

(…) Μπορεί ο κόσμος να συνέχιζε να σκοτώνει μαζικά στο όνομα της πίστης, του χρήματος και της κυριαρχίας, ωστόσο υποκριτικά εναντιωνόταν στην όποια βίαια μεμονωμένη λατρευτική πράξη. Σε κάθε γωνιά της γης σκοτώνονταν ή πέθαιναν δεκάδες χιλιάδες στον βωμό του κέρδους και του συμφέροντος, χωρίς αυτό να προκαλεί πραγματική συγκίνηση και άμεση παρέμβαση, αλλά ο θάνατος ενός και μόνο ανθρώπου για θρησκευτικούς λόγους ξεσήκωνε τους πάντες.  (…)

Στην πορεία των ερευνών της η Αθηνά, ανακαλύπτει τυχαία ένα παρόμοιο έγκλημα που είχε γίνει στην ίδια περιοχή, περίπου την ίδια περίοδο, αλλά πριν από πολλά χρόνια και καταλαβαίνει πως όσο και αν είναι δύσκολο, τα δύο αυτά εγκλήματα πρέπει κάπως να συνδέονται. Παράλληλα, τα στοιχεία από την νεκροψία δείχνουν πως το θύμα έχει δαγκωματιές σε όλο του το σώμα, σαν κάποιος να προσπάθησε να τον φάει. Όταν ο Φάνης παίρνει την τελική γνωμάτευση του Ιατροδικαστή πως οι δαγκωματιές αυτές προέρχονται από πολλά άτομα, καταλαβαίνει πως ο τρόμος μόλις έχει χτυπήσει την πόρτα της ήσυχης Ξάνθης…

Ενδιαφέρουσα ιστορία, με καλό ρυθμό. Στα θετικά της το ενιαίο ύφος, που δεν σε αφήνει να σκεφτείς πως πρόκειται για δύο συγγραφείς, που σημαίνει πως πέτυχε το εγχείρημα, καθώς και η αναπάντεχη και μάλλον ασυνήθιστη τροπή που παίρνει η πλοκή αρκετές σελίδες πριν το τέλος της, κυρίως όσον αφορά τους πρωταγωνιστές της. Επίσης, το μέγεθος για μένα είναι το ιδανικό (περίπου 300 σελίδες). Στα αρνητικά της, η -σε πολλά δυστυχώς σημεία- εξεζητημένη γλώσσα γραφής που πετυχαίνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Εκδόσεις Polaris. Βαθμολογία: 6/10