Σκοτεινή Τετάρτη – Νίκι Φρεντς

ΑΡΓΗΣΑ λίγο να ξεκινήσω τη σειρά βιβλίων του ζευγαριού (στη ζωή και τη συγγραφή) Νίκι Φρεντς και όχι μόνο αυτό, την έπιασα και από τη μέση. Ξεκινάω λοιπόν από την Τετάρτη, έχοντας την Πέμπτη στο ράφι να περιμένει και πιθανότατα την Παρασκευή για πιο μετά.

Ηρωίδα μας η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν η οποία έχει μόλις αναρρώσει από την προηγούμενη της περιπέτεια που παραλίγο να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή. Δεν έχει σκοπό να αρχίσει να εργάζεται και πάλι, αλλά χωρίς να το θέλει μπλέκεται ταυτόχρονα σε δύο ιστορίες: Στην εξιχνίαση του φριχτού θανάτου της Ρουθ Λένοξ, νοικοκυράς με πολύ καλό όνομα στην κοινωνία και μητέρας τριών παιδιών, καθώς και στην αναζήτηση ενός κοριτσιού που είχε αναφέρει μέσω φίλων της μια περίεργη ιστορία σε σχέση με τον πατέρα της που την έβαζε να του κουρεύει τα μαλλιά. Για κάποιο λόγο αυτή η δεύτερη ιστορία την παρασύρει όλο και πιο πολύ σε κάτι άγνωστο απ’ το οποίο όμως δεν μπορεί να κάνει πίσω, παρ’ όλα τα εμπόδια που συναντά.

(…) «Κάνεις ακόμη θεραπεία;»

«Μόνο μερικά τσεκάπ», είπε η Φρίντα. «Από καιρό σε καιρό».

«Ήταν το πιο φριχτό, φριχτό πράγμα», συνέχισε η Ολίβια. «Στην αρχή νόμισα πως θα σε χάναμε. Ξέρεις, πριν από δύο βράδια είδα έναν εφιάλτη πάλι για όλα εκείνα. Ξύπνησα και έκλαιγα. Έκλαιγα στην κυριολεξία».

«Νομίζω ότι είναι χειρότερο για τους άλλους γύρω μου απ’ ό,τι ήταν για μένα».

«Θα πήγαινα στοίχημα πως αυτό δεν μπορεί να ισχύει», είπε η Ολίβια. «Λένε όμως ότι όταν σου συμβαίνουν πράγματα που είναι στ’ αλήθεια φριχτά, τότε παύεις να τα αισθάνεσαι σαν πραγματικά και τα νιώθεις πια σαν κάτι που συμβαίνει σε κάποιον άλλο».

«Όχι», είπε σιγανά η Φρίντα. «Το ένιωθα σαν κάτι που συνέβαινε σ’ εμένα».  (…)

Ο Κάρλσον, ο ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση της Λένοξ, ζητά τη βοήθεια της Φρίντα, αν και ξέρει πως ακόμη δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Επίσης, του έχει ζητήσει –ή καλύτερα διατάξει!- ο διοικητής του, να συνεργάζεται πλέον με άλλον ψυχολόγο στις αστυνομικές υποθέσεις. Ο Κάρλσον όμως εμπιστεύεται μόνο τη Φρίντα.

(…) Η Φρίντα πήγε και στάθηκε στο παράθυρο που κοιτούσε στον κήπο. Γύρω από το δέντρο με τα φρούτα υπήρχε πλήθος λουλουδιών, και σε ένα κομμάτι που το έλουζε ο ήλιος καθόταν μια γάτα.

«Δεν υπάρχει εδώ μέσα τίποτα που εκείνη να μην ήθελε να δουν οι άλλοι», είπε τελικά.

«Τι εννοείς;»

«Πάντοτε λέω πως κανενός η ζωή δεν θα άντεχε το φως των προβολέων σε κάθε της γωνίτσα».

«Όμως;»

«Όμως, απ’ όλα όσα μου λες και απ όλα όσα είδα και μόνη μου, η δική της ζωή φαίνεται να ήταν απόλυτα έτοιμη για το φως των προβολέων, δεν νομίζεις; Σαν αυτό το σπίτι να ήταν μια σκηνή».

«Μια σκηνή για ποιο πράγμα;»

«Για το ανέβασμα του έργου “πόσο καλή είμαι”».

«Υποτίθεται πως εγώ ήμουν ο κυνικός. Θέλεις να πεις ότι πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο καλός;»

«Είμαι θεραπεύτρια, Κάρλσον. Ασφαλώς και το πιστεύω αυτό. Πού είναι λοιπόν τα μυστικά της Ρουθ Λένοξ;» (…)

Η Φρίντα χωρίς να το επιδιώκει, γνωρίζει αλλά και συνδέεται με τα τρία παιδιά της Λένοξ. Η ανιψιά της είναι φίλη με τον μεγάλο γιο της Λένοξ. Προσπαθεί να τα βοηθήσει, παράλληλα με το να ορθοποδήσει με τη δικιά της ζωή. Ο φίλος της ο Σάντι την περιμένει άλλωστε στην Αμερική. Η Φρίντα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Είναι χαμένη. Αισθάνεται μπουχτισμένη με όλα. Σκέφτεται να χωρίσει με τον Σάντι και να τα παρατήσει όλα. Όμως… αυτή η ιστορία που έμαθε για το κορίτσι που έκοβε τα μαλλιά του πατέρα της, την ενοχλεί. Την ενοχλεί τόσο που την κινητοποιεί και της θυμίζει πως ό,τι και να κάνει, πάνω απ’ όλα η ζωή της είναι αφιερωμένη στο να βοηθάει αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει αυτό το κορίτσι, γιατί καταλαβαίνει πως χρειάζεται τη βοήθεια της.

(…) Στράφηκε μακριά του και τυλίχτηκε ολόκληρη με το σκέπασμα έτσι που δεν μπορούσε πια να δει παρά το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Είδε το στηθόδεσμο της κρεμασμένο στη μια άκρη του κρεβατιού. Τη σκέφτηκε να τον φορά το πρωί της προηγούμενης μέρας και μετά να τον βγάζει το βράδυ που πέρασε. Ένιωσε μια παρόρμηση να χωθεί πάλι στο κρεβάτι και να τραβήξει επάνω του το σκέπασμα και να τα πει όλα στη Σάντρα, να της εξηγήσει τι αισθανόταν, για ποιο λόγο όλο αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους ήταν λάθος, για ποιο λόγο δεν ήταν κατάλληλοι ο ένας για τον άλλο και γιατί εκείνος δεν ήταν κατάλληλος για καμία. Αλλά αυτό δεν θα ήταν δίκαιο για τη Σάντρα. Της είχε ήδη κάνει αρκετά.

Βγήκε έξω, στον ήσυχο δρόμο. Υπήρχε ένα μακρινό βουητό από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, όμως αυτό που κυρίως ακουγόταν ήταν το τραγούδι των πουλιών παντού γύρω του, κι αυτό που έβλεπε ήταν ένας γαλανός ουρανός και η πρώτη λιακάδα της ημέρας. Όλα έμοιαζαν να είναι λάθος. Θα έπρεπε να βρέχει και να κάνει κρύο και ο ουρανός να είναι γκρίζος. (…)

Κλασικό αστυνομικό θρίλερ που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους. Ναι, είναι και αυτό ογκώδες 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία: 7/10

Το άλλο μου ολόκληρο – Τασούλα Επτακοίλη

7koilh to alloΓΝΩΡΙΣΑ τον Κώστα πριν λίγες μέρες. Αν και θα ακουστεί κλισέ αυτό που θα γράψω, μου φάνηκε ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Ο τύπος που θα ήθελες να κάνεις παρέα, ειλικρινής, φιλεύσπλαχνος, αγαπούσε πολύ τα ζώα και ειδικά τις γάτες. Είχαμε και το ίδιο μαύρο Moleskin τσέπης για να κρατάμε σημειώσεις όπου βρεθούμε. Στην αρχή μου εκμυστηρεύτηκε πως ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, μα γρήγορα κατάλαβε πως το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει αλήθειες. Του άρεσαν όμως και πολλά άλλα, όπως π.χ. τα Arduino boards, ο Παπάζογλου και το να μαγειρεύει, αλλά κατά προτίμηση χωρίς να πλύνει μετά τα πιάτα. Και ήταν ερωτευμένος με την Τασούλα. Το μόνο ελάττωμα που του βρήκα ήταν ότι… πλέον δεν ζει.

Ηρωίδα της ιστορίας μας η Τασούλα,  η γυναίκα του Κώστα. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Θα έκλειναν σχεδόν 24 χρόνια μαζί, αλλά ο Κώστας πέθανε. Και την άφησε μόνη της. Και όλοι της έλεγαν πως ο χρόνος θα την γιατρέψει και πως ο Κώστας είναι παντού γύρω της. Και η Τασούλα έλεγε πως δεν θα γιατρευτεί και πως δεν βλέπει τον Κώστα γύρω της. Και τότε κάποιος της είπε πως κοιτάει λάθος, ο Κώστας είναι μέσα της. Μαλακίες, σκέφτηκε. Ο Κώστας πέθανε και απλώς δε την πήρε μαζί του. Και έτσι είναι. Και θα είναι.

(…) Οι περισσότεροι νομίζουν πως τα μεγάλα, τα δήθεν σπουδαία –όπως τις εμβριθείς, βαθυστόχαστες συζητήσεις- νοσταλγείς όταν χάνεις έναν δικό σου. Μαλακίες. Τα ασήμαντα μου λείπουν περισσότερο. (…)

Η Τασούλα άρχισε να γράφει ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερε τότε για ποιο λόγο το έκανε. Ίσως για να αισθανθεί καλύτερα, να εκτονωθεί. Ίσως για να ανατρέχει σε αυτό όταν θα έχει περάσει ο καιρός και θα έχει ξεχάσει τις λεπτομέρειες, όπως τώρα έχει ξεχάσει -αν είναι ποτέ δυνατόν- τις τελευταίες λέξεις που αντάλλαξαν πριν πεθάνει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως αυτό γίνει ένα βιβλίο. Γιατί; Γι’ αυτόν. Για τους φίλους του. Για την οικογένειά του. Για εμάς που δεν τον ξέραμε. Για την ίδια.

(…) Έχω ένα λεξικό στο κομοδίνο μου. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, το ξεφυλλίζω. Ψάχνω λέξεις που να ταιριάζουν με τον θάνατό σου, να μπορούν να τον περιγράψουν, να σηκώσουν το βάρος του. Έχω κάνει μια λίστα. Ολοένα και μακραίνει.

Αβάσταχτος.

Αδιανόητος.

Αμείλικτος.

Ανέκκλητος.

Απροσδόκητος.

Αφόρητος.

Βασανιστικός.

Επώδυνος.

Ισοπεδωτικός.

Οδυνηρός.

Οριστικός.

Παράλογος.

Παραλυτικός.

Πικρός.

Σκληρός.

Σπαρακτικός.

Συγκλονιστικός.

Συντριπτικός.

Κάθε βράδυ νέα λήμματα μπαίνουν στη «συγκομιδή» της απώλειας. Αλλά πάντα στο Άλφα επιστρέφω.

Άδικος.

Πάνω απ’ όλα ο θάνατός σου ήταν άδικος. Αυτή η λέξη φωλιάζει στον ύπνο μου και σπέρνει εφιάλτες. (…)

Απώλεια. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Κάποιον που δε θα ξαναβρούμε. Μια γιαγιά, έναν αδελφό, μια μάνα, έναν κολλητό. Όλοι ξέρουμε το συναίσθημα, αλλά κανένα συναίσθημα δεν είναι το ίδιο. Κι όμως η συντριβή φαίνεται στα υγρά μάτια. Φαίνεται όταν πλησιάζεις το πρόσωπο και φιλάς τον συνένοχο, όταν ακουμπάτε τα μάγουλα και του λες ένα γλυκόλογο, μια τρυφερή κουβέντα παρηγοριάς. Κι ας είναι ψέμα. Κι ας το ξέρετε και οι δύο, Τασούλα μου.

(…) Χθες βράδυ -δεν ξέρω πώς μου ήρθε- έβγαλα τη βέρα μου, λίγο πριν πέσω για ύπνο. Την κράτησα στην παλάμη μου για μερικά λεπτά κι έπειτα την ακούμπησα σ’ ένα ραφάκι στο σαλόνι. Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και το αριστερό μου χέρι ασυναίσθητα ψηλάφισε το δεξί. Βρήκε το «αυλάκι» στο δάχτυλό μου αλλά έλειπε η γνώριμη αφή του μετάλλου. Σηκώθηκα κι έτρεξα αλαφιασμένη στο σαλόνι. Τη φόρεσα κι όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Ξάπλωσα ξανά ανακουφισμένη, έκλεισα τα μάτια και σχημάτισα την εικόνα σου. Ήσουν δίπλα μου στο κρεβάτι, δεν κοιταζόμασταν αλλά κρατιόμασταν από το χέρι. Κουβεντιάζαμε και γελούσαμε. Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που ξεφλέβιζαν αγάπη και τρυφεράδα. Που γυρνούσες ξαφνικά, με αγκάλιαζες σφιχτά και μου έλεγες «Είσαι το άλλο μου ολόκληρο». (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία: Ν/Α