Ο Πίτερ Παν πρέπει να πεθάνει – Τζον Βέρντον

Ο πίτερ παν πρέπει να πεθάνειΑΥΤΟ είναι το δεύτερο βιβλίο του Βέρντον που διαβάζω. Το πρώτο μου είχε αρέσει πάρα πολύ, βρήκα τον κεντρικό του γρίφο εξαιρετικό και έτσι με χαρά και ανυπομονησία ξεκίνησα τώρα και αυτό.

Ήρωας μας και πάλι ο συνταξιοδοτημένος πρώην αστυνομικός Ντέιβ Γκάρνεϊ. Ο Τζακ Χάρντγουικ, πρώην πλέον κι αυτός αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, που έχασε τη δουλειά του βοηθώντας τον Γκάρνεϊ σε μια παλαιότερη υπόθεση, ζητάει τώρα τη βοήθεια και την εμπειρία του Γκάρνεϊ, να αποδείξουν μαζί πως άδικα κρίθηκε ένοχη για το φόνο του συζύγου της, η πελάτισσα του, Κέι Σπόλτερ. Ο Γκάρνεϊ στην αρχή έχει τις αμφιβολίες του, αλλά αφού πηγαίνει στη φυλακή για να συνομιλήσει μαζί της, αποφασίζει τελικά να εμπλακεί στην υπόθεση. Ο σύζυγος της Κέι ήταν ο Καρλ Σπόλτερ, ανερχόμενος πολιτικός, ο οποίος δολοφονήθηκε από κάποιον ακροβολιστή, την ώρα της κηδείας της μητέρας του. Όλα τα στοιχεία είναι εναντίον της Κέι, η δημοσίως γνωστή εξωσυζυγική της ζωή, τα μαθήματα σκοποβολής, τα χρήματα που κληρονόμησε. Κι όμως, υπάρχουν πάρα πολλά που δεν «δένουν», σημάδια που αγνοήθηκαν ή παραποιήθηκαν από τον αστυνόμο που ανέλαβε την υπόθεση, τον Μικ Κλέμπερ. Και ο Γκάρνεϊ είναι σίγουρος για την αθωότητα της Κέι. Μένει μόνο να το αποδείξει.

(…) Ο Κόσμος της έννομης τάξης, όπως και η φυλακή, αλλάζει όποιον άνθρωπο περάσει χρόνο στη δουλειά. Αυτό το κάνει καλλιεργώντας κάποια χαρακτηριστικά: το σκεπτικισμό, τον υπολογιστικό νου, τον απομονωτισμό και την τραχύτητα. Τα γνωρίσματα αυτά μπορούν να αναπτυχθούν παράλληλα με τάσεις καλοπροαίρετες ή κακοήθεις, ανάλογα με τον χαρακτήρα του ατόμου – τον θεμελιώδη προσανατολισμό της ψυχής του. Ο ένας μπάτσος μπορεί να καταλήξει πεπειραμένος στους τρόπους της πιάτσας, πιστός στους συναδέλφους του και θαρραλέος αποφασισμένος να κάνει καλά τη δουλειά του ακόμα και κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κι ο άλλος μπορεί να καταλήξει φαρμακερά κυνικός, επικριτικός και απάνθρωπος – αποφασισμένος να εκδικηθεί τον κόσμο για τα προβλήματα που του προξενούσε. Ο Γκάρνεϊ υπέθετε ότι το βλέμμα του Μικ Κλέμπερ καθώς πλησίαζε το παγκάκι, τον τοποθετούσε σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία.  (…)

Οι έρευνες τους οδηγούν στον περιβόητο δολοφόνο Πέτρο Πανίκο, γνωστό και ως Πίτερ Παν. Μαθαίνουν πως ο μικρόσωμος Πίτερ Παν, αναλαμβάνει μόνο δύσκολες και ανέφικτες για άλλους δουλειές, πράγμα που τους δυσκολεύει ως προς τα κίνητρα αυτού που τον έβαλε να το κάνει. Και όσο πιο κοντά πλησιάζουν στην ταυτότητα του, τόσο ο θάνατος τους πλησιάζει. Φριχτά εγκλήματα και δολοφονίες ατόμων που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην υπόθεση, δεν πτοούν τον Γκάρνεϊ, ο οποίος για άλλη μια φορά, όπως του είπε η γυναίκα του Μάντλιν, έλκεται από το μοιραίο.

 (…) «Ρώτησα τον Ντένις γι’ αυτό το πουλί», είπε.

«Ποιο πουλί;»

«Αυτό το παράξενο που ακούμε καμιά φορά όταν σουρουπώνει. Το έχουν ακούσει κι ο Ντένις με την Ντίρντρι, και το τσέκαρε στο Συμβούλιο Προστασίας Ορεινής Πανίδας. Του είπαν ότι είναι ένα σπάνιο είδος περιστεριού που ενδημεί μόνο στη βόρεια Νέα Υόρκη και σε μέρη της Νέας Αγγλίας, και μόνο πάνω από ένα ορισμένο υψόμετρο. Οι αυτόχθονες Αμερικανοί της περιοχής το θεωρούσαν ιερό. Το πνεύμα που Μιλά με τους Νεκρούς, έτσι το έλεγαν. Οι σαμάνοι ερμήνευαν τις κραυγές του. Καμιά φορά ήταν κατηγορίες, κι άλλοτε μηνύματα συγχώρεσης».

Ο Γκάρνεϊ αναρωτήθηκε για το συνειρμό που είχε οδηγήσει τη Μάντλιν στην ιστορία για το πένθιμο περιστέρι. Καμιά φορά ενώ νόμιζε πως είχε αλλάξει θέμα, διαπίστωνε ότι εξακολουθούσε να μιλά για το ίδιο πράγμα. (…)

Αρκετά καλογραμμένο και αυτό το βιβλίο, αλλά όχι τόσο δυνατό όσο το άλλο. Ο Βέρντον ξέρει σίγουρα να γράφει καλά. Οι χαρακτήρες του πάντα είναι ξεκάθαροι, έντονοι και όχι απλώς σκιαγραφημένοι. Διαβάζοντας τους διαλόγους, ξέρεις κάθε φορά ποιος είπε τι, χωρίς τα «είπε ο τάδε». Οι εκφράσεις και το λεξιλόγιο είναι σε κάθε ήρωα διαφορετικά, όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Μου έλειψε πάντως ο ισχυρός γρίφος.

(…) Παρόλο που είχε καταλάβει όσα έβλεπε να συμβαίνουν, ήξερε πως μέρος της αντίληψης αυτής βασιζόταν σε όσα γνώριζε ήδη. Ο Γκάρνεϊ είχε προ πολλού αποδεχτεί μια σημαντική αρχή που αφορούσε τη διαισθητική γνώση: δεν σκεφτόμαστε ό,τι σκεφτόμαστε επειδή βλέπουμε αυτό που βλέπουμε – αλλά βλέπουμε ό,τι βλέπουμε επειδή σκεφτόμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Οι προειλημμένες αντιλήψεις μπορούν εύκολα να υπερκαλύψουν τα οπτικά δεδομένα – ακόμα και να μας κάνουν να βλέπουμε πράγματα που δεν υπάρχουν. (…)

Τέλος, ένα σχόλιο για την μετάφραση του Κορτώ: Στις πρώτες σελίδες, διάβαζα Κορτώ και όχι Βέρντον. Ευτυχώς αυτό κάποια στιγμή ανεπαίσθητα είτε απαλύνθηκε είτε το συνήθισα. Σε κάθε περίπτωση γρήγορα το ξέχασα και ασχολήθηκα με την ίδια την ιστορία. 🙂

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 6,5/10

Όταν το bullying δεν υπήρχε…

n740263657_1548486_4320316ΕΙΜΑΙ 7 χρονών και σε ένα διάλειμμα στο σχολείο μου στον Στρόβολο Λευκωσίας, βγάζω να φάω μια σοκολάτα «ζωάκι» της Nestle. Είναι οι αγαπημένες μου. Μια μικρή μπάρα σοκολάτας γάλακτος, χωρισμένη σε δύο ας πούμε κάδρα, που το καθένα απεικόνιζε ένα ζωάκι της ζούγκλας. Έτρωγα πρώτα το γύρω-γύρω και άφηνα για το τέλος το ζωάκι, τρώγοντας το σχεδόν πάντα με τύψεις, που απαλύνονταν από την απόλαυση του λιωσίματος της σοκολάτας στο στόμα μου. Πριν καν προλάβω να ανοίξω το περιτύλιγμα της, με πλησιάζει ο Χ. που είναι 3 χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ένα ψηλό και όμορφο αγόρι που πηγαίνει στην πέμπτη τάξη. Τον ήξερα καλά και μάλιστα παίζαμε μαζί σε αρκετά διαλείμματα. Είναι άλλωστε ξάδελφος του καλύτερου μου φίλου. Μου λέει να του δώσω τη σοκολάτα. Του λέω όχι. Μου χώνει μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι που μου έκοψε κυριολεκτικά την ανάσα. Σωριάζομαι στο χώμα με τη μούρη. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι. Όλα τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν στις τάξεις τους. Σηκώθηκε παντού σκόνη. Το στόμα μου είναι γεμάτο χώμα και πέτρες. Νιώθω ένα χέρι να τραβάει την σοκολάτα από την άψυχη μου παλάμη. Έχω ακόμα χαραγμένη στο μυαλό μου την εικόνα που ακολουθεί, την εικόνα που διαλύεται σιγά-σιγά η σκόνη κι εγώ είμαι ακόμα μόνος μου, πεσμένος στο χώμα. Ψάχνω κάποιον να με βοηθήσει να σηκωθώ αλλά δεν υπάρχει κανείς.

Είμαι 8 χρονών. Μόλις μετακομίσαμε μόνιμα στα Βριλήσσια, στην Αθήνα. Στο σχολείο από την πρώτη μέρα, όλα τα παιδιά ήθελαν να τους μιλάω Κυπριακά για να γελάσουν με την προφορά μου. Ακόμα και χρόνια μετά, όποιος μάθαινε ότι είμαι από την Κύπρο, με έβαζε να του κάνω το ίδιο πράγμα. Μένουμε σε μια πολυκατοικία με πυλωτή και κήπο. Δίπλα μας κολλητά έχουμε μια αντίστοιχη πολυκατοικία και τα απογεύματα μαζευόμαστε όλα τα παιδάκια και παίζουμε. Ο Γ. είναι ένα πολύ δυνατό παιδί στην ηλικία μου. Παίζαμε γενικά καλά, αλλά όλοι ξέραμε πως δεν έπρεπε να τα «βάλουμε» ποτέ μαζί του. Ήταν γνωστό πως ήταν ευέξαπτος. Μια μέρα παίζουμε μπάλα και ο Γ. είναι τερματοφύλακας της αντίπαλης ομάδας. Αν και το ποδόσφαιρο δεν είναι το φόρτε μου (θυμίστε μου μια μέρα να σας περιγράψω τη φορά που έβαλα 10 αυτογκόλ και χάσαμε 11-1, γωνία Κύπρου και Πλαταιών, μπροστά από το Γκιούλιβερ στα Βριλήσσια) κάποια στιγμή και με ένα μαγικό τρόπο, φτάνει η μπάλα στα πόδια μου, σουτάρω και του βάζω γκολ. Επειδή δεν ήταν κάτι που μου συνέβαινε συχνά, πανηγυρίζω έντονα, τρέχοντας γύρω-γύρω και φωνάζοντας. Ο Γ. άρχισε να με κυνηγάει. Με πιάνει και με ρωτάει γιατί τον κοροϊδεύω. Δεν καταλαβαίνω τι λέει. Αρχίζει να μου δίνει αλλεπάλληλες μπουνιές στο στομάχι. Για άλλη μια φορά μου κόπηκε η ανάσα και σωριάζομαι, ευτυχώς στο γρασίδι αυτή τη φορά. Κάποιες μέρες μετά, όπως είμαι στην κουζίνα του σπιτιού μας και κάτι τρώω, ακούω φωνές από την απέναντι πολυκατοικία. Κοιτάζω στον φωτισμένο διάδρομο της διπλανής πολυκατοικίας και βλέπω τον πατέρα του Γ. να τον βάζει στο σπίτι με τις κλωτσιές. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Τον κλωτσούσε, ο Γ. προχωρούσε ένα μέτρο, γύρναγε τσαντισμένος προς τον πατέρα του, ο πατέρας του φώναζε και του έριχνε άλλη μια κλωτσιά που τον έσπρωχνε έτσι άλλο ένα μέτρο και κάποια στιγμή μετά από 5-6 κλωτσιές τον έβαλε στο σπίτι.

Είμαι 12 χρονών. Η παρέα μου με λέει «Αράπη». Όχι όλη την ώρα. Παίζουμε μπάσκετ, γελάμε, βλέπουμε βιντεοκασέτες με τον Τσάκυ Τσαν, χτυπάμε με δεκάρικο γρήγορα τα πλήκτρα του Amstrad 128K για να τρέξει γρηγορότερα ο αθλητής του “Daley Thompson’s Decathlon” αλλά κάθε μέρα, έτσι για πλάκα, με φωνάζουν Αράπη. Ή Μαύρο. Ή Gift κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομα μου και τη λέξη γύφτος. Κι εγώ δε γελάω. Και μουτρώνω. Κάποιες φορές προσπαθώ να μη δείξω πως με πειράζει, μάλλον χωρίς να τα καταφέρνω. Αλλά αυτό δεν τους κάνει να σταματάνε. Και κάθε βράδυ σκέφτομαι γιατί να έχω τόσο σκούρα επιδερμίδα; Γιατί πήρα το χρώμα του μπαμπά μου και όχι της μαμάς μου; Και ζηλεύω όλα τα αγόρια με τις λευκές επιδερμίδες και τα ανοιχτά μαλλιά. Και οι φίλοι μου, πάντα για πλάκα, κόβουν από τα δέντρα κλαριά και μου τα δίνουν να τους κάνω αέρα γιατί έχει ζέστη.

Είμαι 13ων χρονών. Έχω γίνει καλός μαθητής. Καλύτερος από όλους τους φίλους μου οι οποίοι με αποκαλούν πλέον και «Σπασικλάκι».

Είμαι 14ων χρονών. Πάω λύκειο. Είμαι ήδη αρκετά καλός και μεθοδικός μαθητής. Έχω καινούργιους φίλους. Κάποια στιγμή κυκλοφορούν στο σχολείο ιστορίες για το πώς κατάφερα να ξεφύγω από τους Ναζί, αν και ήμουν δεμένος χέρια-πόδια και πεταμένος στο βυθό θάλασσας. Ο μύθος λοιπόν έλεγε πως στριφογύρισα το κεφάλι μου με τρομερή ταχύτητα και τα τεράστια αυτιά μου λειτούργησαν ως προπέλες. Κι εγώ βλέπω στα οικογενειακά άλμπουμ τις φωτογραφίες του παππού μου και θυμώνω. Γιατί να έχω πάρει τα αυτιά του παππού μου; Και όταν κάνω μπάνιο, κοιτάζω στον καθρέφτη, πιέζοντας τα αυτιά μου στο κεφάλι και σκέφτομαι πως θα ήμουν αν δεν είχα τόσο μεγάλα και πεταχτά αυτιά.

Είμαι 15 χρονών. Τα μαθήματα συνεχίζω να τα «πιάνω» εύκολα και πλέον παίζω μπάσκετ στην τοπική ομάδα. Στο λύκειο είναι συμμαθητής μας και ο Α. Ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί με τρομερή μνήμη. Ξέρει όλα τα τηλέφωνα μας, όλες τις πινακίδες των αυτοκινήτων μας και τι γράφουν τα βιβλία μας στην κάθε σελίδα. Και τα παιδιά είναι σκληρά. Είμαστε σκληρά. Πολύ σκληρά. Ο Α. δεν έχει φίλους. Κι εγώ δεν τον κάνω παρέα, γιατί δε θέλω να μπω ξανά στο περιθώριο. Δεν τον κοροϊδεύω, αλλά δεν κάνω και κάτι για να τον προστατεύσω, δεν παίρνω φανερά το μέρος του. Έλεγα κι εγώ ιστορίες πως τον απέφευγα όταν τον έβρισκα στον δρόμο. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν το έκανα. Πάντα του μιλούσα. Πάντα τον άφηνα να μου πει την ιστορία του.

Είμαι 16 χρονών. Μια μέρα μαθαίνω πως αρέσω σε μια κοπέλα από ένα άλλο λύκειο. «Εγώ ο αράπης;» απορώ. Και την ίδια περίοδο, ένας συμμαθητής μου λέει πως αρέσω και σε μια συμμαθήτρια μας. Αυτή άρεσε και σε μένα. Και την πλησιάζω σε ένα πάρτι. Και τη ρωτάω «Και δεν σε πειράζει που είμαι λίγο μαύρος;». «Είσαι μελαχρινός» μου λέει. «Μου θυμίζεις λατίνο εραστή. Οι άλλοι είναι ξανθομπούμπουρες!» Και η ζωή μου αρχίζει να αλλάζει.

Είμαι 17 χρονών. Περνάω στο Πανεπιστήμιο. Αφήνω μακριά μαλλιά που ευτυχώς είναι της μόδας και με εξυπηρετούν αφάνταστα με τα πεταχτά αυτιά μου.

Είμαι 28 χρονών. Μόλις έχω κουρευτεί. Είμαι ήδη κάποιους μήνες με την Αγγελική. Μου λέει μια μέρα «να δω τ’ αυτιά σου». Γυρνάω προφίλ. «Ίσως είναι λίγο μεγάλα, αλλά δεν το είχα παρατηρήσει ποτέ. Αν δεν μου το έλεγαν οι φίλες μου, δε θα το είχα προσέξει». Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά η Αγγελική είναι η γυναίκα της ζωής μου.

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 41. Έχουμε δύο αγόρια με την Αγγελική, τον Ανδρέα και τον Γιάννη. Ο Ανδρέας πάει πρώτη δημοτικού και κάποια πράγματα που αντιμετωπίζει στο σχολείο του δημιουργούν δυσκολίες. Το είδαμε. Το καταλάβαμε. Φαίνεται. Δεν είναι όλα τα παιδιά τα ίδια. Δεν έχουν τις ίδιες άμυνες ούτε διαχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Ο Γιάννης από την άλλη δείχνει πιο δυνατός και δυστυχώς σε κάποιες φάσεις ίσως και επιθετικός. Θυμάμαι ασυναίσθητα όλα αυτά που αντιμετώπισα όταν ήμουν εγώ παιδί, τότε που δεν υπήρχε το bullying ως λέξη. Τότε που δεν ξέραμε τίποτα για τον σωματικό και τον λεκτικό εκφοβισμό. Τα περνούσα όλα μόνος μου. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Όλα αυτά μου δημιούργησαν απίστευτα κόμπλεξ. Ακόμα και τώρα αν ακούσω τη λέξη «Αράπης» ανατριχιάζω. Και χρειάστηκαν πολλά χρόνια και διάφορες συγκυρίες για να βάλω τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Για να αγαπήσω τον εαυτό μου. Για να αποκτήσω αυτοπεποίθηση.

Μετανιώνω μόνο που δεν στάθηκα στον Α. πιο πολύ. Που δεν πήρα φανερά το μέρος του. Που μπροστά σε όλους, ήμουν με το πλήθος. Μετανιώνω. Και αυτό που κάνω τώρα είναι το μόνο που σκέφτηκα πως μπορώ να κάνω για όλα αυτά. Και γι΄αυτά που έζησα και γι’ αυτά που θα ζήσουν τα παιδιά μου. Θέλω να πω στα παιδιά μου πως δεν ήμουν ο πιο δυνατός, ο πιο ψηλός και ο πιο γρήγορος όταν ήμουν παιδί. Δεν ήμουν σούπερ ήρωας. Ήμουν σαν αυτά. Ένα παιδί σαν όλα. Ένα παιδί διαφορετικό απ’ όλα. Μετρίου αναστήματος, αδύνατος, μελαχρινός, με πεταχτά αυτιά. Ένα παιδί που υπέφερε τότε από κάτι που δεν υπήρχε η λέξη για να το εκφράσει και να το πει στους γονείς του.

Ειρήνη

9321668427_a35e82e145_zΤΗΝ Κυριακή που μας πέρασε είχε μετά από καιρό την τέλεια μέρα! Τα παιδιά δεν μαζεύονταν. Ξεκινήσαμε με παιδική χαρά στη γειτονιά, μετά στην πλατεία όπου ο Δήμος είχε οργανώσει μια γιορτή με κλόουν, μάγους, χορευτικά, μαλλί της γριάς, ζωγραφική κ.ο.κ. αλλά κάποια στιγμή ο Αντρέας μούτρωσε. «Τί έγινε;» τον ρώτησα. Δεν απάντησε. Μου γύρισε την πλάτη. «Τί έγινε πάλι; Τί έχασα;», επέμεινα. «Μου είχες υποσχεθεί να πάμε στο Ολυμπιακό στάδιο να παίξουμε μπάλα…» μου είπε ελπίζοντας. «Έλα, πάμε» του είπα. Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του ως διά μαγείας.

Η Αγγελική γύρισε σπίτι να βοηθήσει τη μάνα της που μας είχε τραπέζι κι εγώ πήρα τον Αντρέα και τον Γιάννη, τους έβαλα στο αυτοκίνητο που πάντα έχω μέσα δύο μπάλες –μία για τον καθένα, να μην τσακώνονται- και πήγαμε για καμιά ώρα στο Ολυμπιακό στάδιο. Αφού παίξαμε μπάλα ανάμεσα σε βενζινοκίνητα αυτοκινητάκια που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα και παρακολουθήσαμε έναν αγώνα κρίκετ από μια μεγάλη παρέα ανθρώπων που το χρώμα τους έμοιαζε με το δικό μου –δηλαδή «καφέ», όπως μου διευκρίνισαν τα παιδιά μου όταν τους ρώτησα σχετικά- μαζέψαμε μπάλες, μπουφάν, νερά και προχωρήσαμε προς το αυτοκίνητο. Είχα ανοίξει το πορτ μπαγκάζ και άδειαζα τα χέρια μου όταν άκουσα πίσω μου μια φωνή.

«Συγκνώμη, από ντο πάει για Κηφισιά;»

Γύρισα και είδα μια κοπέλα στα χρώματα μου.

«Η Κηφισιά είναι από δω», της έδειξα.

«Γκια σταθμό τρένου Κηφισιά;»

«Πρέπει να μπεις μέσα από το γήπεδο, να περπατήσεις λίγο, θα ανέβεις εκείνα τα σκαλιά και μετά θα πας προς τα αριστερά»

Την είδα να κοιτάζει προς το γήπεδο και τότε την παρατήρησα. Ήταν πιο μικρή από μένα αλλά ταλαιπωρημένη. Κρατούσε δύο τσάντες στα χέρια και ήταν εμφανώς κουρασμένη. Ίσως της φαίνεται Γολγοθάς, σκέφτηκα.

«Από πού έρχεσαι;»

«Έκασα λεωφορείο και ταξιντζής που πήρα, με άφησε πιο κάτω και είπε πως σταθμός γκια Κηφισιά είναι κοντά. Αλλά περπατάω ώρα…». Σταμάτησε να πάρει ανάσα.

«Θες να έρθεις μαζί μας με το αυτοκίνητο; Να σε πάω στον σταθμό Ηρακλείου;»

Την είδα να το σκέφτεται. Δεν ξέρω αν είχε αμφιβολίες, αλλά υπέθεσα πως μπορεί να φοβόταν να μπει στο αυτοκίνητο ενός ξένου και έτσι της «θύμισα» τα αγόρια. «Έλα Αντρέα, Γιάννη, μπείτε μέσα. Θα πάρουμε μαζί μας και την κυρία. Θα την αφήσουμε στο σταθμό».

«Αλήθεια κύριε; Με πάτε;» μου είπε σχεδόν μην πιστεύοντας πως θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο.

«Μη με λες κύριο σε παρακαλώ. Είμαι ο Δώρος. Πώς σε λένε;»

«Ειρήνη»

«Έλα Ειρήνη, κάθισε»

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και αφού ξεκινήσαμε έκανα τις συστάσεις.

«Ειρήνη, από δω ο Αντρέας και ο Γιάννης. Παιδιά από δω η κυρία Ειρήνη. Θα την πάμε στον σταθμό. Γιάννη, για δείξε τι ζωγράφισες»

«Ειήνη» (με το «ρ» έχουμε μια δυσκολία ακόμα αλλά είμαστε σε καλό δρόμο) «Δες τι ζωγάφισα!» και της έδειξε ένα αληθινό (!) έργο τέχνης σε κόκκινο καμβά.

«Πολύ ωραίο! Εσύ έφτιαξες;»

«Ναι! Μόνος μου!»

«Εσύ δεν έφτιαξες;» γύρισε προς τον Αντρέα.

«Έφτιαξα, αλλά δεν τα έχω μαζί μου. Έφτιαξα μια μάσκα αποκριάτικη!»

«Μπράβο!»

«Στην Κηφισιά θες να πας, σωστά; Όχι στη λεωφόρο Κηφισίας;» την ρώτησα για σιγουριά.

«Do you speak English?»

«Yes, tell me»

«I wanted to go to Kifissia and as I told you I lost the bus, so I had to take a taxi. But the taxi driver left me some kilometers back and he told me that the station was very close»

«Ok. Don’t worry now. In two minutes we will be there»

«Sure this is not a problem for you?»

«Sure… I’m driving you. I’m not carrying you on my shoulders»

Νομίζω την είδα να χαμογελά.

«Sweet kids», μου είπε μετά από λίγο.

«Ναι, ναι το ξέρω, πήραν από τη μάνα τους», είπα στα ελληνικά επειδή μου βγήκε πιο φυσικά.

Και τότε έκλεισε προς στιγμή τα μάτια, γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω και άνοιξε διάπλατα το στόμα, σαν μόλις να βγήκε από την κοιλιά της μάνας της ρουφώντας τον αέρα της πρώτης της ανάσας. Γέλασα κι εγώ, άρχισαν να γελούν και τα παιδιά. Γελούσαμε ακόμη όταν φτάσαμε στο σταθμό.

«Thank you very much. Please tell me your name again. Mr… Dimitri it is?» με ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα. Θυμήθηκε το «Μr» πάλι, σκέφτηκα.

«Δώρος»

«Thank you Doros. I want to remember your name. I want to tell my people that today I met someone in Greece how was kind with me for the first time»

«Please don’t say that…»

«It’s true…»

«I understand, but it hurts»

Έκλεισε την πόρτα, φίλησε δυο φορές την παλάμη της στέλνοντας φιλιά στα παιδιά και ανέβηκε τα σκαλιά του σταθμού.