Δρόμου Δρώμενα – Κώστας Πατίνιος

patiniosΔΕΝ έχω πάρα πολλούς φίλους στο Facebook. Το 95% τους γνωρίζω προσωπικά και με το υπόλοιπο 5% σίγουρα κάτι μας δένει, κάτι περισσότερο εννοώ από έναν κοινό φίλο. Τον Κώστα τον γνώρισα από τις δημοσιεύσεις φίλων στο Facebook και μέτρησα τα κοινά μας: Φίλος φίλου μου (ένα, και να προσθέσω εδώ πως το Φίλος Φίλου ΔΕΝ είναι κυπριακό όνομα 🙂 ), πολύ γνωστός (μπα…) δρομέας (δύο) και Μαραθωνοδρόμος (ούτε που πλησίαζα τότε, τώρα οριακά) στην Κύπρο (τρία), ίσως από τους πιο γνωστούς εν ενεργεία (πολύ μακριά, άπιαστα μακριά, πωπω πόσο μακριά), ο οποίος διατηρούσε blog (τέσσερα) και παράλληλα είχε εκδώσει βιβλία (τότε όχι, αλλά ήλπιζα) με διηγήματα και ποιήματα. Αποφάσισα λοιπόν να του κάνω αίτημα φιλίας, το οποίο για καλή μου τύχη αποδέχθηκε αμέσως.

Αυτό έγινε πριν από ενάμιση χρόνο περίπου. Έκτοτε συνομιλήσαμε αρκετές φορές για τα κοινά μας ενδιαφέροντα και πρόσφατα του ζήτησα συμβουλές ενόψει του πρώτου μου Μαραθωνίου. Πριν λίγες μέρες είχα επιτέλους τη μεγάλη χαρά να τον γνωρίσω δια ζώσης στην παρουσίαση του βιβλίου μου στη Λευκωσία. Φέρνοντας ο Κώστας το βιβλίο μου να του το υπογράψω, μου χάρισε δύο δικά του. Αποφάσισα να ξεκινήσω με το πρώτο βιβλίο του, που διάβασα πως είναι συλλογή διηγημάτων, γιατί σκέφτηκα πως θα ταιριάξει με τον τρόπο που διαβάζω, δηλαδή κάθε βράδυ καμιά δεκαριά σελίδες πριν κοιμηθώ. Δεν τα υπολόγισα όμως σωστά, γιατί αποδείχτηκε δύσκολο, ακατόρθωτο, να σταματήσω στη μια ιστορία και έτσι το τέλειωσα σε 2 βραδιές.

(…) Είναι ωραίο να γνωρίζεις την πόλη σου τρέχοντας. Αυτούς τους δρόμους τους περπάτησα, τους πέρασα με το αυτοκίνητο, ακόμα και με ποδήλατο, μόνος αλλά και με παρέα. Σαν όμως τρέχω, όλα μου μοιάζουν αλλιώτικα… Όλα είναι πιο μαγικά, δεν έχουν την στατικότητα που έχουν, όταν τα βλέπεις περπατώντας, ούτε την ταχύτητα, όταν τα προσπερνάς με το αυτοκίνητο.

Είναι ενοχλητικό να μην μπορώ ποτέ να ολοκληρώσω τον κύκλο της πόλης, να τρέξω γύρω από τα ενετικά τείχη, να κάνω το γύρο της τάφρου. Είναι ενοχλητικό να συμβιβάζομαι μόνο με τη μισή, αφήνοντας την άλλη για μίαν άλλη μέρα, όταν θα περάσω από το οδόφραγμα, για να τρέξω στην άλλη μισή, που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο αέρα, το ίδιο αποχετευτικό σύστημα, αγκαλιάζεται από τα ίδια τείχη, αλλά… κουβαλά αυτό το μεγάλο «αλλά» σαν κατάρα στην πλάτη της. (…)

Οι δρομείς θα αναγνωρίσουν στις σελίδες του πολλές δικές τους σκέψεις και είναι ωραίο το συναίσθημα να ξέρεις πως, αν και το τρέξιμο είναι ένα κατεξοχήν μοναχικό αγώνισμα, τελικά δεν είμαστε μόνοι.

(…) Ρώτησα πριν από πολλά χρόνια έναν πενηντάρη δρομέα γιατί τρέχει. Αυτός χαμογέλασε και μου είπε να ξεκινήσω να τρέχω και θα μάθω την απάντηση. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, μόλις τερμάτισα σ’ ένα μαραθώνιο με ρώτησε ένας νεαρός γιατί τρέχω. Χαμογέλασα και του είπα να ξεκινήσει να τρέχει και θα μάθει την απάντηση. Κάποιες απαντήσεις δίνονται μόνο στο δρόμο… (…)

Στον επίλογο του βιβλίου, διαβάζω για κάποιες δεύτερες σκέψεις του Κώστα, για το αν έκανε καλά που έβαλε μόνο την άποψη του δρομέα στο βιβλίο του και για το αν θα έπρεπε να αναφερθεί στο πώς ένιωθε η οικογένεια και οι οικείοι του. Διαφωνώ. Ο Κώστας δεν είναι ιστορικός. Δεν περιγράφει ιστορικά γεγονότα ώστε να προσπαθήσει να είναι όσο πιο αντικειμενικός και σφαιρικός. Ο Κώστας είναι καταρχήν δρομέας και μετά συγγραφέας. Διαβάζοντας το βιβλίο του ήθελα να διαβάσω τις δικές του σκέψεις. Αν θέλει κάποιος άλλος να γράψει κάτι, ας γράψει ένα δικό του βιβλίο, για παράδειγμα με τίτλο «Πώς είναι η ζωή δίπλα σε έναν δρομέα» ή ακόμα και «Τι σκέφτομαι όταν εσύ τρέχεις». Πιστεύω δε, πως θα έχει μεγάλη επιτυχία ένα τέτοιο βιβλίο, γιατί μη γελιόμαστε, το target group του είναι σαφώς μεγαλύτερο. 😉

Εκδόσεις Αρμίδα. Βαθμολογία 7/10

 

Advertisements

Κάρμεν – Κάριν Φόσουμ

ΔΕΝ είχα ξαναδιαβάσει βιβλίο της Νορβηγίδας Φόσουμ. Έχει σίγουρα μια ιδιαίτερη γραφή και νομίζω πρέπει να αναζητήσω το βραβευμένο της, Βουβή κραυγή.

Ήρωας μας ο επιθεωρητής Σέγερ και ο συνεργάτης του Σκάρε, οι οποίοι ερευνούν το θάνατο ενός μωρού δεκάξι μηνών, του Τόμι, ο οποίος βρέθηκε στο βυθό μιας λίμνης. Οι γονείς του, δύο πολύ νέοι γονείς, η Κάρμεν και ο Νικολάι, συντετριμμένοι υποστηρίζουν πως τους ξέφυγε από την προσοχή για λίγα λεπτά και μπουσουλώντας κατηφόρισε στη λίμνη όπου και πνίγηκε. Τα πράγματα περιπλέκονται όμως όταν ο Σέγερ μαθαίνει πως το μωρό είχε σύνδρομο Ντάουν και πως η Κάρμεν δεν το ήθελε…

(…) Ο Φρανκ σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ο Σέγερ στο καθιστικό άκουγε το πλατάγιασμα της γλώσσας καθώς ο σκύλος έπινε νερό, είχε κάτι το καθησυχαστικό αυτός ο ήχος. Το ουίσκι του ζέσταινε τα σωθικά και τον ηρεμούσε. Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι συχνά εθίζονται στο αλκοόλ, σκεφτόταν, σε βοηθάει σε πολλά πράγματα. Να αντιμετωπίσεις τον πόνο, την ατυχία και τη θλίψη, την ανησυχία και το άγχος, όλες τις αναποδιές και τις δυσκολίες. Το αλκοόλ κυλούσε στο αίμα του, τον ζέσταινε και τον παρηγορούσε. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε κάτω την πόλη που αγαπούσε. Το ποτάμι μου τη διέσχιζε με τις γέφυρές του, το όμορφα φωτισμένο εργοστάσιο ζυθοποιίας, τη μεγαλοπρεπή εκκλησία. Και το πολυσύχναστο λιμάνι, εκεί όπου αποβιβάζονταν τα αυτοκίνητα που έρχονταν από το εξωτερικό και κυλούσαν στους δρόμους της Νορβηγίας, Honda και Toyota και Mercedes, σε μια ατέλειωτη σειρά. Τα τρένα μπαινόβγαιναν στον σταθμό και πάντα κάποιο πλοίο έπλεε στο ποτάμι με αναμμένους προβολείς. Άφησε το ποτήρι του στον πάγκο της κουζίνας και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Βούρτσισε τα δόντια του και έπεσε στο κρεβάτι. Ο Φρανκ τον ακολούθησε αλαφροπατώντας και ξάπλωσε στο χαλάκι του στο πλάι του κρεβατιού, όπως συνήθιζε, και έμειναν και οι δυο ξύπνιοι για τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά. Μετά γλίστρησαν σε έναν ελαφρύ και έπειτα σε έναν βαθύ και ήρεμο ύπνο. (…)

Η ιστορία έχει το εξής χαρακτηριστικό: Ενώ όλα κυλούν αργά, μένεις προσκολλημένος στην πλοκή λες και παρακολουθείς ταινία δράσης. Μου φάνηκε πολύ περίεργο που το ένιωθα αυτό διαβάζοντας το.  Η Φόσουμ ασχολείται πολύ με τους ίδιους τους χαρακτήρες, την προσωπική τους ζωή, τα αισθήματά τους, τις έννοιες τους και δεν το κάνει εις βάρος της πλοκής. Δηλαδή έχει ολόκληρα κεφάλαια που δεν γίνεται απολύτως τίποτα όσον αφορά στην πλοκή και όμως δεν έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις απλώς σάλτσες. Αυτό το θεωρώ εξαιρετικό πλεονέκτημα. Οικοδομεί σιγά-σιγά το περιβάλλον, τις συνθήκες, για να δεχτεί ο αναγνώστης ως φυσικό επακόλουθο τη λύση.

Στα αρνητικά, θα έλεγα πρώτο, πως μου φάνηκαν πολύ ώριμοι οι διάλογοι μεταξύ της Κάρμεν και του Νικολάι, πράγμα που με ξένισε για δύο εικοσάχρονα παιδιά και δεύτερο, πως η ιστορία δεν έχει τη μεγάλη ανατροπή. Έχει μερικά τουίστ, δηλαδή μικρές-μικρές ανατροπές εδώ και κει (και βεβαίως στο τέλος), αλλά όχι αυτή τη μεγάλη ανατροπή που θα περίμενε ένας ίσως πιο ψαγμένος αναγνώστης.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 6,5/10

 

Μαραθώνιος 2015… κομπλέ!

ΝΑΙ, τερμάτισα και ήταν περίπου όπως το περίμενα. Βγήκα λίγο εκτός χρονικού στόχου, τερματίζοντας σε 04:42:40, αλλά γι’ αυτό τους λένε στόχους: Άλλοτε τους πετυχαίνεις, άλλοτε όχι.

Τον βασικό μου όμως στόχο τον πέτυχα…

?????????????

Αντίστροφη Μέτρηση – Κεν Φόλετ

Επιστροφή σε αστυνομικό και μάλιστα αμερικάνικο, γρήγορο, συνεχούς δράσης, κάτι σαν τις Επικίνδυνες Αποστολές δηλαδή.

Ένας άντρας ξυπνά στις τουαλέτες ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν θυμάται απολύτως τίποτα. Ούτε το όνομα του, ούτε πως βρέθηκε εκεί. Είναι ατημέλητος και ντυμένος με κουρέλια. Μπροστά του βλέπει άλλον έναν σαν κι αυτόν, έναν ζητιάνο που τον λένε Πιτ. Ο Πιτ του λέει πως το όνομα του είναι Λουκ και πως είχε πιει πολύ χθες βράδυ και λογικό είναι να μη θυμάται τίποτα. Όμως του Λουκ κάτι δεν του πάει καλά με αυτή την εκδοχή…

Η ιστορία είναι τοποθετημένη το 1958 στην Ουάσιγκτον, τις μέρες της εκτόξευσης του πρώτου αμερικάνικού πυραύλου, του Εξπλόρερ Ι, από το ακρωτήριο Κανάβεραλ. Ο Λουκ στην προσπάθεια του να μάθει περισσότερα για τον εαυτό του, συνειδητοποιεί πως μπορεί να μην ξέρει τίποτα για την οικογένεια ή τους φίλους του, αλλά γνωρίζει πολλά πράγματα για φυσική, μαθηματικά και για… πυραύλους. Είναι σίγουρος πως ξέρει κάτι για το οποίο άξιζε να χάσει τη μνήμη του, κάτι που πρέπει να ξαναθυμηθεί, αν θέλει να ζήσει.

(…) «Toi, encore», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. «Πάλι εσύ». Αναρωτήθηκε για μια στιγμή γιατί είχε μιλήσει γαλλικά, αλλά έδιωξε τη σκέψη σχεδόν αμέσως. Είχε πιο πιεστικά ζητήματα να σκεφτεί. Δεν υπήρχε αμφιβολία: δύο άτομα τον παρακολουθούσαν εναλλάξ, σε μια καλοστημένη επιχείρηση. Θα πρέπει να ήταν επαγγελματίες.

Προσπάθησε να αναλύσει τι σήμαιναν όλα αυτά. Ο τύπος με το καπέλο κι ο τύπος με την καμπαρτίνα ίσως να ήταν αστυνομικοί – μπορεί να είχε διαπράξει ένα έγκλημα, να είχε σκοτώσει κάποιον όσο ήταν μεθυσμένος. Ίσως αυτοί οι δύο να ήταν κατάσκοποι, της CIA ή της Κα-Γκε-Μπε, αν και ήταν μάλλον απίθανο ένας αλήτης σαν κι αυτόν να ήταν αναμεμειγμένος σε υποθέσεις κατασκοπίας. Κατά πάσα πιθανότητα είχε κάποια σύζυγο την οποία είχε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια, και τώρα εκείνη ήθελε διαζύγιο και είχε προσλάβει ιδιωτικούς αστυνομικούς για να συλλέξουν αποδείξεις γύρω από τον τρόπο ζωής του. (Η σύζυγος μπορεί να ήταν Γαλλίδα.)

Καμία από τις ερμηνείες αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική. Ωστόσο ένιωσε το ηθικό του αναπτερωμένο. Πιθανότατα αυτοί οι δύο να ήξεραν την ταυτότητά του. Όποια κι αν ήταν η αιτία για την οποία τον παρακολουθούσαν, κάτι θα πρέπει να γνώριζαν γι’ αυτόν. Αν μη τι άλλο, θα γνώριζαν περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος.

Αποφάσισε να τους χωρίσει και μετά να αντιμετωπίσει ευθέως τον νεότερο άντρα. (…)

Αυτό που θα έλεγα ένα τίμιο βιβλίο. Δράση από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή. Ωραία πλοκή, με μπρος-πίσω στον χρόνο και (μικρές αλλά απαραίτητες) ανατροπές. Το τέχνασμα του ανθρώπου που συνεχώς ανακαλύπτει μικρά-μικρά πράγματα για τον εαυτό του και τη ζωή του είναι πολύ ωραία δοσμένο και σε κάνει να μη θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10