Το Δείπνο – Χέρμαν Κοχ

ΣΥΝΗΘΩΣ διαβάζω τα βράδια στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ και όταν τελειώσω ένα βιβλίο, την επόμενη μέρα γράφω ένα post και το παρουσιάζω. Το δείπνο όμως το τελείωσα την Κυριακή το βράδυ, την Κυριακή δηλαδή των εκλογών. Τη Δευτέρα το πρωί όλος ο κόσμος σε Ελλάδα και Ευρώπη διάβαζε για τα κατορθώματα του Τσίπρα. Έτσι κι εγώ. Ούτε ήθελα να γράψω για βιβλίο, ούτε και να διαβάσω άλλες ειδήσεις εκτός από πολιτικές. Περίμενα λοιπόν να περάσουν λίγες μέρες και τώρα που βλέπω πως κι εγώ σιγά-σιγά άρχισα να ενδιαφέρομαι για άλλα πράγματα πιο… καλλιτεχνικά, σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα του. Άσε που είναι και επίκαιρο τελικά γιατί ένας βασικός ήρωας της ιστορίας είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας!

Ήρωας μας ο Πάουλ, πρώην καθηγητής ιστορίας σε σχολείο στην Ολλανδία. Ο Πάουλ είναι παντρεμένος με την Κλερ και έχουν μαζί ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, τον Μισέλ. Ο Πάουλ και η Κλερ είναι καλεσμένοι σε δείπνο από τον αδελφό του Σερζ Λόμαν και τη γυναίκα του Μπαμπέτ. Ο Σερζ είναι ο αρχηγός της αντιπολίτευσης και -βάσει των δημοσκοπήσεων- ο επόμενος πρωθυπουργός της Ολλανδίας στις εκλογές που επίκεινται. Με την Μπαμπέτ έχουν και αυτοί δύο αγόρια περίπου στην ίδια ηλικία με τον Μισέλ. Ο Πάουλ δεν έχει κέφι να πάει στο δείπνο αυτό και ήδη από την πρώτη στιγμή που συναντιούνται, υπάρχει ένταση.

(…) Δεν είχα όρεξη να φάω στο εστιατόριο. Ποτέ δεν έχω. Ένα κλεισμένο ραντεβού για το άμεσο μέλλον είναι ο προθάλαμος της κόλασης, η ίδια η βραδιά είναι η κόλαση. Κι αρχίζει ήδη το πρωί, μπροστά στον καθρέφτη: τι θα φορέσεις κι αν θα ξυριστείς ή όχι. Αφού με το καθετί κάτι δηλώνεις, είτε σκισμένο και λεκιασμένο τζιν διαλέξεις, είτε καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Αν μείνεις μια μέρα αξύριστος, βαριόσουν να ξυριστείς. Αν μείνεις δύο, αναπόφευκτα θα σε ρωτήσουν αν πρόκειται για καινούργιο λουκ. Αν μείνεις τρεις και παραπάνω, απέχεις ένα βήμα μόλις από την ολική κατάρρευση. «Είσαι καλά; Δεν πιστεύω να είσαι άρρωστος;» Ό,τι κι αν κάνεις, ελεύθερος δεν είσαι. Ακόμα κι αν ξυριστείς, δεν είσαι ελεύθερος. Γιατί και με το ξύρισμα κάτι δηλώνεις. Προφανώς θεώρησες την αποψινή βραδιά τόσο σημαντική που ξυρίστηκες – βλέπεις τους άλλους να σκέφτονται. Κατά βάθος, με το ξύρισμα το σκορ είναι ήδη 1-0 εις βάρος σου.  (…)

Όσο προχωράει η νύχτα, η ένταση μεταξύ των ζευγαριών κορυφώνεται και παράλληλα αποκαλύπτεται ο πραγματικός λόγος που τους κάλεσε ο Σερζ: Να συζητήσουν για το πώς θα αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι τα παιδιά τους εμφανίζονται σε βίντεο δημοφιλούς εκπομπής της τηλεόρασης όπου κακομεταχειρίζονται και εντέλει πυρπολούν μια άστεγη μπροστά από ένα ΑΤΜ. Τα πρόσωπα των παιδιών τους δεν αναγνωρίζονται, αλλά αυτοί ως γονείς ξέρουν πολύ καλά την αλήθεια και τώρα καλούνται να αποφασίσουν: Θα σπρώξουν τα παιδιά τους στη δικαιοσύνη με άμεσες συνέπειες στη ζωή των ίδιων των παιδιών, αλλά και έμμεσες στη δική τους, με κυριότερη τον αντίκτυπο στην πολιτική ζωή του Σερζ; Ή θα αποσιωπήσουν το γεγονός και θα ζήσουν στο ψέμα και το άγχος των αποκαλύψεων από οποιονδήποτε στο μέλλον; Ηθικά θα άντεχαν κάτι τέτοιο;

(…) Προς μεγάλη μου απογοήτευση, ωστόσο, η Μπαμπέτ δεν είπε τίποτα. Την έβλεπες σχεδόν να καταπίνει με δυσκολία το αναμφίβολα δολοφονικό της σχόλιο για τον φελλό. Πάντως κάτι είχε συμβεί που αναπτέρωσε τις ελπίδες μου ότι ίσως αργότερα μέσα στο βράδυ να γινόταν η έκρηξη που ευχόμουν. Ήταν σαν το πιστόλι στο θέατρο: όταν κάποιος κραδαίνει ένα πιστόλι στην πρώτη πράξη του έργου, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι κάποιος θα το χρησιμοποιήσει πριν πέσει η αυλαία. Αυτός είναι ο νόμος του δράματος: ο ίδιος νόμος που προστάζει να μην εμφανίζονται πιστόλια αν δεν πρόκειται να πυροβολήσουν κανέναν. (…)

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται ουσιαστικά γύρω από το δείπνο, με τα κεφάλαια να μας σερβίρονται με την ίδια σειρά όπως και τα πιάτα στο τραπέζι. Περίμενα κάθε βράδυ να διαβάσω τη συνέχεια και αντί για πυτζάμες ήθελα να βάλω τα καλά μου και να κάτσω κι εγώ στο τραπέζι μαζί τους! Το όλο στήσιμο και οι διάλογοι σχεδόν παραπέμπουν σε θεατρικό παρά σε μυθιστόρημα. Ήδη γίνεται ταινία απ’ ότι διάβασα, αλλά θα μου άρεσε πολύ να το έβλεπα ανεβασμένο σε μια αθηναϊκή θεατρική σκηνή.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10

Advertisements

Καταταγείτε μας έλεγαν! Καταταγείτε!

Πριν και μετά τα παιδιά

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στο σωτήριον έτος 2005. Μόλις έχω μπει στο γραφείο του Γρηγόρη μαζί με την Καρίνα. Είναι μεσημέρι και κάνουμε διάλειμμα για φαγητό, στην εταιρεία που δουλεύαμε όλοι τότε. Οι δύο φίλοι και συνάδελφοι, που ήταν και λίγο μεγαλύτεροι από μένα, είχαν ήδη παιδιά και -δικαίως ή αδίκως- οι συζητήσεις που ξεκινούσαν αφορούσαν ως επί το πλείστον καθημερινές ιστορίες γύρω από αυτά. Εγώ δεν είχα ακόμα παιδιά. Λίγους μήνες πριν είχαμε παντρευτεί με την Αγγελική. Το σπορ αυτό μας ήταν λοιπόν άγνωστο.

Δέκα χρόνια πριν, η κρίση ακόμη δεν είχε χτυπήσει την πόρτα μας -ή τέλος πάντων αν την είχε χτυπήσει, το είχε κάνει πολύ απαλά. Μη και μας ξυπνήσει από το λήθαργο. Ήταν τότε που νιώθαμε κερδώοι, πληρωνόμασταν καλά και ακόμα κάναμε όνειρα για το μέλλον. Θυμάμαι σαν τώρα που σηκώθηκα όρθιος, σχεδόν εκνευρισμένος και τους ρώτησα το εξής: «Αυτό είναι λοιπόν; Αυτό είναι η ζωή; Γι’ αυτό γεννηθήκαμε;». Με κοίταξαν και οι δύο σαν να ήμουν ο Ε.Τ. Υποθέτω πως ακόμα έψαχναν τρόπο να επικοινωνήσουμε στη γλώσσα μου, όταν τους βομβάρδισα με διευκρινιστικές ερωτήσεις: «Αυτό θα κάνετε από δω και πέρα; Θα ζείτε για τα παιδιά σας; Αυτό μου λέτε και μένα; Πως σε λίγο που θα κάνω παιδιά, γι’ αυτά θα μιλάω όλη μέρα; Μόνο μ’ αυτά θα ασχολούμαι; Τι έφαγαν, αν έφαγαν, αν διάβασαν, αν κοιμήθηκαν, αν ξύπνησαν, αν χτύπησαν, αν αρρώστησαν, γιατί άργησαν, με ποιον πήγανε και (στην τελική) γιατί βγήκαν έξω;;; Πως ΕΓΩ τελείωσα; Τέρμα τα θέλω ΜΟΥ; Μέχρι να πεθάνω; This is it?»

Τα είχα πάει καλύτερα. Με κατάλαβαν. Το έβλεπα ξεκάθαρα στη φάτσα τους πως δεν ήμουν πλέον ένας εξωγήινος. Ήμουν απλώς ένα παιδάκι, ένα νεούδι, ένας ψάρακας, ένας λεγεωνάριος που πάει να καταταγεί στον ρωμαϊκό στρατό και περιμένει να φάει τις μπούφλες του από τους Γαλάτες. Μου χαμογέλασαν και οι δύο. Η Καρίνα μάλιστα άφησε τα μαχαιροπήρουνα της και σηκώθηκε. Με αγκάλιασε και μου είπε να καθίσω δίπλα της. «Να του το πω εγώ, μωρέ;» ρώτησε τον Γρηγόρη, γέρνοντας το κεφάλι της ελαφρά κάτω και αριστερά, με τον μοναδικά ναζιάρικο τρόπο της. Αυτός απλώς κατένευσε συγκινημένος. Γυρνάει η Καρίνα, με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει: «Ναι».

Έστρεψα το βλέμμα μου αργά και απέλπιδα να κοιτάξω τον Γρηγόρη. Δάκρυα έσβηναν στους κροτάφους του…

Ταβέρνα στην Αρκαδία στα πρότυπα του “The Lean Startup”!

10520000125_472dd0a5be_zΠΡΙΝ περίπου δύο εβδομάδες, ανάμεσα σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, είχαμε πάει οικογενειακά εκδρομή στο σπίτι της κουμπάρας μου της Φιλίτσας, στα Λαγκάδια, στην ορεινή Αρκαδία. Ένα μεσημέρι μας πρότειναν να πάμε σε μια ωραία ταβέρνα, σε ένα χωρίο λίγο πριν το χιονοδρομικό κέντρο στο Μαίναλο. Ευτυχώς είχαμε κλείσει τραπέζι, γιατί όταν φτάσαμε το μικρό μαγαζί ήταν ήδη γεμάτο και ερχόταν συνεχώς κόσμος. Καθίσαμε και πολύ γρήγορα ήρθε μια κοπέλα (μάλλον η ιδιοκτήτρια) να μας πάρει παραγγελία. Μετά περιμέναμε. Και περιμέναμε. Η ώρα περνούσε και δεν μας είχαν φέρει τίποτα. Ούτε νερό. Ούτε καν μαχαιροπήρουνα ή κουβέρ. Ήταν όμως Χριστούγεννα και δεν ήθελα να χαλάσω ούτε τη δική μου διάθεση, ούτε και των άλλων.

Άρχισα να κοιτάζω τριγύρω. Όλοι χαρούμενοι. Πουθενά γκρίνια. Ακόμη και η ιδιοκτήτρια μαζί με μια άλλη κοπέλα που βλέπαμε να σερβίρει, ήταν μεν συγκεντρωμένες σε αυτό που έκαναν, αλλά έδειχναν κεφάτες. Άκουγες παντού μόνο ομιλίες, γέλια και μαχαιροπήρουνα να χτυπούν. Όχι όμως μουρμούρα. Γύρισα το κεφάλι μου τέρμα αριστερά και παρατήρησα την μικρή ανοιχτή κουζίνα με το πάσο. Είδα να βγαίνουν στο πάγκο ποτήρια και κουβέρ. Αναθάρρησα. Για λίγο όμως, γιατί αμέσως τα πήρε η κοπέλα που σέρβιρε και τα άφησε στο διπλανό τραπέζι. Την κοίταξα. Δεν είπα κάτι. Ούτε αυτή. Φαινόταν προσηλωμένη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα στον πάγκο εμφανίστηκαν δύο σαλάτες σαν τις δικές μας. Σχεδόν χαμογέλασα. Τις πήρε η κοπέλα και πέρασε σαν σίφουνας από δίπλα μας για να τις αφήσει και πάλι στο διπλανό τραπέζι. Σήκωσα το χέρι ανεπαίσθητα, τόσο, που ούτε καν θυμάμαι να το κάνω. Πιθανολογώ πως η παλάμη μου δεν πρέπει να ξεπέρασε το ύψος του ώμου μου όταν άκουσα τη φωνή της ιδιοκτήτριας από κάπου μπροστά και δεξιά, εκτός πλάνου, να μου λέει: «Σε λίγο ξεκινάμε και με σας. Είστε ακριβώς μετά από αυτό το τραπέζι». Γυρνάω και την βλέπω να μου δείχνει το τραπέζι δίπλα μας. Εκείνη την ώρα μπαίνει μια παρέα μέσα. Τρέχει η ιδιοκτήτρια και με χαμόγελο τους λέει: «Παρακαλώ περιμένετε λίγο πιο έξω, μέχρι να ελευθερωθεί εκείνο εκεί το τραπέζι». Ακολουθώ την πορεία του χεριού της και βλέπω ένα τραπέζι στο βάθος στο οποίο οι άνθρωποι είχαν ήδη φάει. Κατάλαβα τι έπαιζε αλλά θέλησα να βεβαιωθώ 100%. Σήκωσα το κεφάλι όσο πιο ψηλά μπορούσα και έλεγξα τι υπάρχει στα 9 τραπέζια που είχε το μαγαζί. Υπήρχαν: 2 τραπέζια με άδεια πιάτα και αποφάγια, 3 γεμάτα τραπέζια, 3 τραπέζια χωρίς τίποτα πάνω (το 1 ήταν το δικό μας και τα άλλα 2 ήταν από παρέες που ήρθαν μετά από μας) και 1 τραπέζι που γέμιζε εκείνη την ώρα.

Ο, ναι, είχα δίκιο! Ήταν τόσο απλό! Το ταβερνάκι χρησιμοποιούσε -πιθανότατα χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει καν- την κάθετη πολιτική εξυπηρέτησης First Come First Served with Small Batches Production Approach

Σε λίγα λεπτά ήρθε και η σειρά μας. Εν τω μεταξύ στο δίπλα τραπέζι είχε πάει όλη η παραγγελία (flagged γεμάτο) και η παρέα που είχε έρθει και περίμενε υπομονετικά, είχε μόλις καθίσει στο τραπέζι που ήταν πλέον ελεύθερο και καθαρό (Entering the Queue). Έφτασαν τα νερά, το κρασί και το ψωμί και ήδη ο πάγκος της κουζίνας γέμιζε με τα υπόλοιπα. Ορεκτικά και σαλάτες ήρθαν σχεδόν αμέσως. Μετά από λίγα λεπτά ήρθαν οι τηγανιτές πατάτες που περίμεναν τα παιδιά. Έφτασαν επιτέλους και τα εκπληκτικά κρέατα. Ζητήσαμε και άλλες πατάτες. Και μετά από λίγο ζητήσαμε κρασί. Και άλλο σαγανάκι, άλλο ένα συκώτι. Η ιδιοκτήτρια ήταν εκεί μόνο για εμάς. Σήκωσε το χέρι κάποιος από ένα διπλανό τραπέζι και πριν προλάβει να μιλήσει, του είπε η ιδιοκτήτρια: «Περιμένετε και έρχομαι και σε σας. Μετά από δω, έχω άλλο ένα τραπέζι και μετά ακριβώς θα είμαι ολόδική σας».  Όλα τα άλλα τραπέζια είχαν μπει στην αναμονή. Ή μάλλον όχι ακριβώς όλα. Εξαίρεση τα τραπέζια που ήδη είχαν εξυπηρετηθεί, όπου αν ζητούσαν κάτι, π.χ. ένα αναψυκτικό ή λίγο κρασί, η κοπέλα που σέρβιρε αναλάμβανε να βοηθήσει.

Πριν από περίπου δύο χρόνια διαβάζοντας το best seller βιβλίο του Eric Ries, The Lean Startup (το οποίο btw κάθε επίδοξος νέος επιχειρηματίας οφείλει να διαβάσει) μου είχε κάνει εντύπωση το παράδειγμα του πατέρα με τις δύο κόρες που ήθελαν να γεμίσουν φακέλους για να τους ταχυδρομήσουν. Ο πατέρας πήρε ένα φάκελο, έγραψε τη διεύθυνση, έβαλε το γραμματόσημο, τον άνοιξε, έβαλε μέσα το γράμμα, τον έκλεισε και όταν πήγε να κάνει το ίδιο και με τον δεύτερο φάκελο, οι κόρες του τον σταμάτησαν. Του είπαν πως καθυστερεί πολύ με αυτόν τον τρόπο. Πρώτα έπρεπε να ανοίξει όλους τους φακέλους, μετά να βάλει μέσα τα γράμματα, να κλείσει τον κάθε φάκελο και να συνεχίσει έτσι. Ο πατέρας τότε πρότεινε το εξής: Να μοιράσουν τους φακέλους και ο ίδιος να συνεχίσει να κάνει ένα φάκελο τη φορά (Small Batch Approach – Μέθοδος Μικρής Παρτίδας) ενώ οι κόρες του να κάνουν αυτό που πρότειναν (Large Batch Approach – Μέθοδος Μεγάλης Παρτίδας). Το αποτέλεσμα ήταν να νικήσει ο πατέρας και η απάντηση δεν είναι επειδή ήταν μεγαλύτερος ή είχε πιο γρήγορα χέρια. Μπορεί η διαίσθηση μας να μας λέει πως θα καθυστερούσε έτσι, αλλά η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική για δύο σημαντικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι πως η διαίσθηση μας δεν λαμβάνει υπόψη τον επιπλέον χρόνο που χρειάζεται κάποιος για να ταξινομήσει, στοιβάξει ή κινηθεί μεταξύ των φακέλων (ή των τραπεζιών στη δική μας περίπτωση). Μπορεί μεμονωμένα η κάθε εργασία να είναι πιο γρήγορη, αλλά αθροιστικά παίρνει περισσότερο χρόνο. Ο δεύτερος λόγος είναι πως ακόμα και να χρειαζόμασταν τον ίδιο χρόνο, με την Small Batch Approach, αν υπήρχε το οποιοδήποτε πρόβλημα σε μια διαδικασία, θα το καταλαβαίναμε από την αρχή, π.χ. αν ο φάκελος ήταν πολύ μικρός και δε χωρούσε το γράμμα (ή αν λόγω διακοπής ρεύματος είχε χαλάσει το ψυγείο με το κρέας στη δική μας περίπτωση). Στην άλλη περίπτωση, θα το μαθαίναμε πολύ αργότερα, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο.

Έτσι λοιπόν, στην ταβέρνα αυτή, τον πρώτο που έμπαινε τον εξυπηρετούσαν και μάλιστα κάθετα. Με αυτό τον τρόπο, μπορεί κάποιος να δυσανασχετούσε ελάχιστα για την όποια μικρή καθυστέρηση στην αρχή, μέχρι να τον “πιάσουν”, αλλά αυτό ήταν το μόνο πρόβλημα. Κατά τα άλλα απέφευγες έτσι να αντιμετωπίσεις τα πολύ συχνά φαινόμενα που κάνουν τον κόσμο να αδημονεί ή να εξοργίζεται στα εστιατόρια και τις ταβέρνες, όπως το να περιμένεις πολύ ώρα ανάμεσα στα ορεκτικά και τα κυρίως φαγητά ή να ζητήσεις ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί ή μια μερίδα πατάτες τηγανιτές επιπλέον και να σου τα φέρουν μαζί με τον λογαριασμό. Όλα ήταν άψογα προσεγμένα, από το σερβίρισμα, την συμπεριφορά μέχρι και τα φαγητά. Ήξερες πως από την ώρα που θα σε εξυπηρετούσαν θα είχες την αμέριστη προσοχή τους και δε θα εξαφανίζονταν. Τέλος, δε θα ζητούσες λογαριασμό και θα στον έφερναν όταν πια είχες σηκωθεί όρθιος χωρίς να αφήσεις φιλοδώρημα. Έκαναν άψογη δουλειά. Το έβλεπες στα πρόσωπα όλων, πελατών και μαγαζιού.

Άραγε θα τολμούσε ένα μαγαζί να το δοκιμάσει αυτό σε μια μεγάλη πόλη όπως η Αθήνα, με δεκάδες τραπέζια; Θα πετύχαινε; Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να μάθουμε… 🙂

Τομέας Δώδεκα – Γουίλιαμ Ράιαν

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ πως έχει γράψει και άλλα βιβλία ο Ράιαν με ήρωα τον Κόρολεφ τα οποία δεν έχω παρουσιάσει (άρα και δεν έχω διαβάσει) όμως κάτι με τράβηξε σε αυτό. Ίσως το εξώφυλλο ή ο τίτλος. Δεν θυμάμαι. Αυτό που ξέρω είναι πως έψαχνα να διαβάσω κάτι τις γιορτές και μου «έκατσε» το συγκεκριμένο. Μπορεί να ευθύνεται και το έντονο κόκκινο Χριστουγεννιάτικο χρώμα του βιβλίου. Γεγονός είναι πως δεν απογοητεύτηκα. Το αντίθετο μάλιστα.

Βρισκόμαστε στη Μόσχα του Στάλιν, το 1937. Ήρωας μας ο αστυνόμος Κόρολεφ, ο οποίος φιλοξενεί τον δωδεκάχρονο γιό του Γιούρι για μια εβδομάδα. Η πρώην γυναίκα του Ζένια, τον παρακάλεσε να τον κρατήσει λίγο μαζί του, χωρίς να του εξηγεί το λόγο. Κι αυτός το έκανε. Είχε άλλωστε καιρό να τον δει, σχεδόν έναν χρόνο. Ο Κόρολεφ είχε πάρει άδεια, για να μπορέσει να του αφοσιωθεί, αλλά η δολοφονία του καθηγητή Αζάροφ, Διευθυντή του Ινστιτούτου Αζάροφ, του άλλαξε τα σχέδια. Η δολοφονία έγινε στο σπίτι του Αζάροφ, στον Οίκο της Αρχηγίας, τον τόπο κατοικίας στρατηγών, αξιωματούχων και ανώτερων μελών του Κόμματος. Δεν μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση ο οποιοσδήποτε αστυνομικός. Μόνο ο Κόρολεφ. Ευτυχώς θα ήταν μαζί του και η αρχιφύλαξ (sic) Σλίβκα.

(…) Η Σλίβκα ανοιγόκλεισε βιαστικά τα μάτια της μια-δυο φορές και ύστερα έβγαλε ένα τσιγάρο από τη μια της τσέπη και ένα σπίρτο από την άλλη. Έτριψε το σπίρτο στον τοίχο του κτιρίου και άναψε το τσιγάρο της.

«Στην υπόθεση Αζάροφ», είπε με φωνή που ήταν σαν να ανήγγειλε στον κόσμο ότι η μοίρα της ήταν μαύρη και ζοφερή.

«Ακόμα ένας από τους συναδέλφους του καθηγητή κατάφερε να βρεθεί δολοφονημένος. Κι εμείς πρέπει να χειριστούμε δύο έρευνες – και θα δουλεύουμε απευθείας για λογαριασμό της Κρατικής Ασφάλειας».

«Λοιπόν», είπε η Σλίβκα, βγάζοντας από το στόμα της τον καπνό, «η ζωή δεν είναι μόνο περίπατος σε ένα λιβάδι. Κι ακόμα κι αν ήταν, θα έπρεπε να ξέρουμε ότι καμιά φορά υπάρχουν λάσπες που θα τις πατήσουμε και μετά πρέπει να τις προσπεράσουμε».

Κούνησε το κεφάλι της με σημασία, λες κι αυτό που μόλις είπε ήταν αρκετό. Ο Κόρολεφ κατάλαβε ότι ένα διστακτικό χαμόγελο κρεμόταν στην άκρη των χειλιών του την ώρα που έμπαιναν στο κτίριο. Δεν γινόταν να είναι τόσο χάλια τα πράγματα, αφού τώρα θα είχε κοντά του τη Σβίλκα να του φυλάει τα νώτα. (…)

Οι έρευνες προχωρούν με δυσκολία, μιας και κάποιοι από την κρατική ασφάλεια έχουν φροντίσει να «καθαρίσουν» τον χώρο πριν ο Κόρολεφ προλάβει να βρει στοιχεία. Στο ινστιτούτο γίνονταν κάποιες περίεργες έρευνες πάνω σε ανθρώπους και παιδιά, αλλά κανείς δεν ήξερε περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Κόρολεφ ήταν σίγουρος πως ο φόνος σχετιζόταν με τις έρευνες αυτές αλλά ξαφνικά τον ενημερώνουν πως αποσύρεται από την υπόθεση και την αναλαμβάνει η Κρατική Ασφάλεια. Αποφασίζει έτσι ο Κόρολεφ να πάει με τον γιο του στην ντάτσα (το εξοχικό) του φίλου του και διάσημου συγγραφέα Μπάμπελ, μιας και ο τελευταίος θα έλειπε για ένα μήνα στο νότο. Εκεί τον επισκέπτονται δύο τσεκιστές (μέλη της ΝιΚαΒεΝτε, πρόδρομου της ΚαΓκεΜπε) και τον ενημερώνουν πως πρέπει να παρουσιαστεί στα κεντρικά. Πηγαίνοντας στο υπνοδωμάτιο να ενημερώσει τον γιο του σχετικά, αντιλαμβάνεται πως ο μικρός έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Ελπίζοντας πως ο γιος του θα επέστρεφε στο σπίτι του στη Μόσχα, ο Κόρολεφ πηγαίνει στην Ασφάλεια, στον Τομέα Πέντε, όπου ο Συνταγματάρχης Ροντίνοφ τον ενημερώνει πως έγινε ένας ακόμη φόνος, αυτός του αναπληρωτή διευθυντή του Ινστιτούτου Αζάροφ, του καθηγητή Στάνγκε και πως πρέπει να αναλάβει και πάλι την έρευνα για το θάνατο των δύο καθηγητών, με προσωρινή απόσπαση στην ΝιΚαΒεΝτε. Τον ενημερώνει παράλληλα πως την έρευνα πριν την είχε ο συνταγματάρχης Ζάιτσεφ, υπεύθυνος ενός άλλου τομέα της Ασφάλειας, του Τομέα Δώδεκα, ο οποίος εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τις δύο δολοφονίες.

(…) Ο Κόρολεφ αναστέναξε – είχε αποσπαστεί προσωρινά στη ΝιΚαΒεΝτέ, δίχως να του έχουν αφήσει και πολλά περιθώρια επιλογής, και τώρα, σαν να μην του έφταναν όλα αυτά, έκαναν και έρευνες εις βάρος του.

«Νιώθω λες και είμαι μπάλα ποδοσφαίρου που την κλοτσούν εδώ κι εκεί μέσα στο γήπεδο».

Εξαιρετική η παρομοίωση», συμφώνησε ο Ντουμπίνκιν. «Μόνο που η μια ομάδα θέλει να σε ξεφουσκώσει, ενώ η άλλη θέλει να σε κρατήσει μέσα στο παιχνίδι και να σε χρησιμοποιήσει για να πετύχει κάποιο τέρμα. Ποια ομάδα ελπίζεις ότι θα νικήσει;»

«Χριστέ μου», είπε ο Κόρολεφ.

«Άσ’ τον αυτόν, αυτός δεν παίζει. Δεν είναι καν διαιτητής, διαιτητής είναι ο Γιεζόφ. Πρέπει να είμαστε σαφείς – αν δεν έχουμε κάποιο θετικό αποτέλεσμα στις έρευνές μας, τα πράγματα δεν θα πάνε καλά. Ούτε για σένα, ούτε για την αρχιφύλακα Σλίβκα και ενδεχομένως ούτε για μένα. (…)

Ο Κόρολεφ αντιμετωπίζει συνεχώς διλήμματα αλλά ξέρει πως πάνω απ’ όλα είναι πατέρας που έχει ως σκοπό ζωής να προστατέψει το γιο του. Υπό το πρίσμα αυτό, αφήνεται να εκβιαστεί και να αποδεχτεί δεδομένα που ως χαρακτήρας κανονικά δεν θα άντεχε. Τα υπομένει όλα, γιατί έχει έναν και μόνο στόχο. Να βρει τον γιό του ζωντανό και… απείραχτο.

(…) Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε τα παιδιά που έπαιζαν στο μικρό πάρκο, και αμέσως μετά την προσοχή του τράβηξε ο ανελέητος θυμός που είδε να καθρεφτίζεται στο είδωλό του, το οποίο αντικατοπτριζόταν στο τζάμι. Έβγαλε τα τσιγάρα του από την τσέπη του και άναψε ένα σκεπτόμενος την όλη κατάσταση από την αρχή, κι όταν τελείωσε, έσβησε τη γόπα πάνω στο τζάμι και μετά άνοιξε το παράθυρο και την πέταξε έξω. Ήταν κάτι που παρέπεμπε σε άνθρωπο ακαλλιέργητο, σε αγροίκο καλύτερα. Αλλά μόλις είχε διαβάσει τι είχαν σκαρώσει άνθρωποι καλλιεργημένοι στο όνομα της επιστήμης! Ίσως το να είσαι ακαλλιέργητος να μην ήταν και τόσο κακό τελικά, φτάνει να ξέρεις να διακρίνεις το σωστό από το λάθος. Μπορεί αυτό να φαινόταν σαν «ηθική της μπουρζουαζίας» στα μάτια ενός αχρείου όπως ο καθηγητής, αλλά κατά τη γνώμη του Κόρολεφ το να ξέρεις να ξεχωρίζεις το σωστό από το λάθος διέκρινε τους ανθρώπους από τα ζώα. (…)

Πολύ καλή αναπαράσταση της εποχής του τυραννικού καθεστώτος του Στάλιν με εξαιρετική ατμόσφαιρα. Ένα μυθιστόρημα γραμμένο με αφορμή αληθινά πειράματα που έγιναν σε ενήλικες και παιδιά στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του ’30. Γιεζόφ, Μπάμπελ και Καμίνσι είναι υπαρκτά πρόσωπα που δίνουν την απαραίτητη ιστορική αληθοφάνεια. Διαβάστε το!

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10