Η Κόκκινη Μαρία – Κυριάκος Αθανασιάδης

κοκκινηΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΣ την περίοδο απεξάρτησης από τα αστυνομικά, έπιασα για δεύτερη φορά στα χέρια μου την Κόκκινη Μαρία. Και λέω δεύτερη, γιατί είχα προσπαθήσει ξανά πριν από μερικούς μήνες, αλλά δεν τα κατάφερα. Η γραφή του δεν μου είχε ταιριάξει καθόλου. Εν τω μεταξύ όμως το διάβασε η Αγγελική αλλά και η Τίνα –αν θυμάμαι καλά- και τους άρεσε πολύ. Όταν σκεφτόμουν τι να διαβάσω μετά τον Χεσούς Δίας, η Αγγελική μου είπε να το δοκιμάσω ξανά και πως θα μου αρέσει. Δυστυχώς με έπεισε…

Είμαι 100% σίγουρος πως κάτι δεν κατάλαβα. Καταρχάς δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβα την ιστορία, αλλά θα προσπαθήσω να σας πω τι κατάλαβα: Ήρωας μας ο Άρης, ένας έφηβος, ο οποίος ενώ είναι στο αυτοκίνητο με τον πατέρα του παραμονές Χριστουγέννων, βλέπει σε κάτι φανάρια ένα κορίτσι –τη Ζένια όπως μαθαίνουμε μετά- και διαισθάνεται πως χρειάζεται να σωθεί. Προσπαθεί να πείσει τον πατέρα του να πάνε και να την πάρουν μαζί στο σπίτι τους –σχεδόν να την απαγάγουν- και μάλιστα γρήγορα, πριν την πάρουν οι κακοί. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το κυνηγητό ανάμεσα στους κατοίκους της Στεριάς και του Νησιού…

(…) «Ζούμε στις στοές», είπε ο Στη Μέση Του Ξέφωτου. «Άλλες είναι παλιές. Άλλες σύγχρονες. Άλλες πολύ παλιές. Και στις αρχαίες κατακόμβες. Και σε όλο το δίκτυο του υπονόμου, αν εξαιρέσεις τα μέρη που είναι πνιγμένα όλο το χρόνο στα νερά. Και σε κομμάτια του Ηλεκτρικού που εγκαταλείφτηκαν. Και σε χώρους του Μετρό που δεν εγκαταλείφτηκαν, που είναι ολοκαίνουριοι. Αλλά δεν μας βλέπει κανείς… Είμαστε από πάντα εδώ. Και θα μείνουμε για πάντα. Κινούμαστε ταχύτατα. Ανεβαίνουμε πάνω, στη Στεριά, για να κλέψουμε. Διασχίζουμε την πόλη υπόγεια, και μπορούμε να βρεθούμε οπουδήποτε, οποτεδήποτε: είμαστε οργανωμένοι. Σπουδάζουμε, διασκεδάζουμε, δουλεύουμε. Είμαστε μέχρι δεκάξι χρονών. Είμαστε όλοι παιδιά. Ναι: παιδιά με πληγές. Είμαστε ένα έθνος φτιαγμένο από όλες τις εθνικότητες. Είμαστε πληγές, κι αυτό εδώ» -έδειξε γύρω του, αλλά ήταν σαν να έδειχνε τα πάντα- «είναι το χάδι μας και τα φιλιά μας. Είμαστε το Νησί». (…)

Η ίδια η ιστορία ίσως δεν έχει τόση σημασία. Προφανώς οι εικόνες και τα συναισθήματα είναι που έκαναν πάρα πολύ κόσμο να αγαπήσει αυτό το βιβλίο. Διαβάζω παντού μόνο καλά λόγια και δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ το ότι δεν αντιλήφθηκα καθόλου ούτε τι λέει, ούτε καν σε ποιους απευθύνεται αυτό το βιβλίο. Θα έλεγα πως απευθύνεται μάλλον σε έφηβους και μάλιστα με ιδιαίτερες ευαισθησίες, αλλά βλέποντας τόσο κόσμο, όλων των ηλικιών να μιλάνε εκθειαστικά, μάλλον και εδώ έκανα λάθος. Ο λόγος που δεν μπόρεσα ποτέ να μπω στο κλίμα, πιθανολογώ πως είναι η χρήση του τρίτου προσώπου. Ενώ δηλαδή χρησιμοποιεί έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο γραφής, με πολλές επαναλήψεις των ίδιων λέξεων, τεράστιες προτάσεις και -σε πολλά σημεία- έναν σχεδόν παιδικό τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, για μένα έπρεπε αυτά να ειπωθούν σε πρώτο πρόσωπο. Δεν μου ταιριάζει καθόλου να διαβάζω ένα παντογνώστη αφηγητή που είναι… παιδί! Αυτό το βιβλίο έπρεπε να γραφτεί σε πρώτο πρόσωπο. Θα απογειωνόταν.

 (…) Έπεσε προς τα πίσω, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του στο πάτωμα μα δεν έδωσε σημασία, άκουσε τον πατέρα του να φωνάζει το όνομά του μα δεν έδωσε σημασία, και γύρισε απότομα και μπουσούλησε σαν μωρό, κι αισθάνθηκε ένα χέρι να του αρπάζει τον ώμο μα του ξεγλίστρησε, και κατάφερε να σηκωθεί στα πόδια του, και μπλέχτηκε σ’ ένα τραπεζάκι με φωτογραφίες, και ξεμπλέχτηκε, και ξανασηκώθηκε, κι έκανε δυο βήματα, κι εκείνο το  χέρι πάλι τον έπιασε από τον ώμο, και το απέφυγε ξανά, και τον έπιασε πάλι, και το ξαναπέφυγε, κι έτρεξε στο χολ, και άρπαξε το μπουφάν του από την κρεμάστρα με το ‘να χέρι και τα παπούτσια του με το άλλο, και άνοιξε την πόρτα και χάθηκε έξω στο κρύο, έξω στην πόλη, έξω, έξω, για να τη βρει. (…)

Είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο, μόλις 180 σελίδες και με αραιή γραφή που διαβάζεται πολύ γρήγορα. Δεν μπορώ προσωπικά να το προτείνω σε κανέναν, αλλά διαβάζοντας και ακούγοντας και δικούς μου ανθρώπους να λένε τόσο καλά λόγια, υποχρεούμαι να του βάλω κακή βαθμολογία μεν, αλλά και παράλληλα να σας ζητήσω διαβάζοντας το να με διαψεύσετε.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 5,5/10

 

Το πρόσωπο και το προσωπείο – Χεσούς Δίας

20150910_133945ΞΕΚΙΝΗΣΑ καπάκι στις διακοπές να διαβάζω άλλο ένα αστυνομικό, αλλά μου έπεσε βαρύ. Ευτυχώς μια μέρα πριν, η Αγγελική είχε τελειώσει το δικό της βιβλίο και έτσι άρχισα να διαβάζω αυτό το μικρό διαμαντάκι.

Βρισκόμαστε στην Κούβα, τη δεκαετία του ’90. Ένας σκηνοθέτης γνωστός ως «Η Αρκούδα» ξεκινάει το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας με πέντε πρωταγωνιστές: τον εαυτό του, τη γυναίκα του Οφηλία και τρεις νέους ηθοποιούς, τον Μάριο, τη Μάιρα και την Άννα. Η ιστορία είναι γραμμένη από πέντε οπτικές γωνίες και ξετυλίγεται μέσα από τον κάθε ήρωα, μιας και ανά μερικές σελίδες αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει. Αυτό πιστεύω πως είναι και το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου, γιατί έτσι ο αναγνώστης ζει την ιστορία, την βιώνει και την κατανοεί πλήρως, χωρίς το τέχνασμα του «παντογνώστη αφηγητή».

(…) Ναι, η εικόνα εκείνη ήταν ένα κόσμημα, η ανάμνησή της μου επέτρεψε να καταπιώ την πικρή σκόνη του χαπιού με τη βεβαιότητα ότι αιτία της κακής μου κατάστασης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο φόβος. Για να τον ξορκίσω, απαρίθμησα τους πέντε μου ήρωες και τα αντίστοιχα ρητά τους, σαν να ήταν τα δάχτυλα του χεριού. Η Ίρις, ο δείκτης, διεκδικώ· η Ελένα, ο μέσος, υπερασπίζω· ο Ορέστης, ο παράμεσος, κρύβω· η Λυδία, το μικρό δάχτυλο, ψάχνω· κι ο Φερνάντο, ένας αντίχειρας με τόσο φόβο για το μέλλον ώστε ήταν ικανός να τους καταλάβει όλους, κατανοώ. Ήταν σαν παραμύθι για ενήλικες, κι εγώ τους είχα στο χέρι, στην παλάμη του οποίου, όταν βγήκα από το νοσοκομείο, υπήρχε διάστικτη η λέξη «αμφιβολία». (…)

Εντυπωσιακός ο τρόπος που μπλέκονται οι ζωές την πρωταγωνιστών με τους ήρωες που ενσαρκώνουν -των πρόσωπων με των προσωπείων- είτε για να μπουν στο πετσί του ρόλου, είτε γιατί θα ήθελαν να μοιάζουν με αυτούς ή και -τις περισσότερες φορές- γιατί έχουν όντως κοινά οι ζωές τους, κάποιες τομές οι οποίες τους δίνουν και την ευκαιρία να δώσουν έτσι την ερμηνεία της ζωής τους. Εκτός από το παραπάνω μπλέξιμο, παράλληλα μπλέκονται και οι ζωές των πέντε ηθοποιών, σε σημείο που πλέον όμως διακινδυνεύεται το αν θα ολοκληρωθεί ποτέ η ίδια η ταινία…

(…) Όταν ακούστηκε το χτύπημα της κλακέτας, ξανάρχισα να περπατάω λέγοντας μέσα μου ότι η Ίρις είχε έρθει να ζητήσει τη συνενοχή του Φερνάντο. Μόνο που κατά βάθος θα ζητούσε κάτι περισσότερο, κάτι που ούτε ο Φερνάντο ούτε ο Θεός μπορούσαν να της δώσουν. Ένα άλλοθι, που θα της επέτρεπε να σβήσει το μερίδιο της ευθύνης της για το θάνατο του Ομάρ. Το έψαχνε απ΄τη στιγμή που έμαθε την τραγωδία από το στόμα της Ελένα, κι όταν δεν το βρήκε, έγινε επιθετική απέναντι στον Ορέστη. Εκείνος είχε κρύψει την αλήθεια από τη μητέρα του, είχε ρίξει στη φωτιά τα ρούχα, τα ενθύμια, τις φωτογραφίες του αδερφού του, θαρρείς κι έτσι θα μπορούσε να κάψει και την ανάμνησή του. (…)

Πάρα πολύ ενδιαφέρον και για τους βιβλιόφιλους αλλά και τους κινηματογραφόφιλους. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!

(…) Η Οφηλία έφταιγε για τα νεύρα μου, με είχε ταπεινώσει. Δεν είχε σημασία, τώρα ήμουν αναγκασμένος ν’ ανακτήσω την ηρεμία μου. Θα ‘ρχόταν η στιγμή να μάθει ότι οι τρόποι εκδίκησης σ’ αυτό τον κόσμο είναι τόσοι πολλοί όσοι και τα πλάνα μιας ταινίας. (…)

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 8/10

 

Η τριλογία της Νέας Υόρκης – Πολ Όστερ

ΕΝΑ από τα δύο βιβλία που κατόρθωσα να διαβάσω σε αυτές τις διακοπές. Μου έδωσε το βιβλίο η Χαρά πριν μερικούς μήνες. Μου λέει διάβασέ το, είναι λίγο περίεργο αστυνομικό. Η λέξη περίεργο είναι μια λέξη κλειδί. Όταν πεις σε κάποιον πως είναι κάτι περίεργο, διαφορετικό από ό,τι έχεις διαβάσει μέχρι τώρα, τον τσιγκλάς. Καταρχάς για μένα δεν είναι καν αστυνομικό, γι’ αυτό και δεν το κατατάσσω σε αυτή την κατηγορία στο blog μου. Δεν έχει εγκλήματα, έχει υποψίες εγκλημάτων. Είναι ένα βιβλίο που αποτελείται από τρεις σχετικά μικρές ιστορίες που κάπως μπλέκονται. Όχι ξεκάθαρα, ούτε πρέπει να έχεις διαβάσει τη μία για να καταλάβεις την άλλη. Απλώς υπάρχουν κάποιες κοινές αναφορές κυρίως σε ονόματα ηρώων ή πόλεων. Εκδόθηκαν σε διάστημα δύο ετών σαν ξεχωριστά βιβλία το διάστημα ‘85-‘86 και τώρα τις έχω στα χέρια μου με τη μορφή τριλογίας. Ξεκινάμε:

Γυάλινη Πόλη

Ένας συγγραφέας αστυνομικών, ο οποίος γράφει χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο τις ιστορίες του alter ego ήρωα-ντετέκτιβ του, σηκώνει το τηλέφωνο που χτυπάει μέσα στη νύχτα και προσποιούμενος τον συγγραφέα Πολ Όστερ, αναλαμβάνει μια υπόθεση παρακολούθησης. Μπερδευτήκατε;

(…) Ό,τι του άρεσε σ’ αυτά τα βιβλία ήταν η αίσθηση πληρότητας και οικονομίας που μετέδιδαν. Σε μια καλή ιστορία μυστηρίου τίποτα δεν πάει χαμένο, κάθε πρόταση, κάθε λέξη έχει σημασία. Αλλά και ασήμαντη να είναι, έχει δική της βαρύτητα. Ο κόσμος του βιβλίου παίρνει ζωή, κοχλάζει με πιθανότητες, με μυστικά και αντιθέσεις. Εφόσον ό,τι φαίνεται ή λέγεται, ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία, μπορεί να σχετίζεται με την έκβαση της ιστορίας, τίποτα δεν πρέπει να παραμελείται. Τα πάντα γίνονται ουσία, το κέντρο του βιβλίου μεταβάλλεται με κάθε γεγονός που το ωθεί προς τα εμπρός. Το κέντρο, επομένως, βρίσκεται παντού και καμιά περιφέρεια δεν μπορεί να χαραχτεί έως ότου το βιβλίο φτάσει στο τέλος του. (…)

Φαντάσματα

Ο Μπλου, ντετέκτιβ που έχει αναλάβει πλέον το γραφείο του Μπράουν, αναλαμβάνει από τον Γουάιτ να παρακολουθεί τον Μπλακ. Ο Μπλου ανατρέχει σε υποθέσεις παλιές, όπως του Γκρέι που έγινε τελικά Γκριν αλλά και του Ρέντμαν, ενώ θα διαβάσει και για μια ιστορία θα τον στοιχειώσει, αυτή του δολοφονημένου παιδιού που είχε αναλάβει ο ανακριτής Γκολντ… (Χάνουν λίγο τα ονόματα στο μεταφρασμένο κείμενο, αλλά πιάνετε το νόημα).

(…) Οι χαμένες ευκαιρίες όμως αποτελούν μέρος της ζωής στον ίδιο βαθμό με τις κερδισμένες ευκαιρίες, και μια ιστορία δεν μπορεί να βασίζεται σε ό,τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Πετώντας αηδιασμένος πέρα το βιβλίο, ο Μπλου φορά το πανωφόρι του –επειδή τώρα είναι φθινόπωρο- και βγαίνει για να πάρει λίγο αέρα. Μετά βίας αντιλαμβάνεται ότι είναι η αρχή του τέλους. Επειδή αν κάτι αρχίσει να συμβαίνει, άπαξ και συμβεί, τίποτα πια δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.  (…)

Το κλειδωμένο δωμάτιο

Ο ήρωας μας -ένας σχετικά γνωστός αρθογράφος που δεν έχει όνομα- αναλαμβάνει να επιμεληθεί και να βρει εκδότη των έργων του καλύτερού του φίλου, Φάνσοου, τον οποίο έχει όμως πολλά χρόνια να δει. Τον παρακάλεσε γι’ αυτό η σύζυγος του Φάνσοου, Σόφι, η οποία είχε υποσχεθεί στον άντρα της πως αν ποτέ του συνέβαινε κάτι, αυτή θα έψαχνε να βρει τον ήρωα μας και θα τον έπειθε να το κάνει. Όμως ο Φάνσοου δεν έχει πραγματικά χαθεί…

(…) «Μετά βρέθηκα κάπου στο Νέο Μεξικό. Μια μέρα πήγα να φάω σε ένα μαγαζί που βρέθηκε στο δρόμο μου, και κάποιος είχε αφήσει πάνω στον πάγκο μια εφημερίδα. Την πήρα και τη διάβασα. Εκεί ανακάλυψα ότι εκδόθηκε το βιβλίο μου».

«Σε εξέπληξε αυτό;»

«Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτήν ακριβώς τη λέξη».

«Τότε τι;»

«Δεν ξέρω. Θύμωσα, νομίζω. Οργίστηκα».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Θύμωσα επειδή το βιβλίο ήταν σκουπίδια».

«Οι συγγραφείς ποτέ δεν ξέρουν πώς να κρίνουν τη δουλειά τους».

«Όχι, το βιβλίο ήταν σκουπίδια, πίστεψέ με. Όλα όσα έκανα ήταν σκουπίδια».

«Τότε γιατί δεν τα κατέστρεψες;»

«Ήμουν υπερβολικά προσκολλημένος σ’ αυτά. Αυτό όμως δεν έχει νόημα. Ένα μωρό είναι προσκολλημένο στα κακά του, αλλά κανείς δεν σκοτίζεται γι’ αυτό. Είναι αυστηρά δική του δουλειά». (…)

Όλες οι ιστορίες είναι ένα συνεχές υπαρξιακό παιχνίδι αναζήτησης ταυτοτήτων. Σε κάθε μια, ενώ στην αρχή ξεκινάμε με τον ήρωα να αναζητεί και να παρακολουθεί κάποιον άλλον, στην πορεία δεν είμαστε σίγουροι για το ποιος κυνηγάει ποιον τελικά. Ο θύτης είτε γίνεται είτε αισθάνεται θύμα και σταδιακά οι ρόλοι αλλάζουν. Αξίζει να το διαβάσετε ακριβώς για να δείτε πως ξετυλίγεται αυτό το κρυφτούλι σκύλου-γάτας (και ενίοτε ποντικού). Νομίζω πως η τελευταία ιστορία είναι και η καλύτερη. Δικαίως ο Όστερ έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση όταν τριάντα χρόνια πριν εξέδωσε αυτά τα βιβλία.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 8/10