Η τριλογία της Νέας Υόρκης – Πολ Όστερ

ΕΝΑ από τα δύο βιβλία που κατόρθωσα να διαβάσω σε αυτές τις διακοπές. Μου έδωσε το βιβλίο η Χαρά πριν μερικούς μήνες. Μου λέει διάβασέ το, είναι λίγο περίεργο αστυνομικό. Η λέξη περίεργο είναι μια λέξη κλειδί. Όταν πεις σε κάποιον πως είναι κάτι περίεργο, διαφορετικό από ό,τι έχεις διαβάσει μέχρι τώρα, τον τσιγκλάς. Καταρχάς για μένα δεν είναι καν αστυνομικό, γι’ αυτό και δεν το κατατάσσω σε αυτή την κατηγορία στο blog μου. Δεν έχει εγκλήματα, έχει υποψίες εγκλημάτων. Είναι ένα βιβλίο που αποτελείται από τρεις σχετικά μικρές ιστορίες που κάπως μπλέκονται. Όχι ξεκάθαρα, ούτε πρέπει να έχεις διαβάσει τη μία για να καταλάβεις την άλλη. Απλώς υπάρχουν κάποιες κοινές αναφορές κυρίως σε ονόματα ηρώων ή πόλεων. Εκδόθηκαν σε διάστημα δύο ετών σαν ξεχωριστά βιβλία το διάστημα ‘85-‘86 και τώρα τις έχω στα χέρια μου με τη μορφή τριλογίας. Ξεκινάμε:

Γυάλινη Πόλη

Ένας συγγραφέας αστυνομικών, ο οποίος γράφει χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο τις ιστορίες του alter ego ήρωα-ντετέκτιβ του, σηκώνει το τηλέφωνο που χτυπάει μέσα στη νύχτα και προσποιούμενος τον συγγραφέα Πολ Όστερ, αναλαμβάνει μια υπόθεση παρακολούθησης. Μπερδευτήκατε;

(…) Ό,τι του άρεσε σ’ αυτά τα βιβλία ήταν η αίσθηση πληρότητας και οικονομίας που μετέδιδαν. Σε μια καλή ιστορία μυστηρίου τίποτα δεν πάει χαμένο, κάθε πρόταση, κάθε λέξη έχει σημασία. Αλλά και ασήμαντη να είναι, έχει δική της βαρύτητα. Ο κόσμος του βιβλίου παίρνει ζωή, κοχλάζει με πιθανότητες, με μυστικά και αντιθέσεις. Εφόσον ό,τι φαίνεται ή λέγεται, ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία, μπορεί να σχετίζεται με την έκβαση της ιστορίας, τίποτα δεν πρέπει να παραμελείται. Τα πάντα γίνονται ουσία, το κέντρο του βιβλίου μεταβάλλεται με κάθε γεγονός που το ωθεί προς τα εμπρός. Το κέντρο, επομένως, βρίσκεται παντού και καμιά περιφέρεια δεν μπορεί να χαραχτεί έως ότου το βιβλίο φτάσει στο τέλος του. (…)

Φαντάσματα

Ο Μπλου, ντετέκτιβ που έχει αναλάβει πλέον το γραφείο του Μπράουν, αναλαμβάνει από τον Γουάιτ να παρακολουθεί τον Μπλακ. Ο Μπλου ανατρέχει σε υποθέσεις παλιές, όπως του Γκρέι που έγινε τελικά Γκριν αλλά και του Ρέντμαν, ενώ θα διαβάσει και για μια ιστορία θα τον στοιχειώσει, αυτή του δολοφονημένου παιδιού που είχε αναλάβει ο ανακριτής Γκολντ… (Χάνουν λίγο τα ονόματα στο μεταφρασμένο κείμενο, αλλά πιάνετε το νόημα).

(…) Οι χαμένες ευκαιρίες όμως αποτελούν μέρος της ζωής στον ίδιο βαθμό με τις κερδισμένες ευκαιρίες, και μια ιστορία δεν μπορεί να βασίζεται σε ό,τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Πετώντας αηδιασμένος πέρα το βιβλίο, ο Μπλου φορά το πανωφόρι του –επειδή τώρα είναι φθινόπωρο- και βγαίνει για να πάρει λίγο αέρα. Μετά βίας αντιλαμβάνεται ότι είναι η αρχή του τέλους. Επειδή αν κάτι αρχίσει να συμβαίνει, άπαξ και συμβεί, τίποτα πια δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.  (…)

Το κλειδωμένο δωμάτιο

Ο ήρωας μας -ένας σχετικά γνωστός αρθογράφος που δεν έχει όνομα- αναλαμβάνει να επιμεληθεί και να βρει εκδότη των έργων του καλύτερού του φίλου, Φάνσοου, τον οποίο έχει όμως πολλά χρόνια να δει. Τον παρακάλεσε γι’ αυτό η σύζυγος του Φάνσοου, Σόφι, η οποία είχε υποσχεθεί στον άντρα της πως αν ποτέ του συνέβαινε κάτι, αυτή θα έψαχνε να βρει τον ήρωα μας και θα τον έπειθε να το κάνει. Όμως ο Φάνσοου δεν έχει πραγματικά χαθεί…

(…) «Μετά βρέθηκα κάπου στο Νέο Μεξικό. Μια μέρα πήγα να φάω σε ένα μαγαζί που βρέθηκε στο δρόμο μου, και κάποιος είχε αφήσει πάνω στον πάγκο μια εφημερίδα. Την πήρα και τη διάβασα. Εκεί ανακάλυψα ότι εκδόθηκε το βιβλίο μου».

«Σε εξέπληξε αυτό;»

«Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτήν ακριβώς τη λέξη».

«Τότε τι;»

«Δεν ξέρω. Θύμωσα, νομίζω. Οργίστηκα».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Θύμωσα επειδή το βιβλίο ήταν σκουπίδια».

«Οι συγγραφείς ποτέ δεν ξέρουν πώς να κρίνουν τη δουλειά τους».

«Όχι, το βιβλίο ήταν σκουπίδια, πίστεψέ με. Όλα όσα έκανα ήταν σκουπίδια».

«Τότε γιατί δεν τα κατέστρεψες;»

«Ήμουν υπερβολικά προσκολλημένος σ’ αυτά. Αυτό όμως δεν έχει νόημα. Ένα μωρό είναι προσκολλημένο στα κακά του, αλλά κανείς δεν σκοτίζεται γι’ αυτό. Είναι αυστηρά δική του δουλειά». (…)

Όλες οι ιστορίες είναι ένα συνεχές υπαρξιακό παιχνίδι αναζήτησης ταυτοτήτων. Σε κάθε μια, ενώ στην αρχή ξεκινάμε με τον ήρωα να αναζητεί και να παρακολουθεί κάποιον άλλον, στην πορεία δεν είμαστε σίγουροι για το ποιος κυνηγάει ποιον τελικά. Ο θύτης είτε γίνεται είτε αισθάνεται θύμα και σταδιακά οι ρόλοι αλλάζουν. Αξίζει να το διαβάσετε ακριβώς για να δείτε πως ξετυλίγεται αυτό το κρυφτούλι σκύλου-γάτας (και ενίοτε ποντικού). Νομίζω πως η τελευταία ιστορία είναι και η καλύτερη. Δικαίως ο Όστερ έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση όταν τριάντα χρόνια πριν εξέδωσε αυτά τα βιβλία.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8/10

 

Advertisements

One thought on “Η τριλογία της Νέας Υόρκης – Πολ Όστερ

  1. Έχεις δίκιο, δεν είναι πραγματικά αυτό που λέμε “αστυνομικό” κανένα βιβλίο του. Είναι υψηλή λογοτεχνία με μια “αστυνομική” ιστορία ως πρόφαση.

    Like

Leave your Comment

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s