Ο Λου και ο Λι στο Νησί της Τελειότητας – Μαρία Ζαβάκου

louandliΤΟΝ Νοέμβριο του 2014, έλαβα ένα μήνυμα στο Facebook. Το μήνυμα ήταν από κάποια Maria Zavakou και μου έλεγε μέσες-άκρες πως γίνεται μια προσπάθεια χρηματοδότησης από το κοινό -crowdfunding που λέμε και στα ελληνικά- για ένα παιδικό βιβλίο που έχει γράψει. Ομολογώ πως αμέσως μου κέντρισε το ενδιαφέρον και μάλιστα εκτός από κάποια μηνύματα που ανταλλάξαμε με τη Μαρία, κάποια στιγμή ειδωθήκαμε κιόλας τυχαία, καλεσμένοι σε μια εκπομπή. Λίγες μέρες πριν βρεθούμε όμως, είχε επικοινωνήσει μαζί μου για να μου πει πως αν και βάσει του ύψους της προσφοράς θα λάμβανα μόνο την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου, αποφάσισε να επιβραβεύσει όλους τους αρωγούς της προσπάθειας της (ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!) θέλοντας να τους δώσει ΚΑΙ το βιβλίο στο χέρι. 🙂IMG_20160125_141206

Ο Λου και ο φίλος του λαγός Λι γουστάρουν τρελά να φτιάχνουν γλυκά. Ζουν σε ένα νησί μαζί με πολλά άλλα παιδιά και έναν τελειομανή Βασιλιά, τον Βασιλιά Τέλειο. Κάθε παιδί έχει μια κλίση, στον Μικρό Εξαίσιο αρέσει να περιποιείται τα λουλούδια του, στη Μικρή Θαυμάσια να φτιάχνει κάθε λογής καπέλο, στον Μικρό Καταπληκτικό να αφηγείται και στη Μικρή Άπαιχτη να ζωγραφίζει. Όλα τα παιδιά όμως φοβούνται πολύ τον Βασιλιά Τέλειο και έτσι προσπαθούν να αφήσουν στην άκρη τις μεγάλες αγάπες τους για να αφοσιωθούν στην τελευταία τρέλα του Βασιλιά, μια δοκιμασία τέλειας τελειότητας, που θα οδηγήσει μόνο ένα παιδί στο να γίνει σύμβουλος του Βασιλιά και να απολαμβάνει την δυνατότητα να κάνει λάθη, αφού βεβαίως δε θα κάνει ποτέ. Όλα τα παιδιά αλλάζουν τρόπους και μορφή για να γίνουν τέλεια. Όλα, εκτός από τον Λου και τον Λι που έχουν τα δικά τους σχέδια…

 (…) Ο Λου και ο λαγός Λι περίμεναν να ψηθεί η κερασόπιτα όσο ο Βασιλιάς Τέλειος έβραζε από το κακό του. Είχε γίνει έξαλλος. Μονολογούσε και μουρμούριζε πως δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει ούτε ένας τέλειος άνθρωπος. Όχι μόνο στο νησί, αλλά και σε ολόκληρο το βασίλειο. Ο Υπηρέτης είχε τοποθετήσει τα μαχαιροπίρουνα 2 αντί για 1,5 εκατοστά δίπλα στο πιάτο. Τραγικό λάθος! Αλλά και με τον μάγειρα τα έβαλε, γιατί η μπιζελόσουπά του θα μπορούσε να έχει κι άλλο αλάτι, τα λαχανικά στη σαλάτα δεν ήταν κομμένα στο ίδιο ακριβώς μέγεθος και κάτι του έφταιγε με το παγωτό βανίλια, δεν ήξερε ακριβώς τι, αλλά κάτι, κάτι του έφταιγε γενικά. Όλοι στο νησί και στο παλάτι πέρασαν τη νύχτα τιμωρημένοι. Η τιμωρία είχε ρίξει το μέρος σε βαθύ σκοτάδι. Μόνο το φως από την κουζίνα του Λου ξεχώριζε. Η κερασόπιτα ήταν έτοιμη για φάγωμα.

«Τι υπέροχη μυρωδιά! Αχ, Λου, μπορώ να έχω μια μπουκιά, μία μόνο… Σε παρακαλώ… Μία, μόνο μία!» παρακάλεσε ο Λι.

«Πώς να σου αρνηθώ;» απάντησε χαμογελαστά ο Λου.

«Μιαμ, μιαμ, μούρλια, μανούλα μου, τι αριστούργημα! Πες μου το μυστικό σου!» είπε με θαυμασμό ο Λι και δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι.

«Να έχεις μια συνταγή. Δε φτάνει να ονειρεύεσαι, πρέπει να έχεις ένα σχέδιο και να το ακολουθείς, αυτό μου δίδαξε ένας σοφός λαγός», είπε ο Λου.

«Για την ώρα, έχω ένα σοφό σχέδιο: να κοιμηθώ. Γλυκά καροτο-όνειρα να δω», είπε ο Λι και χώθηκε κάτω από την πορτοκαλί κουβερτούλα του. (…)

Αξίζει να προσπαθείς για τα όνειρά σου; Κι αν αποτύχεις; Κι αν κάνεις λάθη; Μήπως αυτό σε οδηγήσει κάπου αλλού, κάπου που ίσως είναι καλύτερα; Υπάρχει το τέλειο; Το τέλειο το δικό μου είναι το ίδιο με το δικό σου; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα απαντώνται μέσα από την όμορφη και διδακτική ιστορία του Λου και του Λι.

Πολύ καλή δουλειά από τη Μαρία. Το βιβλίο ήδη έχει πάει πάρα πολύ καλά, κυκλοφορεί και στα αγγλικά (σε ηλεκτρονική μορφή) και μέρος των εσόδων διατίθεται στην ένωση «Μαζί για το παιδί», μια ένωση 10 κοινωφελών φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για παιδιά.

Τα παιδιά (άνω των 8) θα το απολαύσουν.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 7/10

 

Το ημερολόγιο ενός δειλού – Βασίλης Παπαθεοδώρου

δειλοςΜΕ ρωτάνε συχνά πώς συνδυάζω τα αστυνομικά με τα παιδικά βιβλία, τις δύο δηλαδή διακριτές κατηγορίες βιβλίων που έχω στο blog. Η απάντηση είναι απλή: Τα αστυνομικά τα διαβάζω επειδή μου αρέσουν, ενώ τα παιδικά τα διαβάζω γιατί αρέσουν στα παιδιά μου και επειδή όσο είναι μικρά οφείλω να επιλέγω τα αναγνώσματά τους, διαβάζω παιδικά για να ξέρω ποια να τους προτείνω.

Στα βιβλία για πιο μικρά παιδιά, κυρίως με ενδιαφέρουν ιστορίες ευφάνταστες που καταρρίπτουν και λίγο τα στερεότυπα ενώ στα εφηβικά, πάω και ένα βήμα παραπέρα: Ψάχνω βιβλία με τις κατευθύνσεις και τα ερεθίσματα που δίνω κι εγώ στα παιδιά μου. Το ημερολόγιο ενός δειλού -επιπλέον όλων των παραπάνω- κατάφερε να κρατήσει και το ενδιαφέρον μου αμείωτο. Δεν το διάβαζα δηλαδή μόνο για να δω αν μου αρέσει να το διαβάσουν κάποια στιγμή τα παιδιά μου και αν συμφωνώ με αυτά που λέει, αλλά τελικά μου άρεσε και ως ιστορία και ως γραφή και μου κράτησε το ενδιαφέρον έως το τέλος. Κυριολεκτικά ως το τέλος. 😉

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο κεντρικά πρόσωπα σε μια ιστορία bullying, τον Θοδωρή (το θύμα) και τον Νίκο (τον θύτη). Τα δυο παιδιά ήταν συμμαθητές στη Β’ γυμνασίου στην Αθήνα, όπου ο Νίκος και η παρέα του είχαν κάνει τη ζωή του Θοδωρή πολύ δύσκολη. Πέντε χρόνια μετά, τα δύο παιδιά βρίσκονται σε ένα σουπερμάρκετ στην Πάτρα και οι αναμνήσεις ξυπνούν…

(…) Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές τρέχω στις τουαλέτες του ορόφου, στο τέλος σχεδόν του διαδρόμου. Κλειδώνομαι και προσπαθώ ν’ ακούσω αν έχουν κατέβει όλοι. Τότε μόνο αποφασίζω να κατέβω κι εγώ, τουλάχιστον να μη χάσω όλο το διάλειμμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ έχουν πιάσει τα κλάματα εκεί μέσα. Όταν είμαι πολύ φορτισμένος από κάτι που συνέβη στην τάξη, μια προσβολή, ένα πείραγμα μπροστά σε άλλους, μια γόμα που θα με πετύχει στο κεφάλι και θ’ ακούσω γελάκια. Μετά πάω και πλένω το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να μη δείχνω κλαμένος. Άλλες φορές κρατάω την αναπνοή μου, αν τυχόν μπουν κάποια άλλα άτομα στις τουαλέτες. Προσπαθώ να είμαι όσο πιο αθόρυβος γίνεται μέχρι να σιγουρευτώ πως δεν είναι αυτοί. Τότε μόνο θα τολμήσω να ξεκλειδώσω και να βγω. Αυτό που συνέβη όμως προχτές είναι κάτι που δε θα ξεχάσω, που με φοβίζει για μέρες ακόμα. (…)

Το μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως η ιστορία είναι γραμμένη σε α’ πρόσωπο και μιλάνε εναλλάξ και ο Θοδωρής και ο Νίκος. Εκτός από τη συνηθισμένη σκοπιά του θύματος δηλαδή, έχουμε πλέον και το πώς νιώθει για όλα αυτά και ο θύτης. Η συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει στο μυαλό του θύτη είναι τραγική και δυστυχώς αληθινή: Όσο το θύμα bullying αναλώνεται στο τι έπαθε ή τι άλλο μπορεί να πάθει στο μέλλον από τον θύτη, άλλο τόσο ο θύτης δεν ασχολείται με το θύμα. Ο Θοδωρής όλη μέρα ασχολείται με το τι του έκανε ο Νίκος και πώς θα τον αποφύγει, ενώ ο Νίκος δεν αναφέρει καθόλου το όνομα του Θοδωρή. Ο Θοδωρής τρέμει τη στιγμή που θα συναντήσει το Νίκο και ο Νίκος δεν ανατρέχει σε κανένα από τα σκηνικά τα οποία στιγματίζουν τον Θοδωρή. Οι καθοριστικές στιγμές στη ζωή μας λοιπόν, αφορούν συνήθως μόνο τη δική μας ζωή. Για τους άλλους οι ίδιες στιγμές μπορεί να είναι από αδιάφορες έως απλώς μια καθημερινότητα, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το bullying. Ενδιαφέρον επίσης έχουν και οι συμμαθητές, οι δεύτεροι ρόλοι, που άλλοι συμμετέχουν απρόθυμα στα βασανιστήρια -aka πλάκες– και άλλοι απλώς δεν κάνουν τίποτα και αισθάνονται εντάξει με τον εαυτό τους, ρόλοι που όλοι έχουμε δει ή ακόμη και έχουμε παίξει στο παρελθόν.

(…) Χα, χα,ναι, όντως είμαι κωλόπαιδο, αλλά αρέσω τι να κάνω; Ειδικά τα κορίτσια θέλουν τον άλλον να είναι κωλόπαιδο. Να σου μιλάνε και να τις φτύνεις, κι αν τελικά τους πεις κι  ένα «γεια», να νομίζουν πως σου έχουν την υποχρέωση. Σου λένε, δεν μπορεί, αυτό το κωλόπαιδο θα έχει φοβερή ψυχή, οι καταστάσεις τον έκαναν έτσι. Και θέλουν ν’ αποδείξουν ότι είσαι καρδούλα κατά βάθος. Και προσπαθούν να σε αλλάξουν, να σου βγάλουν, και καλά, τον καλύτερό σου εαυτό. Παπάρια. Καταρχάς τον ρώτησαν τον άλλον αν θέλει ν’ αλλάξει; Και γιατί δηλαδή να μην τις αλλάξει αυτός; Και άντε και καταφέρνουν με τα πολλά να τον αλλάξουν – τον κάνουν δηλαδή σκατά σαν τις μούρες τους· μετά τον κλάνουν ψάχνοντας για το επόμενο θύμα. Τις ξέρω καλά αυτές, ψέμα και μόνο ψέμα θέλουν. (…)

Για το bullying έχουν γραφτεί εκτός από βιβλία και αρκετά άρθρα. Πριν μερικούς μήνες είχα γράψει κι εγώ ένα σχετικό άρθρο σε αυτό εδώ το blog, με αφορμή κάποια γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο του γιου μου, τα οποία μου θύμισαν τα δικά μου σχολικά χρόνια. Το άρθρο το διάβασαν οι γονείς και η αδελφή μου και με ρώτησαν ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ; Γιατί δεν τους είπα τίποτα τότε; Γιατί το έκρυψα τόσα χρόνια; Δεν έχω κάποια καλή απάντηση. Ίσως γιατί ντρεπόμουνα; Ντρεπόμουνα πως ήμουν κάποιος που αφήνω να με κοροϊδεύουν και να με χτυπούν; Ίσως γιατί φοβόμουν μην το μάθει ο κόσμος; Το συζητήσουν με φίλους ή συγγενείς και βγει παραέξω; Δεν ξέρω. Γεγονός είναι πως αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και στα πιο πολλά παιδιά-θύματα, όπως και στον Θοδωρή της ιστορίας μας. Τα παιδιά συνήθως δε μιλούν, σημάδια όμως πάντα υπάρχουν, αρκεί λοιπόν να «ανοίξουμε τα μάτια» μας εμείς οι γονείς, δάσκαλοι, φίλοι και να τα δούμε.

Παιδιά να το διαβάσετε και αμέσως μετά να το δώσετε και στους γονείς σας. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Το κυνήγι του θησαυρού – Αντρέα Καμιλλέρι

ΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω περιπέτεια του επιθεωρητή Μονταλμπάνο και όταν μου το έδωσε ο πατέρας μου, χάρηκα. Ήξερα τι θα διαβάσω. Ο Μονταλμπάνο μού είναι πολύ συμπαθής και μου αρέσουν ιδιαιτέρως οι χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν, ο Φάτσιο, ο Μίμη, ο Καταρέ -οι αστυνομικοί του τμήματος του δηλαδή- και βεβαίως η Λίβια, η αρραβωνιαστικιά του με την οποία δεν συναντιόνται σχεδόν ποτέ.

Σε μια πολύ ήσυχη περίοδο στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, δύο ηλικιωμένα αδέλφια τρελαίνονται. Ταμπουρωμένοι στο σπίτι τους αρχίζουν τις ανταλλαγές πυροβολισμών και στο τέλος μιας -τελικά- αναίμαχτης μάχης, ο Μονταλμπάνο βρίσκει στον τόπο του εγκλήματος μια πλαστική φουσκωτή κούκλα, κατεστραμμένη και πολύ παλιά με αρκετά μπαλώματα. Δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία τη δεδομένη στιγμή, μέχρις ότου λίγο μετά τον φωνάζουν για ένα πτώμα σε κάδο, το οποίο πτώμα αποδεικνύεται πως δεν είναι παρά μια πανομοιότυπη φουσκωτή κούκλα. Και μέσα σ’ όλα, ένας άγνωστος προκαλεί τον Μονταλμπάνο σε ένα περίεργο κυνήγι θυσαυρού, αφήνωντας του στην υπηρεσία προσωπικά μηνύματα με τη μορφή ποιημάτων…

(…) Πέρασε μια άσχημη βραδιά. Η αλήθεια είναι πως η νύχτα ήταν υπέροχη, αλλά είχε τόσο έντονα κακή διάθεση, ώστε κατέστρεφε όλη τη μαγεία που υπήρχε τριγύρω. Έφαγε ανόρεχτα στη βεράντα επειδή η σκέψη της δύστυχης κοπέλας δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό του. Το γεγονός ότι σκεφτόταν την κοπέλα ήταν μεγάλο λάθος και τον θύμωνε. Η συμπόνια, ο οίκτος, η λύπη για μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει υποστεί βία είναι συναισθήματα που νιώθεις στο τέλος, όταν η υπόθεση έχει πλέον λυθεί· αλλιώς, αν σε κατακλύζουν κατά τη διάρκεια της έρευνας, θολώνουν το μυαλό που πρέπει να παραμένει καθαρό και ανεπηρέαστο, με τη σκέψη στραμμένη στον βασανιστή και όχι στο θύμα. (…)

Αρκετά καλό, στο γνωστό πλαίσιο της όλης σειράς δηλαδή. Ο Μονταλμπάνο (και ο Καμιλιέρι ίσως;) έχει μεγαλώσει λίγο και δείχνει πιο συναισθηματικός και πιο βαρύς από παλιά. Δε θα το πρότεινα σε απαιτητικούς αναγνώστες που περιμένουν ανατροπές και μπλεξίματα ιστοριών. Θα καταλάβουν αρκετά νωρίς τι έχει συμβεί… 😉

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 6/10

 

Δεν μπορεί να είναι αλήθεια – Άνε Χολτ

χολτΕΙΝΑΙ το πρώτο βιβλίο της Χολτ – της μητέρας της νορβηγικής αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως την αποκάλεσε ο Νέσμπο- που διαβάζω. Ένα από τα κλασικά ογκώδη βιβλία σταοποία αρέσκονται οι Σκανδιναβοί κυρίως συγγραφείς, βιβλία που μου βαραίνουν το χέρι και με κουράζουν. Για να δούμε…

Ήρωες μας το ζευγάρι αστυνομικών, Ίνγκβαρ Στούμπο και Ίνγκερ Γιουχάνε Βικ, οι οποίοι βρίσκονται σε άδεια, επειδή η Βικ μόλις γέννησε το πρώτο τους παιδί. Η Βικ έχει άλλο ένα παιδί από προηγούμενο γάμο, ένα κοριτσάκι με αρκετές δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού. Βρισκόμαστε στο Όσλο. Μια δημοφιλής νορβηγίδα τηλεοπτική σταρ, που κάνει μια εκπομπή σαν το πάμε πακέτο, ενώνοντας χαμένες οικογένειες, βρίσκεται νεκρή στο σπίτι της με τη γλώσσα κομμένη και χωρισμένη στα δύο. Ο Στούμπο αναλαμβάνει απρόθυμα την υπόθεση, όταν και ένα δεύτερο θύμα, μια ανερχόμενη πολιτικός με το Κοράνι χωμένο στον κόλπο της, βρίσκεται σταυρωμένη στην κρεβατοκάμαρα της. Η Βικ είναι πρώην προφάιλερ του FBI. Θέλει να ξεχάσει όμως εκείνη την περίοδο της ζωής της, λόγω του τότε προϊστάμενου της με τον οποίο υπήρχε και ειδύλλιο. Ο Στούμπο όμως χρειάζεται τη βοήθεια της. Θέλει να τον βοηθήσει να καταλάβουν αν οι δύο φόνοι συνδέονται ή όχι. Όταν και ένα τρίτο θύμα έρχεται να προστεθεί, η Βικ συνειδητοποιεί πως υπάρχει ένα μοτίβο που συνδέει τους φόνους, ένα μοτίβο που την αφορά προσωπικά…

(…) «Αν επρόκειτο να φανταστείς τον χειρότερο… τον πιο φριχτό κατά συρροήν δολοφόνο… Να τον πιάσεις, εννοώ. Αν ήταν να κάνεις το προφίλ του τέλειου κατά συρροήν δολοφόνου, πώς θα ήταν;»

«Εσείς οι δύο δεν έχετε ήδη αρκετά προβλήματα με τους αληθινούς εγκληματίες;» είπε εκείνη και έγειρε πάνω από τον πάγκο.

«Προχώρα» χαμογέλασε ο Ίνγκβαρ. «Πες του. Πες πώς θα ήταν».

Το κερί στο περβάζι του παραθύρου κόντευε να τελειώσει. Τσιτσίριζε δυνατά. Αποκαΐδια πετιόντουσαν γύρω, μπροστά από την αντανάκλαση στο σκοτεινό τζάμι. Η Ίνγκερ Γιουχάνε έβγαλε ένα καινούργιο κερί, το έβαλε στο κηροπήγιο και άναψε το φιτίλι. Στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα και κοίταζε τη φλόγα.

«Θα ήταν γυναίκα» είπε αργά. «Μόνο και μόνο επειδή φανταζόμαστε πως είναι άντρας. Μας είναι δύσκολο να φανταστούμε το κακό να ενσαρκώνεται με σχήμα γυναίκας. Παράξενο. Η ιστορία μας έχει σίγουρα δείξει πως και οι γυναίκες μπορούν να είναι κακές». (…)

Το διαφορετικό σε σχέση με τα πιο πολλά αστυνομικά, είναι πως από πολύ νωρίς γνωρίζει ο αναγνώστης ποιος -ή ποια καλύτερα- είναι η δολοφόνος. Από την αρχή της ιστορίας παρεμβάλλονται σκέψεις της δολοφόνου και πλέον προς το τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε και το όνομα της και την σχέση της με τους ήρωες. Οπότε αναμένουμε σε αυτές τις τελευταίες σελίδες -τι άλλο!- από μιαν ανατροπή. 🙂

(…) Τώρα γίνομαι κακός, σκέφτηκε και έβγαλε ένα μεγάλο πούρο με την αλουμινένια θήκη του από το τσεπάκι στο στήθος του. Τιμωρώ αυτόν για τη δική μου απογοήτευση. Για τι πράγμα είμαι απογοητευμένος όμως; Επειδή μου είπε ψέματα; Επειδή είχε μυστικά; Όλοι ψεύδονται και όλοι έχουν μυστικά. Κανένας δεν έχει μια ζωή που κυλάει χωρίς ντροπή, χωρίς λάθη και λεκέδες. Δεν τον τιμωρώ για ανηθικότητα, έχω δει και έχω καταλάβει πολλά σχετικά μ’ αυτό. Είμαι απογοητευμένος γιατί εξαπατήθηκα. Για μια φορά αποφάσισα να είμαι εύπιστος. Η επαγγελματική ζωή μου εξαρτάται από τα ψέματα και τις απάτες των άλλων, τη δειλία και την προδοσία. Όμως υπήρχε κάτι σ’ αυτόν τον νεαρό, σ’ αυτόν τον ανώριμο άντρα, κάτι αθώο και αληθινό. Έκανα λάθος και γι΄αυτό τον τιμωρώ. (…)

Καλό λοιπόν, χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο. Θα το προτιμούσα λίγο μικρότερο (και αυτό).

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 6,5/10

 

Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! – Βασίλης Παπαθεοδώρου

nai_virginia_yparxei_agios_vasilisΠΡΙΝ κανένα μήνα είχα πάει σε μια εκδήλωση σε ένα βιβλιοπωλείο και κάθισα σε ένα τραπεζάκι πίσω-πίσω μαζί με κάποιους φίλους. Λίγο αργότερα έρχεται ένας χαμογελαστός ψαρομάλλης που κάτι μου θύμιζε το πρόσωπό του και κάθισε μαζί μας. «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» τον ρώτησε κάποιος; «Όχι», απάντησε ο Βασίλης. «Γεια σου Δώρο, είμαι ο Βασίλης», μου είπε και μου έδωσε το χέρι. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Βασίλης Παπαθεοδώρου, ο Βασίλης των βραβείων, κοινώς, ο συγγραφέας που μάλλον έχει πιο πολλά βραβεία παρά εκδόσεις! Εκείνη την ώρα, ένας φίλος που είχε σηκωθεί να παραγγείλει κάτι, έρχεται στο τραπέζι να κάτσει και βλέποντας το Βασίλη αφού τον χαιρέτησε, τον ρωτάει «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» Γελάμε και οι δύο και πριν προλάβουμε να εξηγήσουμε, καταφθάνει άλλη μια φίλη στο τραπέζι. Φιλιόμαστε, χαιρετάει όλο τον κόσμο και ξαφνικά γυρνάει προς τον Βασίλη και τον ρωτάει, «Βασίλη, τον Δώρο τον ξέρεις;» 🙂

Αυτή η… επιμονή στη γνωριμία μας  νομίζω πως μας επηρέασε καταλυτικά και τους δυο και έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα καταφέραμε με τον Βασίλη όχι μόνο να ανταλλάξουμε κάποια μηνύματα, αλλά και να μάθουμε ουσιαστικά πράγματα ο ένας για τον άλλο, αφού να φανταστείτε μέχρι και σε εφιάλτη κατόρθωσα να τον δω αλλά αυτό θα σας το πω σε άλλο ποστ. Σε αυτό θα σας μιλήσω για ένα από τα βιβλία του που κάπως μας αφορά εμάς τους δύο. Ένα βιβλίο που έχει να κάνει με τον Βασίλη και τον Δώρο, ή αν θέλετε τον Αϊ-Βασίλη και το δώρο που έχει για κάθε παιδί.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το βιβλίο μας λέει την ιστορία της Βιρτζίνια Ο’ Χάνλον από τη Νέα Υόρκη όπου το 1897 και σε ηλικία οκτώ χρονών, αποφασίζει να στείλει ένα γράμμα στην εφημερίδα Σαν, την πιο αξιόπιστη της εποχής, ρωτώντας αν υπάρχει Αϊ-Βασίλης. Το δίλημμα για τον αρχισυντάκτη Φράνσις Τσερτς ήταν μεγάλο. Δεν ήθελε ούτε να γράψει κάτι που τυχόν θα μπορούσε να απογοητεύσει χιλιάδες παιδιά, ούτε όμως και να κινδυνεύσει και η αξιοπιστία της εφημερίδας του.

(…) Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης! Υπάρχει όπως σίγουρα υπάρχουν η αγάπη, η γενναιοδωρία, η στοργή κι η τρυφερότητα, που ξέρεις ότι σε περιστοιχίζουν και δίνουν στη ζωή σου ομορφιά και χαρά. Αλίμονο! Πόσο ζοφερός θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε ο Αϊ-Βασίλης. Θα ήταν τόσο ζοφερός, όσο αν δεν υπήρχαν Βιρτζίνιες. Γιατί τότε δε θα υπήρχε ούτε κι η αγνή πίστη των παιδιών, η ποίηση, η φαντασία, που κάνουν υποφερτή τη ζωή μας. Δε θα λαμβάναμε χαρά παρά μόνο μέσω των πέντε αισθήσεων. Το φως με το οποίο η παιδικότητα γεμίζει τον κόσμο θα έσβηνε. (…)

Το γράμμα της Βιρτζίνια, όπως και η απάντηση του Τσερτς, βοήθησαν πολλά παιδάκια να καταλάβουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Έτσι και το βιβλίο του Παπαθεοδώρου, το οποίο ουσιαστικά μας εξιστορεί κάποια στιγμιότυπα της ζωής της Βιρτζίνια σε διάφορες παραμονές Χριστουγέννων, αποτελεί ένα δώρο προς τα παιδιά αλλά και προς τους γονείς, γιατί τους θυμίζει πως το μεγαλύτερο δώρο του Αϊ-Βασίλη είναι η πίστη σε κάτι αθώο και αγνό, δηλαδή σε κάτι παιδικό, χωρίς όμως την έννοια της αφέλειας όπως έχουμε καταλήξει εμείς οι μεγάλοι να υπονοούμε. Σε κάθε τέτοιο στιγμιότυπο ο Παπαθεοδώρου διόλου τυχαία επιλέγει να ασχοληθεί με καίρια ζητήματα, που δυστυχώς εκατό χρόνια μετά, είναι ακόμα παρόντα στις μέρες μας. Μιλάει για τον ρατσισμό, τους νταήδες, την φτώχια, την κρίση, τον πόλεμο και μας θυμίζει πως κυρίως στις δύσκολες συνθήκες είναι που οφείλουμε να θωρακίζουμε τα παιδιά μας, να τα βοηθάμε να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να μην ξεχνάμε πως… είναι και πρέπει να παραμείνουν παιδιά.

Κατάλληλο για παιδιά άνω των 8 ετών και για όλους όσους έχουν ξεχάσει την εποχή που πίστευαν στον Αϊ-Βασίλη. 🙂

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7,5/10