Ποτέ μη γυρίζεις πίσω – Λη Τσάιλντ

poteΡΙΤΣΕΡ ξανά, για να φύγει καλά η χρονιά. Μου αρέσει, το ξέρετε, το έχω ξαναγράψει. Ιστορία συνεχούς δράσης, χωρίς πολλά να σκεφτείς. Σαν ξυλάδικη ταινία…

Ο Ρίτσερ αποφασίζει να επιστρέψει στην παλιά του μονάδα, του 110ου Λόχου Στρατονομίας. Ο λόγος; Να γνωρίσει από κοντά την καινούργια διοικήτρια του Λόχου, την Ταγματάρχη Σούζαν Τέρνερ, την οποία άκουσε στο τηλέφωνο και του άρεσε η φωνή της. Φτάνοντας όμως εκεί θα δει πως δεν υπάρχει διοικήτρια να τον περιμένει αλλά διοικητής, ο οποίος τον κατηγορεί για μια ανθρωποκτονία που φέρεται να διέπραξε πριν από πολλά χρόνια, τον ενημερώνει πως είναι πατέρας μιας δεκατετράχρονης της οποίας η μητέρα χρειάζεται διατροφή και τέλος του αναφέρει πως, βάσει κάποιου ειδικού κανονισμού, ανακαλείται επισήμως σε ενεργή υπηρεσία…

(…) Υπήρχαν τρία Σεβρολέ σεντάν στο πάρκινγκ του αρχηγείου και τα δύο ήταν παλιά, αλλά μονάχα ένα ήταν σαραβαλιασμένο και υπό κατάρρευση, και στο κοντέρ είχε γύρω στο ενάμισι εκατομμύριο χιλιόμετρα οδήγησης εντός πόλης. Παρ’ όλα αυτά, πήρε μπρος με το πρώτο και δούλεψε απαλά στο  ρελαντί. Πράγμα που έπρεπε να κάνει, επειδή η ροή των αυτοκινήτων στο φως της ημέρας ήταν αργή. Πολλοί σηματοδότες, πολλές ουρές, πάμπολλες φρακαρισμένες λωρίδες. Αλλά η άφιξη στο ντάιερ έγινε γρηγορότερα από την πρώτη φορά. Οι φρουροί στην κεντρική πύλη ήταν σχετικά φιλόξενοι. Ο Ρίτσερ λογάριαζε πως η Λιτς είχε τηλεφωνήσει ξανά για να αναγγείλει τον ερχομό του. Πράγμα που σήμαινε ότι είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε σύμμαχο. Πράγμα που χαροποιούσε τον Ρίτσερ. Ένας λοχίας στο πλευρό σου κάνει τον κόσμο να γυρίζει ευκολότερα και πιο αβίαστα. Ενώ ένας λοχίας που στρέφεται εναντίον σου είναι ικανός να σημαίνει το θάνατό σου. (…)

Ενώ γενικά οι ιστορίες του Ρίτσερ έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά (ο υπερ-ήρωας που δεν παθαίνει ποτέ τίποτα και που τους δέρνει όλους εύκολα, που μετακινείται, δε μένει με την ίδια κοπέλα κτλ) ο Τσάιλντ πάντα προσπαθεί να βρει τρόπο να διαφοροποιήσει ελαφρώς τις ιστορίες του, προφανώς για να μην τον βαριούνται οι αναγνώστες του και παράλληλα όμως να μην απογοητεύονται. Νομίζω πως η βασικές διαφορές αυτής της ιστορίας έναντι των υπολοίπων είναι δύο: α) έχει ελάχιστο ξύλο και β) ο Ρίτσερ στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν είναι μόνος απέναντι στους κακούς. Είναι το έτερον ήμισυ…

(…) Δε χρησιμοποίησαν τη Βάιλαντ Άβενιου. Σκέφτηκαν ότι το να περάσουν ξανά μπροστά από το δικηγορικό γραφείο θα έκανε το ένα πέρασμα δύο, για μερικούς από τους παρατηρητές, για λόγο που δε ήταν διόλου παραγωγικός, και ύστερα τα δύο περάσματα θα γίνονταν τρία, αν η εναλλαγή ήταν συντονισμένη λάθος. Και ένα τριπλό πέρασμα δε θα ήταν γούρικο. Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πράγματα με την Τρίτη φορά. Αυτή ήταν η εμπειρία του Ρίτσερ. Ακόμη και αν δε συνειδητοποιούν ότι τα προσέχουν. Ένα κόμπιασμα σε μια συγκεκριμένη λέξη την ώρα που μιλάς με ένα φίλο; Απλώς είδες τον ίδιο άνθρωπο για Τρίτη φορά, με την άκρη του ματιού σου. Ή το ίδιο αυτοκίνητο, ή το ίδιο φορτηγάκι που πουλούσε λουλούδια, ή το ίδιο παλτό, ή σκυλί, ή παπούτσια, ή βάδισμα. (…)

Διαβάστε το σαν ταινία και απολαύστε το.

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10

 

Advertisements

Έγκλημα στην Αντίπαρο – Νίκος Φαρούπος

ΠΑΛΙΑ είχα έναν ηθικό κανόνα: Όταν αρχίζω ένα βιβλίο, πρέπει να το τελειώνω. Με τον καιρό όμως -και κυρίως λόγω της μη ύπαρξης χρόνου πλέον- μετά λύπης μου αναγκάστηκα να μην τον τηρώ. Αν το βιβλίο με χαλάσει ή δεν με παρασύρει από τις πρώτες σελίδες, το παρατάω. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Όχι όμως για το συγκεκριμένο.

Ήρωας μας ο αστυνόμος Αντρέας Ρούσσος, ο οποίος μετά από καιρό κατορθώνει να πάει διακοπές στην αγαπημένη του Αντίπαρο. Λαμβάνει όμως ένα τηλεφώνημα από τον προϊστάμενό του το οποίο του ανατρέπει τα δεδομένα. Ενημερώνεται πως
εξαφανίστηκε ο «βασιλιάς του real estate» Κωνσταντίνος Κωστόπουλος. Θεάθηκε να διαπληκτίζεται στο κατάστρωμα του υπερπολυτελούς του γιοτ με έναν άγνωστο άντρα και μετά έπεσε χτυπημένος στην θάλασσα. Έτσι ο Ρούσσος αναλαμβάνει τις έρευνες, με τη βοήθεια και τριών συναδέλφων του από το τοπικό αστυνομικό τμήμα.

(…) Το πανέξυπνο κινητό μου χτύπησε σε στιγμή ακατάλληλη – το κάνει συχνά αυτό. Την ώρα εκείνη την προσοχή μου – όπως και άλλων – είχε τραβήξει ένα όμορφο κατάξανθο ζευγάρι νεαρών Σκανδιναβών, που αντάλλασαν φιλιά με κινηματογραφικό πάθος, περιφρονώντας τα αδιάκριτα ή διακριτικά, πάντως λιγωμένα, βλέμματα των γύρω. Δύο ροζ γλωσσίτσες χόρευαν αισθησιακά ταγκό, περικύκλωναν το έξω ους, έκαναν μια σύντομη στάση στο πτερύγιο, επιδίδονταν στη συνέχεα, σαν μικροσκοπικοί Ινδιάνοι ανιχνευτές, σε γρήγορες εισβολές στον ακουστικό πόρο, μετά αναπηδούσαν ανάμεσα στις λευκές οδοντοστοιχίες σαν ακροβάτες τσίρκου ή περικύκλωναν, απαλά και με χάρη σαν πινέλα ζωγράφων, τα ρόδινα ανοίγματα, ώσπου τέλος τα χείλη βεντούζωναν με αδημονία, σαν μωρά που ήθελαν να βυζάξουν. (…)

Διαβάστε καλά την παραπάνω παράγραφο. Είναι μια ωραία, πολύ περιγραφική παράγραφος. Πραγματικά δημιουργήθηκαν εικόνες στο μυαλό μου. Πού είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι στο ότι είναι στο α’ πρόσωπο. Ένας συγγραφέας με τέτοιες αρετές,  κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γράφει σε γ’ πρόσωπο. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να πειστεί ο αναγνώστης πως ένας αστυνόμος βλέποντας ένα ζευγάρι να φιλιέται, σκέφτηκε όλα αυτά τα πράγματα. Και δυστυχώς αυτό γίνεται συνέχεια στο βιβλίο. Ενώ η ιστορία δείχνει ενδιαφέρουσα, ποτέ δε με άφησε να μπω στο κλίμα, εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Εκτός αυτού, το δεύτερο πράγμα που με έκανε να το αφήσω τελικά, είναι όταν διάβασα ένα ολόκληρο σχεδόν κεφάλαιο (το 4ο) χωρίς καμία φαινομενική τουλάχιστον σχέση με την πλοκή. Δεν ξέρω αν θα έχει μετά -αν και αμφιβάλλω- αλλά σε κάθε περίπτωση, όταν ένας αστυνόμος ήδη έχει αναλάβει μια υπόθεση εξαφάνισης (και μάλλον δολοφονίας), δεν μπορεί να ασχολείται με το ψάρεμα και τα διαφορετικά είδη χταποδιών για τόσες σελίδες! Είναι μια μεγάλη κοιλιά με δόση επίδειξης γνώσεων, εκτός όμως πλοκής και όχι στο πλαίσιο επίλυσης κάποιου γρίφου. Διάβασα μετά ακόμα δύο κεφάλαια, αλλά κάπου εκεί ήταν που το άφησα.

(…) Η ομορφιά είναι η «καλύτερη συστατική επιστολή» και «δώρο θεού», έλεγε ο Αριστοτέλης, ή «φυσική υπεροχή», ισχυριζόταν ο Πλάτων. Ο Καρνεάδης τη θεωρούσε «μοναρχία που δε χρειάζεται σωματοφυλακή», ενώ ο Θεόφραστος διαφωνούσε με όλους, την αποκαλούσε απαξιωτικά «σιωπηλή απάτη», όπως και ο Θεόκριτος «απατηλή λάμψη». Προσωπικά αμφιβάλλω για το αν «θα σώσει τον κόσμο», όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι, ενώ βρίσκομαι πιο κοντά στον Σταντάλ: «Είναι μια υπόσχεση ευτυχίας». Προφανώς εννοούσε για κείνον που μπορεί να τη βλέπει. (…)

Διαβάζω πολύ καλά λόγια για το βιβλίο στο διαδίκτυο και -αν καταλαβαίνω- έχει πάει και πολύ καλά σε πωλήσεις, το οποίο είναι σημαντικό και αξίζει πολλά μπράβο. Προφανώς αυτά τα… “κακά” που γράφω απευθύνονται ίσως στους πιο απαιτητικούς αναγνώστες, αλλά σε κάθε περίπτωση νομίζω πως ένας χαρισματικός συγγραφέας με την ικανότητα να περιγράφει τόσο όμορφα και ρεαλιστικά εικόνες, θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να γράφει στο γ’ πρόσωπο και να μένει μέσα στην πλοκή χωρίς να πλατειάζει, ειδικά όταν γράφει αστυνομικά.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 4/10

To Whom It May Concern: Θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστη και αυτό το blog το έφτιαξα το 2012, πρωτίστως για να γράφω τις σκέψεις μου (που μπορεί να είναι και αρνητικές) για τα βιβλία που διαβάζω, αλλά και για καμιά ιστοριούλα. Δεν έχει αλλάξει κάτι ούτε νιώθω διαφορετικά επειδή εξέδωσα πρόσφατα ένα βιβλίο.